Βιβλιοκριτική για το βιβλίο Krieg und Krieger (Junker und Dünnhaupt Verlag, 1930) που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Die Gesellschaft 7 και αναδημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση New German Critique 17 στα πλαίσια αφιερώματος στον Walter Benjamin. Ο Walter Benjamin (1892-1940) ήταν φιλόσοφος, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας



Ο Leon Daudet, γιος του Alphonse Daudet, ο οποίος ήταν σημαντικός συγγραφέας και ηγέτης του Μοναρχικού Κόμματος της Γαλλίας (ΣτΜ: Action Française), έγραψε κάποτε ένα άρθρο στην Action Française (ΣτΜ: το περιοδικό του κόμματος) για το Salon de l’Automobile (ΣτΜ: την Έκθεση Αυτοκινήτου του Παρισιού), το οποίο κατέληγε, με ίσως κάπως διαφορετικά λόγια, στο συμπέρασμα: «L’automobile c’est la guerre». Αυτή η αναπάντεχη σύνδεση ιδεών βασίστηκε στην αντίληψη της αύξησης των τεχνικών αντικειμένων, των πηγών ενέργειας και με ένα ρυθμό που συνήθως ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί ούτε να απορροφήσει πλήρως ούτε να αξιοποιήσει επαρκώς, αλλά που ωστόσο απαιτούν αξιοποίηση. Όμως η αξιοποίηση μπορεί να συμβεί μόνο σε αντίθεση προς μια αρμονική ισορροπία, στον πόλεμο, και η καταστροφική δύναμη του πολέμου παρέχει ικανές αποδείξεις πως η κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι έτοιμη να κάνει την τεχνολογία δικό της όργανο και πως η τεχνολογία δεν είναι αρκετά ισχυρή για να κυριαρχήσει στις στοιχειώδεις δυνάμεις της κοινωνίας. Δίχως να αγγίξουμε την επιφάνεια της σημασίας των οικονομικών αιτιών του πολέμου, μπορούμε να πούμε ότι οι πιο σκληρές, οι πιο καταστροφικές πτυχές του ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι εν μέρει το αποτέλεσμα της τεράστιας ασυμφωνίας μεταξύ της γιγάντιας δύναμης της τεχνολογίας και του μικροσκοπικού ηθικού διαφωτισμού που παρέχει. Πράγματι, με βάση την οικονομική της φύση, η αστική κοινωνία δεν μπορεί παρά να απομονώσει όσο το δυνατόν περισσότερο οτιδήποτε τεχνολογικό από το λεγόμενο πνευματικό, και δεν μπορεί παρά να αποκλείσει απόλυτα το δικαίωμα της τεχνολογίας να συναποφασίζει για την κοινωνική τάξη. Οποιοσδήποτε μελλοντικός πόλεμος θα είναι επίσης μια εξέγερση της υπόδουλης τεχνολογίας.

Σήμερα παράγοντες όπως αυτοί καθορίζουν όλα τα ζητήματα του πολέμου και δύσκολα θα περίμενε κανείς να χρειαστεί να το υπενθυμίσει στους συγγραφείς αυτού του τόμου, αλλά ούτε και να τους θυμίσει ότι πρόκειται για ζητήματα ιμπεριαλιστικού πολέμου. Άλλωστε, ήταν οι ίδιοι στρατιώτες στον Παγκόσμιο Πόλεμο και, παρά την όποια διαφωνία, αναμφισβήτητα έχουν ως αφετηρία την εμπειρία αυτού του πολέμου.  Γι’ αυτό είναι αρκετά απρόσμενο να βρίσκουμε, και μάλιστα στην πρώτη σελίδα, τη δήλωση ότι «είναι δευτερεύουσας σημασίας σε ποιον αιώνα, για ποιες ιδέες και με ποια όπλα γίνεται η μάχη». Το πιο εκπληκτικό σε αυτή τη δήλωση είναι ότι ο συγγραφέας της, ο Ernst Jünger, υιοθετεί έτσι μια από τις αρχές του πασιφισμού, και το κλισέ ιδανικό του πασιφισμού για την ειρήνη, δεν έχει και πολλά να καταλογίσει στο ένα και στο άλλο. Ακόμα και την πιο αμφισβητήσιμη και πιο αφηρημένη από όλες τις αρχές του μάλιστα. Αν και για τον ίδιο και τους φίλους του δεν είναι τόσο κάποιο δογματικό σχήμα που κρύβεται πίσω από αυτό όσο ένας βαθιά ριζωμένος και – για όλα τα δεδομένα της ανδρικής σκέψης – ένας πραγματικά μάλλον διεφθαρμένος μυστικισμός. Αλλά ο μυστικισμός του πολέμου του Jünger και το κλισέ ιδανικό της ειρήνης του πασιφισμού δεν έχουν πολλά να καταλογίσει το ένα στο άλλο. Ακόμη και ο πιο καταναλωτικός πασιφισμός έχει προς το παρόν ένα πλεονέκτημα έναντι του επιληπτικά αφρισμένου αδελφού του· μια κάποια επαφή με την πραγματικότητα, τουλάχιστον μια κάποια αντίληψη του επόμενου πόλεμου.

