Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 18 Ιαν 2026
Η ληστεία στην περίοδο της αντιβασιλείας
Κλίκ για μεγέθυνση











Μας ήρθι άνοιξη πικρή 

– και καλοκαίρι μαύρο 

Μας ήρθι κι ο χινόπωρος 

– πικρός φαρμακωμένος

Μας ήρθι φράγκους βασιλιάς 

– φράγκους και μπαρβαρέζους

Γρίβα, σε θελ’ ου βασιλιάς 

– …

– του τι με θελ’ ου κερατάς; 

– …

– ανί με θέλει ε καλό

– να πάου καθώς είμι 

– κι ανί με θέλει ε κακό 

– να ζώσω τ’ άρματα μου…

Η κατάσταση που αντιμετώπισε όσον αφορά την ληστεία η Αντιβασιλεία, όταν επιβλήθηκε ως μια μορφή κρατικής εξουσίας στον ελλαδικό τότε χώρο, ήταν  αρκετά πολύπλοκη, με πολλές τοπικές εξεγέρσεις και ένοπλα τμήματα που μπορούσαν να ληστέψουν ή και να επιβληθούν στα μικρά κοινοτικά  χωριά, τόσο της Πελοποννήσου, όσο και της Στερεάς Ελλάδος. Καθώς ο Όθωνας ήταν ανήλικος τα χρέη της ανώτατης διοίκησης ανέλαβαν ως την ενηλικίωσή του οι Joseph Ludwig von Armansperg, Georg Ludwig von Maurer και Karl Wilhelm von Heideck.

Οι Βαυαροί έφεραν μαζί τους 3.500 Γερμανούς ως φρουρά και ως πυρήνα του υπό συγκρότηση στρατού, ενώ επίσης η Αντιβασιλεία θα ιδρύσει τον Οκτώβριο του 1833 το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό τον Γάλλο A. Jean-Francois de Rygny. Ως το 1834 είχαν γίνει εμφανείς οι πολιτικές προτιμήσεις της Αντιβασιλείας, ειδικότερα του Armansberg και του Maurer, προς το αγγλικό και το γαλλικό κόμμα αντίστοιχα, ενώ παράλληλα υπήρχαν προσπάθειες απομόνωσης του ρωσικού κόμματος και των μελών του, των Ναπαίων. Με το Διάταγμα 2/14 Μαρτίου 1833 διέλυσαν τα άτακτα στρατεύματα και στη θέση τους δημιούργησε 10 τάγματα ακροβολιστών. Αφού ο  αριθμός τους ορίστηκε σε 2.000 άνδρες περίπου (άρθρο 2) είναι εύκολο κατανοητό ότι δεν θα μπορούσε να απορροφήσει παρά μόνο τα δύο πέμπτα των παλαιών αγωνιστών και δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν γίνονταν δεκτοί παλαίμαχοι αγωνιστές κάτω των τριάντα ετών. Οι αντιβασιλείς καθόρισαν το μισθό σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (άρθρο 5), όρισαν την περιφρονημένη ξιφολόγχη ως το κύριο όπλο του σώματος (άρθρο 4) και επέβαλλαν στους ακροβολιστές τους ίδιους κανόνες στρατιωτικής πειθαρχίας που εφαρμόζονταν στους στο σώμα των τακτικών (άρθρο 7).

 

Εν ολίγοις τα τρία πέμπτα των ατάκτων όφειλαν, να επιλέξουν ανάμεσα στην ζωή του πολίτη και στην ένταξη τους στον τακτικό στρατό, ενώ όσοι από αυτούς ήταν πρόσφυγες πήραν την υπόσχεση ότι θα τους παραχωρούνταν ικανοποιητικός κλήρος από τις εθνικές γαίες παρ’ ότι ούτε ο χρόνος ούτε τρόπος της διανομής καθοριζόταν (άρθρο 4).

Οι άτακτοι στρατιώτες δεν είδαν με καλό μάτι τη νέα στρατιωτική οργάνωση και αρνήθηκαν να καταταχτούν στα νέα τάγματα, γιατί η αυστηρή πειθαρχία, οι συνεχείς ασκήσεις, η φράγκικη ενδυμασία τους, τα «στενά» όπως τα χαρακτήριζαν ενδύματα, ήταν ξένα προς τις μακροχρόνιες άτακτες συνήθειές τους και τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους. [1]

Τη στιγμή που ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας απαρνιόταν τη φράγκικη ενδυμασία του για να φορέσει την παραδοσιακή φουστανέλα, οι αγωνιστές υποχρεώνονταν να την απαρνηθούν (φορεσιές πολλές φορές διάτρητες από τα βόλια), για χάρη της ξενόφερτης φράγκικης ενδυμασίας. Κατά αυτόν τον τρόπο,  με τη νέα διοργάνωση των άτακτων στρατευμάτων και τη δημιουργία των ταγμάτων των ακροβολιστών έμειναν έξω από τα τάγματα γύρω στις 15.000 αγωνιστές του ’21. [2]

Ένας ακαθόριστος αριθμός , αλλά αρκετά σημαντικός πέρασε από τα βόρεια σύνορα στο τουρκικό έδαφος, όπου άλλοι μπήκαν στην υπηρεσία του Ταφίλ Μπουζέ, ενός τούρκου οπλαρχηγού του Δομοκού, άλλοι επιδόθηκαν στην άγρια ζωή του ληστή στα βουνά που χώριζαν τον τότε ελλαδικό χώρο από τις οθωμανικές περιοχές και οι υπόλοιποι άνεργοι χωρίς καμία κυβερνητική αναγνώριση επέστρεψαν στα σπίτια τους ή φιλοξενήθηκαν από συγγενείας τους.

Ο Ν. Κασομούλης περιγράφει τη δεινή θέση τους ως εξής: «Οι επίσημοι Οπλαρχηγοί και οι περισσότεροι των αξιωματικών των Ελαφρών Ταγμάτων έμειναν με τας απολεσθείσας ελπίδας των μόνοι εις Πρόνοιαν, απαρηγόρητοι, αν και βαθέως αγανακτούντες. Οι δε υπαξιωματικοί και στρατιώται, περιπλανώμενοι από χωρίου εις χωρίον, περίπου των 15.000 χιλιάδων, αναθεματούντες τους πρωταιτίους και μακαρίζοντες τους συναδέλφους των οίτινες δεν έζησαν να ιδούν το τέλος τούτων των αδικιών. Όταν είδον ότι, πανταχόθεν διωκόμενοι από τας Ελληνικάς αρχάς και τα Βαυαρικά στρατεύματα, άλλον άσυλον δεν τοις έμεινεν παρά ενωθέντες άλλοι με τους Αρματωλούς πρόσφυγας, με μαυρισμένας σημαίας ακολουθούντες αυτούς αποφασισμένοι να εξέλθουν εις το Οθωμανικόν να ξεθυμάνουν, ή να λάβουν τα Αρματωλίκια πάλιν και να ζήσουν – όπου εχάθησαν φονευθέντες οι περισσότεροι – άλλοι λησταί μείναντες εντός του κράτους, επί τέλους διασπαρέντες ωσάν να μη υπήρξεν στρατός του Ιερού Αγώνος ουδέποτε, και ωσάν να μη ελευθέρωσαν οι βραχίονές των την πατρίδα και την κατέστησαν βασίλειον, ως λύκοι θεωρούμενοι και διωκόμενοι πλέον, επλημμύρισαν την μεθόριον από ληστείας» (Ν. Κασομούλης, «Ενθυμήματα στρατιωτικά της επανάστασης των Ελλήνων 1821 – 1833»). Ο Αμβρ. Φραντζής με τη σειρά του στην «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος» παρατηρεί: «Όθεν και θεωρήσασα αυτούς (ενν. τους αγωνιστές της επανάστασης) ως εχθρούς του βασιλικού θρόνου, και ως ανθρώπους αναξίους της βασιλικής εμπιστοσύνης, διέλυε τα υπό την οδηγίαν των ελαφρά τάγματα, ώστε εκ των διαλυθέντων αυτών στρατιωτών κατηναγκάσθησαν άλλοι μεν να προσφύγωσι εις το Τουρκικόν κράτος, άλλοι να γίνωσι λησταί, άλλοι κλέπται και άλλοι να λιμοκτωνόνται, μη έχοντες κανέναν πόρον του ζήν άλλον, ούτε χρηματικόν, ούτε κτηματικόν».

