«Ούτε η πανούκλα, ούτε η χολέρα κάμαν
τόσο κακό στην Ανθρωπότητα,
όσο οι ιστορικοί και η ιστορία».
Γ. Σκαρίμπας
«Τί είναι, εν τέλει, η ιστορία;
Ιστορία είναι αληθινά γεγονότα
που γίνονται στο τέλος ψέματα,
μύθοι και ψέματα που γίνονται στο τέλος ιστορία».
Ζαν Κοκτώ
Η ιστορία της κυριαρχίας δεν ξεκινά από τα γεγονότα, αλλά από την ανάγκη της να αποκτήσουν την επιθυμητή για την εξουσία μορφή. Για να υπάρξει κράτος, πρέπει πρώτα να μπουν τα θεμέλια της κατασκευής που να μετατρέπει την ιστορική ασυνέχεια σε πορεία, τη σύγκρουση σε εξέλιξη και την πολλαπλότητα σε ενότητα. Στην περίπτωση του ελλαδικού κράτους, αυτή η αφήγηση χτίζεται πάνω σε δύο βασικούς άξονες, μια συμβολική ημερομηνία και ένα πρόσωπο. Η 25η Μαρτίου λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης, ενώ ο πρώτος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ως το πρόσωπο που συμβολίζει την μετάβαση.
Αυτό που πρέπει να τεθεί εξ αρχής είναι το γεγονός, ότι η επανάσταση δεν αντανακλούσε, ούτε συνιστούσε, ούτε παρέπεμπε σ’ ένα κράτος εν τη γενέσει του. Δεν υπήρχε ενιαία πολιτική αρχή, ούτε κοινή διοικητική δομή, ούτε συγκροτημένο σχέδιο για το τι θα ακολουθήσει. Υπήρχε μια εξεγερμένη κοινωνία, όχι ένα υπό διαμόρφωση κράτος και αυτή η διαφορά δεν αποτελεί μια λεπτομέρεια ή ένα δευτερεύον ζήτημα. Οι ένοπλοι σχηματισμοί δεν υπάγονταν σε ενιαία διοίκηση, οι καπεταναίοι λειτουργούσαν με βάση προσωπικές και τοπικές ισορροπίες, οι πρόκριτοι διατηρούσαν οικονομική και διοικητική ισχύ σε επίπεδο περιοχής, οι κοινότητες συνέχιζαν να οργανώνουν την καθημερινότητα με πρακτικές αυτορρύθμισης και οι νησιώτες έλεγχαν στόλους, εμπόριο και πρόσβαση σε κεφάλαια.
Αυτή η πραγματικότητα δεν χαρακτηριζόταν από «ανοργανωσιά», αλλά από την απουσία συγκεντρωτικού μηχανισμού επιβολής. Η Ύδρα δεν ήταν απλώς ένα επαναστατημένο νησί. Ήταν οικονομικός κόμβος με ισχυρή ναυτιλία, κεφάλαια και διεθνείς σχέσεις, είχε τη δυνατότητα να δανείζεται, να εξοπλίζει στόλο και να επηρεάζει εξελίξεις, χωρίς να υπάγεται σε καμία εθνική διοίκηση. Όπως γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης, «Οι Υδραίοι, έχοντες ίδια μέσα και δύναμιν, δεν υπετάσσοντο εις αρχήν ήτις ήθελεν περιορίσει τα συμφέροντά των».1
Μ’ άλλα λόγια, η Ύδρα ήταν αυτόνομη δύναμη που συμμετείχε σε μια κοινή σύγκρουση, αλλά δεν εντασσόταν σε ενιαία εξουσία. Η Μάνη αποτελεί ακόμη πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Δεν ήταν απλώς μια δύσκολη περιοχή προς διοίκηση. Ήταν μια κοινωνία, όπου η εξουσία δεν ήταν συγκεντρωμένη σε θεσμούς, αλλά βρισκόταν διάχυτη σε ένοπλες συγγενικές ομάδες. Η έννοια της υπαγωγής σε κεντρική αρχή ήταν ουσιαστικά ξένη. Όπως καταγράφει ο Φιλήμων, «Οι Μανιάται δεν εγνώριζον άλλην εξουσίαν ειμή την ιδίαν των δύναμιν».2
Αυτό που αργότερα περιγράφεται ως «χάος», στην πραγματικότητα είναι μια κοινωνία χωρίς κράτος. Και ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα.
Για την εξουσία, μια τέτοια κοινωνία είναι «ασταθής», γιατί δεν μπορεί να φορολογηθεί σταθερά, δεν μπορεί να ελεγχθεί, δίχως κεντρική εξουσία δεν μπορεί να ενταχθεί σε διεθνείς σχέσεις ώστε να δεσμευτεί γιατί, κυρίως, δεν είναι διατεθειμένη να υπακούσει.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας εμφανίζεται ακριβώς σε αυτό το σημείο, όχι ως ένα πρόσωπο συνυφασμένο με την επανάσταση, αλλά για να διαχειριστεί αυτό το «πρόβλημα». Είναι ενδεικτικό το γεγονός, ότι όταν ο Νικόλαος Γαλάτης, δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, του πρότεινε να αναλάβει την αρχηγία της, αρνήθηκε κατηγορηματικά να ρισκάρει την διπλωματική του καριέρα, απαντώντας ότι «Δια να σκέπτεται κανείς, κύριε να μου ομιλήση περί τούτου, πρέπει να είναι τρελός. Δια να τολμήση δε, να μου ομιλήση περί τούτου, εις τον οίκον τοιούτον, όπου έχω την τιμή να υπηρετώ έναν μέγα και κραταίον αυτοκράτορα, πρέπει να είναι νέος όστις μόλις βγήκε από τους βράχους της Ιθάκης ή όποιος παρεσύρθη δεν ηξεύρω υπό ποίων τυφλών παθών. Δεν ημπορώ να ομιλώ μαζί σας περισσότερον περί του σκοπού της αποστολής σας, σας ειδοποιώ δε, ότι ουδέποτε θα αναγνώσω τα χαρτιά σας. Η μόνη συμβουλή την οποίαν ημπορώ να σας δώσω, είναι να μην ειπήτε τίποτα εις κανένα περί τούτου και χωρίς ν’ αναβάλλετε ούτε μίαν ώραν, να επιστρέψητε, ίνα ειπήτε εις τους εντολείς σας ότι εάν δεν θέλουν να χαθούν οι ίδιοι και να καταστρέψουν το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει ν’ αφήσουν τας επασταστατικάς σκευωρίας των και να ζουν όπως πριν υπό τα κυβερνήσεις υφ’ ας ευρίσκονται, έως ότου η θεία πρόνοια ευδοκήσει αλλιώς.» (Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις)
Ο Καποδίστριας το 1809 υπηρέτησε ως διπλωμάτης τόσο στην Βιέννη όσο και στο Βουκουρέστι, ενώ το 1813, ως τοποτηρητής των ρωσικών συμφερόντων, θα σταλεί στην Ελβετία ως πυροσβέστης των εστιών αναταραχής, με σκοπό την αποκατάσταση της «τάξης», την εγκαθίδρυση κεντρικής κυβέρνησης και την πάταξη του κινδύνου να μετατραπεί η Ελβετία σε «έρμαιον της αναρχίας».
Το 1814, στο Διεθνές Συνέδριο της Βιέννης, όπου καταστρώνεται ο καινούργιος πολιτικός και γεωγραφικός χάρτης της Ευρώπης, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας, ενώ διατέλεσε και υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας. Πρώτη του μέριμνα μόλις ανέλαβε το υπουργείο εξωτερικών ήταν να παραδώσει στον Τσάρο έκθεση για τις συνθήκες της Βιέννης και των Παρισίων, όπου καταδίκαζε τα απελευθερωτικά κινήματα της εποχής.
Ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του επισημαίνει, ότι «Το σπουδαιότερον και γενικότερον των συμφερόντων τούτων, η προφύλαξις δηλαδή της Ευρώπης από της επαναλήψεως των επαναστάσεων, ήτο το κυριώτερον αντικείμενον των παρατηρήσεων μου». Δεν προέρχεται, λοιπόν από τον κόσμο της εξέγερσης, δεν εκφράζει κάποιο μέρος των εσωτερικών συγκρούσεων του ελλαδικού χώρου. Σε επιστολή του σημειώνει: «Αι επαναστάσεις γεννώσιν αταξίαν· η δε αταξία φέρει την διάλυσιν. Μόνον η ισχυρά διοίκησις δύναται να επαναφέρει την ευνομίαν».3
Όταν το 1828 φθάνει ο πρώτος κυβερνήτης στον ελεγχόμενο από τις χριστιανικές εξουσιαστικές ομάδες στον ελλαδικό χώρο, η κατάσταση του πληθυσμού είναι φρικτή. Πείνα και αρρώστιες, συγκρούσεις των ηγετικών ομάδων για τη νομή της εξουσίας, απελπισία και τυραννία. Εικοσιπέντε χιλιάδες αγωνιστές περιφέρονται χωρίς να διαθέτουν πόρους ζητιανεύοντας στους δρόμους, ενώ κάθε καπετάνιος που είχε αποκτήσει εξουσία και δύναμη (Πετρόμπεης, Κίτσος, Τζαβέλας, Γρίβας κ.ά.) ασκούσε φοβερή τρομοκρατία πάνω στον φτωχό και πεινασμένο πληθυσμό.
Ο Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, από όπου θα μεταβεί στην Αίγινα, την οποία χρησιμοποιεί ως έδρα για να ασκήσει την εξουσία του. Από τα πρώτα μέτρα που παίρνει στην σύντομη περίοδο της διακυβέρνησής του είναι η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η διάλυση της βουλής. Στη θέση της θα τοποθετήσει ένα σώμα, το «Πανελλήνιον», αποτελούμενο από 27 μέλη, κοτσαμπάσηδες και μεγαλοκαραβοκύρηδες, ενώ ταυτόχρονα ιδρύει την Κεντρική Γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου του οποίου η πολιτική γραμμή χαράσσεται από τον ίδιο. Μ’ άλλα λόγια, δεν έρχεται να οργανώσει την υπάρχουσα κατάσταση αλλά να την αντικαταστήσει με μια σκληρή συγκεντρωτική εξουσία. Ο ίδιος το λέει καθαρά: «Χωρίς πειθαρχίαν και υπακοήν εις μίαν αρχήν, ουδέν δύναται να στερεωθή».4
Η λέξη-κλειδί πλέον δεν είναι η ελευθερία, είναι η πειθαρχία. Και η πειθαρχία, εδώ δεν έχει ηθικοπλαστικό χαρακτήρα, η εμπέδωσή της απαιτεί μηχανισμούς καταστολής. Αυτό είναι το σημείο όπου η επανάσταση σταματά να είναι αυτό που ήταν – και αρχίζει να γίνεται κάτι άλλο.
Η κοινωνία παύει να είναι σύνολο δρώντων υποκειμένων και μετατρέπεται σε πληθυσμό που πρέπει να καταγραφεί, να οργανωθεί και να ελεγχθεί. Η καταγραφή είναι το πρώτο απαραίτητο βήμα, διότι χωρίς καταγραφή δεν υπάρχει διοίκηση και χωρίς διοίκηση δεν υπάρχει φορολογία και επομένως δεν υφίσταται κράτος. Ο Καποδίστριας εισάγει μηχανισμούς απογραφής, συγκεντρώνει στοιχεία, επιχειρεί να χαρτογραφήσει έναν κοινωνικό χώρο που μέχρι τότε λειτουργούσε, χωρίς να υπάγεται σε μια κεντρική εξουσία. Επιπλέον, επειδή αντιλαμβανόταν, ότι το κοινοτικό σύστημα μετάγγιζε τα στοιχεία της επαναστατικής δράσης στο κοινωνικό οικοδόμημα, κατάργησε τον θεσμό των δημογερόντων κοτσαμπάσηδων και διαίρεσε τον Μωρηά σε επτά διοικητικές περιφέρειες και σε έξι τα νησιά.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια συγκρότησης τακτικού στρατού.
Οι ένοπλες δυνάμεις της επανάστασης δεν ήταν στρατός με τη σύγχρονη έννοια. Υπάγονταν σε δίκτυα εξουσίας, που εν πολλοίς καθορίζονταν από τις προσωπικές σχέσεις, και τις τοπικές ισορροπίες, δεν υπάγονταν σε ενιαία διοίκηση, ούτε λειτουργούσαν με πειθαρχία. Για να συγκροτηθεί το νέο κράτος, αυτό έπρεπε να αλλάξει, οι ένοπλοι να πάψουν να είναι αυτόνομοι και να γίνουν στρατιώτες, να υπακούουν στις εντολές της κεντρικής εξουσίας, όχι να υπάγονται στις προηγούμενες σχέσεις εξουσίας, αλλά σε κρατικές δομές. Όπως καταγράφει ο Φιλήμων, «Οι καπεταναίοι, συνηθισμένοι να άρχωσιν, δεν υπέφερον να υπακούσωσιν».5Η αντίσταση, λοιπόν, που προβλήθηκε οφείλεται στην απώλεια εξουσίας, όπως στην περίπτωση των προκρίτων, καθώς στους κρατικούς σχεδιασμούς του Καποδίστρια δεν συμπεριλαμβανόταν μια αποκεντρωμένη και ανεξάρτητη τοπική διοίκηση, γιατί τότε το κράτος δεν θα έχει πραγματική ισχύ. Οι τοπικές ελίτ όφειλαν να ενσωματωθούν ή να παρακαμφθούν δίχως διαπραγμάτευση υπακούοντας στην εντολή, γεγονός που καθιστά την σύγκρουση αναπόφευκτη.
Στην Ύδρα, αυτή η σύγκρουση παίρνει καθαρή μορφή. Η ναυτική ισχύς των νησιωτών δεν μπορεί να παραμείνει ανεξάρτητη. Το κράτος δεν μπορεί να ανεχτεί ιδιωτικό στόλο, που λειτουργεί εκτός ελέγχου, η οικονομική αυτονομία μετατρέπεται σε πρόβλημα, η πειρατεία καταστέλλεται, το ίδιο και η εξέγερση των μαθητών στο κεντρικό σχολείο της Αίγινας το 1831.
Οι Υδραίοι δεν αντιδρούν, επειδή «δεν θέλουν την τάξη». Αντιδρούν, επειδή η «τάξη» σημαίνει απώλεια της ισχύος τους. Όπως σημειώνει ο Τρικούπης, «Η κυβέρνησις επεδίωκε να περιορίσει την ανεξαρτησίαν των νησιωτών, οίτινες τούτο εθεώρουν βλάβην των συμφερόντων των».6
Στη Μάνη, η σύγκρουση είναι ακόμη πιο ωμή καθώς δεν υπήρχε η παραμικρή διάθεση ενσωμάτωσης. Η ίδια η δομή της μανιάτικης κοινωνίας ήταν ασύμβατη με την κρατική λειτουργία, που επέβαλε ο πρώτος κυβερνήτης. Η σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη αποτέλεσε μια πολιτική πράξη με σαφές μήνυμα: καμία τοπική εξουσία δεν μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα. Ο Μακρυγιάννης το αποτυπώνει με τρόπο άμεσο: «Τους ήθελε όλους υποταγμένους εις μίαν αρχήν».7 Η υποταγή στην κρατική εξουσία και η κοινωνική πειθάρχηση αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Σε επιστολή του, ο Καποδίστριας γράφει: «Το Έθνος πρέπει να μάθει να υπακούει, διότι άνευ υπακοής δεν δύναται να υπάρξει».8 Η επιβολή της υπακοής δεν αφορούσε προσωρινά μέτρα, αλλά τέθηκε ως το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της μετάβασης: η επανάσταση, που στηρίζεται στην ανυπακοή, μετατρέπεται σε κράτος που στηρίζεται στην υπακοή και μόνον αυτός ο λόγος αρκούσε για να καταστήσει την συνύπαρξη αδύνατη.
Όπως είδαμε στην περίπτωση των Υδραίων και της σφοδρής σύγκρουσης με τον Καποδίστρια, οι νησιώτες δεν αποτέλεσαν απλώς ένα τμήμα της επανάστασης. Ήταν αυτόνομο κέντρο ισχύος, με πρόσβαση σε κεφάλαια, δίκτυα εμπορίου και δυνατότητα στρατιωτικής δράσης στη θάλασσα. Η δύναμή τους δεν εξαρτιόταν από κάποια «εθνική αρχή».
Το καποδιστριακό κράτος δεν μπορούσε να ανεχθεί την ύπαρξη ανεξάρτητης ναυτικής ισχύος, η οποία δεν υπάγεται στην κεντρική εξουσία, επομένως η προσπάθεια περιορισμού της Ύδρας δεν είναι διοικητική επιλογή· είναι δομική αναγκαιότητα. Οι Υδραίοι το αντιλαμβάνονται άμεσα και η Ύδρα μετατρέπεται σε κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα, με την στήριξη Γάλλων και Άγγλων που αντιτίθενται στην επέκταση της ρωσικής επιρροής. Οι Υδραίοι δεν αντιδρούν γιατί «αρνούνται την τάξη», αλλά γιατί η τάξη σημαίνει απώλεια της οικονομικής και όχι μόνον εξουσίας τους, η οποία επιχειρήθηκε να τεθεί στο «περιθώριο». Όπως τονίζει ο Τρικούπης, «Οι νησιώται, συνηθισμένοι εις ιδίαν διοίκησιν, δεν ηνείχοντο να υποβληθώσιν εις περιορισμούς».9
Στη Μάνη επίσης οι αιτίες της σύγκρουσης είναι ξεκάθαρες. Δεν υπάρχει οικονομική διαπραγμάτευση, ούτε δυνατότητα συμβιβασμού. Η ίδια η δομή της μανιάτικης κοινωνίας είναι ασύμβατη με την έννοια του κράτους. Δεν υπάρχει ιεραρχία που να μπορεί να ενσωματωθεί, δεν υπάρχει διοίκηση που να μπορεί να μετασχηματιστεί. Υπάρχει μόνο δύναμη. Και αυτή η δύναμη δεν υπακούει. Ο Φιλήμων σημειώνει: «Οι Μανιάται εθεώρουν την υπακοήν ως δουλείαν».10 Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό. Η υπακοή, που για το κράτος αποτελεί θεμέλιο, για τη μανιάτικη κοινωνία αποτελεί άρνηση της ίδιας της ύπαρξής της. Δεν υπάρχει κοινός τόπος και η σύγκρουση οδηγείται σε ρήξη. Η σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη δεν είναι απλώς μια κίνηση καταστολής. Είναι συμβολική πράξη. Δηλώνει ότι καμία τοπική εξουσία, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν μπορεί να σταθεί έξω από το κράτος.
Η απάντηση έρχεται με τον ίδιο τρόπο. Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν είναι μια «απρόβλεπτη τραγωδία». Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν λειτουργούν ως μεμονωμένα πρόσωπα. Εκφράζουν μια σύγκρουση που έχει ήδη διαμορφωθεί. Η πράξη τους δεν μπορεί να διαχωριστεί από το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει. Ο Μακρυγιάννης, αν και δεν ταυτίζεται με τη δολοφονία, αποτυπώνει το κλίμα: «Η πίκρα είχε φτάσει εις το άκρον».11 Αυτή η «πίκρα» δεν είναι συναισθηματική κατάσταση, αφορά δύο κόσμους που συγκρούονται: ο κόσμος της τοπικής ισχύος, της αυτονομίας, της ένοπλης κοινωνίας, ο κόσμος της συγκεντρωτικής διοίκησης, της πειθαρχίας, του κράτους.
Και αυτή η σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί με συμβιβασμό.
Τον Σεπτέμβριο του 1831, ο Καποδίστριας δολοφονείται στο Ναύπλιο από τον γιο και τον αδελφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Θ’ ακολουθήσουν έξι μήνες βίας, τρομοκρατίας και ενδοεξουσιαστικών συγκρούσεων. Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα, η απελπισία των ανθρώπων που πλήττονταν οδήγησε είτε στην απάθεια είτε σε μια υποτυπώδη αυτοάμυνα και αντίσταση απέναντι στις επιδρομές των «καποδιστριακών» και των «συνταγματικών» φατριών της εξουσίας.
Η διαδικασία συγκρότησης κράτους δεν «παγώνει», αλλά συνεχίζεται μέσα από την σφοδρή σύγκρουση για την νομή της εξουσίας, γεγονός που αποδεικνύει και την φύση της διαδικασίας. Αν το κράτος ήταν έργο ενός ανθρώπου, θα κατέρρεε μαζί του, αν η συγκρότηση του αφορούσε ή ταυτιζόταν με την επιβολή της εξουσίας ενός προσώπου, θα τελείωνε με τη δολοφονία του.
Δεν συμβαίνει, όμως, κάτι τέτοιο. Όπως γράφει ο Φιλήμων: «Η διοίκησις είχεν ήδη λάβει μορφήν και δεν ήτο δυνατόν να ανατραπή».12
Είναι, επίσης, σημαντικό να αναφερθούμε στον ρόλο της εκκλησίας στην συγκρότηση του ελλαδικού κράτους και την σχέση με τον Καποδίστρια.
Η Εκκλησία δεν εμφανίζεται στην ιστορία του ελλαδικού κράτους ως εξωτερικός θεσμός ούτε ως ουδέτερος φορέας πίστης. Είναι ήδη ενσωματωμένη στη λειτουργία της εξουσίας πολύ πριν από τη συγκρότηση του κράτους. Ο ρόλος της δεν είναι πνευματικός με τη στενή έννοια, είναι διοικητικός, πειθαρχικός και βαθιά πολιτικός. Στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Εκκλησία δεν βρίσκεται απλώς υπό την εξουσία, αλλά αποτελεί μέρος της. Ο Πατριάρχης δεν λειτουργεί μόνο ως θρησκευτικός ηγέτης, αλλά ως διοικητικός εκπρόσωπος των ορθοδόξων, είναι υπεύθυνος όχι μόνο για τη θρησκευτική ζωή, αλλά και για τη διατήρηση της τάξης. Σε οθωμανικό φιρμάνι αποτυπώνεται καθαρά: «Ο Πατριάρχης έχει εξουσίαν να διοικεί τους ρωμιούς και να μεριμνά ώστε να παραμένωσιν ήσυχοι και υπάκουοι εις την εξουσίαν».13
Η Εκκλησία, δηλαδή, δεν αντιπροσωπεύει μια κοινωνία σε αντίσταση, αλλά έναν πληθυσμό που πρέπει να υπακούει. Η λειτουργία αυτή δεν διακόπτεται με την έναρξη της επανάστασης. Αντιθέτως, επιβεβαιώνεται με τον πιο σαφή τρόπο. Ο αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ δεν είναι απλώς μια θρησκευτική πράξη. Είναι πολιτική θέση. «Καταγγέλλομεν τους ταραχοποιούς και προτρέπομεν τους πιστούς να παραμείνωσιν εις την υπακοήν».14
Η επανάσταση δεν αναγνωρίζεται ως μια απελευθερωτική διεργασία, αντίθετα ως διατάραξη της τάξης. Η ανυπακοή χαρακτηρίζεται ως αμαρτία. Η στάση αυτή της Εκκλησίας δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες εγκυκλίους ή σε μία ιστορική στιγμή, αποτελεί συνεχή πρακτική διαχείρισης του πληθυσμού, ενώ ο αφορισμός δεν είναι απλώς «πνευματική» κύρωση, αλλά εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, καθώς δεν στοχεύει μόνο στην αποκοπή από το θρησκευτικό σώμα, αλλά στη καταστολή κάθε επαναστατικής κίνησης. Σε πατριαρχικές πράξεις της περιόδου επαναλαμβάνεται η ίδια λογική: «Όστις δεν υπακούει εις τας αρχάς, χωρίζεται της Εκκλησίας και καθίσταται εχθρός της τάξεως» (Πατριαρχικές εγκύκλιοι και εκκλησιαστικά κείμενα περιόδου 1821, περί υπακοής και αφορισμών). Η υπακοή δεν παρουσιάζεται ως επιλογή, αλλά ως όρος σωτηρίας. Η ανυπακοή, όχι μόνο δεν είναι επαναστατική πράξη, αλλά ηθική εκτροπή. Αυτό μεταφέρει τη σύγκρουση σε άλλο επίπεδο. Δεν αφορά πλέον μόνο τη σχέση με την εξουσία. Αφορά τη σχέση με την ίδια την έννοια του «ορθού». Οι μαρτυρίες των αγωνιστών, όπως καταγράφει ο Ιωάννης Φιλήμων, αποτυπώνουν αυτή τη ρήξη: «Μας ελέγαν να κάτσωμεν ήσυχοι, ενώ εμείς δεν είχαμεν να φάγωμεν». Η Εκκλησία, δηλαδή, δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά ως μηχανισμός σταθεροποίησης της υπάρχουσας τάξης. Με τη συγκρότηση του ελλαδικού κράτους, αυτή η λειτουργία δεν καταργείται. Οργανώνεται. Οι εκκλησιαστικές περιουσίες αναγνωρίζονται, οι γαίες διατηρούνται και η θέση της Εκκλησίας ενσωματώνεται θεσμικά. Η πειθάρχηση αποκτά διπλή μορφή: εξωτερική (νόμος, διοίκηση) εσωτερική (ηθική, πίστη). Και αυτή η διπλή μορφή είναι που καθιστά την εξουσία σταθερή.
Αυτή η στάση δεν αποτελεί παρέκκλιση. Είναι συνέπεια της θέσης της Εκκλησίας ως μηχανισμού διαχείρισης πληθυσμού. Η τάξη προηγείται της ελευθερίας. Η σταθερότητα προηγείται της σύγκρουσης. Ακόμη και μετά την έκρηξη της επανάστασης, η ίδια λογική συνεχίζεται.
Σε εγκυκλίους της περιόδου καταγράφεται: «Προτρέπομεν τους χριστιανούς να παραμένωσιν ήσυχοι και να μη παρασύρωνται υπό ταραχοποιών».15 Η Εκκλησία δεν βρίσκεται ανάμεσα στους επαναστατημένους και την εξουσία. Βρίσκεται με την εξουσία απέναντι στον λαό. Όταν η επανάσταση καθίσταται μη αναστρέψιμη, η Εκκλησία δεν αλλάζει λειτουργία. Αλλάζει συμμαχία. Από την οθωμανική εξουσία μεταβαίνει στο υπό διαμόρφωση ελληνικό κράτος. Η συνέχεια είναι απόλυτη. Ο Καποδίστριας δεν συγκρούεται με αυτή τη δομή. Την αξιοποιεί. Αντιλαμβάνεται ότι η επιβολή της εξουσίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε διοικητικά και στρατιωτικά μέσα. Χρειάζεται εσωτερίκευση. Χρειάζεται να γίνει αποδεκτή.
Σε επιστολή του σημειώνει: «Η θρησκεία είναι ο ισχυρότερος δεσμός προς συγκράτησιν του λαού εις την υπακοήν».16 Αυτή η φράση αποκαλύπτει τον ρόλο της Εκκλησίας μέσα στο νέο κράτος. Δεν είναι απλώς θεσμός πίστης. Είναι μηχανισμός πειθάρχησης. Η υπακοή δεν επιβάλλεται μόνο με νόμους και στρατό. Επιβάλλεται και ως ηθική υποχρέωση. Η ανυπακοή δεν είναι απλώς παράβαση. Είναι σφάλμα. Ταυτόχρονα, η Εκκλησία διατηρεί και ενισχύει την υλική της βάση. Οι περιουσίες της αναγνωρίζονται. Οι γαίες της προστατεύονται. Η θέση της μέσα στο κράτος σταθεροποιείται.
Η μετάβαση δεν είναι ρήξη. Είναι μεταφορά. Η ίδια λειτουργία, σε νέο πλαίσιο. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την εγκαθίδρυση του Όθωνα, αυτή η σχέση θεσμοποιείται ακόμη πιο καθαρά. Το 1833, με βασιλικό διάταγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος ανακηρύσσεται αυτοκέφαλη. Αυτό δεν αποτελεί πράξη ανεξαρτησίας. Αποτελεί πράξη ελέγχου. Η Εκκλησία αποσπάται από το Πατριαρχείο και υπάγεται άμεσα στο κράτος. Η διοίκηση της περνά σε κρατικό πλαίσιο. Η πειθαρχική της λειτουργία ενσωματώνεται πλήρως. Από εκεί και πέρα, κράτος και Εκκλησία λειτουργούν συμπληρωματικά. Η υπακοή γίνεται ταυτόχρονα πολιτική και ηθική. Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: Η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο. Γίνεται αποδεκτή. Για τον κόσμο που πολέμησε, το ζήτημα δεν ήταν η συγκρότηση κράτους. Ήταν η ελευθερία και η επιβίωση. Η επανάσταση δεν είχε ως άμεσο στόχο τη δημιουργία διοίκησης, αλλά την ανατροπή μιας κατάστασης που σήμαινε εξάρτηση, τυραννία και στέρηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γη δεν ήταν αφηρημένη έννοια. Ήταν η βάση της ζωής.
Οι περισσότεροι αγωνιστές ήταν άνθρωποι που ζούσαν από τη γη. Η προσδοκία τους ήταν συγκεκριμένη: η γη που μέχρι τότε ανήκε στους Οθωμανούς ή σε μεγάλους ιδιοκτήτες θα περνούσε σε αυτούς. Η ελευθερία, για αυτούς, δεν ήταν διοικητική έννοια. Ήταν ένα ιδεώδες αλλά είχε και υλική διάσταση. Σε αναφορά αγωνιστών καταγράφεται: «Επολεμήσαμεν δια την πατρίδα και προσδοκώμεν γην δια να ζήσωμεν· χωρίς ταύτην, η ελευθερία είναι κενόν όνομα».17Η φράση αυτή αποτυπώνει καθαρά τη διαφορά ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις: Η μία βλέπει την ελευθερία ως πολιτική κατάσταση. Η άλλη ως υλική δυνατότητα ζωής. Το κράτος που συγκροτείται δεν ακολουθεί τη δεύτερη. Οι λεγόμενες εθνικές γαίες, δηλαδή οι γαίες που εγκαταλείφθηκαν ή αφαιρέθηκαν από τους Οθωμανούς, δεν διανέμονται στον πληθυσμό, δεν λειτουργούν ως μέσο αποκατάστασης, μετατρέπονται σε κρατική περιουσία.
Η έννοια των «εθνικών γαιών» δεν αποτελεί απλώς διοικητική κατηγορία. Αποτελεί μηχανισμό μετατροπής της γης από προσδοκώμενο αγαθό σε εργαλείο εξουσίας. Η διαχείρισή τους δεν γίνεται με βάση την ανάγκη, αλλά με βάση τη δυνατότητα ελέγχου. Σε Καποδιστριακά διοικητικά έγγραφα (1828-1831), περί διαχείρισης εθνικών γαιών καταγράφεται: «Η διάθεσις των γαιών θέλει γίνεσθαι κατά την κρίσιν της Κυβερνήσεως».
Η φράση αυτή σημαίνει, ότι η πρόσβαση στη γη δεν είναι δικαίωμα αλλά παραχώρηση. Οι αγωνιστές, που περίμεναν αποκατάσταση, βρίσκονται σε θέση εξάρτησης, πλέον δεν διεκδικούν, αιτούνται. Σε Αναφορές αγωνιστών προς τη Διοίκηση (1829–1830), περί αιτημάτων γης, επανέρχεται η ίδια φράση: «Ζητούμεν γην δια να ζήσωμεν». Από υποκείμενα της επανάστασης μετατρέπονται σε αιτούντες προς το κράτος. Η γη, που αποτέλεσε κίνητρο της σύγκρουσης, μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου της.
Ο ίδιος ο Καποδίστριας το διατυπώνει: «Η γη ανήκει εις το Έθνος και το Έθνος εκπροσωπείται υπό της Κυβερνήσεως». Αυτή η διατύπωση είναι καθοριστική. Η γη δεν ανήκει σε αυτούς που την καλλιεργούν, αλλά σε μια αφηρημένη έννοια το «Έθνος», που στην πράξη ταυτίζεται με το κράτος. Η μετατροπή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Η γη παύει να είναι μέσο ζωής και γίνεται εργαλείο εξουσίας. Όποιος έχει πρόσβαση στη γη, μπορεί να επιβιώσει. Όποιος δεν έχει, εξαρτάται.
Και η πρόσβαση δεν είναι αυτόματη. Η διανομή γίνεται επιλεκτικά, με όρους που συνδέονται με την υπακοή, τη θέση και τη σχέση με τη διοίκηση. Ο Μακρυγιάννης το αποτυπώνει με τρόπο ωμό: «Άλλοι εκάμαν τον αγώνα και άλλοι επήραν τα αγαθά».18 Η φράση αυτή δεν αποτυπώνει απλά ένα παράπονο ή μια πικρία, είναι γλαφυρή περιγραφή του μετασχηματισμού.
Η επανάσταση, που υποτίθεται ότι θα ανέτρεπε τις σχέσεις ιδιοκτησίας, οδηγεί σε νέα συγκέντρωση. Σε επιστολές της περιόδου εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα η ίδια εικόνα: «Πεινώμεν και δεν έχομεν γην να καλλιεργήσωμεν».19 Η διαιώνιση της φτώχειας δεν αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα της δομής που δημιουργείται, οι διαμαρτυρίες δεν θεωρούνται δίκαιη διεκδίκηση, εκλαμβάνονται ως απειλή. Η κοινωνική σύγκρουση μετατοπίζεται απέναντι στους νέους όρους υποδούλωσης που θέτει η συγκρότηση του ελλαδικού κράτους. Η γη, αντί να λειτουργήσει ως μέσο απελευθέρωσης, κατέχεται από τους νέους δυνάστες, οι οποίοι αντικατέστησαν τους οθωμανούς.
Αν ο έλεγχος της γης καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κρατική βαρβαρότητα, το χρέος καθορίζει τις εξωτερικές σχέσεις υποτέλειας. Και στην περίπτωση του ελλαδικού κράτους, το χρέος δεν εμφανίζεται ως μεταγενέστερο πρόβλημα, αποτελεί μέρος της συγκρότησής του.
Τα δάνεια του Αγώνα συνάπτονται πριν ακόμη υπάρξει κράτος με πλήρη μορφή. Δεν πρόκειται για απλές οικονομικές συναλλαγές. Πρόκειται για πολιτικές δεσμεύσεις που εντάσσουν την επανάσταση σε ένα διεθνές πλαίσιο εξάρτησης. Οι όροι των δανείων του Λονδίνου είναι χαρακτηριστικοί: υψηλά επιτόκια, προμήθειες, προκαταβολικές παρακρατήσεις, δεσμεύσεις εσόδων. Από τα ποσά που ονομαστικά συμφωνούνται, μόνο ένα μέρος φτάνει πραγματικά στον ελλαδικό χώρο. Το υπόλοιπο απορροφάται από μεσάζοντες, τόκους και συμφωνημένες κρατήσεις.
Όμως το κρίσιμο δεν είναι αυτό.
Οι όροι αυτοί δεν είναι απλώς οικονομικοί. Αποκαλύπτουν τη φύση της σχέσης που διαμορφώνεται. Σε σχετικές αναφορές καταγράφεται: «Εκ των δανείων, μικρόν μέρος διετέθη εις τον αγώνα, το δε υπόλοιπον κατεκρατήθη».20
Το κρίσιμο είναι τι συμβαίνει μετά. Ο Καποδίστριας δεν αμφισβητεί αυτά τα δάνεια. Δεν τα απορρίπτει ως προϊόντα μιας περιόδου αστάθειας. Τα αναγνωρίζει. Τα ενσωματώνει. Τα μετατρέπει από δάνεια μιας επαναστατικής διαδικασίας σε υποχρεώσεις ενός κράτους. Ο Τρικούπης καταγράφει: «Τα δάνεια του αγώνος ανεγνωρίσθησαν ως εθνικόν χρέος».21 Αυτή η φράση είναι καθοριστική. Το χρέος δεν ανήκει πλέον σε συγκεκριμένες επαναστατικές δυνάμεις ή συμφέροντα της περιόδου της επανάστασης. Αποτελεί πλέον κρατικό χρέος, εθνικό χρέος, συνιστά μια αναγνωρισμένη εξάρτηση.
Το κράτος δεν ξεκινά ως αυτόνομη οντότητα που στη συνέχεια δεσμεύεται. Ξεκινά ήδη δεσμευμένο. Οι οικονομικές του δυνατότητες, οι πολιτικές του επιλογές, οι σχέσεις του με μεγάλες δυνάμεις, όλα καθορίζονται από αυτή τη βασική συνθήκη. Το χρέος λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας σε διεθνές επίπεδο, όπως η γη λειτουργεί σε εσωτερικό. Δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι δομικό.
Το νέο κράτος εντάσσεται σε ένα σύστημα κυριαρχίας, όπου η περιβόητη ανεξαρτησία του δεν είναι απλά περιορισμένη από την αρχή, είναι ανύπαρκτη. Οι αποφάσεις του δεν λαμβάνονται σε κενό. Λαμβάνονται μέσα σε ένα πλαίσιο υποχρεώσεων, γεγονός που καταρρίπτει εκτός των άλλων τον βασικό μύθο που συνοδεύει την περίοδο: ότι υπήρξε μια «χαμένη ευκαιρία» και ότι αν ο Καποδίστριας ζούσε, το ελλαδικό κράτος θα είχε διαφορετική πορεία.
Η έλευση του Όθωνα σταθεροποιεί την συγκρότηση του ελλαδικού κράτους, το κρατικό μοντέλο που εγκαθιδρύεται· η μοναρχία ενισχύει τον συγκεντρωτισμό, θεσμοποιεί τον έλεγχο και παγιώνει τις σχέσεις εξάρτησης. Αυτό που ξεκινά με τον Καποδίστρια, συνεχίζεται χωρίς αυτόν.
Το κράτος δεν έρχεται να ολοκληρώσει την επανάσταση. Έρχεται να τη σταματήσει. Η επανάσταση, ως διεργασία, δεν ήταν ποτέ σταθερή, αντίθετα ήταν ανοιχτή, αντιφατική, γεμάτη φυσικά ενδοεξουσιαστικές συγκρούσεις, αλλά και απελευθερωτικές προοπτικές. Για να υπάρξει κράτος, αυτός ο κύκλος έπρεπε να κλείσει, να μετατραπεί σε παρελθόν, να ενταχθεί σε ένα εθνικό αφήγημα, σε μια κυριαρχική ιστορία. Αυτό που υπήρξε ως ζωντανή απελευθερωτική σύγκρουση, μετατρέπεται σε μια εθνική διδαχή. Η αγώνας για την ελευθερία, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, αλλάζει περιεχόμενο, μετατρέπεται σε θεμέλιο του κρατικού συστήματος, της νέας υποδούλωσης.
Η κυβέρνηση του Καποδίστρια, μέσα σε αυτό το σχήμα, δεν είναι ούτε αρχή ούτε τέλος. Είναι η τομή, το σημείο όπου η επανάσταση παύει να λειτουργεί ως παρόν, όχι επειδή «ολοκληρώθηκε» και αρχίζει να ενσωματώνεται στην κατασκευή του έθνους-κράτους, ως μια θεσμισμένη μνήμη που το νομιμοποιεί. Παρ’ όλα αυτά, οι ελπίδες των εξουσιαστών για «κοινωνική ειρήνη» θα διαψευστούν εν μέρει, λόγω της επανεμφάνισης στο κοινωνικό στερέωμα του ανατρεπτικού και ριζοσπαστικού πνεύματος των αγωνιζόμενων ανθρώπων μέσα από εξεγέρσεις στην επαρχία, συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής στις μεγάλες πόλεις και την γενικευμένη αντίσταση ενάντια στον Όθωνα.
Στην προϊούσα φθορά του Όθωνα «θα συμβάλλει η δράση των κομμάτων και οι διασταυρούμενες επιρροές και αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα της Αγγλίας, η οποία ενδιαφερόμενη για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έβλεπε με ανησυχία την υιοθέτηση από τον Όθωνα –στα πλαίσια της εγγενούς σε κάθε κρατική οντότητα επεκτατική της κυριαρχίας της τάση– της πολιτικής της ‘‘μεγάλης ιδέας’’».22
Παραπομπές – βιβλιογραφία
(1) Ιωάννης Καποδίστριας, Επιστολαί και έγγραφα, επιστολές περιόδου 1828–1831.
(2) Ιωάννης Καποδίστριας, επιστολή περί διοικητικής καταστάσεως του ελληνικού χώρου (1828).
(3) Κ. Ν. Σάθας, ιστορικά έργα περί Ελληνικής Επαναστάσεως.
(4) Ιωάννης Καποδίστριας, επιστολές προς Αυγουστίνο Καποδίστρια (1829), περί πειθαρχίας και διοίκησης.
(5) Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις.
(6) Πατριαρχική Εγκύκλιος Γρηγορίου Ε΄, Φεβρουάριος 1821.
(7) Εκκλησιαστικές εγκύκλιοι περιόδου Επανάστασης (1821–1822).
(8) Ιωάννης Καποδίστριας, επιστολές περί ρόλου της θρησκείας στη διοίκηση.
(9) Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως.
(10) Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως.
(11) Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα.
(12) Ιωάννης Φιλήμων, ό.π.
(13) Οθωμανικά φιρμάνια περί ρόλου Πατριάρχη (15ος–19ος αι.), μέσω δευτερογενούς ιστοριογραφίας.
(14) Πατριαρχικές εγκύκλιοι σχετικές με την Επανάσταση του 1821.
(15) Εκκλησιαστικά κείμενα και εγκύκλιοι περί τάξης και υπακοής (αρχές 19ου αι.).
(16) Ιωάννης Καποδίστριας, επιστολές περί κοινωνικής πειθαρχίας.
(17) Σπυρίδων Τρικούπης ό.π.
(18) Μακρυγιάννης ό.π.
(19) Μακρυγιάννης ό.π.
(20) Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, αναφορές περί δανείων.
(21) Σπυρίδων Τρικούπης ο.π.
(22) Αναρχική Αρχειοθήκη, Κυριαρχία και κοινωνικοί Αγώνες στον «ελλαδικό χώρο», Από την προεπαναστατική περίοδο μέχρι και τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης εθνικού κράτους
Αδελφότητα του Μαύρου Ρόδου
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.268, Μάρτιος 2026
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com



