Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 26 Φεβ 2022
Η έξωση από το σπίτι και τον κόσμο
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 Γιώργος X. Παπασωτηρίου

26.02.22
 
 

Μια ηλικιωμένη γυναίκα πέθανε όταν η τράπεζα την πέταξε έξω από το σπίτι της. Ένα νεαρό ζευγάρι φεύγει με τα μικρά παιδιά του από το φλεγόμενο Κίεβο για να σωθούν. Άφησαν πίσω τους γονείς τους. «Δεν ήθελαν να φύγουν», δεν ήθελαν να αφήσουν το σπίτι τους, λέει η γυναίκα.

Θυμήθηκα τη νουβέλα «Έξω από την πόρτα»*. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής φιλοσοφίας «κλειδώνεται» έξω από το σπίτι του. Διαπιστώνει ότι εξορίσθηκε από τον προσωπικό του κόσμο, από εκείνον τον αδιαπέραστο κλειστό κύκλο που είναι ο Εαυτός. Σκέφτεται αυτούς που δεν έχουν σπίτι. Πως να νιώθουν οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι ανέστιοι. Θεωρεί ότι ακόμη κι αυτοί που έχουν ένα χαρτόκουτο, ένα τσαντίρι, ένα δωμάτιο όσο άθλιο και να είναι, αποκτούν «μία θέση», οριοθετούν το «σπίτι τους». «Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι πουθενά, δεν είναι σε κανέναν τόπο, κανένας τόπος δεν είναι δικός τους, δεν έχουν καμία θέση, δεν κατέχουν πια ούτε το ίδιο τους το σώμα, που είναι διαβρωμένο, παραμορφωμένο, τσακισμένο και τελικά εκτός ελέγχου. Ακόμα και μέσα τους… δεν κατοικούν πουθενά. Δεν έχουν κατοικία», είναι χωρίς ρίζες, στον αέρα. Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι δεν φεύγουν από το Κίεβο. Δεν έχουν πια την ικανότητα να πετάξουν ρίζες αλλού.

Αλλά το χειρότερο που θα συμβεί στον καθηγητή, είναι όταν θα περιπλανηθεί στον «έξω» κόσμο. Εκεί θα διαπιστώσει ότι βρίσκεται εξόριστος κι απ’ αυτόν. Όσοι νομίζουν ότι είναι στο σπίτι τους, δεν είναι. Η παγκόσμια κοινότητα είναι «κολοκύθια νερόβραστα», που πλασάρουν οι «αβυσσαλέα επιφανειακοί» δημοσιογράφοι (οι τιποτένιοι «εκπαιδευτές της ανθρωπότητας»). Κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη. Ο κόσμος μάλιστα «είναι ακόμα πιο σκληρός για όποιον ισχυρίζεται ότι μπορεί πράγματι να κάνει κάτι: η μανία του να τον γελοιοποιεί και να τον υποβιβάζει είναι ανάλογη με την ευαισθησία και την εξυπνάδα που εκείνος χρησιμοποιεί γι’ αυτό, έτσι ώστε κάθε του προσπάθεια να στρέφεται εναντίον του…». Αυτός είναι «ο ατσάλινος νόμος της βλακείας».     

Η έξωση μας έχει ήδη επισυμβεί πριν «κλειδωθούμε» έξω από το σπίτι. Όλοι οι άνθρωποι είναι εξόριστοι από την ίδια την ουσία της ζωής. Ακόμη και ο πόνος έχει εξοριστεί. Παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ στην «Αισθητική» του μιλούσε για την αναγκαιότητα των εκδηλώσεων του πόνου μας με δάκρυα και πόσο ωραίος θεσμός ήταν οι μοιρολογίστρες, τώρα κανείς δεν κλαίει. Η μάνα λέει πως της στέρεψαν τα δάκρυα. Δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν κλαίει για τα πεθαμένα παιδιά της. Στην κηδεία των δύο παιδιών του αφηγητή που σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό (σ.σ. ο παροξυσμός αδιαφορίας των περαστικών-θυμηθείτε τον γνωστό φωτογράφο στο Παρίσι που πέθανε αβοήθητος στο δρόμο) «κανείς δεν τόλμησε να εκδηλώσει τον πόνο του με θόρυβο». Κανείς δεν πονά, κανείς δεν συμπονά, κανείς δεν συμπάσχει πια.

Η Κυριακή είναι η πιο δύσκολη μέρα των μοναχικών, είναι η μέρα που η αδιαφορία των άλλων οξύνει τη μοναξιά τους, πολύ περισσότερο αν η χρεία των άλλων αναγκάσει κάποιον να προσφύγει στη βοήθειά τους. Γι’ αυτό η μοναξιά τρομοκρατεί περισσότερο κι από το θάνατο. Γι’ αυτό ο κόσμος θα χαθεί από αδιαφορία και θα είναι μέρα Κυριακή. Ο αφηγητής, «εξόριστος» από το σπίτι του θα περιδιαβεί τον κόσμο για να διαπιστώσει ότι είναι εξόριστος κι απ’ αυτόν. Πρώτα θα γνωρίσει την αδιαφορία: Ο θυρωρός δεν ανοίγει γιατί είναι μέρα Κυριακή, γιατί έχει στην τηλεόραση φόρμουλα1 και γιατί δεν είναι διατεθειμένος με τίποτα να χαλάσει την ιερότητα του μεσημεριανού φαγητού. «Τίποτα πια δεν διεισδύει σε τούτες τις τρύπες εκτός από αυτό που δεν έχει σχήμα, όπως το βουητό της τηλεόρασης…». Το χειρότερο όμως είναι ότι «οι ιδέες, τα λόγια, δεν έχουν πλέον καμιά, μα καμιά πυκνότητα. Είναι όλα διαλυμένα, δίχως ουσία, δίχως δύναμη, στο χαμηλότερο βαθμό πυκνότητας ώστε να μπορούν να περάσουν μονάχα μέσα από τις κλειδαρότρυπες…». Παραδόξως και ο ίδιος ο αφηγητής σέβεται τον πολιτισμό της Κυριακής, ανέχεται μ’ έναν τρόπο την αδιαφορία, αφού δεν τηλεφωνεί στην αδερφή του για να μην «την ενοχλήσω μεσημέρι Κυριακής», λέει! 

Οι ιδέες (γι’ αυτό και η φιλοσοφία) είναι ξένες. Γι’ αυτό όσο περισσότερο ο άνθρωπος νομίζει ότι ελέγχει τον κόσμο μέσω των επιστημών, τόσο περισσότερο του είναι ξένος, ακατανόητος. Κανείς δεν θέτει διερωτήσεις, όλοι είναι έξω από τον κόσμο. Οι επιστήμες δεν ενδιαφέρονται μόνο για τις απαντήσεις. Η εξορία μας από τη φιλοσοφία, για την ακρίβεια από την κριτική σκέψη, οδηγεί στην «απόλυτη απελπισία» αφού αγνοούμε τι είναι αυτό «που μας συντρίβει». Η προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θεωρείται αδυναμία, έλλειψη προσαρμογής. Γι’ αυτό η πραγματική τέχνη σήμερα έχει εξοριστεί στους απόπατους. Το κενό γεμίζει με «λατρείες». Ο καθένας με τη λατρεία του. Τώρα "για να ζήσουμε πρέπει να λατρεύουμε, να λατρεύουμε, να λατρεύουμε ό,τι να ‘ναι. Ζούμε σ’ έναν αιώνα γεμάτο λάτρεις" που λατρεύουν τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό, τον Μέσι, τον Ρονάλντο και κάποιοι τον Πικάσο. Παριστάνουμε ό,τι είμαστε, ενώ δεν είμαστε...

 * Vincent Delecroix «Έξω από την πόρτα» (μετάφραση Νίκη Κατακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν), Γκοβόστης, 2008.

πηγη: http://artinews.gr
 
© Copyright 2011 - 2023 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου