Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 01 Μαΐ 2026
Ακροναυπλιά: Μια απόδραση που δεν έγινε ποτέ και μια παράδοση κρατουμένων στους Ναζί καθοδηγούμενη από το ΚΚΕ
Κλίκ για μεγέθυνση

«Αν η δικτατορία είναι μία φορά υπεύθυνη

για την παράδοσή μας στους Γερμανούς,

 η σταλινική ηγεσία είναι εκατό φορές»

Άγις Στίνας

 

Μπορούμε να πούμε ότι σ’ ένα ιστορικό γεγονός υπάρχει το σημείο μηδέν και από εκεί και πέρα, καθώς ο χρόνος διαστέλλεται, η εξουσία αφήνει πάνω του μια αχλή στην οποία το σημείο μηδέν αποκτά διάφορα αφηγήματα που υποστηρίζουν εξουσιαστικά ιδεολογήματα. Το σημείο μηδέν και η αφορμή για το παρόν άρθρο είναι οι 262 φωτογραφίες –οι οποίες πρόσφατα αγοράστηκαν από το ελλαδικό κράτος στην τιμή των 100.000 ευρώ– από τις ομαδικές εκτελέσεις στην Καισαριανή 200 κομμουνιστών, συμπεριλαμβανομένων πέντε αρχειομαρξιστών και έξι τροτσκιστών.

Οι φωτογραφίες  χαρακτηρίστηκαν ως μνημείο, εξαιτίας της ιστορικής τους αξίας. Από εκεί και πέρα, πατώντας πάνω στην προαναφερόμενη αχλή, άρχισε η παλινωδία. Ο Μητσοτάκης, αφού φωτογραφήθηκε με τις φωτογραφίες στο χέρι, δήλωσε: «Ένιωσα συγκίνηση, ρίγος αλλά και υπερηφάνεια για τον τόπο και εκείνα τα παιδιά του, πέρα από τις ιδεολογίες και τις κομματικές ταυτίσεις της εποχής. Γιατί το μήνυμα των 200 της Καισαριανής ήταν ένα: η ελεύθερη και δημοκρατική Ελλάδα». Τα «παιδιά», η «δημοκρατική Ελλάδα», το μακριά από «ιδεολογίες», είναι λέξεις σε μια πρόταση που ποδοπατάει την ιστορική πραγματικότητα. Η αχλή του χρόνου για τον Μητσοτάκη και τους βαστάζους του, μετέτρεψε τους εκτελεσμένους από κομμουνιστές σε δημοκράτες, σε κάποια «παιδιά» χωρίς ιδεολογία και χωρίς κόμμα, την ίδια χρονική στιγμή που ο πατέρας του, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις, έτρωγε από τρία συσσίτια με την «διακριτικότητα» των κατοχικών αρχών.

Από την άλλη, το γνωστό «κώμα του λαού» σαφώς και δικαίως διεκδικεί την μερίδα του λέοντος από την υπεραξία των φωτογραφιών, αφού οι περισσότεροι εκτελεσμένοι της Καισαριανής ήταν μέλη του, κάτι που ο Μητσοτάκης και πολλοί δημοκράτες δημοσιολογούντες «ξεχνούν» εκ του πονηρού να αναφέρουν, μιλώντας κυρίως για πατριώτες. Η πατρίδα και σε αυτή την περίπτωση φαίνεται πως ενώνει και λειάνει τις διαχωριστικές γραμμές. Όσο και αν δεν αρέσει στο «κώμα του λαού», οι σφαγιασθέντες εκτελεσμένοι εκτός από κομμουνιστές ήταν και πατριώτες, όπως είναι και οι ίδιοι σήμερα άλλωστε, γι’ αυτό και τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και φώναζαν «ζήτω η Ελλάς» στο δρόμο για την εκτέλεσή τους. Οπότε το πεδίο για τον προσεταιρισμό τους είναι μεγάλο και χωράει σχεδόν όλους, πατριώτες, δημοκράτες και κομμουνιστές και ο καθένας μπορεί να διαλέξει όποιο κομμάτι επιθυμεί ή και όλα!

 

 

Η άρνηση της σταλινικής ηγεσίας των φυλακών στα σχέδια δραπέτευσης απ’ την Ακροναυπλιά

 

Ερευνώντας, βέβαια, την ιστορία και το σημείο «μηδέν» της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής, δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο εκεί, γιατί στην ιστορία, κάθε γεγονός δεν στέκεται από μόνο του, ούτε απλά συμβαίνει σαν έκρηξη που μετά χάνεται. Η εστίαση στο γεγονός και μόνο γίνεται εκ του πονηρού και για σκοπούς που εξυπηρετούν εξουσιαστικούς μηχανισμούς προπαγάνδας. Οι 200 εκτελεσμένοι στην Καισαριανή ήταν ως επί το πλείστον έγκλειστοι από το καθεστώς του Μεταξά από το 1937 στις φυλακές της Ακροναυπλιάς, λόγω πολιτικών φρονημάτων και όχι αντιστασιακής δράσης και με βάση τον νόμο του ιδιώνυμου του Βενιζέλου το 1929. Οι 625 πολιτικοί κρατούμενοι που ήταν έγκλειστοι στην Ακροναυπλιά παραδόθηκαν στους Ναζί στις 28 Απριλίου το 1941 από τις αρχές των φυλακών, τον διοικητή, μοίραρχο Γιαννίκο και τον διοικητή της χωροφυλακής Ναυπλίου, συνταγματάρχη Αναστάσιο Πατέρη, ο οποίος παρεμπιπτόντως την περίοδο της Κατοχής αναβαθμίστηκε σε υποδιοικητή της Ειδικής Ασφάλειας και το 1953 έγινε αρχηγός της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής με τον βαθμό του αντιστράτηγου. Με την εκκένωση των φυλακών τον Σεπτέμβριο του 1942, οι κρατούμενοι μοιράστηκαν σε διάφορα στρατόπεδα λειτουργώντας σαν μια «δεξαμενή» μελλοθανάτων όπου οδηγούνταν για εκτέλεση ως αντίποινα σε αντιστασιακές δράσεις του ΕΛΑΣ. Στην Καισαριανή, οι 157 εκτελεσμένοι από τους 200 ήταν Ακροναυπλιώτες, εκ των οποίων τρεις ήταν αρχειομαρξιστές, τέσσερις τροτσκιστές και οι υπόλοιποι κομμουνιστές. Το ελεεινό γεγονός της παράδοσης των κρατουμένων στους Ναζί φωτίζεται αρκετά από όσους ασχολήθηκαν με το θέμα, αλλά το γεγονός ότι αυτοί οι κρατούμενοι θα μπορούσαν να αποδράσουν και δεν το έκαναν ύστερα από πιέσεις της ηγεσίας και υψηλόβαθμων μελών του ΚΚΕ δεν αναφέρεται πουθενά. Βλέπετε, το ένα είναι το εύκολο το άλλο δύσκολο… Το γιατί το ένα είναι εύκολο και το άλλο δύσκολο θα το αναφέρουμε παρακάτω και έχει να κάνει από τη μία με την επιλογή της θυσίας που επέλεξε η σταλινική ηγεσία των φυλακών και από την άλλη με την τυφλή εμπιστοσύνη των εγκλείστων που φανερώνει και φόβο στον σταλινικό αυταρχισμό που ένας έγκλειστος βιώνει για να φτάσει στο σημείο να θυσιάζει την ελευθερία του στις προσταγές του «κώματος του λαού». Τις ημέρες των βομβαρδισμών του Ναυπλίου και της Ακροναυπλιάς, η φρουρά είχε εξασθενίσει και πολλοί κρατούμενοι συζητούσαν πως αυτή ήταν ευκαιρία απόδρασης. Η ηγεσία των εγκλείστων όμως είχε άλλη

άποψη.

 

 

Ο Άγις Στίνας, έγκλειστος και αυτός στις φυλακές της Ακροναυπλιάς, αναφέρει για το παραπάνω γεγονός: «Στην Ακροναυπλία τον Απρίλη του 1941 θα μπορούσαμε να δραπετεύσουμε και οι 600 κρατούμενοι. Το απαγόρευσε η ‘‘ηγεσία’’. Τότε ήταν ακόμα σε ισχύ το σύμφωνο Στάλιν-Χίτλερ και πίστευαν ότι οι Γερμανοί σύμμαχοί τους θα τους άφηναν επισήμως ελεύθερους. Ο Μανούσακας αναφέρει και πολλές άλλες όμοιες περιπτώσεις που τις έζησε ο ίδιος. Φοβούνταν ότι από τυχόν αποδράσεις μελών της βάσης θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, με τα αυστηρότερα μέτρα της φρουράς, συνθήκες που θα έκαναν δύσκολη ή αδύνατη τη δική τους απόδραση».[1]

Ο Γιάννης Μανούσακας, και αυτός έγκλειστός στην Ακροναυπλιά, αναφέρει: «Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες. Όλο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πώς πρέπει και πώς μπορούμε να φύγουμε. Όμως οι δισταγμοί εκείνων που είναι κοντά στην καθοδήγηση και ποτέ τους δεν έχουνε γνώμη μάς υποψιάζουν. Αυτοί δεν μιλάνε ή μας συστήνουν κιόλας να μη συζητάμε, κι ότι οι ‘‘αρμόδιοι’’ μελετάνε το θέμα. Απ’ εδώ γεννιούνται υποψίες ότι η καθοδήγηση προσαρμόζεται να μας κρατήσει κει μέσα κι ότι οι συσκέψεις είναι πώς θα προσαρμόσει κι εμάς τα μέλη της ομάδας στην πολιτική της αυτή. Στο μεταξύ μας πίεζαν κι ορισμένοι από τους χωροφύλακες που είχαν απομείνει για να φύγουμε. Θυμάμαι που με σταμάτησε μπροστά στις κιγκλίδες ένας Χανιώτης χωροφύλακας, ο Παπαδάκης, και μου λέει: ‘‘Γιατί δεν φεύγετε, Μανούσακα, να φύγουμε κι εμείς; Μα δεν είσαστε άντρες. Όσο εσείς καθόσαστε μπορεί και μας κρατάει ο διοικητής μας. Ποιος σας εμποδίζει και δεν το σκάτε;’’».[2]

Τα ίδια αναφέρει και ο Γεράσιμος Ποδαράς, επίσης έγκλειστος στην Ακροναυπλιά: «Όταν από 70 χωροφύλακες που είχε η φρουρά του στρατοπέδου έμειναν μόνο καμιά δεκαριά με το βομβαρδισμό από τους Γερμανούς, που κι αυτούς τους κρατούσε με τα δόντια η διοίκηση, είναι φανερό ότι φεύγαμε ό,τι ώρα θέλαμε εάν η καθοδήγηση το αποφάσιζε. Εδώ πρέπει να πούμε ότι γι’ αυτό το μεγάλο και τρομερό έγκλημα να παραδοθούν με τη μεγαλύτερη απάθεια οι 650 ακροναυπλιώτες αγωνιστές στους Γερμανοϊταλούς φασίστες, δεν είναι μόνο υπεύθυνοι οι Μπαρτζιώτας και Ιωαννίδης, αλλά ολόκληρη η τότε ηγεσία της Ακροναυπλίας: Γιάννης Ιωαννίδης, Βασίλης Μπαρτζιώτας, Κώστας Θέος, Μήτσος Λεβογιάννης, Κώστας Λουλές, Ανδρέας Τσίπας, Κώστας Κολιγιάννης, Μήτσος Παπαρρήγας, Απόστολος Γκρόζος, Κώστας Βασάλος, Μιχάλης Σινάκος κλπ., που χωρίς να τους εκλέξει κανείς αποτελούσαν την ηγεσία του στρατοπέδου… Ο Σιάντος, ο Ιωαννίδης, ο Μπαρτζιώτας, ο Παρτσαλίδης, ο Ζεύγος, ο Ζαχαριάδης κλπ. Οι ηγέτες του ΚΚΕ είναι οι νεκροθάφτες του ελληνικού κινήματος και τα τερατώδη σφάλματα τους τα πλήρωσαν και τα πληρώνουν όχι μόνο οι κομμουνιστές, αλλά και ολόκληρος ο ελληνικός λαός».[3]