Οι συγγραφείς εδώ αρέσκονται να μιλούν – με έμφαση – για τον «Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο». Ωστόσο, το πόσο λίγο η εμπειρία τους έχει έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα εκείνου του πολέμου – την οποία αναφέρουν με μια αλλοτριωμένη υπερβολή ως το «λεκτικά-πραγματικό» – φαίνεται από την εντελώς απερίσκεπτη ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν την ιδέα των μελλοντικών πολέμων χωρίς καμιά αντίληψη γι’ αυτούς. Αυτοί οι μπροστάρηδες της Βέρμαχτ θα μπορούσαν σχεδόν να δώσουν σε κάποιον την εντύπωση ότι η στολή αντιπροσωπεύει τον ύψιστο σκοπό τους, τον πιο επιθυμητό από όλους τους σκοπούς μέσα στις καρδιές τους, και ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες κάποιος φοράει τη στολή συγκριτικά έχουν μικρή σημασία.  Αυτή η στάση γίνεται πιο κατανοητή όταν αναλογιστεί κανείς, σε σχέση με το σημερινό επίπεδο των ευρωπαϊκών εξοπλισμών, πόσο αναχρονιστική είναι η ιδεολογία του πολέμου που πρεσβεύουν. Αυτοί οι συγγραφείς δεν παρατηρούν πουθενά ότι ο νέος πόλεμος της τεχνολογίας και των υλικών [Materialschlacht], ο οποίος εμφανίζεται σε ορισμένους από αυτούς ως η ύψιστη αποκάλυψη της ύπαρξης, ξεφορτώνεται όλα τα άθλια εμβλήματα ηρωισμού που επιβίωσαν εδώ και εκεί από τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πόλεμος με αέριο, για τον οποίο οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου δείχνουν επιδεικτικά μικρό ενδιαφέρον, υπόσχεται να δώσει στον πόλεμο του μέλλοντος ένα πρόσωπο που θα αντικαταστήσει μόνιμα τις στρατιωτικές ιδιότητες με εκείνες του αθλητισμού· κάθε δράση θα χάσει τον στρατιωτικό της χαρακτήρα και ο πόλεμος θα πάρει τη μορφή της επίτευξης ρεκόρ. Το σημαντικότερο στρατηγικό χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου συνίσταται στο ότι διεξάγεται αποκλειστικά και ριζικά ως επιθετικός πόλεμος. Και γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει επαρκής άμυνα κατά των εναέριων επιθέσεων με αέρια. Ακόμα και οι ατομικές προστατευτικές συσκευές, οι μάσκες αερίου, δεν έχουν καμία χρησιμότητα ενάντια στο αέριο μουστάρδας και το λεβισίτη. Πού και πού ακούει κανείς για κάτι «καθησυχαστικό», όπως η εφεύρεση μιας ευαίσθητης συσκευής ακρόασης που καταγράφει το βουητό των ελίκων σε μεγάλες αποστάσεις. Και λίγους μήνες αργότερα εφευρίσκεται ένα αεροπλάνο χωρίς ήχο.  Ο πόλεμος με αέριο θα στηρίζεται σε ρεκόρ εξόντωσης και θα περιλαμβάνει έναν παράλογο βαθμό κινδύνου. Το αν το ξέσπασμά του θα γίνει εντός των ορίων του διεθνούς δικαίου – μετά από προηγούμενη κήρυξη πολέμου – είναι αμφίβολο· αλλά ο σκοπός του δεν θα ενδιαφέρεται πλέον για τέτοιους περιορισμούς. Δεδομένου ότι ο πόλεμος με αέρια προφανώς καταργεί τη διάκριση μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, η πιο σημαντική βάση του διεθνούς δικαίου καταργείται. Ο τελευταίος πόλεμος έχει ήδη δείξει ότι η πλήρης αποδιοργάνωση που συνεπάγεται ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται, απειλούν να τον κάνουν αέναο πόλεμο.

Περισσότερο από κάτι παράδοξο, είναι συμπτωματικό ότι κάτι που γράφτηκε το 1930 για τον «πόλεμο και τους πολεμιστές» τα παραβλέπει όλα αυτά. Είναι συμπτωματικό ότι η ίδια αγορίστικη έκσταση που οδηγεί σε μια λατρεία, σε μια αποθέωση του πολέμου, προαναγγέλλεται εδώ ιδιαίτερα από τους von Schramm και Günther.  Οι πιο λυσσαλέα παρακμιακές καταβολές αυτής της νέας θεωρίας του πολέμου είναι χαραγμένες στο μέτωπό τους: δεν είναι τίποτε άλλο από μια ασυγκράτητη μετάφραση των αρχών του I‘ art pour l‘ art στον ίδιο τον πόλεμο. Αλλά αν, ακόμη και στα πάτρια εδάφη της, αυτή η θεωρία κοντεύει να γίνει παρωδία στα στόματα μέτριων ειδικών, το μέλλον της σε αυτή τη νέα φάση του πολέμου είναι άθλιο. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί έναν βετεράνο της Μάρνης ή κάποιον που πολέμησε στο Βερντέν να διαβάζει δηλώσεις όπως αυτές: «Διεξήγαμε τον πόλεμο με πολύ ακάθαρτες αρχές…. Οι πραγματικές μάχες από άντρα σε άντρα, από λόχο σε λόχο, γίνονταν όλο και πιο σπάνιες…. Σίγουρα οι αξιωματικοί της πρώτης γραμμής συχνά αφαίρεσαν από τον πόλεμο την τέχνη…. Διότι με την ένταξη των μαζών, του κατώτερου αίματος, της πρακτικής αστικής νοοτροπίας, εν ολίγοις του κοινού ανθρώπου, ιδιαίτερα στα σώματα των αξιωματικών και των υπαξιωματικών, τα αιώνια αριστοκρατικά στοιχεία του επαγγέλματος του στρατιώτη καταστρέφονταν όλο και περισσότερο». Πιο ψεύτικες νότες δύσκολα θα μπορούσαν να ακουστούν, πιο απρεπείς σκέψεις δεν θα μπορούσαν να καταγραφούν στο χαρτί, πιο άκομψες λέξεις δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν. Η απόλυτη αποτυχία των συγγραφέων εδώ είναι το αποτέλεσμα – παρ’ όλη τη συζήτηση για το αιώνιο και το αρχέγονο – της ανεπεξέργαστης, καθ’ όλα δημοσιογραφικής βιασύνης τους να κεφαλαιοποιήσουν από το πραγματικό παρόν χωρίς να κατανοήσουν το παρελθόν. Ναι, υπήρξαν λατρευτικά στοιχεία στον πόλεμο. Ήταν γνωστά στις θεοκρατικά συγκροτημένες κοινότητες.  Όσο ηλίθιο θα ήταν να θέλουν να επιστρέψουν αυτά τα βυθισμένα στοιχεία στο ζενίθ του πολέμου, άλλο τόσο ντροπιαστικό θα ήταν για αυτούς τους, σε πνευματικό ταξίδι, πολεμιστές να μάθουν πόσο μακριά έχει πάει ένας Εβραίος φιλόσοφος, ο Erich Unger, προς την κατεύθυνση που τους ξέφυγε. Και θα ήταν ντροπιαστικό γι’ αυτούς να δουν σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις του – που έγιναν, αν και εν μέρει με αμφισβητήσιμη ορθότητα, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία από την εβραϊκή ιστορία – θα προκαλούσαν το ξεθώριασμα στο τίποτα των δολοπλοκιών που επινοήθηκαν εδώ. Αλλά αυτοί οι συγγραφείς δεν είναι ικανοί να κάνουν τίποτα σαφές, να αποκαλούν τα πράγματα με το όνομά τους. Ο πόλεμος: «διαφεύγει της συνήθους οικονομίας που ασκεί το μυαλό· υπάρχει κάτι απάνθρωπο, απεριόριστο, γιγαντιαίο στον Λόγο του, κάτι που θυμίζει μια ηφαιστειακή διαδικασία, μια στοιχειώδη έκρηξη, … ένα κολοσσιαίο πηγάδι ζωής που κατευθύνεται από μια οδυνηρά βαθιά, αδιάσπαστα ενοποιημένη δύναμη, οδηγείται σε πεδία μάχης ήδη μυθικά σήμερα, που χρησιμοποιούνται για καθήκοντα που υπερβαίνουν κατά πολύ το εύρος του σήμερα εφικτού». Μόνο ένας αδέξιος εραστής είναι τόσο φλύαρος.  Και πράγματι αυτοί οι συγγραφείς είναι αδέξιοι και στο αγκάλιασμα της σκέψης. Πρέπει κανείς να τους επαναφέρει επανειλημμένα σε αυτήν, και αυτό θα κάνουμε εδώ.

Και το θέμα είναι το εξής: Ο πόλεμος – ο «αιώνιος» πόλεμος για τον οποίο μιλούν τόσο πολύ εδώ, όπως και ο πιο πρόσφατος – λέγεται πως είναι η ύψιστη εκδήλωση του γερμανικού έθνους. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι πίσω από τον «αιώνιο» πόλεμό τους κρύβεται η ιδέα του λατρευτικού πολέμου, όπως ακριβώς πίσω από τον πιο πρόσφατο πόλεμο κρύβεται η ιδέα του τεχνολογικού πολέμου, και θα πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι οι συγγραφείς αυτοί δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν ιδιαίτερα αυτές τις σχέσεις.  Υπάρχει όμως κάτι μάλλον ιδιαίτερο σε αυτόν τον τελευταίο πόλεμο. Δεν ήταν μόνο ένας υλικός πόλεμος, αλλά και ένας πόλεμος που χάθηκε. Και με αυτή την ιδιαίτερη έννοια ήταν ο γερμανικός πόλεμος. Το να έχουν διεξάγει πόλεμο μέσα από τα βάθη της ύπαρξή τους είναι κάτι που άλλοι λαοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι το έκαναν. Αλλά το να έχουν χάσει έναν πόλεμο μέσα από τα βάθη της ύπαρξή τους, αυτό δεν μπορούν να το ισχυριστούν. Το ιδιαίτερο στην παρούσα και τελευταία φάση της διαμάχης για τον πόλεμο, που συγκλονίζει τη Γερμανία από το 1919, είναι ο καινοφανής ισχυρισμός ότι ακριβώς αυτή η απώλεια του πολέμου είναι το χαρακτηριστικό γερμανικό στοιχείο. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει το τελευταίο στάδιο επειδή αυτές οι προσπάθειες συμβιβασμού με την απώλεια του πολέμου εμφανίζουν ένα σαφές μοτίβο. Οι προσπάθειες αυτές ξεκίνησαν με την προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η γερμανική ήττα σε μια εσωτερική νίκη μέσω ομολογιών ενοχής που υστερικά ανυψώθηκαν στο καθολικά ανθρώπινο. Αυτή η πολιτική θέση, η οποία παρείχε τα μανιφέστα για την πορεία της παρακμής της Δύσης, αντανακλούσε πιστά τη γερμανική «επανάσταση» που έκανε η εξπρεσιονιστική πρωτοπορία. Στη συνέχεια ήρθε η προσπάθεια να ξεχαστεί ο χαμένος πόλεμος.  Η αστική τάξη γύρισε πλευρό συνεχίζοντας το ροχαλητό της – και ποιο μαξιλάρι θα μπορούσε να είναι πιο μαλακό από το μυθιστόρημα. Ο τρόμος που βιώθηκε εκείνα τα χρόνια έγινε το πουπουλένιο γέμισμα στο οποίο κάθε υπναράς μπορούσε εύκολα να αφήσει το αποτύπωμά του. Αυτό που τελικά διακρίνει την τελευταία προσπάθεια αυτή από τις προηγούμενες στην τωρινή διαδικασία είναι η τάση να παίρνει κανείς την απώλεια του πολέμου πιο σοβαρά από τον ίδιο τον πόλεμο. Τι σημαίνει να κερδίσεις ή να χάσεις έναν πόλεμο; Πόσο εντυπωσιακή είναι η διπλή σημασία και στις δύο λέξεις! Η πρώτη, η προφανής σημασία, αναφέρεται ασφαλώς στην έκβαση του πολέμου, αλλά η δεύτερη σημασία – η οποία δημιουργεί εκείνο το ιδιότυπο κενό διάστημα, το ηχείο σε αυτές τις λέξεις – αναφέρεται στην ολότητα του πολέμου και υποδηλώνει πώς η έκβαση του πολέμου μεταβάλλει επίσης τη διαρκή σημασία που έχει για εμάς. Αυτό το νόημα λέει, κατά κάποιο τρόπο, πως ο νικητής κρατάει τον πόλεμο στα χέρια του, πως αυτός φεύγει από τα χέρια του ηττημένου· λέει, ότι ο νικητής κατακτά τον πόλεμο για τον εαυτό του, τον κάνει κτήμα του, ο ηττημένος δεν τον κατέχει πλέον και πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν. Και πρέπει να ζήσει όχι μόνο χωρίς τον πόλεμο καθαυτό, αλλά και χωρίς κάθε ένα από τα παραμικρά σκαμπανεβάσματά του, κάθε μια από τις πιο λεπτές σκακιστικές κινήσεις του, κάθε μια από τις πιο ανεπαίσθητες ενέργειές του. Το να κερδίσει ή να χάσει κανείς έναν πόλεμο φτάνει τόσο βαθιά, αν ακολουθήσουμε τη γλώσσα, στον ιστό της ύπαρξής μας, ώστε ολόκληρη η ζωή μας γίνεται πολύ πλουσιότερη ή φτωχότερη σε σύμβολα, εικόνες και πηγές. Και αφού χάσαμε έναν από τους μεγαλύτερους πολέμους στην παγκόσμια ιστορία, έναν πόλεμο που αφορούσε ολόκληρη την υλική και πνευματική υπόσταση ενός λαού, μπορεί κανείς να εκτιμήσει τη σημασία αυτής της απώλειας.

Σίγουρα δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τους ανθρώπους γύρω από τον Jünger ότι δεν το έχουν λάβει αυτό υπόψη τους. Αλλά πώς το προσέγγισαν, τόσο τερατώδες που ήταν; Δεν σταμάτησαν ακόμη τη μάχη. Συνέχισαν να γιορτάζουν τη λατρεία του πολέμου, ενώ δεν υπήρχε πλέον πραγματικός εχθρός. Συμμορφώθηκαν με τις επιθυμίες της αστικής τάξης, η οποία λαχταρούσε την παρακμή της Δύσης, με τον τρόπο που ένα σχολιαρόπαιδο λαχταράει ένα λεκέ από μελάνι στη θέση της λανθασμένης απάντησής του. Διέδιδαν την παρακμή, κήρυτταν την παρακμή όπου κι αν πήγαιναν. Ούτε για μια στιγμή δεν ήταν ικανοί να παρουσιάσουν – αντί να κρατιούνται πεισματικά από – αυτό που είχε χαθεί. Ήταν πάντα οι πρώτοι και οι πιο πικρόχολοι που αντιδρούσαν στο να λογικευτεί κανείς. Αγνόησαν τη μεγάλη ευκαιρία του ηττημένου – την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι Ρώσοι – να μεταφέρουν τον αγώνα σε άλλη σφαίρα, μέχρι να περάσει η στιγμή και τα έθνη της Ευρώπης να καταλήξουν και πάλι να είναι εταίροι σε εμπορικές συμφωνίες. «Ο πόλεμος διευθύνεται, δεν οδηγείται πια», παραπονιέται ένας από τους συγγραφείς. Αυτό επρόκειτο να διορθωθεί από τον γερμανικό «μεταπολεμικό πόλεμο» (Nachkrieg). Αυτός ο Nachkrieg ήταν τόσο μια διαμαρτυρία κατά του πολέμου που είχε προηγηθεί, όσο και μια διαμαρτυρία κατά του πολιτικού του χαρακτήρα. Πάνω απ’ όλα, αυτό το περιφρονημένο ορθολογικό στοιχείο έπρεπε να εξαλειφθεί από τον πόλεμο. Και για να είμαστε σίγουροι ότι αυτή η ομάδα κολυμπούσε στους ατμούς που αναδύονταν από τα σαγόνια του λύκου Φένριρ (Fenrisúlfr). Αλλά αυτοί οι ατμοί δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τα αέρια [μουστάρδας] των χειροβομβίδων με τον κίτρινο σταυρό (ΣτΜ: ο γερμανικός στρατός κωδικοποιούσε τα βλήματα με χημικούς παράγοντες με τη χρήση διαφορετικού χρώματος σταυρό πάνω τους, πράσινο για αναπνευστικούς παράγοντες, λευκό για τα δακρυγόνα, μπλε για χημικά που διαπερνούσαν τις αντιασφυξιογόνες μάσκες και κίτρινο για το αέριο μουστάρδας). Αυτές οι ανοησίες για αυτή την αρχι-Γερμανική μοίρα αποκτούσαν μια μουχλιασμένη λάμψη όταν τοποθετούνταν μπροστά στο σκληρό φόντο της στρατιωτικής θητείας τους στρατώνες και των εξαθλιωμένων οικογενειών στους πολιτικούς στρατώνες. Και χωρίς να υποβληθεί αυτή η ψεύτικη λάμψη σε υλιστική ανάλυση, ήταν δυνατό ακόμη και τότε για ένα ελεύθερο, καλλιεργημένο και αληθινά διαλεκτικό πνεύμα, όπως ο Florens Christian Rang – η βιογραφία του οποίου αποτελεί καλύτερο παράδειγμα του Γερμανού από ολόκληρες τις ορδές αυτών των απελπισμένων χαρακτήρων – να αντιμετωπίσει το είδος τους με διαρκείς δηλώσεις: «Η δαιμονική πίστη στη μοίρα, ότι η ανθρώπινη αρετή είναι περιττή, – η σκοτεινή νύχτα της προκλητικότητας που καίει τη νίκη των δυνάμεων του φωτός στο οικουμενικό ολοκαύτωμα των θεών,… αυτή η φαινομενική δόξα της θέλησης σε αυτή την πίστη στο θάνατο στη μάχη, χωρίς να υπολογίζει τη ζωή, ρίχνοντάς την κάτω για μια ιδέα – αυτή η γεμάτη σύννεφα νύχτα που πλανιέται πάνω μας εδώ και χιλιετίες και που, αντί για αστέρια, μας δίνει μόνο αποχαυνωτικούς και τυφλωτικούς κεραυνούς για να μας καθοδηγήσει, μετά από τους οποίους η νύχτα απλά μας τυλίγει ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι: αυτή η φρικτή κοσμοθεωρία του παγκόσμιου θανάτου αντί της παγκόσμιας ζωής, της οποίας η φρίκη γίνεται ελαφρύτερη στη φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού με την ιδέα ότι πίσω από τα σύννεφα υπάρχει τελικά ένας έναστρος ουρανός, αυτή η θεμελιώδης γερμανική πνευματική τάση στο βάθος της στερείται βούλησης, δεν εννοεί αυτό που λέει, είναι μια έρπουσα, δειλή, άγνωστη ανυπαρξία, μια επιθυμία να μη ζήσουμε αλλά και μια επιθυμία να μην πεθάνουμε: … Γιατί αυτή είναι η γερμανική απρόθυμη στάση απέναντι στη ζωή, να μπορεί κανείς στη πραγματικότητα να την πετάξει όταν δεν κοστίζει τίποτα, τη στιγμή της μέθης, με όσους μένουν πίσω να φροντίζονται, και με αυτή τη βραχύβια θυσία να περιβάλλεται από ένα αιώνιο φωτοστέφανο».

Αλλά σε μια άλλη δήλωση στο ίδιο πλαίσιο, η γλώσσα του Rang μπορεί να ακουστεί γνώριμη για εκείνους γύρω του Jünger: «Διακόσιοι αξιωματικοί, έτοιμοι να πεθάνουν, θα αρκούσαν για να καταστείλουν την επανάσταση στο Βερολίνο – όπως και σε όλα τα άλλα μέρη· αλλά δεν βρέθηκε ούτε ένας. Χωρίς αμφιβολία, πολλοί από αυτούς θα ήθελαν πραγματικά να έρθουν σε βοήθεια, αλλά στην πραγματικότητα – όχι στα αλήθεια – κανείς δεν ήταν αρκετά πρόθυμος να ξεκινήσει, να τοποθετήσει τον εαυτό του ως ηγέτη ή να προχωρήσει ατομικά. Προτιμούσαν να τους σκίζουν τις επωμίδες στο δρόμο». Προφανώς ο άνθρωπος που το έγραψε αυτό γνωρίζει από την ίδια του την εμπειρία τη στάση και την παράδοση αυτών που έχουν μαζευτεί εδώ. Και ίσως συνέχισε να μοιράζεται την έχθρα τους προς τον υλισμό μέχρι τη στιγμή που δημιούργησαν τη γλώσσα του υλικού πολέμου.

Αν στην αρχή του πολέμου τα εφόδια του ιδεαλισμού μοιράστηκαν με διαταγή του κράτους, όσο περισσότερο διαρκούσε ο πόλεμος τόσο περισσότερο τα στρατεύματα έπρεπε να εξαρτώνται από την επίταξη τους.  Ο ηρωισμός τους γινόταν όλο και πιο ζοφερός, μοιραίος και γκρίζος· η δόξα και τα ιδανικά γνέφανε από όλο και πιο μακρινές και νεφελώδεις σφαίρες· και εκείνοι που έβλεπαν τους εαυτούς τους λιγότερο ως στρατεύματα του Παγκόσμιου Πολέμου από ότι ως εκτελεστές του Nachkrieg, έπαιρναν όλο και περισσότερο τη στάση της πεισματικής αυστηρότητας. Κάθε τρίτη λέξη στις ομιλίες τους είναι «στάση». Ποιος θα αρνιόταν ότι η θέση του στρατιώτη είναι μια θέση στάσης; Αλλά η γλώσσα είναι η βάση για κάθε θέση που λαμβάνεται, και όχι μόνο, όπως συχνά λέγεται, για εκείνη του συγγραφέα. Όμως αυτοί που συνωμότησαν εδώ δεν περνούν τη δοκιμασία. Ο Jünger μπορεί να απηχεί τους ευγενείς ερασιτέχνες του 17ου αιώνα λέγοντας πως η γερμανική γλώσσα είναι μια πρωτόγονη γλώσσα, αλλά προδίδει τι εννοεί όταν προσθέτει ότι ως τέτοια εμπνέει μια ανυπέρβλητη δυσπιστία στον πολιτισμό και στον καλλιεργημένο κόσμο.  Ωστόσο, η δυσπιστία του κόσμου δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των δικών του συμπατριωτών, όταν ο πόλεμος τους παρουσιάζεται ως ένας «πανίσχυρος αναθεωρητής» που «αισθάνεται τον παλμό» της εποχής, που τους απαγορεύει να «καταργήσουν» «ένα δοκιμασμένο και αποδεδειγμένο συμπέρασμα» και που τους καλεί να εντείνουν την αναζήτηση «ερειπίων» «πίσω από λαμπερό βερνίκι». Πολύ πιο ντροπιαστικό από αυτές τις προσβολές, ωστόσο, είναι το ομαλό ύφος αυτών των δήθεν χοντροκομμένων σκέψεων που θα μπορούσαν να κοσμήσουν οποιοδήποτε κεντρικό άρθρο εφημερίδας· και πιο οδυνηρό ακόμη από το ομαλό ύφος είναι η μέτρια ουσία.  «Οι νεκροί», μας λένε, «πέρασαν με το θάνατό τους από μια ατελή πραγματικότητα σε μια τέλεια πραγματικότητα, από τη Γερμανία στην πρόσκαιρη εκδήλωσή της στην αιώνια Γερμανία». Αυτή η Γερμανία «στην πρόσκαιρη εκδήλωσή της» είναι βέβαια διαβόητη, αλλά η αιώνια Γερμανία θα ήταν πραγματικά σε κακή κατάσταση αν έπρεπε να βασιστούμε στη μαρτυρία εκείνων που την επικαλούνται τόσο επιπόλαια. Πόσο φτηνά αγόρασαν το «στέρεο αίσθημα της αθανασίας», τη βεβαιότητά τους ότι «οι τρόμοι του τελευταίου πολέμου ήταν τρομερά μεγαλοποιημένοι» και το συμβολισμό τους για «αίμα που βράζει ενδόμυχα»! Στην καλύτερη περίπτωση, πολέμησαν τον πόλεμο που γιορτάζουν εδώ. Ωστόσο, δεν θα ανεχτούμε κανέναν που μιλάει για πόλεμο, αλλά δεν γνωρίζει τίποτα άλλο παρά μόνο τον πόλεμο. Ριζοσπαστικοί με τον δικό μας τρόπο, θα ρωτήσουμε: Από πού έρχεστε; Και τι ξέρετε για την ειρήνη; Συναντήσατε ποτέ την ειρήνη σε ένα παιδί, σε ένα δέντρο, σε ένα ζώο, όπως συναντήσατε μια περίπολο στο πεδίο; Και χωρίς να περιμένουμε την απάντησή σας, μπορούμε να πούμε Όχι! Δεν είναι ότι δεν θα μπορούσατε τότε να υμνήσετε τον πόλεμο, πιο παθιασμένα από ό,τι τώρα, αλλά το να τον υμνήσετε με τον τρόπο που το κάνετε τώρα θα ήταν αδύνατο. Πώς θα ήταν ο Φορτίνμπρας ως μάρτυρας του πολέμου; Μπορεί κανείς να συμπεράνει πώς θα το έκανε από την τεχνική του Shakespeare: Ακριβώς όπως αποκαλύπτει τον έρωτα του Ρωμαίου για την Ιουλιέτα μέσα στη φλογερή λάμψη του πάθους του, παρουσιάζοντας τον Ρωμαίο από την αρχή ως ερωτευμένο, ερωτευμένο με τη Ροζαλίντε, έτσι θα έβαζε τον Φορτίνμπρας να ξεκινήσει με έναν παθιασμένο εγκώμιο της ειρήνης τόσο γοητευτικό και γλυκύτατα γλυκό που, όταν στο τέλος υψώνει τη φωνή του ακόμα πιο παθιασμένα υπέρ του πολέμου, όλοι θα αναρωτιόντουσαν με ανατριχίλα: Ποιες είναι αυτές οι πανίσχυρες, ανώνυμες δυνάμεις που αναγκάζουν αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος είναι απόλυτα γεμάτος από την ευδαιμονία της ειρήνης, να δεσμευτεί ψυχή τε και σώματι στον πόλεμο; – Αλλά εδώ δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Αυτοί που μιλούν εδώ είναι επαγγελματίες λαφυραγωγοί. Ο ορίζοντας τους είναι φλογερός αλλά πολύ στενός.

Τι βλέπουν στις φλόγες τους; Βλέπουν – εδώ μπορούμε να εμπιστευτούμε τον F.G. Jünger – μια μεταμόρφωση:  «γραμμές ψυχικών αποφάσεων που διατρέχουν το πόλεμο· οι μεταμορφώσεις που υφίσταται ο πόλεμος παραλληλίζονται με τις μεταμορφώσεις που υφίστανται αυτοί που πολεμούν σ’ αυτόν. Οι μεταμορφώσεις αυτές γίνονται ορατές όταν συγκρίνει κανείς τα ζωντανά, ζωηρά, ενθουσιώδη πρόσωπα των στρατιωτών του Αυγούστου 1914 με τα θανάσιμα εξαντλημένα, καταβεβλημένα, αμείλικτα σφιγμένα πρόσωπα των βετεράνων του μηχανοκίνητου πολέμου του 1918. Πίσω από την υπερβολικά έντονη τροχιά αυτού του αγώνα, εμφανίζεται η εικόνα τους, που διαμορφώνεται και κινείται από έναν ισχυρό πνευματικό σπασμό, από σταθμό σε σταθμό κατά μήκος ενός μονοπατιού πόνου, από μάχη σε μάχη, η καθεμιά τους το ιερογλυφικό σημάδι ενός έργου καταστροφής που συνεχίζει επίμονα. Εδώ έχουμε το νέο τύπο στρατιώτη που εκπαιδεύτηκε σε εκείνες τις σκληρές, πένθιμες, αιματηρές και αδιάκοπες εκστρατείες φθοράς. Πρόκειται για έναν στρατιώτη που χαρακτηρίζεται από την επίμονη σκληρότητα του γεννημένου μαχητή, από μια έκδηλη αίσθηση της μοναχικής ευθύνης, της ψυχικής εγκατάλειψης. Σ’ αυτόν τον αγώνα, ο οποίος προχωρούσε σε όλο και βαθύτερα επίπεδα, απέδειξε την αντοχή του. Ο δρόμος που ακολούθησε ήταν στενός και επικίνδυνος, αλλά ήταν ένας δρόμος που οδηγούσε στο μέλλον». Όπου βρίσκονται μέσα σ’ αυτές τις σελίδες ακριβείς διατυπώσεις, γνήσιοι τόνοι ή στέρεοι συλλογισμοί, η πραγματικότητα που απεικονίζεται είναι αυτή της «ολικής κινητοποίησης» του Ernst Jünger ή του «τοπίου του μετώπου» του Ernst von Salomon.  Ένας φιλελεύθερος δημοσιογράφος που προσπάθησε πρόσφατα να προσεγγίσει αυτόν τον νέο εθνικισμό υπό τον τίτλο «Ηρωισμός από πλήξη» έπεσε, όπως μπορεί κανείς να δει εδώ, λίγο έξω. Αυτός ο τύπος στρατιώτη είναι μια πραγματικότητα, ένας επιζών μάρτυρας του Παγκόσμιου Πολέμου, και ήταν στην πραγματικότητα αυτό το «τοπίο του μετώπου», η πραγματική του πατρίδα, που υπερασπιζόταν στο Nachkrieg, Αυτό το τοπίο απαιτεί περαιτέρω προσοχή.

Πρέπει να ειπωθεί όσο πιο αυστηρά γίνεται: μπροστά σε αυτό το «τοπίο της απόλυτης κινητοποίησης» το γερμανικό συναίσθημα για τη φύση είχε μια ανέλπιστη έξαρση. Οι πρωτοπόροι της ειρήνης, αυτοί οι αισθαντικοί άποικοι, απομακρύνθηκαν από αυτά τα τοπία, και όσο μπορούσε κανείς να δει πάνω από την άκρη του χαρακώματος, το περιβάλλον μετατράπηκε σε πρόβλημα, κάθε συρμάτινο κουβάρι μια αντινομία, κάθε αγκάθι ένας ορισμός, κάθε έκρηξη μια θέση· και την ημέρα ο ουρανός είναι το κοσμικό εσωτερικό του χαλύβδινου κράνους και τη νύχτα ο ηθικός νόμος από ψηλά. Χαράσσοντας το τοπίο με φλεγόμενα λάβαρα και χαρακώματα η τεχνολογία ήθελε να αναδημιουργήσει τα ηρωικά χαρακτηριστικά του Γερμανικού Ιδεαλισμού. Έχασε το δρόμο. Αυτό που θεωρείται ηρωικό ήταν τα κατορθώματα του Ιπποκράτη, τα χαρακτηριστικά του θανάτου. Βαθιά διαποτισμένη από τη δική της διαφθορά, η τεχνολογία έδωσε μορφή στο αποκαλυπτικό πρόσωπο της φύσης και μετέτρεψε τη φύση σε σιωπή – παρόλο που αυτή η τεχνολογία είχε τη δύναμη να δώσει στη φύση τη φωνή της.  Αντί να χρησιμοποιεί και να φωτίζει τα μυστικά της φύσης μέσω μιας τεχνολογίας που διαμεσολαβείτε από το ανθρώπινο σχήμα των πραγμάτων, η μεταφυσική αφαίρεση του πολέμου των νέων εθνικιστών δεν σημαίνει τίποτε άλλο από μια μυστικιστική και αδιαμεσολάβητη εφαρμογή της τεχνολογίας για τη λύση του μυστηρίου μιας ιδεαλιστικά αντιληπτής φύσης. Η «μοίρα» και ο «ήρωας» καταλαμβάνουν το μυαλό αυτών των συγγραφέων όπως ο Γωγ και ο Μαγώγ, όμως καταβροχθίζουν όχι μόνο τα ανθρώπινα παιδιά αλλά και τις νέες ιδέες. Οτιδήποτε νηφάλιο, αψεγάδιαστο, αφελές και ανθρωπιστικό καταλήγει ανάμεσα στα φθαρμένα δόντια αυτών των Μολώχ που απαντούν με κύματα όλμων των 42 εκ. Η σύνδεση του ηρωισμού με τον μηχανοκίνητο πόλεμο είναι μερικές φορές λίγο σκληρή για τους συγγραφείς. Αλλά αυτό όμως δεν ισχύει για όλους, και δεν υπάρχει τίποτα πιο αποκαλυπτικό από τις κλαψιάρικες παρενθέσεις τους που δείχνουν την απογοήτευσή τους για τη «μορφή του πολέμου» και για τον «παράλογα μηχανικό μηχανοκίνητο πόλεμο», τον οποίο αυτοί οι ευγενείς τύποι «έχουν προφανώς βαρεθεί».  Ωστόσο, όταν ο ένας ή ο άλλος από αυτούς επιχειρεί να κοιτάξει τα πράγματα κατάματα, γίνεται φανερό πόσο πολύ έχει αλλάξει στα κρυφά η αντίληψή τους για το ηρωικό· μπορούμε να δούμε πόσο πολύ οι αρετές της σκληρότητας, της επιφυλακτικότητας και του αμείλικτου που εξυμνούν είναι στην πραγματικότητα λιγότερο εκείνες του στρατιώτη όσο εκείνες του αποδεδειγμένα ταξικού αγωνιστή. Αυτό που αναπτύχθηκε εδώ, πρώτα με τη μορφή του εθελοντή του Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια με τη μορφή του μισθοφόρου του Nachkrieg, είναι στην πραγματικότητα ο αξιόπιστος φασίστας ταξικός πολεμιστής. Και αυτό που οι συγγραφείς αυτοί εννοούν με τον όρο έθνος είναι μια άρχουσα τάξη που υποστηρίζεται από αυτή την κάστα, μια άρχουσα τάξη – που δεν λογοδοτεί σε κανέναν, και λιγότερο απ’ όλους στον εαυτό της, που θρονιάζεται ψηλά – η οποία φέρει το σαν της Σφίγγας ύφος του παραγωγού που πολύ σύντομα υπόσχεται να είναι ο μοναδικός καταναλωτής των εμπορευμάτων του. Με εμφάνιση σαν της Σφίγγας, το έθνος των φασιστών παίρνει έτσι τη θέση του ως ένα νέο οικονομικό μυστήριο της φύσης δίπλα στο παλιό. Αλλά αυτό το παλιό μυστήριο της φύσης, αντί να αποκαλυφθεί στην τεχνολογία τους, αποκαλύπτει το πιο απειλητικό χαρακτηριστικό του. Στο παραλληλόγραμμο των δυνάμεων που σχηματίζουν αυτά τα δύο – φύση και έθνος – ο πόλεμος είναι η διαγώνιος.

Είναι κατανοητό ότι το ζήτημα των «κυβερνητικών ελέγχων στον πόλεμο» τίθεται στο καλύτερο, πιο τεκμηριωμένο δοκίμιο αυτού του τόμου. Σε αυτή τη μυστικιστική θεωρία του πολέμου, το κράτος φυσικά παίζει κάτι παραπάνω από δευτερεύοντα ρόλο. Αυτοί οι έλεγχοι δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να γίνουν αντιληπτοί με την ειρηνιστική έννοια. Αντίθετα, αυτό που απαιτείται από το κράτος είναι η δομή και η διάθεσή του να προσαρμόζονται και να εμφανίζονται αντάξιες των μαγικών δυνάμεων που το ίδιο το κράτος πρέπει να κινητοποιήσει σε περίπτωση πολέμου. Διαφορετικά δεν θα καταφέρει να διαμορφώσει τον πόλεμο για το σκοπό του. Αυτή η αποτυχία των κρατικών δυνάμεων μπροστά στον πόλεμο ήταν που υποκίνησε την πρώτη ανεξάρτητη σκέψη των συγγραφέων που συγκεντρώθηκαν εδώ. Αυτοί οι στρατιωτικοί σχηματισμοί που αμφιταλαντεύονταν μεταξύ συντροφικών αδελφοτήτων και τακτικών κυβερνητικών στρατευμάτων με το τέλος του πολέμου πολύ γρήγορα παγιώθηκαν ως ανεξάρτητες, απάτριδες μισθοφορικές ορδές. Και οι ηγέτες της οικονομίας, οι κύριοι του πληθωρισμού στους οποίους το κράτος είχε αρχίσει να μοιάζει ως αμφίβολος εγγυητής της περιουσίας τους, γνώριζαν την αξία αυτών των ορδών. Ήταν διαθέσιμες προς αγορά ανά πάσα στιγμή, όπως το ρύζι ή τα γογγύλια, κατόπιν συνεννόησης μέσω ιδιωτικών πρακτορείων ή της Reichswehr.  Πράγματι, ο τόμος αυτός έχει μια ομοιότητα με ένα, γεμάτο με συνθήματα, φυλλάδιο στρατολόγησης για έναν νέο τύπο μισθοφόρου, ή μάλλον condottiere. Ένας από τους συγγραφείς του δηλώνει με ειλικρίνεια: «Ο θαρραλέος στρατιώτης του Τριακονταετούς Πολέμου πούλησε τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα, και αυτό είναι ακόμη πιο ευγενές από το να πουλά κανείς απλώς την πολιτική του ή τα ταλέντα του». Φυσικά, όταν προσθέτει ότι ο μισθοφόρος του Nachkrieg της Γερμανίας δεν πούλησε τον εαυτό του, αλλά τον πρόσφερε, τότε είναι ανάλογο με το σχόλιο του ίδιου συγγραφέα για τη συγκριτικά υψηλή αμοιβή αυτών των στρατευμάτων. Αυτή ήταν η αμοιβή που διέκρινε αυτούς τους πολεμιστές εξίσου καθαρά όσο και οι τεχνικές ανάγκες του επαγγέλματός τους: ως μηχανικοί πολέμου για την άρχουσα τάξη, ήταν το τέλειο συμπλήρωμα των διευθυντικών λειτουργών με τα φράκα τους. Ο Θεός ξέρει αν τα σχέδιά τους για την ηγεσία πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη· η απειλή τους δεν είναι όμως γελοία. Στο πρόσωπο του πιλότου ενός και μόνο αεροπλάνου γεμάτου με βόμβες αερίου μια τέτοια ηγεσία ενσαρκώνει όλη την απόλυτη εξουσία που, σε καιρό ειρήνης, κατανέμεται μεταξύ χιλιάδων διευθυντών γραφείου – εξουσία να κόβει το φως, τον αέρα και τη ζωή ενός πολίτη. Αυτός ο απλός πιλότος βομβαρδιστικού στην αλαζονική μοναξιά του, μόνος με τον εαυτό του και τον Θεό του, έχει πληρεξούσιο για τον σοβαρά πληγωμένο προϊστάμενό του, το κράτος, και όπου βάλει την υπογραφή του δεν θα φυτρώσει χορτάρι ξανά – και αυτός είναι ο «αυτοκρατορικός» ηγέτης που έχουν στο μυαλό τους οι συγγραφείς.

Μέχρι η Γερμανία να ξεφύγει από τα δεσμά τέτοιων, σαν Μέδουσες, πεποιθήσεων σαν αυτές με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη στα δοκίμια αυτά, δεν μπορεί να ελπίζει σε κάποιο μέλλον. Ίσως η λέξη «λύθηκε» θα ήταν καλύτερη από τη λέξη «ξέφυγε», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό πρέπει να γίνει με ευγενική ενθάρρυνση ή με αγάπη, που και τα δύο είναι εκτός τόπου και χρόνου εδώ· ούτε πρέπει να λειανθεί ο δρόμος για επιχειρηματολογία, για εκείνη την άσκοπα πειστική ρητορική της συζήτησης. Αντίθετα, όλο το φως που η γλώσσα και η λογική εξακολουθούν να προσφέρουν θα πρέπει να επικεντρωθεί σε εκείνη την «αρχέγονη εμπειρία», από το άγονο σκοτάδι της οποίας ο μυστικισμός αυτός σέρνεται με τα χίλια δύσμορφα εννοιολογικά του πόδια. Ο πόλεμος που αποκαλύπτει αυτό το φως είναι τόσο λίγο ο «αιώνιος» πόλεμος που λατρεύουν τώρα αυτοί οι νέοι Γερμανοί όσο και ο «τελευταίος» πόλεμος για τον οποίο μιλούν οι ειρηνιστές. Στην πραγματικότητα αυτός ο πόλεμος είναι μόνο αυτός: Η μία, φοβερή, τελευταία ευκαιρία να διορθωθεί η ανικανότητα των λαών να οργανώσουν τις μεταξύ τους σχέσεις σύμφωνα με τη σχέση που έχουν με τη φύση μέσω της τεχνολογίας τους. Αν αυτή η διορθωτική προσπάθεια αποτύχει, εκατομμύρια ανθρώπινα σώματα θα κομματιαστούν και αναπόφευκτα και θα γίνουν τροφή για το σίδερο και το αέριο. Αλλά ακόμη και οι πιστοί των χθόνιων δυνάμεων του τρόμου, που κουβαλούν τους τόμους του Klages στα σακίδιά τους, δεν θα μάθουν ούτε το ένα δέκατο από όσα υπόσχεται η φύση στα λιγότερο νωχελικά περίεργα, αλλά πιο νηφάλια παιδιά της, που εντοπίζουν στην τεχνολογία όχι ένα φετίχ καταστροφής αλλά ένα κλειδί ευτυχίας. Θα δείξουν αυτή τη νηφαλιότητα τη στιγμή που θα αρνηθούν να αναγνωρίσουν τον επόμενο πόλεμο ως ένα αποφασιστικό μαγικό σημείο καμπής, και αντίθετα θα ανακαλύψουν σε αυτόν την εικόνα της καθημερινής πραγματικότητας.  Και θα την δείξουν όταν χρησιμοποιήσουν αυτή την ανακάλυψη για να μετατρέψουν αυτόν τον πόλεμο σε εμφύλιο πόλεμο και να εκτελέσουν έτσι εκείνο το μαρξιστικό τέχνασμα που μόνο αυτό είναι ικανό να αντιμετωπίσει αυτή τη δυσοίωνη ρουνική ανοησία.

από: https://geniusloci2017.wordpress.com