Κείμενο από το βιβλίο Anarchism and Its Aspirations (Anarchist Interventions) (Institute for Anarchist Studies/AK Press, 2010) είναι μέλος του Institute for Anarchist Studies και ακτιβίστρια και έχει διδάξει στο Institute for Social Ecology.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Στις μέρες μας, οι λέξεις μοιάζουν να χρησιμοποιούνται αστόχαστα.
Η λέξη «δημοκρατία» δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ακούμε απαιτήσεις για τον εκδημοκρατισμό των πάντων, από διεθνείς ή υπερεθνικούς οργανισμούς μέχρι ορισμένες χώρες και την τεχνολογία. Πολλοί υποστηρίζουν πως η δημοκρατία είναι το πρότυπο για την καλή διακυβέρνηση. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται πως η «περισσότερη», η «καλύτερη» ή ακόμη και η «συμμετοχική» δημοκρατία είναι το αντίδοτο που έχουμε ανάγκη για τα δεινά μας. Στην καρδιά αυτών των καλοπροαίρετων αλλά λανθασμένων αισθημάτων βρίσκεται μια ειλικρινής επιθυμία: να αποκτήσουμε τον έλεγχο της ζωής μας.
Αυτό ασφαλώς και είναι κατανοητό δεδομένου του κόσμου στον οποίο ζούμε. Ανώνυμα, συχνά μακρινά γεγονότα και θεσμοί – σχεδόν αδύνατο να περιγραφούν, πόσο μάλλον να ελεγχθούν – καθορίζουν αν θα εργαστούμε, αν θα πίνουμε καθαρό νερό ή αν θα έχουμε μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται πως η ζωή δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι· πολλοί φτάνουν μέχρι στο να παραπονιούνται για «την κυβέρνηση» ή τις «εταιρείες». Πέρα όμως από αυτό, οι πηγές της κοινωνικής δυστυχίας είναι τόσο μεταμφιεσμένες που μπορεί να φαίνονται ακόμη και φιλικές: ξεκινώντας από το παγωτό χωνάκι του «στοργικού» καπιταλισμού της Ben & Jerry’s μέχρι τη σημερινή «πράσινη» εκδοχή του, από τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις των δυτικών υπερδυνάμεων μέχρι μια προεδρία της «αλλαγής στην οποία μπορούμε να πιστέψουμε».
Δεδομένου πως οι πραγματικές αιτίες της μοιάζουν απρόσιτες και ακατανόητες, οι άνθρωποι τείνουν να μεταθέτουν την ευθύνη σε φανταστικούς στόχους με πρόσωπο: άτομα αντί για θεσμούς, ανθρώπους αντί για εξουσία. Ο κατάλογος των αποδιοπομπαίων τράγων είναι μακρύς: από τους μουσουλμάνους και τους μαύρους και τους Εβραίους, μέχρι τους μετανάστες και τους ομοφυλόφιλους κ.ο.κ. Είναι πολύ πιο εύκολο να ξεσπάσουμε σε εκείνους που, όπως και εμείς, έχουν ελάχιστη ή καθόλου εξουσία. Το μίσος για τους ορατούς «άλλους» αντικαθιστά τον κοινωνικό αγώνα ενάντια σε φαινομενικά αόρατα συστήματα καταπίεσης. Η λαχτάρα για κοινότητα – ένα μέρος στο οποίο μπορούμε να πάρουμε στα χέρια μας τη ζωή μας, να τη μοιραστούμε με άλλους και να χτίσουμε μαζί κάτι που θα επιλέξουμε – διαστρεβλώνεται σε όλο τον κόσμο σε εθνικισμούς, φονταμενταλισμούς, αποσχιτισμούς και τα εγκλήματα μίσους, βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας και γενοκτονίες που τους ακολουθούν. Η κοινότητα δεν συνεπάγεται πλέον μια γεμάτη νόημα αναγνώριση του εαυτού και της κοινωνίας· μεταφράζεται σε μια μάχη μέχρι θανάτου μεταξύ ενός μικρού «εμείς» εναντίον ενός άλλου μικρού «αυτοί», καθώς οι τροχοί της κυριαρχίας περνούν πάνω από όλους μας. Οι ανίσχυροι ποδοπατούν τους ανίσχυρους, ενώ οι ισχυροί μένουν σε μεγάλο βαθμό αλώβητοι.
Μας μένουν μερικές κακές επιλογές, που μας τις προσφέρουν οι υπάρχουσες εξουσίες. Ο Slavoj Žižek το ονόμασε αυτό «διπλό εκβιασμό». Χρησιμοποίησε αυτή την έννοια σε σχέση με τη Γιουγκοσλαβία στα τέλη της δεκαετίας του 1990: «αν είσαι κατά των χτυπημάτων του ΝΑΤΟ, είσαι υπέρ του πρωτοφασιστικού καθεστώτος εθνοκάθαρσης του [Slobodan] Milosevic, και αν είσαι κατά του Milosevic, υποστηρίζεις την παγκόσμια καπιταλιστική Νέα Τάξη Πραγμάτων». Αλλά αυτή η επιλογή χωρίς επιλογή εφαρμόζεται πάρα πολύ εύκολα και σε πολλές άλλες σύγχρονες κρίσεις. Η παγκόσμια οικονομική ύφεση φαίνεται να καθιστά αναγκαίες τις παρεμβάσεις των εθνικών κρατών· οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φαίνεται να απαιτούν διεθνή ρυθμιστικά όργανα. Αν η σωστή απάντηση, από ηθικής άποψης, βρίσκεται εντελώς έξω από αυτή την εικόνα, τότε τη σημασία έχει; Είναι όλα λόγια όταν πεθαίνουν άνθρωποι ή όταν το κλίμα καταστρέφεται ανεπανόρθωτα. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται η κοινή σοφία, από κυβερνητικούς αξιωματούχους μέχρι σχολιαστές ειδήσεων και τον άνθρωπο στο δρόμο.
Ακόμα και μεγάλο μέρος της Αριστεράς δεν μπορεί να δει άλλες «ρεαλιστικές» επιλογές για τον έλεγχο ενός ανεξέλεγκτου κόσμου πέρα από αυτές που μας παρουσιάζονται από ψηλά. Με αυτά τα δεδομένα, ο αριστερός ορίζοντας στενεύει σε ό,τι υποτίθεται πως είναι εφικτό: συμμετοχή μη κυβερνητικών οργανώσεων ή του παγκόσμιου Νότου σε διεθνή όργανα λήψης αποφάσεων, ή αντίστοιχα, αρχηγοί κρατών με αριστερό πρόσημο στον παγκόσμιο Νότο ή ένας Barack Obama στον παγκόσμιο Βορρά· η διόρθωση και πρασίνισμα των αδικιών του καπιταλισμού. Αυτά και άλλα τέτοια αιτήματα είναι τα ελάχιστα δυνατά στο πλαίσιο του σημερινού συστήματος. Απέχουν ωστόσο πολύ από κάθε είδους απελευθερωτική αντίδραση. Λειτουργούν με μια περιχαρακωμένη και εξουδετερωμένη έννοια της δημοκρατίας, όπου η δημοκρατία δεν είναι ούτε από τον λαό, ούτε για τον λαό, αλλά μάλλον, μόνο στο υποτιθέμενο όνομα του λαού. Αυτό που βαφτίζεται έτσι δημοκρατία είναι απλή αντιπροσώπευση, και το καλύτερο που μπορούν να επιδιώξουν οι προοδευτικοί και οι αριστεροί μέσα στα όρια αυτού του προκατασκευασμένου ορισμού είναι βελτιωμένες εκδοχές ενός θεμελιωδώς ελαττωματικού συστήματος.
«Τη στιγμή που ένας λαός δίνει στον εαυτό του αντιπροσώπους, παύει να είναι ελεύθερος», διακήρυξε Jean-Jacques Rousseau στο Περί Κοινωνικού Συμβολαίου. Η ελευθερία και κυρίως η κοινωνική ελευθερία είναι εντελώς αντίθετη ως προς το κράτος, ακόμη και σε εκείνο των αντιπροσώπων. Στο πιο βασικό επίπεδο, η αντιπροσώπευση «ζητάει» να δώσουμε την ελευθερία μας σε κάποιον άλλον· ουσιαστικά προϋποθέτει πως κάποιοι πρέπει να έχουν εξουσία και πολλοί άλλοι όχι. Χωρίς εξουσία ισότιμα κατανεμημένη σε όλους, παραιτούμαστε από την ίδια την ικανότητά μας να συμμετέχουμε μαζί με όλους τους άλλους στην ουσιαστική διαμόρφωση της κοινωνίας μας. Παραιτούμαστε από την ικανότητά μας να αυτοπροσδιοριζόμαστε, και συνεπώς από την ελευθερία μας. Και έτσι, όσο φωτισμένοι κι αν είναι οι ηγέτες, κυβερνούν ως τύραννοι, αφού εμείς – «ο λαός» – είμαστε υποταγμένοι στις αποφάσεις τους.
Αυτό δεν σημαίνει πως η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση μπορεί να συγκριθεί με πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα που αποτυγχάνει στην υπόσχεσή του, ας πούμε, για καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα είναι σαφώς προτιμότερο από μια κυβέρνηση που δεν προβάλλει καθόλου τέτοιες αξιώσεις. Ωστόσο, ακόμη και το πιο ευγενικό αντιπροσωπευτικό σύστημα συνεπάγεται αναγκαστικά μια απώλεια ελευθερίας. Όπως και στον καπιταλισμό, η επιταγή «ανάπτυξη ή θάνατος» είναι ενσωματωμένη στην ίδια τη δομή του κράτους. Όπως εξήγησε ο Karl Marx στο Κεφάλαιο, ο στόχος του καπιταλισμού είναι – στην πραγματικότητα, πρέπει να είναι – «η αδιάκοπη κίνηση της παραγωγής κέρδους». Έτσι, επίσης, υπάρχει ένας τέτοιος στόχος που διέπει το κράτος: η αδιάκοπη κίνηση της παραγωγής εξουσίας. Η επιδίωξη του κέρδους και η επιδίωξη της εξουσίας, αντίστοιχα, πρέπει να γίνουν αυτοσκοπός. Διότι χωρίς αυτές τις ορμές, δεν έχουμε ούτε καπιταλισμό ούτε κράτος· αυτοί οι «στόχοι» είναι μέρος της σύστασης τους. Ως εκ τούτου, τα δύο συχνά αλληλένδετα συστήματα εκμετάλλευσης και κυριαρχίας πρέπει να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να διατηρηθούν, διαφορετικά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την αδιάκοπη ορμή τους.
Για το λόγο αυτό οτιδήποτε κάνει ένα κράτος πρέπει να είναι προς το συμφέρον του. Μερικές φορές, βέβαια, τα συμφέροντα του κράτους συμπίπτουν με εκείνα διαφόρων ομάδων ή ανθρώπων· μπορεί ακόμη και να συμπίπτουν με έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η συμπόνια. Οι συγκλίσεις αυτές όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση κεντρικές ή έστω απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία του. Αποτελούν απλώς εργαλειακά σκαλοπάτια, καθώς το κράτος κινείται διαρκώς για να διατηρήσει, να σταθεροποιήσει και να εδραιώσει την εξουσία του.
Διότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, όλα τα κράτη είναι αναγκασμένα να αγωνίζονται για το μονοπώλιο της εξουσίας. «Ο ίδιος ανταγωνισμός», έγραψε ο Mikhail Bakunin στο Κρατισμός και Αναρχία, «που στον οικονομικό τομέα εκμηδενίζει και καταπίνει το μικρό και ακόμη και το μεσαίο κεφάλαιο … υπέρ του τεράστιου κεφαλαίου … λειτουργεί και στη ζωή των κρατών, οδηγώντας στην καταστροφή και την απορρόφηση των μικρών και μεσαίων κρατών προς όφελος των αυτοκρατοριών». Τα κράτη πρέπει, όπως σημείωσε ο Bakunin, «να καταβροχθίζουν τους άλλους για να μην καταβροχθίζονται». Ένα τέτοιο παιχνίδι κατάληψης εξουσίας θα τείνει σχεδόν πάντα προς τον συγκεντρωτισμό, την ηγεμονία και τις όλο και πιο εξελιγμένες μεθόδους διοίκησης, εξαναγκασμού και ελέγχου. Προφανώς, σε αυτή την προσπάθεια μονοπώλησης της εξουσίας, θα πρέπει πάντα να υπάρχουν κυριαρχούμενα υποκείμενα.
Ως θεσμοθετημένα συστήματα κυριαρχίας, λοιπόν, ούτε το κράτος ούτε το κεφάλαιο είναι ελέγξιμα. Ούτε μπορούν να επιδιορθωθούν ή να γίνουν καλοήθη. Έτσι, η κραυγή συσπείρωσης κάθε είδους αριστερού ή προοδευτικού ακτιβισμού που αποδέχεται τους όρους του έθνους-κράτους και/ή του καπιταλισμού είναι τελικά μόνο αυτή: «Όχι εκμετάλλευση χωρίς εκπροσώπηση! Όχι κυριαρχία χωρίς εκπροσώπηση!».
Η άμεση δημοκρατία, από την άλλη, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με το κράτος όσο και με τον καπιταλισμό. Γιατί ως «κυριαρχία του λαού» (η ετυμολογική ρίζα της δημοκρατίας), η υποκείμενη λογική της δημοκρατίας είναι ουσιαστικά η αδιάκοπη κίνηση της δημιουργίας ελευθερίας. Και η ελευθερία, όπως είδαμε, ακόμη και στο καλύτερο αντιπροσωπευτικό σύστημα πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντίπαλοι της άμεσης δημοκρατίας ήταν γενικά αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία. Κάθε φορά που μιλούσε ο λαός – όπως η πλειοψηφία εκείνων που είχαν στερηθεί δικαιώματα, είχαν αποδυναμωθεί ή είχαν πεινάσει – συνήθως χρειαζόταν μια επανάσταση για να γίνει ένας «διάλογος» σχετικά με την αξία της δημοκρατίας. Ως άμεση μορφή διακυβέρνησης, επομένως, η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να αποτελεί απειλή για τις μικρές εκείνες ομάδες που επιθυμούν να εξουσιάζουν τους άλλους: είτε πρόκειται για μονάρχες, αριστοκράτες, δικτάτορες, είτε ακόμη και για ομοσπονδιακές κυβερνήσεις όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πράγματι, ξεχνάμε ότι η δημοκρατία βρίσκει τη ριζοσπαστική της αιχμή στις μεγάλες επαναστάσεις του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένης της Αμερικανικής Επανάστασης. Δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προβάλλονται ως το αποκορύφωμα της δημοκρατίας, φαίνεται ιδιαίτερα σκόπιμο να ανατρέξουμε σε εκείνα τα στελέχη μιας ριζοσπαστικοποιημένης δημοκρατίας που πολέμησαν τόσο γενναία και έχασαν τόσο συντριπτικά στην Αμερικανική Επανάσταση. Πρέπει να αναλάβουμε αυτό το ημιτελές έργο – του αγώνα για «μια ελεύθερη ζωή σε μια ελεύθερη πόλη», σε αντίθεση με την αποδοχή του «κράτους» ως τη μόνη μορφή διακυβέρνησης, όπως υποστήριξε ο Peter Kropotkin στο ομώνυμο βιβλίο του – αν έχουμε ελπίδα να αμφισβητήσουμε την ίδια την κυριαρχία.
Αυτό δεν σημαίνει πως οι πολυάριθμες αδικίες που συνδέονται με την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών θα πρέπει να αγνοηθούν ή, για να χρησιμοποιήσουμε μια ιδιαίτερα κατάλληλη λέξη, να λευκανθούν. Το γεγονός πως οι αυτόχθονες, οι μαύροι, οι γυναίκες και άλλοι ήταν (και συχνά παραμένουν ακόμη) αντικείμενο εκμετάλλευσης, κακοποίησης ή/και δολοφονίας δεν ήταν απλώς κάτι το δευτερεύον στο ιστορικό γεγονός που δημιούργησε αυτή τη χώρα. Κάθε κίνημα για την άμεση δημοκρατία πρέπει να αντιμετωπίσει τη σχέση μεταξύ αυτής της καταπίεσης και των απελευθερωτικών στιγμών της Αμερικανικής Επανάστασης.
Ταυτόχρονα, πρέπει κανείς να δει την επανάσταση στο πλαίσιο της εποχής της και να αναρωτηθεί: Με ποιους τρόπους αποτέλεσε πρόοδο; Μήπως προσέφερε όψεις νέων ελευθεριών, που θα έπρεπε τελικά να επεκτείνουμε σε όλους; Όπως όλες οι μεγάλες σύγχρονες επαναστάσεις, η Αμερικανική Επανάσταση γέννησε μια πολιτική που βασιζόταν σε συνελεύσεις πρόσωπο με πρόσωπο, που είχαν δημιουργήσει συνομοσπονδίες εντός και μεταξύ πόλεων.
«Το αμερικανικό δημοκρατικό πολίτευμα αναπτύχθηκε μέσα από τη γνήσια κοινοτική ζωή…. Ο δήμος ή κάποια όχι πολύ μεγαλύτερη περιοχή ήταν η πολιτική μονάδα, η δημοτική συνέλευση το πολιτικό μέσο, και οι δρόμοι, τα σχολεία, η ειρήνη της κοινότητας, ήταν οι πολιτικοί στόχοι», σύμφωνα με τον John Dewey στο The Public and Its Problems. Αυτό το περίγραμμα αυτοδιαχείρισης δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 1776. Έφτασε κυριολεκτικά μαζί με τους πρώτους αποίκους, οι οποίοι, απελευθερωμένοι από τα δεσμά της εξουσίας του Παλαιού Κόσμου, αποφάσισαν να δημιουργήσουν εκ νέου τους κανόνες της κοινωνίας τους στο Σύμφωνο του Μεϊφλάουερ. Αυτό και ένα πλήθος άλλων μεταγενέστερων συμφώνων θεωρήθηκαν αμοιβαίες υποσχέσεις – τόσο δικαιωμάτων όσο και υποχρεώσεων – εκ μέρους κάθε ατόμου προς την κοινότητά του – μια υπόσχεση που αρχικά πήγαζε από τις νεοαποκτηθείσες εξισωτικές θρησκευτικές αξίες. Η ιδέα έπιασε τόπο, και πολλά χωριά της Νέας Αγγλίας συνέταξαν τους δικούς τους καταστατικούς χάρτες και θεσμοθέτησαν την άμεση δημοκρατία μέσω των δημοτικών συνελεύσεων, όπου οι πολίτες συνεδρίαζαν τακτικά για να καθορίζουν τη δημόσια πολιτική και τις ανάγκες της κοινότητάς τους.
Η συμμετοχή στις συζητήσεις, τις διαβουλεύσεις και τις αποφάσεις της κοινότητάς του έγινε μέρος μιας γεμάτης και δραστήριας ζωής· δεν πρόσφερε στους αποίκους (αν και κυρίως άνδρες, και κυρίως ως έποικους) μόνο την εμπειρία και τους θεσμούς που θα υποστήριζαν αργότερα την επανάστασή τους, αλλά και μια απτή μορφή ελευθερίας για την οποία άξιζε να αγωνιστεί κανείς. Ως εκ τούτου, αγωνίστηκαν να διατηρήσουν τον έλεγχο της καθημερινότητάς τους: πρώτα με τους Βρετανούς για την ανεξαρτησία και αργότερα ανάμεσα τους για ανταγωνιστικές μεταξύ τους μορφές διακυβέρνησης. Το τελικό σύνταγμα, βέβαια, εγκαθίδρυσε μια ομοσπονδιακή δημοκρατία και όχι μια άμεση δημοκρατία. Αλλά πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επανάσταση, ξανά και ξανά, οι δημοτικές συνελεύσεις, οι συνομοσπονδιακές συνελεύσεις και οι πολιτοφυλακές είτε άσκησαν τις καθιερωμένες εξουσίες αυτοδιαχείρισης είτε δημιούργησαν νέες όταν εμποδίστηκαν – τόσο σε νομικούς όσο και σε εξωνομικούς θεσμούς – και γίνονταν όλο και πιο ριζοσπαστικές στην πορεία.
Όσοι από εμάς ζούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουμε κληρονομήσει αυτή την αυτοεκπαίδευση στην άμεση δημοκρατία, έστω και σε αόριστες αντηχήσεις όπως το μότο του Νιου Χαμπσάιρ «Ζήσε Ελεύθερα ή Πέθανε» ή η ετήσια Ημέρα Δημοτικής Συνέλευσης στο Βερμόντ. Τέτοια θεσμικά και πολιτιστικά θραύσματα, ωστόσο, υποδηλώνουν βαθιά ριζωμένες αξίες που πολλοί εξακολουθούν να αγαπούν: ανεξαρτησία, πρωτοβουλία, ελευθερία, ισότητα. Συνεχίζουν να δημιουργούν μια πολύ πραγματική ένταση μεταξύ της αυτοδιοίκησης από τη βάση και της εκπροσώπησης από πάνω – μια ένταση πάνω στην οποία εμείς, ως σύγχρονοι επαναστάτες, πρέπει να χτίσουμε.
Τέτοιες αξίες αντηχούν στην ιστορία των ελευθεριακής αριστεράς των ΗΠΑ: από τα πειράματα των ουτοπικών κοινοτήτων και της εργατικής οργάνωσης στα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα· στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1950· στους αγώνες των κινημάτων των μαύρων, των Αμερικάνων Ινδιάνων και της ριζοσπαστικής φεμινιστικής και queer απελευθέρωσης για την κοινωνική ελευθερία, καθώς και στα αιτήματα των Φοιτητών για μια Δημοκρατική Κοινωνία για μια συμμετοχική δημοκρατία στη δεκαετία του 1960· στην εμπνευσμένη από τον αναρχισμό δημιουργία ομάδων συνάφειας και συμβουλίων του αντιπυρηνικού κινήματος της δεκαετίας του 1970· και στη συνέχεια ξανά με τις μαζικές άμεσες δράσεις του αντικαπιταλιστικού κινήματος στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τόσο στις αρχές όσο και στις πρακτικές τους, οι αντιεξουσιαστές αριστεροί στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν εφευρετικοί και δυναμικοί, ιδιαίτερα στη μεταπολεμική εποχή. Έχουμε αμφισβητήσει πολυάριθμους «ισμούς», θέτοντας υπό αμφισβήτηση παλιά προνόμια και επικίνδυνους αποκλεισμούς. Έχουμε δημιουργήσει μια κουλτούρα μέσα στις ίδιες μας τις οργανώσεις που σχεδόν επιβάλλει, ακόμη και αν δεν λειτουργεί πάντα, μια εσωτερική δημοκρατική διαδικασία. Είμαστε αρκετά καλοί στην οργάνωση των πάντων, από διαδηλώσεις μέχρι αντι-θεσμούς.
Αυτό δεν γίνεται για να ρομαντικοποιήσουμε το έργο της ελευθεριακής Αριστεράς στο παρελθόν ή στο σήμερα· περισσότερο είναι για να επισημάνουμε πως και από εμάς δεν λείπει ο αγώνας για τις αξίες που είναι η βάση της γέννησης αυτής της χώρας. Τότε και τώρα, ωστόσο, ένα από τα μεγαλύτερα λάθη μας ήταν να αγνοήσουμε την πολιτική καθαυτή – δηλαδή την ανάγκη για ένα εγγυημένο μέρος για την ανάδυση της ελευθερίας.
Οι Clash τραγουδούσαν πριν από χρόνια για τους «επαναστάτες που χορεύουν στον αέρα», και μοιάζει πως έχουμε διαμορφώσει τους πολιτικούς μας αγώνες με βάση αυτό το πρότυπο. Μπορεί να νιώθουμε ελεύθεροι ή ισχυροί στους δρόμους ή κατά τη διάρκεια καταλήψεων κτιρίων, στα infoshop μας και μέσα στις συλλογικές μας συνελεύσεις, αλλά αυτή είναι μια στιγμιαία και συχνά ιδιωτική αίσθηση. Μας επιτρέπει να είμαστε πολιτικοί, όπως το να αντιδρούμε, να αντιπαρατιθέμεθα, να αντιμετωπίζουμε ή ακόμη και να προσπαθούμε να εργαστούμε έξω από τη δημόσια πολιτική. Αλλά δεν μας επιτρέπει να κάνουμε πολιτική, όπως το να κάνουμε αυτή την ίδια τη δημόσια πολιτική. Είναι μόνο «ελευθερία από» τα πράγματα που δεν μας αρέσουν, ή ακριβέστερα, χειραφέτηση.
«Η χειραφέτηση και η ελευθερία δεν είναι το ίδιο», υποστήριξε η Hannah Arendt στο Περί Επαναστάσεως. Σίγουρα, η χειραφέτηση είναι μια βασική ανάγκη: οι άνθρωποι πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από το κίνδυνο, τη πείνα και το μίσος. Αλλά η χειραφέτηση υπολείπεται κατά πολύ της ελευθερίας. Αν πρόκειται ποτέ να ικανοποιήσουμε τόσο τις ανάγκες όσο και τις επιθυμίες μας, αν πρόκειται ποτέ να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας, ο καθένας από εμάς χρειάζεται την «ελευθερία να» αυτοαναπτυχθεί – ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Όπως πρόσθεσε η Arendt, «[η χειραφέτηση] είναι ανίκανη ακόμη και να συλλάβει, πόσο μάλλον να πραγματοποιήσει, την κεντρική ιδέα της επανάστασης, η οποία είναι το θεμέλιο της ελευθερίας».
Το επαναστατικό ερώτημα γίνεται: Πού λαμβάνονται οι αποφάσεις που επηρεάζουν την κοινωνία στο σύνολό της; Διότι εκεί βρίσκεται η εξουσία. Είναι καιρός να ανακαλύψουμε εκ νέου τον «χαμένο θησαυρό» που αναδύεται αυθόρμητα κατά τη διάρκεια όλων των επαναστάσεων – το συμβούλιο, σε όλες τις ποικίλες μορφές του – ως τη βάση για τη συγκρότηση χώρων εξουσίας για όλους διότι μόνο όταν όλοι έχουμε ισότιμη και διαρκή πρόσβαση στο χώρο όπου χαράσσεται η δημόσια πολιτική – την πολιτική σφαίρα – η ελευθερία θα έχει μια ευκαιρία να παλέψει για να αποκτήσει έδαφος.
Ο Montesquieu, ένας από τους θεωρητικούς με τη μεγαλύτερη επιρροή για τους Αμερικανούς επαναστάτες, προσπάθησε να αναλύσει «τη συγκρότηση της πολιτικής ελευθερίας» στο μνημειώδες έργο του, Το Πνεύμα των Νόμων. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η εξουσία πρέπει να ελέγχει την εξουσία». Στις μετεπαναστατικές Ηνωμένες Πολιτείες, η ιδέα αυτή τελικά εντάχθηκε στο Σύνταγμα ως σύστημα ελέγχων και ισορροπιών. Ωστόσο, η έννοια αυτή στον Montesquieu ήταν πολύ πιο διευρυμένη, αγγίζοντας την ουσία της ίδιας της εξουσίας. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η εξουσία καθαυτή, όσο μάλλον η εξουσία χωρίς όρια. Ή για να τονίσουμε την έννοια κατά τον Montesquieu, το πρόβλημα είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός. Η εξουσία πρέπει να συνδέεται για πάντα με την ελευθερία· η ελευθερία πρέπει να είναι το όριο που τίθεται στην εξουσία. Ο Tom Paine, για παράδειγμα, το ενσωμάτωσε αυτό στην Αμερικανική Επανάσταση στα Δικαιώματα του Ανθρώπου: «Η κυβέρνηση στο παλιό σύστημα είναι η ανάληψη εξουσίας για την μεγέθυνση της ίδιας· στο νέο είναι ανάθεση εξουσίας για το κοινό όφελος της κοινωνίας».
Εάν η ελευθερία είναι ο κοινωνικός στόχος, η εξουσία πρέπει να ασκείται οριζόντια. Πρέπει όλοι να είμαστε ταυτόχρονα και κυβερνήτες και κυβερνώμενοι, αλλιώς ένα σύστημα ηγετών και υπηκόων είναι η μόνη εναλλακτική λύση. Πρέπει όλοι να κρατάμε την εξουσία εξίσου στα χέρια μας, αν πρόκειται να συνυπάρξει η ελευθερία με την εξουσία. Η ελευθερία, με άλλα λόγια, μπορεί να διατηρηθεί μόνο μέσω της κατανομής της πολιτικής εξουσίας, και αυτή η κατανομή συμβαίνει μέσω πολιτικών θεσμών. Αντί να γίνεται μονοπώλιο, η εξουσία πρέπει να διανέμεται σε όλους μας, επιτρέποντας έτσι σε όλες τις ποικίλες «δυνάμεις» μας (της λογικής, της πειθούς, της λήψης αποφάσεων κ.ο.κ.) να ανθίσουν. Αυτή είναι η δύναμη να δημιουργούμε αντί να κυριαρχούμε.
Φυσικά, η θεσμοθέτηση της άμεσης δημοκρατίας δεν εξασφαλίζει παρά μόνο τις ελάχιστες προϊποθέσεις μιας ελεύθερης κοινωνίας. Η ελευθερία δεν είναι ποτέ τελειωμένη υπόθεση, ούτε αμετάβλητη έννοια. Νέες μορφές κυριαρχίας πιθανώς πάντα θα σηκώνουν τα άσχημα κεφάλια τους. Ωστόσο οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί τουλάχιστον ανοίγουν έναν δημόσιο χώρο στον οποίο όλοι, αν το επιλέξουν, μπορούν να συγκεντρωθούν σε ένα όργανο διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων· σε έναν χώρο όπου ο καθένας έχει την ευκαιρία να πείσει και να πεισθεί· έναν χώρο όπου καμία συζήτηση ή απόφαση δεν είναι ποτέ κρυφή και όπου μπορεί πάντα να επιστρέψει για έλεγχο, λογοδοσία ή επανεξέταση. Σε εμβρυική μορφή εντός της άμεσης δημοκρατίας, για να λειτουργήσει ως ένας πραγματικά ανοιχτός μηχανισμός χάραξης πολιτικής, βρίσκονται αξίες όπως η ισότητα, η διαφορετικότητα, η συνεργασία και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας – ας ελπίσουμε, τα δομικά στοιχεία μιας απελευθερωτικής ηθικής καθώς αρχίζουμε να αυτοδιαχειριζόμαστε τις κοινότητές μας, την οικονομία και την κοινωνία σε έναν ολοένα και πιο διευρυμένο κύκλο συνομόσπονδων συνελεύσεων.
Ως πρακτική, η άμεση δημοκρατία θα πρέπει να διδαχθεί. Ως αρχή, θα πρέπει να στηρίξει όλες τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ως θεσμό, θα πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν. Δεν θα εμφανιστεί ως δια μαγείας από τη μια μέρα στην άλλη. Αντίθετα, θα αναδυθεί σιγά-σιγά μέσα από αγώνες για να, όπως το διατύπωσε ο Murray Bookchin, «εκδημοκρατίσουμε τη δημοκρατία μας και να ριζοσπαστικοποιήσουμε τη δημοκρατία μας».
Πρέπει να εμποτίσουμε όλες τις πολιτικές μας δραστηριότητες με πολιτική. Είναι καιρός να καλέσουμε για μια δεύτερη «Αμερικανική Επανάσταση», αλλά αυτή τη φορά, μια επανάσταση που σπάει τα δεσμά των εθνών-κρατών, μια επανάσταση που δεν γνωρίζει σύνορα ή αφέντες, και μια επανάσταση που σπρώχνει τη δυνατότητα της ελευθεριακής αυτοδιοίκησης στα όριά της, παρέχοντας σε όλους το δικαίωμα να ενεργούν δημοκρατικά. Αυτό αρχίζει με την ανάκτηση της ίδιας της λέξης δημοκρατία – όχι ως καλύτερης εκδοχής της αντιπροσώπευσης, αλλά ως ριζοσπαστική διαδικασία για την άμεση αναδιαμόρφωση του κόσμου μας.
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