Άλλη μια αναφορά είναι και αυτή του Βασίλη Γιαννόγκωνα: «Κι όμως μπορούσαμε να έχουμε γλυτώσει τόσα θύματα. Χωρίς καμιά αντίσταση θα δραπετεύαμε… Την τελευταία νύχτα ο Ιωαννίδης (έγκλειστος στην Ακροναυπλία ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος) τα ματαίωσε όλα… Ο Παντελής Πουλιόπουλος είχε αναφανδόν υποστηρίξει την άποψη της δραπέτευσης, αλλά μάταια».[4]

Ο Βασίλης Έξαρχος, και αυτός έγκλειστος στην Ακροναυπλιά, αναφέρει ότι υπήρχαν δυνατότητες απόδρασης που ακυρώθηκαν από την ηγεσία των εγκλείστων: «Δυνατότητες δραπέτευσης μας δόθηκαν στο τρίτο δεκαήμερο του Απρίλη του 1941: α) Όταν συγκεντρώθηκαν Έλληνες φαντάροι (δυο συντάγματα) κάτω από την Ακροναυπλία, β) Όταν επρόκειτο να εκραγεί το βομβαρδισμένο καράβι που ήταν φορτωμένο με νιτρογλυκερίνη και μας βγάλαν έξω από το στρατόπεδο, γ) Όταν επεκράτησε πανικός στην Αθήνα (μάλλον 26η και 27η 4/41) που μεταδόθηκε στο Ναύπλιο και στη φρουρά του στρατοπέδου και δ) Όταν αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες της φρουράς μας από τους Ιταλούς καραμπινιέρους… Μπορούσαμε και έπρεπε να δραπετεύσουμε, έστω και αν είχαμε –πράγμα αμφίβολο– και μερικές δεκάδες θύματα, όπως υποστηρίζουν οι Ιωαννίδης και Μπαρτζιώτας… Την ηγεσία την χαρακτήριζε ένα πνεύμα νομιμοφροσύνης, δισταγμών και ταλαντεύσεων, αναποφασιστικότητας και αναβλητικότητας».[5]

Εκτός βέβαια από την Ακροναυπλιά, η πίστη στο «κώμα του λαού» φάνηκε και στους πολιτικούς κρατούμενους στην Πύλο. Εκεί, 200 πολιτικοί κρατούμενοι που επέστρεφαν από την Πύλο υπάκουσαν στον Κώστα Κολιγιάννη που ήταν κομματικός υπεύθυνος των εγκλείστων, ο οποίος αρνήθηκε να απελευθερωθούν όταν η φρουρά που τους συνόδευε τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν και έτσι επέστρεψαν στο στρατόπεδο![6]

Όταν οι Ναζί εκτέλεσαν στην Ακροναυπλιά 7 άτομα, ως εκ… θαύματος αυτά τα άτομα δεν προέρχονταν από τα ηγετικά σταλινικά στελέχη! Εκτελέστηκαν αυτοί που είχαν τεθεί σε απομόνωση από την ίδια την ηγεσία ως ιδεολογικοί αντίπαλοι της σταλινικής ηγεσίας (Ιωαννίδης, Μπαρτζώτας, Σιάντος κ.λπ.)! Ανήκαν σε τροτσκιστικές και αρχειομαρξιστικές ομάδες ή είχαν διαφωνήσει έντονα με τη γραμμή του κόμματος. ιδίως με το Σύμφωνο Στάλιν-Χίτλερ του 1939-1941, που έκανε τους κομμουνιστές να βλέπουν τους Γερμανούς ως «συμμάχους» και να αρνούνται μαζικές αποδράσεις. Η ηγεσία τους, λοιπόν, τους είχε απομονώσει από καιρό μέσα στη φυλακή για να μην «μολύνουν» τους άλλους κρατούμενους με τις απόψεις τους, να μην οργανώσουν αντίσταση και απόδραση ακόμα και να μην διεκδικήσουν θέσεις στην κομματική οργάνωση της φυλακής. «Όταν είχαν αρχίσει οι εκτελέσεις ομήρων όλοι ή οι περισσότεροι βρίσκονταν ακόμα στα στρατόπεδα και στις φυλακές. Κανείς ποτέ από αυτούς δεν εκτελέσθηκε. Από τους επτά που είχαν εκτελεσθεί στην Ακροναυπλία, οι τέσσερις ήταν αυτοί που θα τους εκτελούσε και η ίδια η ηγεσία. Ήταν αυτοί που είχαν από καιρό τεθεί σε απομόνωση. Ο Σεϊτανίδης, ο Θωίδης, ο Καστανιάς, και ο Τσουρτσούλης. Οι άλλοι τρεις ήταν ο Κοσκινάς, ο Μπερκέτης, και ο Αναγνωστόπουλος. Και ενώ κανείς από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ δεν εκτελέσθηκε, οι Τροτσκιστές και οι Αρχειομαρξιστές, εκτός από πολύ λίγους που είχαν κατορθώσει να δραπετεύσουν, όλοι όσοι βρίσκονταν στα στρατόπεδα, όλοι μέχρι ενός εκτελέσθηκαν. Πρόκειται για συνεχείς συμπτώσεις; Ποιοι καταρτίζαν τους καταλόγους εκείνων που θα εκτελούνταν για τα «ηρωικά κατορθώματα» του ΕΑΜ; Κανονικά πρέπει να ήταν η Γκεστάπο, ή η Καραμπινερία με την ελληνική ασφάλεια και με πρώην Κομμουνιστές καταδότες. Υπήρχαν κριτήρια και ποιά; Πώς και γιατί ποτέ, σε κανέναν κατάλογο, δεν πέρασε το όνομα ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ; Να λένε τίποτα αυτά;».[7]

 

 

Η απελευθέρωση 27 στελεχών του ΚΚΕ, με συνεννόηση της σταλινικής ηγεσίας με τις αρχές της βουλγαρικής κατοχής και τους Ναζί

 

Ενώ, λοιπόν, η δικτατορία του Μεταξά μαζί με την ηγεσία του ΚΚΕ ουσιαστικά παρέδωσαν τους εγκλείστους στους Ναζί ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια απόδρασης από την Ακροναυπλιά, λίγους μήνες μετά, 27 ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ απελευθερώνονται μετά από συνεννόηση της σταλινικής ηγεσίας με τις αρχές της βουλγαρικής κατοχής και τους Ναζί που είχαν τον έλεγχο των φυλακών. Τα 27 άτομα που απελευθερώθηκαν από την Ακροναυπλία στις 30 Ιουνίου ή την 1η Ιουλίου 1941, ήταν ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και όχι απλοί κρατούμενοι. Η ίδια η ηγεσία του κόμματος μέσα στη φυλακή, με πρωτοβουλία του Γιάννη Ιωαννίδη και άλλων, τα επέλεξε και τα απελευθέρωσε ακριβώς επειδή ήταν εξέχοντα κομματικά μέλη. Πολλά από αυτά, μάλιστα, ανέλαβαν υψηλές θέσεις αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους, τόσο στο ΚΚΕ όσο και στην Εθνική Αντίσταση (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΠΕΕΑ).[8] Παραθέτουμε κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις: Ανδρέας Τσίπας, Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ από το 1934. Μετά την απελευθέρωση έγινε Γενικός Γραμματέας της Νέας Κεντρικής Επιτροπής (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1941), συγκάλεσε την 6η Ολομέλεια και οργάνωσε την επανέκδοση του Ριζοσπάστη. Αργότερα συμμετείχε στο ΝΟΦ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Μακεδονίας). Λίγο μετά απομακρύνθηκε τελείως από κάθε υπεύθυνη καθοδηγητική θέση, επειδή (παρά το ιδεολογικοπολιτικό του επίπεδο) παραβίαζε συνωμοτικούς κανόνες και ήταν εθισμένος στο αλκοόλ. Οι σύντροφοί του τον χαρακτήριζαν ανοιχτά ως «στοιχείο λούμπεν» και μετά την καθαίρεσή του μετακινήθηκε στη Σόφια (και αργότερα στη Γιουγκοσλαβία). Ανδρέας Τζήμας (Βασίλης Σαμαρινιώτης): Βουλευτής ΚΚΕ (1936). Μετά την απελευθέρωση: μέλος Νέας Κ.Ε., πολιτικός επίτροπος του ΕΑΜ, μέλος της τριάδας ηγεσίας του ΕΛΑΣ (μαζί με Άρη Βελουχιώτη και Στέφανο Σαράφη), υπέγραψε το Σύμφωνο Εθνικών Ομάδων (1943), εκλέχθηκε εθνοσύμβουλος ΠΕΕΑ (1944). Ήταν από τους κύριους οργανωτές της Αντίστασης στη Μακεδονία. Κώστας Λαζαρίδης: Ανώτατο στέλεχος, μέλος Κ.Ε. ΚΚΕ, γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ (ΕΕΑΜ). Εκτελέστηκε αργότερα στην Καισαριανή (1944).  Κυριάκος Πυλάης: Α΄ γραμματέας Π.Ε. Φλώρινας, μέλος ΣΝΟΦ, εθνοσύμβουλος ΠΕΕΑ, πολιτεύτηκε με ΕΔΑ. Διαμαντής Νταλής (Τσιτσίνας): Γραμματέας Π.Ε. Κοζάνης, εθνοσύμβουλος ΠΕΕΑ. Ζήσης Δελιόπουλος, Λάμπρος Μόσχος, Αναστάσιος Καρατζάς κ.ά.: Γραμματείς Π.Ε., μέλη ΑΕ, καπετάνιοι ΔΣΕ, μέλη ΝΟΦ/ΣΝΟΦ, υπεύθυνοι εκδοτικών μηχανισμών ΕΑΜ.

Έτσι, λοιπόν, η λέξη θυσία που ακούσαμε πλείστες φορές με αφορμή την δημοσίευση των φωτογραφιών από τις εκτελέσεις των 200 στην Καισαριανή είναι μεν σωστή, αλλά όχι με αυτό που εννοούν κομμουνιστές, αριστεροί, πασόκοι, νεοδημοκράτες και δεξιοί. Η θυσία δεν έγκειται ούτε για την πατρίδα, ούτε για τον κομμουνισμό. Οι κομμουνιστές που προέρχονταν από την Ακροναυπλιά θυσιάστηκαν στην Καισαριανή και σε άλλους χώρους εκτελέσεων από και για την σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ και σφαγιάστηκαν από τους Ναζί. Οι σφαγιασθέντες πίστεψαν την ηγεσία, ίσως και να την φοβήθηκαν και ακολούθησαν τελικά την σταλινική γραμμή της μη απόδρασης, με αποτέλεσμα η ύπαρξή τους να γίνει απλά αριθμός μέσα σε μια δεξαμενή, όπου οι Ναζί και οι Φασίστες επέλεγαν να εκτελέσουν για αντίποινα σε ενέργειες του ΕΛΑΣ.

 

 

Οι θυσιαζόμενοι «κλουβίτες» του ΕΛΑΣ

 

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε και άλλη μια «θυσία», που αυτή την φορά αφορά την ηγεσία του ΕΛΑΣ. Οι θυσιαζόμενοι είναι οι λεγόμενοι κλουβίτες. Οι κλουβίτες ήταν κρατούμενοι οι οποίοι μεταφέρονταν σε ανοιχτό σιδερόφρακτο βαγόνι που χωρούσε 20- 25 κρατούμενους και ήταν μπροστά από την μηχανή του τρένου το οποίο από κάτω είχε εκρηκτικά τα οποία μπορούσαν να πυροδοτηθούν από τον μηχανοδηγό όταν έκρινε πως ήταν αναγκαίο. Με αυτό τον τρόπο οι Ναζί προσπαθούσαν να αποφύγουν τα σαμποτάζ και τις εχθρικές ενέργειες εναντίον τους. Πρόκειται για άλλη μια άθλια αιμοσταγή πρακτική των Ναζί και των φασιστών. Θα αναφερθούμε στους λησμονημένους κλουβίτες νεκρούς, ύστερα από την ανατίναξη σήραγγας στο Κούρνοβο στο Δομοκό. Την νύχτα 1-2 Ιουνίου το 1943, ο ΕΛΑΣ ανατινάζει σιδηροδρομική σήραγγα στο Κούρνοβο την ώρα που στρατιωτικό τρένο περνούσε από μέσα. Το τρένο μετέφερε πυρομαχικά, Ιταλούς φασίστες και Έλληνες κρατουμένους. Το τρένο κάηκε ολοσχερώς και μαζί του κάηκαν 580 Ιταλοί στρατιωτικοί, ένας στρατηγός και 54 Έλληνες κρατούμενοι, κλουβίτες και σιδηροδρομικοί υπάλληλοι. Ως αντίποινα οι φασίστες εκτέλεσαν στις 6 Ιούνη 1943 106 κρατούμενους προερχόμενους από το στρατόπεδο κρατουμένων της Λάρισας. Πάνω από τους μισούς ήταν Ακροναυπλιώτες που είχαν μεταφερθεί στη Λάρισα. Το ΚΚΕ και ο ΕΛΑΣ ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη ή δεν εξέφρασε μεταμέλεια ούτε μπόρεσε έστω να πει δυο λόγια απολογητικά για τους κλουβίτες. Η γραμμή ήταν και παραμένει και σήμερα ότι ήταν «θυσία» ή «αναπόφευκτο» στο πλαίσιο του αγώνα σε μια επιχείρηση που όπως αναφέρουν στέφθηκε με επιτυχία! Η κομματική προσοχή στράφηκε μόνο στα αντίποινα των 106 που έγιναν ήρωες και μάρτυρες, ακόμα και με ποίημα του Ρίτσου. Το μόνο που υπάρχει από γνωστό δημοσιογράφο που πρόσκειται στο ΚΚΕ είναι πως οι κλουβίτες έπεσαν στο…«καθήκον». Βέβαια, το «καθήκον» όπως και οι «παράπλευρες απώλειες» γίνονται αντιληπτά ως εύπεπτες έννοιες μόνο σε όσους είναι πιστοί σε κομματικές γραμμές και αρέσκονται σε ηρωοποιήσεις· για άλλους, όπως ο γιος ενός κρατουμένου που ήταν στο τρένο και σκοτώθηκε, του σαντουροπαίχτη Νίκου Τσίτσα, επισημαίνεται το γεγονός ότι τελικά «αυτοί οι Έλληνες, άψαλτοι και αμνημόνευτοι, ενταφιάστηκαν, μαζί με τις αποτεφρωμένες σορούς των υπόλοιπων θυμάτων, Ιταλών και Γερμανών, σε κοινό τάφο, λίγο έξω από το βορεινό στόμιο της σήραγγας», νεκροί και απομονωμένοι στην συλλογική μνήμη, πεταμένοι από την λειτουργία ενός σταλινικού πλαισίου που ορίζει ποιος αξίζει και συμφέρει να μνημονεύεται και ποιος όχι. Να σημειωθεί, ότι η «επιτυχημένη» επιχείρηση σταμάτησε την σιδηροδρομική γραμμή για 8 μέρες, κάτι που ο βρετανός Μάγιερς αργότερα σχολίασε αρνητικά λέγοντας πως «σαράντα Έλληνες είχαν χάσει τη ζωή τους χωρίς ουσιαστικό λόγο»· ενώ η ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού, που έγινε λίγες μέρες μετά, μόνο από 6 Άγγλους σαμποτέρ, διέκοψε την γραμμή για πάνω από 2 μήνες και μετά την επανακατασκευή της κατέρρευσε μαζί με την ατμομηχανή που περνούσε δοκιμαστικά από πάνω, δημιουργώντας έτσι ουσιαστικό πρόβλημα στις μετακινήσεις και τον ανεφοδιασμό των Κατοχικών στρατευμάτων. Πριν την ανατίναξη της σήραγγας, ο ΕΛΑΣ είχε αρνηθεί το αρχικό σχέδιο των Βρετανών για ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού ως ανέφικτη.

 

 

Η λήθη των φωτογραφιών

 

Στο (ρητορικό) ερώτημα, λοιπόν, παλαιότερού μας άρθρου σχετικά με τις  φωτογραφίες από τις εκτελέσεις στην Καισαριανή, για το εάν τελικά οι φωτογραφίες βοηθούν στη διατήρηση της μνήμης ή μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη λήθη[9], η απάντηση είναι προφανώς ότι μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη λήθη, φτάνει αυτοί που τις διαχειρίζονται επικοινωνιακά να αποκρύψουν ένα σύνολο γεγονότων, στιγμών και πρακτικών που φτάνουν στο αποτέλεσμα μιας παγωμένης στιγμής στο χρόνο, αποτυπωμένης σε φωτογραφία. Προκαλούν λήθη όταν τις διαχειρίζονται είτε ως εθνικό σύμβολο χωρίς κόμμα, χωρίς ιδεολογία, είτε ως μαρτυρική στιγμή χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Η ιστορία των εκάστοτε φωτογραφιών, έτσι, μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό εργαλείο, η «αχλή» του χρόνου και η εξουσία, δεξιά και αριστερή, μετατρέπουν το «σημείο μηδέν» σε χρήσιμο προπαγανδιστικό αφήγημα. Η δεξιά αποϊδεολογικοποιεί και κρατάει μόνο την γενικόλογη «πατρίδα». Η αριστερά κρατάει μόνο την γενικόλογη «ηρωική θυσία», φωνάζει ΖΗΤΩ και σβήνει τα εσωτερικά σφάλματα, ηθελημένα ή μη, σε σπίτι δίχως καθρέπτες. Αποσιωπά τον σταλινικό αυταρχισμό, εντός και εκτός φυλακών, που τελικά κόστισε ζωές.

 

Ανυπόλυτος

 

 


[1] Α. Στίνα, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1997, σελ. 135-140.

[2]  Γιάννης Μανούσακας, Ακροναυπλιά – θρύλος και πραγματικότητα, 1975, σ. 171.

[3] Γεράσιμος Ποδαράς, στο άρθρό του «Η Ακροναυπλία και μερικές ιστορικές αλήθειες…» στο περιοδικό «Αντί», φύλλο 79 της 3.9.1977.

[4] Βασίλης Γιαννόγκωνας, «Ακροναυπλία», 1963, εκδ. ΔΙΦΡΟΣ.

[5] Άρθρο του Βασίλη Έξαρχου με τίτλο «Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία» στην «Αυγή», 2 και 3 Απρίλη 1980.

[6] «Πριν από δυόμισι χρόνια στην Ακροναυπλία και στην Πύλο οι φρουροί μας χωροφύλακες, στην πράξη, μας είχαν αφήσει λεύτερους, κι η ηγεσία μας το αρνήθηκε! […] Κυκλοφορεί στο στρατόπεδο η διάδοση (από τους διαφωνούντες) ότι η φρουρά που τους συνόδεψε τους είπε ότι είναι λεύτεροι να φύγουν μα ο γραμματέας που ήταν ο Κώστας Κολιγιάννης και άλλοι δεν δέχτηκαν την πρόταση των χωροφυλάκων.»Γιάννης Μανούσακας, ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ – Θρύλος και πραγματικότητα, εκδ. Ραδαμανθύς, 2025.

[7] Α. Στίνα, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1997, σελ. 135-140.

[8] Το γεγονός το αναφέρουν πλείστα βιβλία κομμουνιστών, όπως α) του Γιάννη Ιωαννίδη, Αναμνήσεις – προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην εθνική αντίσταση 1940-45, (εκδ. Θεμέλιο), β) του Πέτρου Ρούσου, Η μεγάλη πενταετία (τόμος Α΄, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1976, σελ. 99-100) που αναφέρει το περιστατικό και παραθέτει σχετικό γερμανικό έγγραφο του 1942 (από τον Ζίχερ Χάιτς) το οποίο επιβεβαιώνει την απελευθέρωση των 27 και την επαφή τους με το ΚΚΕ μετά και γ) του Γιάννη Μανούσακα, ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ – Θρύλος και πραγματικότητα, (εκδ. Ραδαμανθύς, 2025). Πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο από πρώην κρατούμενο της Ακροναυπλίας. Περιγράφει λεπτομερώς την εσωτερική οργάνωση, την επιλογή των Μακεδόνων στελεχών και την αντίδραση της ηγεσίας του ΚΚΕ.

[9] Οι φωτογραφίες βοηθούν τελικά στη διατήρηση της μνήμης ή μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη λήθη; https://anarchypress.wordpress.com/2026/03/03/%ce%bf%ce%b9-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%b2%ce%bf%ce%b7%ce%b8%ce%bf%cf%8d%ce%bd-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1/

 

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.269, Απρίλιος 2026
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου