Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 01 Μαρ 2026
Η ληστεία στην περίοδο της αντιβασιλείας
Κλίκ για μεγέθυνση



















Μέρος II

Παιδιά μ’ σαν θέλτε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε, εμένα να ρωτήσετε, πως τα περνάν οι κλέφτες. Ζεστό ψωμί δεν έφαγαν, γλυκό κρασί δεν ήπιαν, τον ύπνο δεν εχόρτασαν ψηλά στα καραούλια

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, μετά από διαβουλεύσεις στο κρίσιμο εξάμηνο της καινούργιας κυβέρνησης, στη συνέχιση της προσπάθειας συγκρότησης κράτους στον ελλαδικό χώρο, προχώρησαν στη συνθήκη του Λονδίνου (Ιουλίου 1827). Η αντιβασιλεία, η οποία επιβλήθηκε από τις δυνάμεις ήδη από τις 11/23 Ιουλίου 1832, όρισε τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης της εξουσίας από τρεις διορισμένους αντιβασιλείς, για να συσταθεί κράτος υπό τον έλεγχό τους στον ελλαδικό χώρο, ενώ  στο κάδρο του θρόνου τοποθετήθηκε ο ανήλικος Όθωνας, γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄ του βαυαρικού οίκου των Βίττελσμπαχ. Την αντιβασιλεία αποτελούσαν ο Βαυαρός πολιτικός Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (Armansperg), μέγας μηχανορράφος και έκπτωτος υπουργός οικονομικών της βαυαρικής κυβέρνησης, ο νομομαθής  Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ (Maurer), που επέβλεπε τα της Δημόσιας Εκπαίδευσης και τα Εκκλησιαστικά και ο Υποστράτηγος Κάρολος Γουλιέλμος Έιντεκ (Heideck), υπεύθυνος για τα Στρατιωτικά και Ναυτικά ζητήματα. Όλες οι εξουσίες, λοιπόν, βρίσκονταν στα χέρια των τριών αντιβασιλέων, με σκοπό τη συγκρότηση και την λειτουργία του νεοσύστατου κράτους. Το κυριότερο «αγκάθι» που είχε να αντιμετωπίσει η βασιλεία ήταν η συνεχόμενη παρουσία των άτακτων στρατευμάτων της επανάστασης. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το γεγονός, ότι τα κόμματα επιχειρούσαν έμμεσα να ελέγξουν αυτά τα άτακτα σώματα και να τα χρησιμοποιήσουν εναντίον των αντιπάλων τους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ενδοεξουσιαστικής διαμάχης του 1832.

Ακόμα και στην υποχρεωτική στράτευση οι άτακτοι, όπως ονομάζονταν, αντέδρασαν. Η αποστράτευσή τους και η μη κατάταξη τούς έφερε ξανά στα βουνά. Τόση ήταν η απέχθεια των ένοπλων αγωνιστών προς την ευρωπαϊκή στρατιωτική στολή των τακτικών, όπου η έκφραση «στενά» έμεινε στη δημοτική γλώσσα για την δήλωση καταστάσεων αδιεξόδου και απελπισίας.

Τον Μάιο του 1833 ξεσπούν επεισόδια στο Άργος και στο Ναύπλιο, όπου τα άτακτα τμήματα ζητούν ένα κομμάτι ψωμί από το στρατό. Πολλοί από αυτούς σπάζουν τα καρυοφύλλια τους αρνούμενοι να τα παραδώσουν.

 

 Η ληστεία, η οποία ευδοκιμούσε εκείνη τη χρονική στιγμή, είχε πάρει επιδημικές διαστάσεις και θα εξαναγκάσει το κράτος να προωθήσει ειδικό νόμο το 1834 για  συγκρότηση ειδικών κατασταλτικών σωμάτων, όπως η χωροφυλακή και η δημοτική αστυνομία. Εδώ θα σταθούμε στην εκστρατεία του Γκόρντον κατά το ληστών το 1835 στην Στερεά.[1]

Τον Δεκέμβριο του 1833 συγκροτείται το Σώμα Γενικών Επιτελών από τρεις και λίγο αργότερα από έξι αξιωματικούς με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Thomas Gordon (Γκόρντον).Το ουσιαστικότερο αποτέλεσμα της εκστρατείας του Γκόρντον για την πάταξη της ληστείας ήταν μία μακροσκελής έκθεση προς τον Άρμασμπεργκ με παρατηρήσεις για τα αίτια της ληστείας και για τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εξάλειψή της. Αρχικά, προχώρησε στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου στους δύο παραμεθόριους νομούς και στην σύσταση στρατοδικείων για την εκδίκαση των υποθέσεων της ληστείας. Πρότεινε, επίσης, την σύσταση κατασκοπευτικής υπηρεσίας εντός της χωροφυλακής, που θα ήταν σε στενή επαφή με τον στρατιωτικό διοικητή κάθε περιοχής.

Στόχος του κράτους έγιναν ακόμη και οι νομάδες κτηνοτρόφοι, οι οποίοι πολλές φορές κάλυπταν ή παρείχαν στέγη και τροφή στις ληστρικές ομάδες. Έγιναν ορκισμένοι εχθροί τόσο της κυβέρνησης, όσο και της χωροφυλακής. Το επόμενο μέτρο προέτρεπε σε άμεση καταστροφή σπιτιών και καταλυμάτων στα βουνά, ακόμα και σε κτηνοτροφικές άτυπες μικρές μονάδες. Επίσης, πρότεινε να σχηματιστούν δήμοι και να εγγραφούν οι πάντες μαζί με την κατοικία τους, ενώ επίσης προέβλεπε τη χρήση διαβατηρίων για να μπορούν να μετακινηθούν οι άνθρωποι από την μία επαρχία στην άλλη.

Οι ανυπότακτες ληστρικές αυτές ομάδες έβρισκαν καταφύγιο και λύσεις διαφυγής σε τουρκοκρατούμενες περιοχές. Κατά αυτό τον τρόπο συντηρούταν η ληστεία, καθώς μέρος της λείας πήγαινε σε αυτούς που τους εξασφάλιζαν καταφύγιο. Παρατηρούμε εδώ, στις πρώτες μορφές σύστασης του κράτους, τους τρόπους που χρησιμοποίησε η εξουσία για να εξαλείψει όσους απειθαρχούσαν, όντας διατεθειμένοι να αντιπαρατεθούν δίχως να αποδεχθούν τους όρους πειθάρχησης που έθετε.

Η πρώτη σοβαρή εμφάνιση τον καπεταναίων στο πολιτικό προσκήνιο εμφανίστηκε με την εξέγερση στην Στερεά Ελλάδα στις αρχές του 1836 και έφερε στην επιφάνεια μερικά από τα βασικότερα προβλήματα του ελλαδικού χώρου. Ήταν η πρώτη σοβαρή και ένοπλη εξέγερση για την εξουσία και την νομιμότητά της. Την επαπειλουμένη εξέγερση δημιούργησαν ασυντόνιστες προσπάθειες και περιστασιακή συνεννόηση ή συμπόρευση διαφόρων στοιχείων, που κοινά χαρακτηριστικά τους ήταν η δυσαρέσκεια και το αίσθημα της ανασφάλειας απέναντι στο κράτος.

Οι λόγοι τις επικείμενης αναταραχής ήταν η αγανάκτηση των διαλυθέντων ατάκτων που πολεμούσαν σε μόνιμες εστίες αναταραχής. Ορισμένα μισθοφορικά τμήματα στα οποία προσέφεραν λίγες δραχμές για επιβίωση και η υπόσχεση ότι οι διωγμένοι καπεταναίοι κυρίως Ήπειρο και την Μακεδονία θα έβρισκαν διέξοδο. Ομοθυμαδόν προστέθηκαν μαζί με άλλους άντρες και άλλα άτακτα δυσαρεστημένα οπλοφόρα τμήματα στις παραμεθόριες επαρχίες της χώρας και προσπαθούσαν να μην ταχθούν σε αυτό που ορίζεται ως κράτος, να μην ενταχθούν στην χωροφυλακή, στον στρατό και στο συνολικό οικοδόμημα που προσπαθούσε με βία να υποτάξει όλα τα τμήματα της κοινωνίας. Η εξέγερση που έλαβε χώρα το 1836 στην Αιτωλοακαρνανία, ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς επαναστατικών γεγονότων. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η στάση των κατοίκων ορισμένων ορεινών χωριών του Μεσολογγίου, οι οποίοι δεν επέτρεψαν την καταμέτρηση των κοπαδιών τους από τους κρατικούς υπαλλήλους. Επιπλέον, κάτοικοι του χωριού Στρέζοβα, τους επιτέθηκαν με όπλα και πέτρες, ενώ τραυμάτισαν και δύο στρατιώτες. Τέλος, σημαντικό γεγονός στην εξέλιξη υπήρξε και η επίθεση των κατοίκων των χωριών Kαρκιανά και Kαλύβια εναντίον των κρατικών υπαλλήλων, από τους οποίους αφαίρεσαν 3.000 δραχμές.

Ο ακριβής αριθμός των στασιαστών δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, ενώ τους χαρακτήρισαν ληστές, λησταντάρτες, αποστάτες και  αντιεξουσιαστές. Ήταν γεγονός ότι στην εξέγερση αυτή έπαιξαν ρόλο τα δύο δυσαρεστημένα κόμματα το γαλλικό και το ρωσικό. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί υποτιμηθεί, ούτε να παραγραφεί το γεγονός ότι το κοινωνικό αίσθημα εκείνης της χρονικής περιόδου αντιτίθεται στις προσπάθειες επιβολής σύστασης κράτους. Μια σημαντική αφορμή για την εκδήλωση της εξέγερσης ήταν ο νόμος για την προικοδότηση, ο οποίος υπαγόρευε ότι κάθε αγωνιστής του 1821 είχε το δικαίωμα να αποκτήσει ένα κομμάτι γης ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. Αυτές οι διατάξεις, βέβαια, φαίνεται πως εγκαθίδρυαν τις προϋποθέσεις δημιουργίας ενός κράτους αποτελούμενου από μικρούς και ανεξάρτητους ιδιοκτήτες, κίνηση που αποσκοπούσε στην ενίσχυση της ισχύος της αντιβασιλείας απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους. Εκτός από τα παραπάνω, το Σχέδιο Νόμου προέβλεπε και τη δωρεάν παραχώρηση της περιουσιακής γης των αγροτών στο κράτος.

Τον Ιούνιο του 1836 στο Σκαλί, 70 στασιαστές ληστές κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα τείχη της πόλης του Μεσολογγίου, ενώ σε μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο Bαυαρός λοχαγός Kράους. Άλλοι ένοπλοι κατέλαβαν τις Θερμοπύλες και ταυτόχρονα προχώρησαν σε ληστείες διερχόμενων πλουσίων, ενώ επίσης στα χωριά Γιαννιτσού και Aσβέστης 250 ληστές κατατρόπωσαν ένα στρατιωτικό σώμα μετά από μακρόχρονη και αιματηρή μάχη. Στην πραγματικότητα όμως η εξέγερση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.

Τα εξεγερτικά γεγονότα έχουν  ήδη ξεκινήσει τον Φλεβάρη του 1836, όταν ο Δήμος Tσέλιος με 100 ενόπλους, κατέλαβε τα χωριά Aστακός και Mύτικας καταλύοντας και τις τοπικές αρχές. Στις 6 Φεβρουαρίου, συναντήθηκε με τους N. Zέρβα και Γ. Mαλάμο στο Αγιοβίτσι,  απ’ όπου και ξεκίνησαν για να επιτεθούν στο Mεσολόγγι. Την επόμενη ημέρα, ο Kαινούργιος και ο Π. Tσερπεζής κατέλαβαν το Bοχώρι και το Γαλατά. Στις 9 Φεβρουαρίου, οι ένοπλοι του Zέρβα, του Mαλάμου και του Kαινούργιου επιτέθηκαν τελικά στο Mεσολόγγι. Η μάχη αυτή όμως έληξε με άδοξη ήττα.

Ο  Άρμανσπεργκ, όντας έμπειρος γερμανικός πολιτικός, χειρίστηκε το ξέσπασμα της εξέγερσης με πολιτική δεξιοτεχνία και με τεχνάσματα για να καταστείλει την εξέγερση. Χρησιμοποίησε για την καταστολή της εξέγερσης ρουμελιώτες καπεταναίους, προσκείμενους και στα δύο δυσαρεστημένα κόμματα. Έτσι, με αυτό τον τρόπο η εξέγερση κατεστάλη εκ των έσω. Όμως, η έκρυθμη κατάσταση στη Στερεά Ελλάδα συνεχίστηκε τον ίδιο χρόνο.

Η κατασταλτική μεθόδευση της εξέγερσης αποτελούσε ουσιαστικά συμβιβασμό της εξουσίας με διάφορα δυσαρεστημένα στοιχεία, κυρίως καπεταναίους. Δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο ο τακτικός στρατός, αλλά και σώματα της εθνοφυλακής, που στρατολόγησαν οι τοπικοί καπεταναίοι. Δίνοντας μία πιο ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους τοπικούς καπεταναίους, η Αντιβασιλεία κατάφερε να διασπάσει τους δυσαρεστημένους άτακτους και να σπάσει την εξέγερση.

Παρεπόμενη εξέλιξη, βέβαια, ήταν καπεταναίοι να καταχραστούν πολλά χρηματικά ποσά και να ξαναδημιουργηθούν εκ νέου άτακτα κομμάτια. Αξίζει να ειπωθεί, ότι οι πρωτεργάτες των ταραχών στη Στερεά στιγματίστηκαν διαπαντός και επικηρύχθηκαν λίγους μήνες αργότερα για 3.000 δραχμές ο καθένας. Φυσικά, επικηρύχθηκαν και με μικρότερα χρηματικά ποσά πολλοί συμμετέχοντες στην συγκεκριμένη εξεγερτική απόπειρα.[2]

Έχοντας αναφερθεί αρκετές φορές στη δυναμική, που υπάρχει μέσα σε κάθε πραγματοποιημένη κινητοποίηση και η οποία μπορεί να εκφραστεί μέσω μίας συγκρουσιακής πραγματικότητας, όπου θα υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προς μία απελευθερωτική κατεύθυνση, δεν πρέπει να παραλείπουμε, να τονίσουμε πως η ίδια δυναμική υπάρχει και είναι σύμφυτη στον κάθε άνθρωπο, όντας απόρροια της φυσικής του τάσης προς την εξέγερση και την καταστροφή του οτιδήποτε τον καταπιέζει.[3]

Η εκστρατεία καταστολής και το υπόμνημα του Γκόρντον κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα (1833–1835) καθρεπτίζουν μια στιγμή έντονης κρατικής παρέμβασης, σε μια κοινωνία που εξέρχεται από επαναστατική και πολεμική εμπειρία. Τα γεγονότα εξελίσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της συγκρότησης του νεωτερικού κράτους και της μετάβασης σε δήθεν σταθερότερες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η Αντιβασιλεία, ως φορέας εισαγόμενων διοικητικών προτύπων και συγκεντρωτικής κρατικής οργάνωσης, θεωρήθηκε από τον κοινωνικό χώρο, όχι απλώς  ως ξένη επιβολή, αλλά ως μηχανισμός εγκαθίδρυσης ενός νέου τύπου πολιτικής εξουσίας, απαραίτητου για την εδραίωση σχέσεων ιδιοκτησίας, φορολογικής πειθαρχίας και ελέγχου της εργασίας. Οι ένοπλες τοπικές ομάδες, οι πρώην αγωνιστές και τα δίκτυα, που κινούνταν στα όρια ανάμεσα στην πολεμική δράση και τη ληστεία, αντιμετωπίστηκαν ως κατάλοιπα μιας προνεωτερικής μορφής εξουσίας και κοινωνικής οργάνωσης, ασύμβατης με το συγκεντρωτικό κράτος που αναδυόταν.

Οι τοπικές κοινωνίες δεν τους αντιλαμβανόταν, πάντοτε, ως «καθαρούς εγκληματίες», αλλά ως ανθρώπους, οι οποίοι ανήκαν σε έναν γνώριμο κόσμο βίας και ανταποδοτικότητας. Ωστόσο, η εικόνα δεν πρέπει να εξιδανικεύεται: οι ίδιες ομάδες μπορούσαν να στραφούν εναντίον αγροτών, να εμπλακούν σε προσωπικές ή πελατειακές συγκρούσεις και να λειτουργούν και ως όργανα τοπικών ισχυρών. Άρα, η ληστεία της περιόδου έχει κοινωνικές διαστάσεις, αλλά δεν ταυτίζεται πλήρως με «λαϊκή αντίσταση». Βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε κοινωνικό φαινόμενο, πολεμικό κατάλοιπο και παραβατικότητα.

Τα μέτρα καταστολής της ληστείας ήταν πρωτίστως έκφραση της ίδιας της φύσης του κράτους. Η ληστεία ως επαναστατική πράξη δεν μπορεί να εξιδανικευτεί, καθώς η ατομική ή μικρο-ομαδική βία δεν οδηγεί από μόνη της σε κοινωνική απελευθέρωση. Ωστόσο, εξαπλώνεται σε καιρούς έντονης οικονομικής κρίσης ως σύμπτωμα κοινωνικής αδικίας, φτώχειας και διάλυσης παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης. Η κρατική απάντηση για την αποκατάσταση της «τάξης» και της «ασφάλειας», με την όποια ιδεολογική κάλυψη και την επιβεβαίωση του μονοπωλίου της βίας στόχευε στην εδραίωση της κρατικής κυριαρχίας.

Χωρίς να στοχεύονται φυσικά οι κοινωνικές αιτίες, που γεννούν τέτοια φαινόμενα, το κράτος επέβαλλε πειθαρχία και υπακοή, εντάσσοντας βίαια τους πληθυσμούς σε ένα σύστημα διοικητικού και ιδιοκτησιακού ελέγχου στο οποίο εμπεδώνονται οι  δομές ανισότητας και εξαναγκασμού.

Μετά την Επανάσταση, πολλοί ένοπλοι άνδρες (αγωνιστές, κλέφτες, αρματολοί) βρέθηκαν εκτός επίσημων κρατικών δομών, χωρίς γη, μισθό ή σταθερή θέση στο νέο κράτος. Η επιβολή συγκεντρωτικής διοίκησης, φορολογίας και αποστράτευσης διέλυσε δίκτυα, που προηγουμένως λειτουργούσαν ως τοπικά συστήματα προστασίας, ισχύος και διαμεσολάβησης. Σε αυτό το περιβάλλον, η ληστεία δεν ήταν μόνο εγκληματική πρακτική, αποτελούσε συχνά μέσο επιβίωσης, διατήρησης τιμής και συνέχισης παλαιών ένοπλων ρόλων.

Εν τέλει αποτέλεσε εν πολλοίς έκφραση ενός πηγαίου ενστίκτου ελευθερίας και άρνησης της υποταγής σε μια εξουσία, που στο κάτω κάτω δεν προερχόταν από τους τοπικούς πληθυσμούς, αλλά επιβλήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Μ.

Βιβλιογραφία

  • Κυριαρχία και κοινωνικοί αγώνες στον «ελλαδικό χώρο», Αναρχική Αρχειοθήκη, τόμος πρώτος, Αθήνα 1996, σελ. 380-385.
  • Κολιόπουλος Ιωάννης, Η ληστεία στην Ελλάδα 19ος αιώνας, Περί λύχνων αφάς, Επίκεντρο 2005, σελ. 45-50.
  • Αναρχική Θεώρηση, τεύχος 7, σελ. 235-238.

[1] Κυριαρχία και κοινωνικοί αγώνες στον «ελλαδικό χώρο», Αθήνα 1996, σελ. 380-385.

[2] Κουλιόπουλος Ιωάννης, Περί λύχνων αφάς, Επίκεντρο, 2005, σελ. 45-50.

[3] Αναρχική Θεώρηση, τεύχος 7, σελ. 235-238.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.267, Φεβρουάριος 2026


ΠΗΓΗ:https://anarchypress.wordpress.com

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου