Απόσπασμα από το βιβλίο Class, Culture, and the Media in Greece, Volume 1 (Palgrave Macmillan, 2024). Ο Θωμάς Λαζαρίδης, υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, πανεπιστήμιο Κρήτης.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Εισαγωγή
Τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα στη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας του Covid-19, ζητήματα που αφορούν στη διασταύρωση των πληροφοριών και την αποφυγή της διάδοσης ψευδών ειδήσεων βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου. Με αφετηρία αυτή τη συζήτηση, και με αφορμή συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες, έχει ξεκινήσει μια ευρύτερη έρευνα για το τι παρουσιάζεται ως μετα-αλήθεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε πληροφορία που συναντάμε τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς η «πραγματική αλήθεια» των γεγονότων παραμένει κρυφή. Έτσι, ο δημόσιος διάλογος είναι δομημένος έτσι ώστε να υπεραπλουστεύει τις πολιτικές και κοινωνικές δράσεις, ενώ παράλληλα ενισχύεται με σενάρια που προκαλούν φόβο γύρω από μεγάλα, σημαντικά ζητήματα. Τέλος, οι απαντήσεις και οι λύσεις που προσφέρονται είναι συχνά προϊόν εθνικιστικών αφηγήσεων. Αυτό είναι το έδαφος στο οποίο ευδοκιμούν που οι θεωρίες συνωμοσίας και που αναδύονται ως ένα δυναμικό πεδίο επίδρασης, το οποίο περνά σε επικίνδυνες συμπεριφορές, ακόμη και σε θέματα που αφορούν τη ζωή και το θάνατο.
Στο κεφάλαιο αυτό θα προσπαθήσω να παρουσιάσω το βαθμό στον οποίο η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα έχει προσφέρει ένα μέσο για να αναδειχθούν κεντρικά πρόσωπα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας. Συγκεκριμένα, θα αναλυθούν δύο σημαντικές περιπτωσιολογικές μελέτες: η πρώτη θα επικεντρωθεί στο πολιτικό κόμμα Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ), ως βάση για την ανάπτυξη θεωριών συνωμοσίας στην τηλεόραση και την προώθηση των κατάλληλων προσώπων που θα αναλάβουν την διάδοση μιας συνωμοσίας. Η δεύτερη περίπτωση εξετάζει την πολιτική ομάδα-κίνημα Ελλήνων Συνέλευσις (ΕΛΣΥΝ), η οποία, με τη σειρά της, βασίζεται στην πρώτη και αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ευρέως διαδεδομένες συνωμοσίες προωθούνται στο δημόσιο χώρο μέσω της τηλεόρασης. Τέλος, θα εξετάσω το ρόλο των πολιτικών παραγόντων που προέρχονται από την ακροδεξιά και/ή από χώρους που προωθούν θεωρίες συνωμοσίας, με σκοπό την εδραίωση της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας του (αυταρχικού) νεοφιλελευθερισμού.
Θεωρίες Συνωμοσίας και Πολιτική
Η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως η αφετηρία της μεταμόρφωσης του μύθου, από φαινόμενο με μάλλον τοπικά χαρακτηριστικά και εμβέλεια σε ολιστικό τρόπο σκέψης, κατά τον οποίο οι κοινωνικές διαδικασίες και η ροή της ιστορίας καταγράφονται στο συλλογικό φαντασιακό ως «μεγάλες κινήσεις» της ελίτ· αυτό που ο Hobsbawm αποκαλεί «διεθνείς υπερ-συνωμοσίες». Ο σκοπός της παραπάνω λογικής είναι το να διαμορφώσει έναν τρόπο σκέψης σύμφωνα με τον οποίο πίσω από την πολιτική εξουσία κρύβονται άλλες μυστικές συναλλαγές και πως ο σκοπός της εξουσίας είναι να αποκρύψει την πραγματικότητα, η οποία, με τη σειρά της, διαμορφώνεται από την ελίτ. Αυτά τα χαρακτηριστικά θα συμβάλουν στη δημιουργία μιας σειράς θεωριών συνωμοσίας, όπου – από θεωρίες που περιστρέφονται γύρω από τον τρόπο λειτουργίας των «στοών» κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης – οι συνωμοσιολόγοι θα εμπλέξουν ολόκληρες κοινωνικές, εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες στην αφήγησή τους. Τα τελευταία χρόνια, το κύριο παράδειγμα αυτού του τύπου διάδοσης της συνωμοσιολογίας είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ενέργειες της εβραϊκής κοινότητας ερμηνεύονται μέσω των Πρωτόκολλων των Σοφών της Σιών, το οποίο θα κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα και διάλογο, ειδικά κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και της ανόδου του Τρίτου Ράιχ, όταν η θεωρία για την υποτιθέμενη «εβραϊκή συνωμοσία» έγινε επίσημη κρατική αφήγηση.
Η διάδοση των θεωριών συνωμοσίας δεν είναι μια απλή διαδικασία, κατά την οποία η πολιτική εγγράφεται στο κοινωνικό φαντασιακό με μανιχαϊστικά δίπολα τύπου ελίτ/μάζα και καλό/κακό· αντίθετα, επενδύει σε συγκεκριμένες αφηγήσεις και λεπτομερείς κινήσεις μέσα στην ιστορία, στερεώνοντας έτσι την πιο θεμελιώδη πτυχή μιας οπτικής, η οποία αναφέρεται ως παρανοϊκό ύφος. Η (πολιτική) παράνοια συνδέεται με δύο συνιστώσες: η πρώτη αφορά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο εξηγεί τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, όπου όλα θεωρούνται αποτέλεσμα μυστικών, διακρατικών και ισχυρών δομών, και η δεύτερη προέρχεται από τη δράση και την παραγωγή νέων εννοιών που δικαιολογούν την αρχική συνιστώσα. Με αυτό το τρόπο η πολιτική παράνοια κατασκευάζει ένα συνωμοσιολογικό φαντασιακό, μέσω του οποίου ο έλεγχος της εξουσίας από ελίτ/μυστικές ομάδες γίνεται βασικό σημείο για να εξηγηθούν περαιτέρω κοινωνικοπολιτικές ενέργειες.
Ο τρόπος και τα μέσα καλλιέργειας της προαναφερθείσας σκέψης εμφανίζουν ένα ενδιαφέρον σημείο, καθώς οι συνωμοσιολόγοι αναπτύσσουν ένα δίαυλο νέων νοημάτων βασισμένο στην «μεθοδικότητα»· δημιουργούν στοιχεία που αναπτύσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο θεατής/ακροατής να μην είναι σε θέση να τα αμφισβητήσει. Η παραγωγή αυτής της τεκμηρίωσης δεν αφορά απλώς την κατασκευή ιστοριών μέσα σε φανταστικές καταστάσεις, αλλά και τη σύνδεση ασύνδετων γεγονότων μέσω συγκεκριμένων «αποδεικτικών στοιχείων» και «γεγονότων». Για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια τους, οι συνωμοσιολόγοι ασχολούνται με τη συνεχή παραγωγή βιβλίων και άρθρων για να δημιουργήσουν τις «αποδείξεις» των θεωριών τους, ένα στοιχείο που καθιερώνει τη δημιουργία και αναπαραγωγή των θεωριών τους, αναφέροντας συγκεκριμένες παραπομπές, βιβλιογραφίες, υποσημειώσεις κ.λπ. Έτσι, οι «truthers» (ΣτΜ: η αντίστοιχη ελληνική αργκό λέξη είναι το ψεκασμένοι για αυτό στο κείμενο παραμένει αμετάφραστο), αυτοί που ισχυρίζονται ότι «λένε την αλήθεια», προσεγγίζουν την κοινωνία με ένα επιπλέον πλεονέκτημα, με (κατασκευασμένα) δεδομένα και μια ολοκληρωμένη, στρογγυλεμένη αφήγηση που συνδέει πολιτικές και κοινωνικές πράξεις με συγκεκριμένα τεκμήρια, κάνοντας με μια πρόχειρη ματιά το λόγο και τις θεωρίες τους εύκολα πιστευτά.
Οι κύριοι πυλώνες στη δημιουργία θεωριών συνωμοσίας είναι σχεδόν αποκλειστικά πρόσωπα που βρίσκονται στο ακροδεξιό φάσμα. Εκτός από την ίδρυση εκδοτικών οίκων, την έκδοση περιοδικών ή ειδικών εκδόσεων, αυτές οι πρόσωπα – παρά το γεγονός πως διακηρύσσουν πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης βρίσκονται υπό τον έλεγχο μυστικών ομάδων – εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που τους παρέχονται (ειδικά μέσω της τηλεόρασης) για να γίνουν οικείες μορφές έτσι ώστε να μπορούν να αναπαράγουν ευκολότερα τις αφηγήσεις τους.
Θεωρίες Συνωμοσίας στην Ελληνική Κοινωνία
Οι θεωρίες συνωμοσίας, ως τρόπος σκέψης και δράσης, δεν μπορούν να εξηγηθούν ως αυτόνομες οντότητες· αντίθετα πρέπει να ενταχθούν στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που αναλύει τις ευκαιρίες που βρίσκουν στην πολιτική και τα θεσμικά κενά που εκμεταλλεύονται, ειδικά εκείνα που αναπτύσσονται σε σημαντικούς θεσμούς για την ελληνική κοινωνική δομή, τα οποία θα αναλυθούν περαιτέρω παρακάτω.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας ξεκινούν κατά τη διάρκεια της ελληνικής χούντας (1967-1974) και αναφέρονται στον ρόλο και την παρέμβαση ξένων παραγόντων και, συγκεκριμένα, στον ρόλο που διαδραματίζουν οι ξένοι θεσμοί στις ελληνικές υποθέσεις. Κατά συνέπεια, και από τη σκοπιά αυτής της συνωμοσίας, οτιδήποτε «ξένο» ενεργεί εναντίον του έθνους, το οποίο είναι αντιμέτωπο με ισχυρότερα έθνη, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που κρατά την ιστορία σε κίνηση. Η περίοδος αστάθειας λίγο πριν και μετά την άνοδο και πτώση της δικτατορίας καλλιέργησε ένα κλίμα συνωμοσιολογίας, στο οποίο τα (δικαιολογημένα) κενά στο πολιτικό και κοινωνικό φάσμα καλύφθηκαν – ή ακόμη και επενδύθηκαν – με θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με το ρόλο και τους λόγους της ξένης παρέμβασης στην Ελλάδα. Αυτή η σύμβαση δημιούργησε και καθιέρωσε μια πολιτική κουλτούρα που θα ακολουθήσει την Ελλάδα σε όλα τα στάδια της περιόδου της Μεταπολίτευσης και θα δοθεί μεγάλη βαρύτητα στον ρόλο των «ξένων δυνάμεων» γενικά, ως πολυδιάστατο παράγοντα που (διαρκώς) αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της χώρας.
Σε δεύτερο επίπεδο, το εκπαιδευτικό σύστημα, ως σημαντικός θεσμός για την ελληνική κοινωνική διαμόρφωση, δεν κατάφερε να αποτελέσει σημαντικό φραγμό στην καλλιέργεια παράλογων μοτίβων επεξήγησης της πραγματικότητας μέσω συνωμοσιών, ούτε κατάφερε να δημιουργήσει μια αντι-κουλτούρα απέναντι σε αυτές τις αφηγήσεις. Συγκεκριμένα, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει δομηθεί με τρόπο που δεν προάγει την κριτική σκέψη και συχνά καταλήγει στην αναπαραγωγή εθνικών στερεοτύπων, υιοθετώντας αφηγήσεις σχετικά με τη θυματοποίηση της ελληνικής οντότητας από ξένες δυνάμεις.
Τέλος, οι θεωρίες που εξετάζουμε τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης από τα μέσα ενημέρωσης. Εκεί, όπως σημειώνει η Σκουλαρίκη, το κύριο πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν υλικό που εστιάζει περισσότερο στην διατύπωση μιας άποψης και σε βιαστικά συμπεράσματα παρά στην διασταύρωση των γεγονότων. Επιπλέον, ο τομέας στον οποίο οι συνωμοσιολόγοι έχουν την πιο προνομιακή πρόσβαση είναι οι εφημερίδες που συνδέονται άμεσα με μέλη και πρόσωπα της ακροδεξιάς.
Με βάση αυτά τα κενά, διαμορφώνεται σταδιακά η συνωμοσιολογική σκέψη. Οι συνέπειες έχουν γίνει όλο και πιο εμφανείς στα τελευταία χρόνια της Μεταπολίτευσης και ειδικά προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, η παγκόσμια συνωμοσιολογική σκέψη είχε λάβει γιγαντιαίες διαστάσεις, κυρίως λόγω της τεχνολογικής προόδου και της πρόσβασης σε περισσότερες ιστοσελίδες, που έκαναν τη διάδοση τέτοιων θεωριών ευκολότερη και πιο προσιτή σε ευρύτερο κοινό. Οι θεωρίες αυτές θα επηρεάσουν και θα διαδώσουν νέες συνωμοσίες στους ντόπιους συνωμοσιολόγους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα «chemtrails» (αεροψεκασμοί) που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και κέρδισαν δημοτικότητα στην Ελλάδα, ειδικά πριν και μετά την οικονομική κρίση του 2010.
Η ανάλυση της θεωρίας των «chemtrails» στην ελληνική περίπτωση φέρνει επίσης στην επιφάνεια μια άλλη ξεχωριστή μεταβλητή του πεδίου, η οποία αναφέρεται στην ιδεολογική και διαταξική διάδοση αυτών των θεωριών. Η θεωρία αυτή θα βρει υποστηρικτές σε όλα σχεδόν τα πολιτικά φάσματα, καθώς οι υποστηρικτές της βρίσκονται στο αριστερό φάσμα (ΣΥΡΙΖΑ — 20%), καθώς και στη δεξιά (Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) — 10,6%) και στο ακροδεξιό φάσμα (Χρυσή Αυγή — 15,3%).
Επιπλέον, η εδραίωση των θεωριών συνωμοσίας στο κοινωνικό φαντασιακό έχει ενισχυθεί από δύο παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στην προαναφερθείσα σχολαστικότητα των Ελλήνων συνωμοσιολόγων στην παροχή αποδεικτικών στοιχείων. Οι συνωμοσιολόγοι, μέσω δημοσιεύσεων και της τηλεόρασης, είναι σε θέση να προωθήσουν την προπαγάνδα τους με «αποδεικτικά στοιχεία» από την πλούσια βιβλιογραφία τους, τα οποία «αποδεικνύουν» τις υποθέσεις τους. Σε αυτή τη σημαντική περίπτωση, οι «truthers» μετατρέπουν τον λόγο τους από λαϊκίστικό σε επιστημονικό, αναμιγνύοντας το λογικό με το παράλογο, προκειμένου να «δημιουργήσουν ένα μοτίβο», ένα σύνολο από θεωρίες που φαίνονται να είναι αληθινά γεγονότα.
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μέλη υιοθέτησαν θεωρίες συνωμοσίας κατά τη διάρκεια της δεξιάς κυβέρνησης Καραμανλή (2004-2009). Από τη διαχείριση της πολιτικής ευθύνης για τις πυρκαγιές στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2007, έως τις δημοσιεύσεις σχετικά με το υποτιθέμενο σχέδιο δολοφονίας του πρωθυπουργού με την ονομασία «Πυθία 1», υψηλόβαθμα μέλη της κυβέρνησης έμοιαζαν να προωθούν μια αφήγηση που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με τη συνωμοσία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κύριος πυλώνας είναι ο «ξένος» παράγοντας, όπως περιγράφεται και στην αρχή του κεφαλαίου. Ο «ξένος» παράγοντας που παίρνει τη μορφή μυστικής υπηρεσίας, κάποιες φορές τουρκικής και άλλες φορές αμερικανικής, δημιουργεί το βασικό προφίλ του συνωμότη, πάνω στο οποίο καλλιεργείται μια γενικευμένη υποψία γεμάτη θεωρίες συνωμοσιών. Ωστόσο, για να συνδεθούν μεταξύ τους όλες αυτές οι συνωμοσίες, ήταν απαραίτητη η παρέμβαση των «truthers» και, με τη χρήση (κίτρινων) σελίδων και εξειδικευμένων βιβλιογραφικών εκδόσεων, κατάφεραν να συνδέσουν και να σχηματίσουν ακολουθίες θεωριών συνωμοσίας.
Με βάση τα παραπάνω και τα γεγονότα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2010, μια σειρά γεγονότων που μεταμόρφωσαν σημαντικούς κρατικούς θεσμούς στην πολιτική και κοινωνική συνείδηση, συνδέθηκαν είτε ρητά είτε σιωπηρά με ένα ασαφές κρυφό αντικείμενο ή παράγοντα πίσω από τα παρασκήνια των εξελίξεων. Η «Νέα Παγκόσμια Τάξη» (ή το «σύστημα») αντιμετώπισε την αντίδραση και τις συνέπειες των οικονομικών δυσκολιών, των μειώσεων μισθών και των μεταρρυθμίσεων που προώθησαν η ΕΕ και το ΔΝΤ. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, όλες οι προηγούμενες θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με ξένες δυνάμεις που δρούσαν εντός της Ελλάδας, τα «chemtrails» και το αντισημιτικό κλίμα συνδέθηκαν με τον υποκείμενο παράγοντα της οικονομικής κρίσης. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω της χρήσης του διαδικτύου, και ειδικά των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, αλλά και μέσω περιφερειακών τηλεοπτικών καναλιών. Στην παρούσα μελέτη, έμφαση δίνεται στον ρόλο της ιδιωτικής τηλεόρασης, καθώς σε αυτήν οι «truthers» για πρώτη φορά συναντώνται και επεξεργάζονται τις θεωρίες συνωμοσίας σε εκτεταμένο και μεγάλης κλίμακας ρυθμό. Αυτό τους βοήθησε να δημιουργήσουν ένα σταθερό τηλεοπτικό κοινό, το οποίο θα προσπαθήσουν να επηρεάσουν, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά.
Η Τηλεόραση ως Πεδίο Πολιτικών Ευκαιριών για τους Truthers
Η διαδρομή των θεωριών συνωμοσίας στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης είναι μακρά και πολυδιάστατη. Όπως αναφέρθηκε, οι συνωμοσιολόγοι βρίσκουν χώρο και ευκαιρία να προβάλλουν την προπαγάνδα τους σε εφημερίδες της ακροδεξιάς, οι οποίες επίσης ίδρυσαν εκδοτικούς οίκους, προσφέροντας στους «truthers» ικανοποιητική ποσότητα υλικού για να επενδύσουν σε αληθοφανή αποδεικτικά στοιχεία για τις θεωρίες τους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν εμφανίστηκαν τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια στην Ελλάδα, οι «truthers» είχαν επίσης περισσότερες ευκαιρίες να προωθήσουν τις θεωρίες τους, ειδικά μέσω μικρότερων ή περιφερειακών καναλιών.
Ο ιστός που συνδέει αυτές τις αφηγήσεις είναι η αναπαραγωγή συντηρητικών και εθνικιστικών προτύπων, η ξενοφοβική ρητορική, ενισχυμένη με αντιδημοκρατικά – και, συγκεκριμένα, αντι-κοινοβουλευτικά – συνθήματα. Όλα αυτά επενδύονται επίσης με μια έντονη αίσθηση μυστικότητας και ταυτόχρονης προσκόλλησης στις ορθόδοξες χριστιανικές αξίες, με συνδετικό παράγοντα μεταξύ αυτών των ιστοριών να είναι η ίδια η συνωμοσία· η οποία συνδέει ασύνδετες καταστάσεις κάνοντας εκτεταμένη χρήση των εργαλείων που παρέχουν οι truthers.
Η ιδιωτική τηλεόραση έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, σε μια εποχή που το νομικό σύστημα και το κράτος ήταν απροετοίμαστα, επιτρέποντας την παρανομία και τις συναλλαγές μεταξύ πολιτικών παραγόντων και επιχειρηματικών κύκλων πριν οι ρυθμιστικές αρχές προλάβουν να αναλάβουν δράση. Το ΕΣΡ (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) ήταν εξίσου απροετοίμαστο ως φορέας εποπτείας των τηλεοπτικών προγραμμάτων και, από την ίδρυσή του, έμοιαζε να λειτουργεί αναποτελεσματικά σε ένα νομικό πλαίσιο για την προστασία των τηλεθεατών, ενώ η δικαιοδοσία του ήταν επίσης ασαφής. Ταυτόχρονα, τα τηλεοπτικά κανάλια, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, οι δισκογραφικές εταιρείες, οι εκδοτικοί οίκοι και οι εταιρείες παραγωγής και διαφήμισης ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένα σε συγκεκριμένες εταιρείες που ανήκαν σε γνωστές ελληνικές οικογένειες και μετόχους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν πολύ εύκολο για έναν συνωμοσιολόγο που είχε αποκτήσει πρόσβαση σε έναν τομέα, π.χ. την τηλεόραση, να μετακινηθεί σε έναν άλλο, π.χ. τον Τύπο, καθώς και οι δύο ανήκαν ή ελέγχονταν από την ίδια εμπορική εταιρεία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ακραίες φιγούρες της δεξιάς, και κυρίως της ακροδεξιάς, ήταν εξαιρετικά ενεργές στη δημιουργία καναλιών, σταθμών ή προγραμμάτων με σκοπό την προώθηση των ιδεών τους. Το κύριο αφήγημα που παρουσιάζονταν μέσω των προγραμμάτων που προωθούσαν τις θεωρίες τους αφορούσε τη θέση των Ελλήνων στον δυτικό πολιτισμό, την υπεροχή τους σε σχέση με άλλα έθνη, την ελληνική γλώσσα και τα γλωσσικά δάνεια που έχει δώσει σε άλλες γλώσσες, όλα αυτά συνυφασμένα με μια ποικιλία ανιχνεύσιμων ή μη ανιχνεύσιμων θεωριών συνωμοσίας.
Η Περίπτωση του ΛΑΟΣ
Η πρώτη περίπτωση που θα εξετάσω αφορά το ΛΑΟΣ, κόμμα που ιδρύθηκε μετά την αποχώρηση μελών του κεντροδεξιού κόμματος της ΝΔ και το οποίο κατηγοριοποιείται ως λαϊκίστικο ακροδεξιό κόμμα. Η εστίαση στο ΛΑΟΣ ως περίπτωση μελέτης οφείλεται σε τρεις διακριτούς λόγους:
Ο πρώτος είναι μεθοδολογικός· το ΛΑΟΣ είναι το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που κατάφερε να έχει τακτική παρουσία στο ελληνικό κοινοβούλιο. Έγινε με ταχείς ρυθμούς ο «πατριάρχης» της ανάπτυξης και εδραίωσης της σύγχρονης ελληνικής ακροδεξιάς, εφαρμόζοντας μεθόδους που μέχρι τότε είχαν συνδεθεί με ακροδεξιά κόμματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, το ΛΑΟΣ ως κόμμα θα είναι σε θέση να φέρει μαζί μια ποικιλία ελληνικών δεξιών παραδόσεων – από τη μετριοπαθή κεντροδεξιά ως τη ριζοσπαστική ακροδεξιά – και θα επαναπροσδιορίσει επίσης την εθνικιστική ιδεολογία με θεωρίες συνωμοσίας. Όπως σημειώνει η Γεωργιάδου: «Το ΛΑΟΣ μπορεί να θεωρηθεί ως ‘πρόδρομος’», καθώς αυτές οι «καινοτομίες» για την ελληνική ακροδεξιά θα αντιγραφούν σχεδόν πιστά από την Ελληνική Λύση του Βελόπουλου.
Ο δεύτερος αφορά το ρόλο των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης στην αναπαραγωγή θεωριών συνωμοσίας, καθώς μέσω αυτών των καναλιών είναι που οι συνωμοσιολόγοι γίνονται πιο αναγνωρίσιμοι και αυξάνεται με το τρόπο αυτό η δημοτικότητά τους και η εξοικείωση των τηλεθεατών μαζί τους, διευκολύνοντας την προώθηση των ιδεών τους. Το ΛΑΟΣ και τα μέσα ενημέρωσης που διαθέτει ο ηγέτης του, μαζί με τις ευκαιρίες προώθησης, προσφέρουν επίσης μια μεγάλη πολιτική ευκαιρία στους συνωμοσιολόγους, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τις περιπτώσεις των Βελόπουλου και Λιάκοπουλου, οι οποίοι απέκτησαν σταθερό τηλεοπτικό χρόνο για να προωθήσουν τις αφηγήσεις τους. Ως εκ τούτου, τα τελευταία χρόνια, και ειδικά κατά τη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, οι συνωμοσιολόγοι βρίσκουν ένα σχετικά εύκολα προσβάσιμο βήμα για να μεταδώσουν και να διαδώσουν τις θεωρίες τους, όχι μόνο μέσω τηλεοπτικών καναλιών, αλλά και μέσω εκδόσεων που επικεντρώνονται σε συνωμοσιολογικά θέματα.
Ο τρίτος λόγος για να εξετάσουμε το ΛΑΟΣ είναι η «μεθοδικότητα» της προσέγγισής του· ο τρόπος με τον οποίο δομείται μια συνωμοσία και η προσπάθεια σύνδεσης σημασιολογικών κενών με μια αλυσίδα φαινομενικά έγκυρων καταστάσεων, δημιουργώντας παράλληλα και τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία. Ο κύριος «σύμμαχος» του σε αυτή την προσπάθεια είναι η «έρευνα» που χρησιμοποιούν οι truthers για να δημιουργήσουν την πλούσια βιβλιογραφία τους. Επιπλέον, και ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένου ότι οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είχαν συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή θα βοηθήσουν στη δημιουργία ενός προτύπου για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται και αναπαράγονται οι θεωρίες συνωμοσίας.
Το ΛΑΟΣ είναι βασικά ένα κόμμα που δημιουργήθηκε από την ίδια την τηλεόραση, καθώς μέσω αυτού του μέσου οι περσόνες του (και τα μέλη του κόμματος) μπόρεσαν να αναπτύξουν τη ρητορική τους και να δημιουργήσουν σταθερές εκλογικές βάσεις. Το TeleCity, το τηλεοπτικό κανάλι που αργότερα μετονομάστηκε σε ΤηλεΆστυ και ανήκε στον ηγέτη του κόμματος ΛΑΟΣ, θα γινόταν το αυγό που θα εκκολάπτονταν και θα αποκάλυπτε τις πολιτικές περσόνες του κόμματος, ενώ θα ακουμπούσε και τη σύνδεση της ακροδεξιάς με τη συνωμοσιολογική σκέψη. Μέσω αυτού του τηλεοπτικού μορφώματος, οι εμπορικές δράσεις (πώληση βιβλίων) και η πολιτική προπαγάνδα ταυτίζονται και αρχίζουν να εξοικειώνουν το κοινό με συντηρητικές ιδεολογίες και συνωμοσιολογικές θεωρίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, ομαλοποιούν τις ανορθολογικές εξηγήσεις για τα τρέχοντα θέματα.
Εκτός από τον Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος είχε επικοινωνιακό χάρισμα στο να καλύπτει τις ριζοσπαστικές και αντισημιτικές απόψεις του κόμματός του και των μελών του, το ΛΑΟΣ έφερε στην επιφάνεια πιο σημαντικές πρόσωπα της ελληνικής συνωμοσιολογικής σκέψης, οι οποίες στη συνέχεια έγιναν οι εγχώριοι «truthers». Βασικά παραδείγματα τέτοιων προσωπικοτήτων είναι ο Κ. Βελόπουλος και ο Δ. Λιακόπουλος, οι οποίοι και οι δύο συνεργάζονται στενά με τον αρχηγό του κόμματος και είχαν τη δική τους τηλεοπτική εκπομπή. Η φήμη και η αναγνωρισιμότητα που θα αποκτήσουν, προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την εδραίωση του κόμματος στην ελληνική περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας, όπως θα αναλύσω σε λίγο, ενώ ταυτόχρονα εμπλουτίζουν τη συνωμοσιολογική σκέψη με τη δημοσίευση ενός μεγάλου αριθμού βιβλίων μέσω των προσωπικών τους εκδοτικών οίκων.
Η περίπτωση του Κ. Βελόπουλου συγκεντρώνει σημαντικό ενδιαφέρον, καθώς ήταν μέλος του ΛΑΟΣ και στενός συνεργάτης του ηγέτη του κόμματος, ο οποίος μετακόμισε στο κεντροδεξιό κόμμα της ΝΔ πριν προχωρήσει στην ίδρυση του δικού του ακροδεξιού κόμματος, της Ελληνικής Λύσης. Στις εθνικές εκλογές του 2019, η Ελληνική Λύση εξασφάλισε 10 βουλευτές και 1 έδρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Βελόπουλος, ο οποίος ήταν, μέχρι τότε, γνωστή προσωπικότητα στην ελληνική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, θα εκδώσει μια σειρά βιβλίων τα οποία προωθεί μέσω των εκπομπών του. Τα βιβλία αυτά αναφέρονται σε υπερ-συνωμοσίες, που στοχεύουν όλες στην υπονόμευση του ελληνικού πνεύματος (ελληνισμού), με ιδιαίτερη αναφορά σε θέματα που βρίσκονται ψηλά στην εθνικιστική ατζέντα, όπως η διαμάχη για το όνομα της Μακεδονίας. Με έδρα τη πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Βελόπουλος αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα εμπορικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων υποτιθέμενων αποδείξεων για θεωρίες συνωμοσίας και επιστολών που υποτίθεται πως έγραψε ο Ιησούς Χριστός. Στη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, διαπιστώθηκε επίσης πως προωθούσε «θεραπευτικές αλοιφές» για τον ιό. Εκμεταλλευόμενος την επιρροή του στη βόρεια Ελλάδα και την περιοχή της Μακεδονίας, ο Βελόπουλος έχει δημιουργήσει ένα προπύργιο που τον βοηθά να προωθεί τις θεωρίες συνωμοσίας που αναφέρονται στα βιβλία του, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλά εκλογικά αποτελέσματα για το κόμμα του.
Η περίπτωση της Ελλήνων Συνέλευσις
Η δεύτερη περίπτωση που θα εξετάσω είναι η πολιτική ομάδα και κίνημα της Ελλήνων Συνέλευσις (ΕΛΣΥΝ)· μια πολιτική οργάνωση που έχει βασιστεί σε ό,τι έχει απομείνει από τα μέλη του ΛΑΟΣ στα μέσα ενημέρωσης και, μέσω ριζοσπαστικής ρητορικής, θα γίνει γρήγορα γνωστή στην ελληνική κοινωνία μέσω της προώθησης διεθνών υπερ-συνωμοσιών. Η ομάδα αυτή ιδρύθηκε το 2012 από τον Άρτεμη Σώρρα, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη μεγάλη ύφεση λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ισχυρίστηκε πως διέθετε τεράστια ποσά χρημάτων και ομολόγων που θα μπορούσαν να τεθούν στη διάθεση του ελληνικού κράτους για να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές δυσκολίες του λαού.
Πολύ γρήγορα, η ομάδα επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα ανοίγοντας γραφεία στα οποία γίνονταν «μυήσεις» των μελών που στρατολογούνταν. Μέχρι το 2019, είχαν αναφερθεί 238 γραφεία, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία. Το άνοιγμα τόσων πολλών γραφείων έμοιαζε μια εντυπωσιακό, καθώς εκείνη την περίοδο ακόμη και τα καθιερωμένα κόμματα δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τα γραφεία τους στη περιφέρεια, λόγω τόσο οικονομικών δυσκολιών όσο και οργανωτικών περιορισμών. Η γενική αντιπολιτική και αντικομματική ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με την ευρύτερη έλλειψη επιθυμίας για τη συμμετοχή σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, κράτησε τους ανθρώπους μακριά από τα γραφεία των κομμάτων. Σε απόλυτη αντίθεση, η ΕΛΣΥΝ όχι μόνο κατάφερε να ιδρύσει τα γραφεία, αλλά και να οργανώσει τους υποστηρικτές της, οι οποίοι γενικά κινητοποιούνταν πολύ εύκολα.
Η ΕΛΣΥΝ χαρακτηρίστηκε αρχικά από την παρουσία της στο διαδίκτυο, επειδή, εκτός από την επίσημη ιστοσελίδα της, θα δημιουργηθεί μια σειρά από blogs με απόψεις και βίντεο σε διάφορες πλατφόρμες για να προωθηθούν τα μεγαλόπνοα σχέδια του ηγέτη της, ο οποίος παρουσιάζεται ως εθνικός σωτήρας. Ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και ιδίως της τηλεόρασης, θα είναι επίσης καθοριστικός για να γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό ο Σώρρας, με αφετηρία τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Σε μια εποχή γενικής κατάρρευσης του μοντέλου της χρηματοοικονομικής ανάπτυξης, η συζήτηση για νέα, εναλλακτικά και επιχειρηματικά μέσα παραγωγής γιγαντώθηκε και πολλές από τις προτάσεις ήταν εμποτισμένες με συνωμοτικές και εθνικιστικές αφηγήσεις που παρουσίαζαν την ελληνική γη ως πλούσια σε φυσικούς πόρους, όπως πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Μέσα σε αυτές τις συζητήσεις, η αφήγηση του Σώρρα για τα τεράστια επενδυτικά του κεφάλαια που θα μπορούσαν να σώσουν την ελληνική οικονομία βρήκε χώρο για να αναπτυχθεί και ο ίδιος προσκλήθηκε να μιλήσει σε αμέτρητους περιφερειακούς σταθμούς και εφημερίδες. Χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που ο ίδιος είχε ανεβάσει στις ιστοσελίδες του στο διαδίκτυο, παρουσίασε την ιστορία του με αληθοφανή δεδομένα, προκειμένου να δημιουργήσει μια άλλη αφήγηση για το πως η χώρα θα ξεπερνούσε την οικονομική κρίση στην οποία βρισκόταν. Επιπλέον, οι ακροδεξιές εφημερίδες του πρόσφεραν άπλετο χώρο για να εκφράσει και να προβάλλει τις θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, προωθούνταν με ευκολία.
Ωστόσο, η συζήτηση για τον Σώρρα δεν θα περιοριστεί μόνο στα παραπάνω σημεία. Σύντομα θα εκμεταλλευτεί την προσοχή που προσελκύει η οργάνωσή του και θα αρχίσει να εμφανίζεται σε εκπομπές υψηλού επιπέδου σε εθνικής εμβέλειας κανάλια. Κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων, θα ανακαλέσει σε μεγάλο βαθμό τα αντισημιτικά και ρατσιστικά σχόλια που είχε κάνει όταν εμφανιζόταν σε μικρότερα, περιφερειακά κανάλια. Παρ’ όλα αυτά, οι θεωρίες συνωμοσίας, μαζί με τον ριζοσπαστισμό και τις κατηγορίες για το (πολιτικό) σύστημα, παραμένουν οι κύριοι πυλώνες της ρητορικής του.
Πολύ γρήγορα, οι υποστηρικτές της ομάδας θα κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε μεγαλύτερες πόλεις και περιφερειακές περιοχές. Οι «μυήσεις» τους, που περιλαμβάνουν όρκους υποστήριξης στην ομάδα, άγγιξαν την ορθόδοξη πίστη και δημιουργήθηκε απογοήτευση σχετικά με θρησκευτικά ζητήματα, καθώς αυτή η ομάδα χρησιμοποιεί συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική θρησκεία των δωδεκάθεου του Ολύμπου. Για να αποκτήσουν επαφή με την κοινωνία, στις δράσεις τους κυριαρχούν οι συγκεντρώσεις μοτοσικλετιστών, η διανομή φυλλαδίων σε σταθμούς διοδίων, καθώς και η δημιουργία γραφείων σε σημαντικά και δημοφιλή σημεία της πόλης, π.χ. στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας και στον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης.
Μια Πρώτη Ερμηνεία των Δύο Περιπτωσιολογικών Μελετών
Οι δύο περιπτωσιολογικές μελέτες του ΛΑΟΣ και της ΕΛΣΥΝ μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το θέμα της ταξικής κινητικότητας των truthers, οι οποίοι, μέσω των θεωριών που επεξεργάζονται και των τεκμηρίων που παράγουν για να αποδείξουν τις ιδέες τους, εξελίσσονται σταδιακά σε επιχειρηματίες στο πεδίο θεωριών συνωμοσίας. Αυτό το εγχείρημα συνδέεται με την αλλαγή του επαγγελματικού καθεστώτος αυτών των προσώπων, οι οποίοι, μέσω της προώθησης των θεωριών συνωμοσίας, σταδιακά ανοίγουν καταστήματα (ηλεκτρονικά ή μη) για να πουλήσουν τα αντικείμενά τους (βιβλία), να παράγουν κινηματογραφικές παραγωγές (ντοκιμαντέρ) και, τέλος, να πουλήσουν θεραπευτικά ή διατροφικά προϊόντα.
Αυτό το μοτίβο μπορεί να εντοπιστεί κυρίως στην περίπτωση του ΛΑΟΣ, αλλά και στην περίπτωση της Ελληνικής Λύσης, όπου το πολιτικό προσωπικό τους που εμπλέκεται σε θεωρίες συνωμοσίας αναπτύσσει ταυτόχρονα επιχειρηματική δραστηριότητα με τον ίδιο τρόπο που περιγράφει ο Harambam για περιπτώσεις επιχειρηματιών στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μέσα από μια ανάλυση του προσωπικού της ΕΛΣΥΝ, προκύπτει επίσης μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που εμπλέκονται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αν προστεθεί σε αυτή την ανάλυση το επαγγελματικό προφίλ των ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ, αυτό δείχνει πως η επιτυχία του κόμματος βασίζεται κυρίως στην ισχυρή επιρροή του μεταξύ των ιδιοκτητών μικρών καταστηματαρχών και επιχειρηματιών. Η σύνδεση των μεσαίων τάξεων με το πεδίο των θεωριών συνωμοσίας είναι ένα θέμα μεγάλου ενδιαφέροντος που πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω μέσω σε ενδελεχών μελετών. Ο περιορισμένος αριθμός εμπειρικών δεδομένων δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Θεωρίες Συνωμοσίας και Νεοφιλελευθερισμός: Μια Κρυφή Συμμαχία;
Έχει αποδειχθεί πως οι θεωρίες συνωμοσίας εμφανίζονται σε όλο κοινωνικό φάσμα μέσω λαϊκίστικων πρακτικών, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχουν άνετα με ακροδεξιές αφηγήσεις και πολιτικές. Παρά την αρχική αντίφαση στον τίτλο αυτής της ενότητας, ο οποίος αναφέρεται στην de facto αντίθεση μεταξύ των λαϊκίστικων αφηγήσεων (και, κατά συνέπεια, των θεωριών συνωμοσίας) και της ορθολογικής προσέγγισης του νεοφιλελευθερισμού, το κύριο ερώτημα αυτής της ενότητας είναι εάν οι πρόσωπα που αναπτύχθηκαν μέσω θεωριών συνωμοσίας και προωθήθηκαν από αυτές σχετίζονται τελικά με την επίδραση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εδραιώθηκε στην ελληνική οικονομία και κοινωνία τη δεκαετία του 1990, οι συνέπειές του όμως έγιναν εμφανείς στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2010.
Ένα σημείο αναφοράς για τη χαρτογράφηση των επαφών μεταξύ των θεωριών συνωμοσίας και του νεοφιλελευθερισμού είναι τα μέλη του ΛΑΟΣ και, ιδίως, ο ηγέτης του, Γ. Καρατζαφέρης. Τα πρώτα του χρόνια ως μέλος της ΝΔ, ο Καρατζαφέρης βρίσκεται σε απόλυτη ομοφωνία με τον κύριο εκπρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού εντός του κόμματος, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και αναλαμβάνει επίσης την προώθηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών, παίρνοντας αποστάσεις ακόμη και την λαϊκίστικη δεξιά. Ιδρύοντας το ΛΑΟΣ και σε άμεση επαφή του με τον χώρο των θεωριών συνωμοσίας και άλλων λαϊκίστικων πρακτικών, ο Καρατζαφέρης δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Επιπλέον σε περιπτώσεις κρίσης όπου απειλείται η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, παρεμβαίνει με καθοριστικό τρόπο, μαζί με μέλη του κόμματος που είναι σε επαφή με τη συνωμοσιολογία, προκειμένου να προστατεύσει τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση.
Τα μέλη του ΛΑΟΣ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, απολάμβαναν εύκολη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και συχνά βρίσκονταν να συμμετέχουν στο διάλογο και προωθούν μέτρα πολιτικής λιτότητας και νεοφιλελεύθερες απόψεις. Οι πολύπλευροι ρόλοι αυτών των μελών στο επικοινωνιακό πεδίο υποστηρίζονται από το ολιγοπώλιο των μέσων μαζικής ενημέρωσης· μικρά αλλά ισχυρά χρηματοοικονομικά κέντρα (ως αποτέλεσμα της μετα-δημοκρατίας) δημιουργούν μεγα-εταιρείες που συγκεντρώνουν ποικιλία μέσων (τηλεόραση, ραδιόφωνο, έντυπα) και προσφέρουν σε αυτά τα πρόσωπα την ευκαιρία να έχουν πρόσβαση σε πολλά πεδία και να γίνουν ευρύτερα γνωστά στο κοινό, προωθώντας έτσι πιο εύκολα τις θεωρίες τους.
Δημιουργείται έτσι ένας σημαντικός νεοφιλελεύθερος πυρήνας εσωτερικά και περιφερειακά στο ΛΑΟΣ, ο οποίος θα παίξει καίριο ρόλο ως σταθεροποιητικός παράγοντας στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κυβερνητικής αστάθειας που ακολούθησε. Συγκεκριμένα, το 2011 σχηματίστηκε η κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου με την υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΛΑΟΣ. Το ΛΑΟΣ εκπροσωπήθηκε από διάφορα μέλη, ενώ ορισμένα από αυτά διορίστηκαν σε υπουργικές θέσεις, όπως ο Μ. Βορίδης, πρώην πρόεδρος του ακροδεξιού κόμματος Ελληνικό Μέτωπο, και ο Α. Γεωργιάδης, βασικός συνεργάτης της ομάδας του Καρατζαφέρη και συχνός καλεσμένος στο τηλεοπτικό του κανάλι. Οι συνέπειες της στήριξης του κόμματος προς την κυβέρνηση οδήγησαν τους δύο προαναφερθέντες υπουργούς και άλλα εξέχοντα μέλη να αναζητήσουν νέο πολιτικό σπίτι, το οποίο βρήκαν στο κεντροδεξιό κόμμα της ΝΔ (το 2012-2013 οι Πλεύρης, Βελόπουλος και Κιλτίδης προσχώρησαν στο κόμμα).
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΝΔ και τα μέσα ενημέρωσης θα δημιουργήσουν και θα προωθήσουν ευρέως μια ηγεμονική δομή προπαγάνδισης νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Τα μέσα ενημέρωσης δημιούργησαν εκτεταμένες σχέσεις με ακροδεξιά κόμματα και πρόσωπα και έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην άνοδο τους, ενώ παράλληλα ομαλοποίησαν τη ρητορική και την ατζέντα της ακροδεξιάς. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα ακροδεξιά πρόσωπα, ακόμη και εκείνα που προέρχονταν από τα πιο ακραία κόμματα, όχι μόνο παρουσιάζονταν από τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης ως ενθουσιώδεις υποστηρικτές της δημοκρατίας, αλλά και προωθούνταν στο προσκήνιο ώστε να υπερασπιστούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα.
Τα μέλη που εγκατέλειψαν το ΛΑΟΣ και βρέθηκαν στη ΝΔ, έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές του (νέου) εκπροσώπου της νεοφιλελεύθερης πτέρυγας, του Κυριάκου Μητσοτάκη, και επιπλέον ανέλαβαν κεντρικό ρόλο για την εδραίωση του νεοφιλελευθερισμού. Μέσα στη ΝΔ, δημιουργήθηκε μια ισχυρή τριάδα με τους Βορίδη, Γεωργιάδη και Πλεύρη, που ανανέωσαν την συντηρητική πτέρυγα του κόμματος, αλλά κυρίως ενίσχυσαν και προώθησαν τις πολιτικές της ελεύθερης αγοράς. Πρέπει να σημειωθεί πως αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές για πρόσωπα προερχόμενα από την ακροδεξιά στην Ελλάδα.
Αν και ο Mudde σημειώνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα δευτερεύον ιδεολογικό στοιχείο της ατζέντας της ακροδεξιάς, σημαντικοί ερευνητές του τομέα έχουν συνδέσει την επιτυχία αυτών των ακροδεξιών κομμάτων με την υποστήριξη νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι πιο χαρακτηριστικές μελέτες για το θέμα είναι αυτές του Betz, ο οποίος στον λόγο για τον ριζοσπαστικό δεξιό λαϊκισμό εισάγει τον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, ενώ, στην ίδια γραμμή, οι Kitschelt και McGann αναφέρονται σε έναν συνδυασμό ριζοσπαστικών δεξιών υποστηρικτών της ελεύθερης αγοράς με αυταρχικές ιδέες.
Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που τα προαναφερθέντα πρόσωπα, που ήταν είτε τηλεοπτικά πρόσωπα που διέδιδαν θεωρίες συνωμοσίας, είτε παρουσιαστές εκπομπών τηλεπωλήσεων, είτε ακόμη και ιστορικά μέλη της ελληνικής ακροδεξιάς, αναδείχθηκαν σε ηγετικές μορφές της στήριξης των πολιτικών λιτότητας και των μνημονίων που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Χαρακτηριστικά, όταν η «Τρόικα» (η επιτροπή που εκπροσωπούσε το ΔΝΤ, την ΕΚ και την ΕΚΤ στην Ελλάδα) επέβαλε σκληρές περικοπές και δραστικές μειώσεις στο προσωπικό, τα υλικά και τις υποδομές του εθνικού συστήματος υγείας, ο υπουργός Υγείας που ήταν υπεύθυνος για την εφαρμογή αυτών των μέτρων ήταν ένας από αυτή την τριάδα.
Η υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών συνοδεύτηκε από την ακραία υιοθέτηση του δόγματος της τάξης και της ασφάλειας σε διάφορα επίπεδα: από τα πανεπιστήμια, τα οποία πάντα θεωρούνταν από την ακροδεξιά ως το κύριο έδαφος για την ανάπτυξη της αριστεράς, έως τη συλλογική ζωή και τις διαμαρτυρίες (σημαντικές αξίες στην Ελλάδα μετά το 1974), τα μέλη που προήλθαν από το ΛΑΟΣ εξέφρασαν μια ευρεία και επιθετική ρητορική σε μια σειρά πολιτικών διαμαχών. Έτσι οι πολιτικοί παράγοντες αυτοί που ευνοούνταν από την εύκολη πρόσβασή τους σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, έγιναν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής προπαγάνδας του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα, η οποία αποκαλύπτεται, ειδικά κατά τη διάρκεια της κρίσης, ως αυταρχική.
Συμπέρασμα
Οι θεωρίες συνωμοσίας και η ακροδεξιά φαίνεται να πάνε χέρι-χέρι στην ελληνική περίπτωση. Αυτό δεν σημαίνει πως οι συνωμοσίες δεν έχουν διεισδύσει και σε άλλους πολιτικούς χώρους, αλλά η οργανωμένη ακροδεξιά ενσωματώνει στοχευμένες θεωρίες συνωμοσίας στη ρητορική της και, αντίστοιχα, οι συνωμοσιολόγοι εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που προσφέρει η ακροδεξιά για να βρουν τον δρόμο προς την επιφάνεια. Από τον ακροδεξιό Τύπο ως την ιδιωτική τηλεόραση, είναι σαφές πως οι θεωρίες συνωμοσίας μπορούν να βρουν συνεχείς ευκαιρίες προώθησης και, ενώ μπορεί να έμοιαζε αυτό ως μια περιθωριοποιημένη ή ακόμη και κωμική επιλογή στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αποδείχθηκε σημαντική για την μετέπειτα διάδοση των θεωριών συνωμοσιών.
Μέσω της τηλεόρασης, οι truthers μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα (σχετικά αυστηρό) μοντέλο για την ανάπτυξη των θεωριών τους, ενώ δημιουργήθηκε ένα πολύπλευρο σύστημα αποδεικτικών στοιχείων και παραγωγής δεδομένων και αποδείξεις κατασκευάστηκαν γύρω από τις θεωρίες συνωμοσίας, ώστε να κάνουν τις ιδέες τους πιστευτές. Κατά συνέπεια η βιβλιογραφική παραγωγή ήταν εντυπωσιακή, όπως και η προώθηση βιβλίων και περιοδικών σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία. Επιπλέον, καθώς τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από συγκεκριμένες εταιρείες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η διάδοση ή ακόμη και η εποίκιση όλων των μέσων (τηλεόραση, εφημερίδες, εκδόσεις) με θεωρίες συνωμοσίας ήταν απλή διαδικασία για τους συνωμοσιολόγους.
Αντίστοιχα, όταν κλήθηκαν να χρησιμοποιήσουν τον τηλεοπτικό τους χρόνο και την οικειότητα που είχαν αναπτύξει με το κοινό για να προωθήσουν μια νεοφιλελεύθερη ατζέντα και πολιτικές λιτότητας, οι συνωμοσιολόγοι ανταποκρίθηκαν αμέσως. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση των μελών της ακροδεξιάς, η μετακίνησή τους προς το ΝΔ δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να ενισχύσουν την συντηρητική πτέρυγα ή να δημιουργήσουν ένα όριο προς τα δεξιά, αλλά κυρίως να επαναπροσδιορίσουν τη νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του κόμματός τους, προσφέροντας στα νέα μέλη τους σημαντικές θέσεις προκειμένου να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις των μνημονίων που επιβλήθηκαν στο ελληνικό κράτος.
Καθώς η παρούσα μελέτη βρίσκεται σε εξέλιξη, προκύπτουν μια σειρά σημαντικών ερωτημάτων που απαιτούν περαιτέρω έρευνα. Αφορούν την ανάλυση των επιπτώσεων του εθνικισμού στις θεωρίες συνωμοσίας και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτές κατασκευάζουν και επιβεβαιώνουν την ιδεολογική του βάση, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ελέγχει οργανωτικά το πεδίο της συνωμοσίας μέσα στην κοινωνία. Ταυτόχρονα, σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα της ταξικής σύνδεσης του νεοφιλελευθερισμού με συγκεκριμένα συμφέροντα, τα οποία, εκμεταλλευόμενα την ευνοϊκή τους θέση στα μέσα ενημέρωσης, έχουν την ευκαιρία να οικοδομήσουν και να εδραιώσουν ένα αφήγημα ιδεολογικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, όπως η αφήγηση του TINA (There Is No Alternative, Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση).
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