Δυο καινούργια διατάγματα εκδίδονται το 1834 με την ευκαιρία της βασιλικής επετείου. Το πρώτο προέβλεπε την χορήγηση στους παλαιούς αγωνιστές αναμνηστικών μεταλλίων που εκτός από την υποτιθέμενη τιμητική διάκριση θα εξασφάλιζαν ορισμένα προνόμια που αφορούσαν τιμητικές θέσεις στις επίσημες τελετές του δήμου, την επαναφορά του δικαιώματος να οπλοφορούν χωρίς ειδική άδεια όπως υποχρεώνονταν βάσει συγκεκριμένης απαγόρευσης και την απαλλαγή τους από κάθε σωματικά εργασία στα δημόσια έργα.

Όπως αναφέρει ο John Petropoulos, «Το διάταγμα αυτό είχε σκοπό να ικανοποιήσει τον αυτοσεβασμό των αγωνιστών και να κολακέψει τη ματαιοδοξία τους, και δεν έκανε τίποτα για να λυθεί το οικονομικό τους αδιέξοδο. Το θέμα αυτό αντιμετώπιζε το δεύτερο μέτρο, που προσέφερε τη λύση της καλλιέργειας της γης με δωρεάν παροχή κλήρων από τις εθνικές γαίες. Αφορούσε όμως τους άπορους και προέβλεπε λεπτομερείς και ταπεινωτικές διαδικασίες» (John Petropoulos, Πολιτική και Συγκρότηση Κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο 1833-1943). Η εικόνα της αντιβασιλείας αμαυρώθηκε ακόμη περισσότερο, όταν ξεκίνησαν διώξεις ενάντια σε αγωνιστές της επανάστασης μεταξύ των οποίων βρέθηκε και ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, η καταδίκη του οποίου ξεσήκωσε σφοδρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Στα τέλη του 1835, η ληστεία είχε ήδη αναδειχθεί σε σημαντικό πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας, ιδίως στη Στερεά Ελλάδα. Την εποχή εκείνη ζητήθηκε από αρκετούς πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες να υποβάλλουν στην αντιβασιλεία εκθέσεις, στις οποίες θα έπρεπε να αναφέρουν τα κατά τη γνώμη τους αίτια της έξαρσης της ληστείας και ακόμη να προτείνουν μέτρα για την αντιμετώπισή της. Ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, πολιτικός καταγόμενος από τα Ψαρά, υπέβαλε τη δική του έκθεση στις 22 Δεκεμβρίου 1835. Η έκθεση αυτή, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στη συνέχεια, βρίσκεται μαζί με άλλες στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) στο Φάκελο 176 του Υπουργείου Εσωτερικών.

«A/ […] εσύντεινεν όμως όχι ολίγον και η ιδιοτέλεια διαφόρων καπετανέων, οίτινες επιθυμούντες να απολαμβάνουν τα Αρματολίκια, κατέφευγον και μετήρχοντο το έργον της ληστείας, ώστε όπου έφερον εις ανάγκην τας Oθωμανικάς Διοικήσεις να τους διορίζουν εις διαφόρους επαρχίας Aρματολούς. Εκ των τοιούτων έγινεν έξις και αναγενάτο πάντοτε από καιρόν εις καιρόν η ληστεία· άσυλον δε είχον ούτοι να καταφεύγουν, οπόταν ήθελαν ευρεθή στενεμένοι, τας Νήσους Kάλαμον, Iθάκην, και Aγίαν Mαύρα, πριν ότου η Επτάνησος τεθή υπό την προστασίαν της μεγάλης Βρετανίας· μετά ταύτα έπαυσαν καθότι οι καπετανέοι στερηθέντες το άσυλον τούτο ηναγκάσθησαν και επροσκύνησαν εις τον Αλή-Πασάν.

Β/ Άμα ηγέρθη η επανάστασις, η ληστεία έπαυσε κατά πάντα, καθότι ούτοι οι αναφερόμενοι ηνωθέντες με το Έθνος συνηγονίζοντο εις το στάδιον του αγώνος, εις την διάρκειαν του οποίου αν από περιστατικά τινά ηκολούθησε ποτέ ληστεία, ήτο πολλά ασήμαντος και από ποταπούς ανθρώπους, και τούτο σπανίως. […]

Δ/ Μετά την ευτυχή άφιξιν της  Μεγαλειότητος εις την Ελλάδα και εγκαθιδρίσεως της  Αντιβασιλείας, έγινεν η διάλυσις των ατάκτων ελαφρών στρατευμάτων, και τούτο έδωσεν αφορμήν νέων παραπόνων ώστε οπού να αναγενηθή πάλιν το κακόν της ληστείας· πολλοί εξ αυτών των στρατιωτών απελπισθέντες από τον πόρον της ζωής των, ή και πλανηθέντες από ιδιάζοντας χειμερινούς σκοπούς, κατέφυγον με τον Tαφίλ Πούζην εις τα Τουρκικά μέρη, όπου αποτυγχάνοντες τους σκοπούς των, ηναγκάσθησαν να διαλυθώσι· μολαταύτα απήντησεν εκεί το παλαιόν άθλιον σύστημα της Τουρκίας, οίον τους Δερβεναγάδες και Αρματωλούς, με τους οποίους εστάθη πολλά εύκολον να συμβιβασθούν, ώστε να γυμνώνουν τον λαόν της Ελλάδος περί το καλοκαίρι, και εις καιρόν Χειμώνος επιστρέφοντες εις αυτούς, να μοιράζουν αναμεταξύ των τα αποκτόμενα από τας ληστείας και να προστατεύωνται ανηκόντως».[3]

Ανάλογες παράμετροι, κατά την ίδια περίοδο, εντοπίζονται επίσης και στην περίπτωση της συνοριακής γραμμής του τότε ελλαδικού χώρου. Ολόκληρη η περιοχή της Φθιώτιδας ήταν εκτεθειμένη σε πολυπρόσωπες ληστρικές ομάδες, οι οποίες είχαν αναπτύξει έντονη δράση και χρησιμοποιούσαν ως κέντρα εξόρμησης αλλά και προφύλαξης τον ορεινό όγκο της Στερεάς Ελλάδας και την οθωμανική Θεσσαλία.

Η βαυαρική κυβέρνηση είχε αναθέσει το έργο της αντιμετώπισης των ληστρικών επιδρομών στην Στερεά Ελλάδα από το 1835, στον υποστράτηγο Τόμας Γκόρντον, ο οποίος με ζήλο ασχολήθηκε με την πάταξη της ληστείας, προτείνοντας την χρήση διαβατηρίων αλλά και την δημιουργία δήμων με σκοπό την καταγραφή των κατοίκων. Τιμήθηκε, άλλωστε, για αυτό, από το ελληνικό κράτος. Ο ίδιος υπήρξε θύμα επίθεσης ληστών στο χωριό αγία Μαρίνα της Φθιώτιδας και στις προτάσεις του προς τον Armansberg, για την αντιμετώπιση του φαινομένου είχε εισηγηθεί την σύσταση οργανωμένης αστυνομίας στην πόλη της Λαμίας, την οποία θεωρούσε κέντρο της ληστείας. Πάντως, η δράση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων στην περιοχή, πέραν της αυστηρότητας είχε καταγραφεί ως αποτυχούσα του φαινομένου, καθώς τα αποσπάσματα αφενός λειτουργούσαν μέσα σε ένα πλαίσιο κομματικόo, κατ’ επέκταση πολιτικό, πελατειακό και τοπικού παραγοντισμού και αφετέρου, συμπεριφερόντουσαν με αυταρχισμό στους κατοίκους της αγροτικής αυτής περιοχής. [4]

Ο Δ. Λουκόπουλος αναφέρει σχετικά ένα χαρακτηριστικό ανέκδοτο κείμενο που κυκλοφορούσε στον ποιμενικό κόσμο της Ρούμελης στην δεκαετία του 1920, όταν κάποτε ένας βλάχος σκηνίτης από τα Άγραφα πήγε στο δικαστήριο. Ο δικαστής τον ρώτησε για τον τόπο γέννησης και την μόνιμη κατοικία του. Ο βοσκός απάντησε: στα ρέματα γεννήθηκα στα πλάγια κατοικώ (βλ. Δαμιανάκος Στάθης, Παράδοση Ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός).

Το να εγκαταλείψουν, λοιπόν, αυτό τον τρόπο ζωής είναι για τους βοσκούς συνώνυμο κατάπτωσης και αρρώστιας. Εάν ένας βοσκός θέλει να εγκατασταθεί κάπου, να χτίσει σπίτι, να αγοράσει χωράφι, τότε πίστευαν ότι πέφτει άρρωστος, τα κρέατα του σαπίζουν και τον τρώνε τα σκουλήκια. Αυτός ο τρόπος ζωής τους μάθαινε να μην εξαρτώνται για την διατροφή και την ένδυση τους παρά μόνο από τα προϊόντα και τα υλικά που το παρέχει η στάνη (κρέας, γάλα τυρί, δέρματα και διάφορα πετσιά για να φτιάχνουν κάπες και τσαρούχια). Αυτά τα μοτίβα τα ξανασυναντούμε σε διάφορες ληστρικές ομάδες της εποχής, στην διατροφή, στην ενδυμασία και στον τρόπο ζωής. Εκείνοι είναι εξοικειωμένοι με ένα πρόχειρο χτίσιμο, με πρόχειρα μέσα ενός καταφυγίου, που θα προστατέψει από τον άνεμο, το χιόνι ή τον ήλιο, το φτιάξιμο ενός ασκού για να μεταφέρουν νερό ή ρακή, την κατασκευή ή την επιδιόρθωση των τσαρουχιών τους έως και το σκάλισμα από ένα απλό καλάμι για την δημιουργία μιας φλογέρας που θα συνοδέψει τα τραγούδια τους.

Εκεί όπου ο ληστής μαθαίνει όπως μαθαίνει και ο βοσκός να επιβιώνει. Ο τρόπος ζωής τους και η στενή επαφή με το χωριό θα τους δώσουν πρόσβαση στα μυστικά της φύσης και θα επιστρέψουν να τα εκμεταλλευτούν για την επιβίωση, την άμυνα και τις δραστηριότητές τους. Θα τους μάθει να μιμούνται τις κραυγές των πουλιών και των αγριμιών, να συνεννοούνται με συνθηματικό τρόπο, θα τους σκληραγωγήσουν οι εξαντλητικές πορείες μέσα στα βουνά και θα τους μυήσουν στην τεχνική του ανταρτοπόλεμου, στην επίφοβη τεχνική για κάθε τακτικό στρατό.

Το βαυαρικό στρατιωτικό απόσπασμα, που κάτω από τις διαταγές του Γκόρντον επιχείρησε εναντίον τους, όπως προείπαμε πιο πάνω στην εκστρατεία κατά των ληστών, αν και τέλεια γυμνασμένο, δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα και γρήγορα εγκατέλειψε την αποστολή του αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες.

Ο Lenormann μιλώντας για αυτούς θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η έκφραση της άγριας φύσης τους: είναι πραγματικά άγριοι, και έχουν όλα τα προτερήματα και όλα τα μειονεκτήματά τους. Είναι τίμιοι και γενναιόδωροι μα ταυτόχρονα σκληροί θορυβώδεις άρπαγες και οι διάκριση του δικού του και το δικό μου δεν χωράει και πολύ πολύ στο μυαλό τους. Θα ήταν ίσως πιο ορθό να αποδοθούν τα χαρακτηριστικά αυτά στην ανάγκη που αισθάνεται κάθε σύνολο απομονωμένο και κλεισμένο στον εαυτό του και σε διαρκή σύγκρουση με το κοινωνικό περιβάλλον να αναπτύσσει μηχανισμούς αμυντικούς ώστε να ευνοείται η ενίσχυση, η συνοχή, η μαχητικότητα, και η συντροφικότητα μιας τέτοιας ομάδας (βλ. Δαμιανάκος Στάθης, Παράδοση Ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός).

Οι  κρατικές «αυθαιρεσίες», τα πολιτικά κόμματα, η άνευ όρων στρατολόγηση, οι κοινωνικές αδικίες, η έντονη φορολογία, οι ανεξέλεγκτη βία της χωροφυλακής ενέτειναν περισσότερο το ληστρικό φαινόμενο κατά την περίοδο της αντιβασιλείας. Ο νόμος που ψηφίστηκε το 1836 καθιέρωσε την συλλογική ευθύνη των κοινοτήτων για πράξεις ληστείας, που έχουν διαπραχθεί στο χώρο τους. Η κυβέρνηση υιοθετώντας την αρχή της συλλογικής ευθύνης για την ασφάλεια προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μέσω των δήμων καθιστώντας τους δήμους υπεύθυνους για τα ληστρικά κρούσματα και την περιφέρειά τους. Κατά αυτό τον τρόπο, κάθε δήμος ήταν υπεύθυνος για τις ληστείες που διαπράττονταν στα όριά του και ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει τα θύματα των ληστών. Οι  δημοτικές αρχές μπορούσαν να υποχρεώσουν και να καλέσουν στα όπλα δημότες και να ανταποκρίνονται στην πρόσκληση όταν εμφανίζονται ληστές.

Ο Γκόρντον στον οποίο ο αντικαγκελάριος Άρμανσπεργκ είχε αναθέσει το 1835 εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ληστών επέμενε ιδιαίτερα στις σχετικές του αναφορές του στην ανάγκη, έστω και με τη βία, μόνιμης εγκατάστασης κατοίκων ή βοσκών και εγγραφής τους στα δημοτολόγια των κοινοτήτων. Θα πρέπει να περιμένουμε, όπως τόνιζε, σχεδόν έναν αιώνα για να δούμε να πραγματοποιούνται οι ευχές του με την προοδευτική εξαφάνιση της ληστείας, που λαμβάνει χώρα μετά τη δεκαετία του 1920. Ο Κασομούλης στο ημερολόγιο του αναφέρεται στο σχέδιο ενάντια στους ληστές που πρότεινε σε έναν αξιωματικό του ελληνικού στρατού το 1835 ο στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλίας Νουρεντίν- αγάς (πασάς), που ήταν γνώστης του «προβλήματος».

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο το μόνο αποτελεσματικό μετρό εξόντωσης στο ληστών θα ήταν η εξολόθρευση των συγγενών τους ως τον έβδομο βαθμό.  Η ιδέα αυτή παρά τον παραλογισμό της είχε αρχίσει να εφαρμόζεται δύο χρόνια αργότερα, όταν μ’ ένα διάταγμα του 1838 θα θεσπιστεί η εκτόπιση των συγγενών των ληστών μέχρι τετάρτου βαθμού. Το μέτρο αυτό που γρήγορα θα εγκαταλειφθεί λόγω της αναποτελεσματικότητάς και του «σκανδαλώδους» αντιανθρώπινου χαρακτήρα του. [5]

Η ληστεία, όχι πρωτίστως ως «πρωτόγονη αντίσταση», αλλά ως αυθόρμητη μορφή αυτοάμυνας των κοινοτήτων απέναντι στην επιβολή ενός συγκεντρωτικού, αυταρχικού και ξένου προς την κοινωνία κράτους ήταν κοινωνικό επακόλουθο. Η βαυαρική αντιβασιλεία λειτουργούσε ως μηχανισμός καταστροφής των παραδοσιακών δικτύων αλληλοβοήθειας, τα οποία είχαν διαμορφωθεί στην οθωμανική περίοδο μέσα από κοινότητες, άτυπες ιεραρχίες και ένοπλες τοπικές δομές.

Οι κλέφτες και οι πρώην αρματολοί που έγιναν «ληστές» δεν αποτελούσαν παθολογικό κατάλοιπο μιας «άλλης εποχής», αλλά φορείς μιας ηθικής οικονομίας βασισμένης στην αμοιβαιότητα, την προστασία της κοινότητας και την αντίσταση στην εξωτερική επιβολή. Γι’ αυτόν τον λόγο η μετάβασή τους στην παρανομία δεν ερμηνεύθηκε από τον απλό κόσμο ως εγκληματική εκτροπή, αλλά ως συνέπεια της κατάργησης των τοπικών μορφών αυτοδιοίκησης και της μονοπώλησης της βίας από το κράτος.

Μ.


[1] ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ιωάννης και Αικατερίνη ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ, «Περίοδος βασιλείας του ΄Οθωνος 1833-

1862»», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (στο εξής Ι.Ε.Ε.), Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1977, τ. ΙΓ΄, σ. 56.

[2] Γιάννης Κολιόπουλος: Ληστές και Λησταντάρτες στην Κεντρική Ελλάδα το 1835-1836.

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) στο Φάκελο 176 του Υπουργείου Εσωτερικών.

[4] Ν.Α. Αναστασόπουλος η ληστεία στο Ελλάνικο κράτος, Αθήνα 2018 σελ. 98.

[5] Στ. Δαμιανάκος ,παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα 1987, σελ 85-99.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.266, Ιανουάριος 2026

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου