Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 09 Αύγ 2022
Η εφαρμογή των νόμων και το «περί δικαίου αίσθημα»
Κλίκ για μεγέθυνση










09.08.2022, 16:00
 

Κατά το τελευταίο διάστημα στην ελληνική πολιτική δημοσιότητα το ζήτημα που ονομάζεται «περί δικαίου αίσθημα», με αφορμή την «περίπτωση Λιγνάδη», έχει καταστεί θέμα ευρύτερων συζητήσεων. Ακούγονται και γράφονται πολλά.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε μια σύνοψη και ταυτόχρονα θα ήθελα να διατυπώσω μια άποψη, η οποία ενδεχομένως να χαρακτηρισθεί είτε καινοφανής είτε ακόμη περισσότερο «αιρετική»!

Στην πολιτική φιλοσοφία και θεωρία δεχόμαστε ότι το δικαιοδοτικό σύστημα στις σύγχρονες κοινωνίες ταυτίζεται με τις πρακτικές εφαρμογής των νόμων και ως τέτοιο σύστημα δεν έχει καμιά σχέση με την «απονομή της δικαιοσύνης». Αυτό σημαίνει, κατά λογική ακολουθία, ότι το δικαιοδοτικό έργο ανατίθεται σε επαγγελματίες, δηλαδή στους δικαστές, οι οποίοι εκπαιδεύονται στις ειδικές σχολές. Τα δυο αυτά θεσμικά δεδομένα, δηλαδή η ταύτιση του δικαιοδοτικού συστήματος με τις πρακτικές εφαρμογής των νόμων και όχι με την απονομή της δικαιοσύνης και το ότι το δικαιοδοτικό έργο ασκούν επαγγελματίες δικαστές, επιτρέπουν και ταυτόχρονα παρέχουν τις πραγματολογικές δυνατότητες στην κοινωνία να αναπτύσσει και να επεξεργάζεται ιδέες και αντιλήψεις περί δικαιοσύνης οι οποίες δεν κωδικοποιούνται στο σύστημα εφαρμογής των νόμων.

Ολοι, λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε, ότι στις σύγχρονες κοινωνίες, των οποίων οι θεσμοί του δικαιικού συστήματος έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, επόμενο είναι το «περί δικαίου αίσθημα» να λειτουργεί ως κανονιστική αρχή η οποία ελέγχει το δικαιοδοτικό σύστημα. Ο Φώτης Κουβέλης, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Η Αυγή» (24 Ιουλίου 2022), τόνισε με έμφαση ότι και οι δικαστικές αποφάσεις, όπως και όλες οι αποφάσεις και πράξεις σε μια πολιτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, υπόκεινται στον κοινωνικό έλεγχο.

Στην «περίπτωση Λιγνάδη» συμβαίνει κάτι που δεν έχει να κάνει με το «περί δικαίου αίσθημα», αλλά με το «μίσος κατά της δικαιοσύνης» όλων των πολιτικών θεσμών και όχι μόνον των δικαιοδοτικών οργάνων. Τονίζω το εξής: όπως ο φίλος μου Jacques Rancière μιλάει για το «μίσος κατά της δημοκρατίας», το οποίο είναι κοινοβουλευτική συνθήκη που μας οδηγεί στην πτώχευση της πολιτικής, κατά τον ίδιο τρόπο μιλάω και εγώ για το «μίσος κατά της δικαιοσύνης». Αυτό το μίσος κατά της δικαιοσύνης διατυπώθηκε (θα έλεγα ότι κωδικοποιήθηκε) στην καταδικαστική απόφαση εναντίον του δράστη Λιγνάδη στο δικαιοδοτικό σύστημα της εφαρμογής των νόμων.

Για να μιλήσουμε με απλά λόγια, γιατί ο δράστης Λιγνάδης, ενώ προφυλακίσθηκε μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, αφέθηκε ελεύθερος; Αυτή η εσωτερική αντίφαση στο δικαιοδοτικό σύστημα είναι η γενεσιουργός αιτία για να αναπτυχθεί ο κοινωνικός έλεγχος των δικαστικών αποφάσεων ως κανονιστική αρχή στην «περίπτωση Λιγνάδη». Επαναδιατυπώνω το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην «περίπτωση Λιγνάδη». Η ελληνική πολιτική κοινωνία δεν μπορεί να διαχειρισθεί τη «διαφορά» (κατά τον Derrida) ανάμεσα στη δικαστική απόφαση και στο «περί δικαίου αίσθημα». Οι διορθωτικές αποφάσεις της εισαγγελέως καταλήγουν σε αδιέξοδο.

Από τα εμπειρικά δεδομένα που όλοι μας έχουμε υπόψη μας, καταλήγουμε στο θεωρητικό συμπέρασμα ότι η «περίπτωση Λιγνάδη» θα πρέπει να επιλυθεί στο επίπεδο της πολιτικής ορθολογικότητας.

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

πηγη: https://www.efsyn.gr

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου