Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Numen 60. Ο Per Faxneld είναι αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας των θρησκειών και λέκτορας θρηκειολογικών μελετών στο Πανεπιστήμιο Σόντερτορν της Στοκχόλμης.



Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 Δημοσιεύθηκε την

 

Η Αρχή: Οι Ριζοσπάστες Επανερμηνευτές του Milton στην Αγγλία

Το άρθρο αυτό πραγματεύεται το μοτίβο του ηρωικού σοσιαλιστή Σατανά, ή «σοσιαλιστικού σατανισμού», κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο φαινόμενο αυτό, όπως αυτό εκδηλώθηκε στη Σουηδία, όπου οι σοσιαλδημοκράτες και οι αναρχικοί αγαπούσαν ιδιαίτερα το εν λόγω μοτίβο. Στο συμπέρασμα παρουσιάζονται ορισμένες σκέψεις σχετικά με τους λόγους της δημοτικότητας της μορφής αυτής μεταξύ των σοσιαλιστών.

Το σημείο εκκίνησης για τις περισσότερες πολιτικές χρήσεις του Σατανά ως συμβόλου της καλοσύνης είναι το επικό ποίημα του John Milton Χαμένος Παράδεισος (1667) και το αμφίσημο πορτρέτο του Διαβόλου σε αυτό. Ο Milton ήταν δραστήριος ρεπουμπλικάνος εκδότης φυλλαδίων στη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου και εργάστηκε επίσης ως προσωπικός γραμματέας του Oliver Cromwell. Αυτό γρήγορα έγινε πηγή υποθέσεων για το αν η εξέγερση του Σατανά εναντίον του Θεού στον Χαμένο Παράδεισο ήταν ίσως μια αλληγορία για τη ρεπουμπλικάνικη εξέγερση εναντίον του βασιλιά.

Οι πρώτες ερμηνείες του Σατανά του Milton ως ήρωα, προέκυψαν μέσω συγγραφέων που απέφυγαν το ζήτημα του καλού και του κακού, αλλά εστίασαν αντίθετα στον «μεγαλειώδη» χαρακτήρα της μορφής του. Στο τεράστιας σημασίας έργο του Philosophical Enquiry into the Origin of our Ideas of the Sublime and Beautiful (1756), ο Edmund Burke ανέδειξε την περιγραφή του Σατανά στον Χαμένο Παράδεισο ως ένα από τα κορυφαία παραδείγματα του μεγαλειώδους. Όσον αφορά αυτό το μεγαλειώδες ένα απόσπασμα στο έπος του Milton, αναρωτιέται: «Σε τι συνίσταται αυτή η ποιητική εικόνα;» Η απάντησή του είναι, μεταξύ άλλων, «η καταστροφή των μοναρχών και οι επαναστάσεις των βασιλείων». Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Burke, ο οποίος πρωτοστάτησε στο να ξεσηκώσει πανικό μεταξύ των συμπατριωτών του για τη γαλλική επανάσταση, θα συνέδεε αργότερα, στο μπεστ σέλερ του Reflections on the Revolution in France (Σκέψεις για την Επανάσταση στη Γαλλία), διαρκώς τους Γάλλους επαναστάτες με τον Σατανά. Ο σκοπός εδώ ήταν να δυσφημίσει τους επαναστάτες ενάντια στο στέμμα, αλλά αν αυτές οι εχθρικές αναφορές διαβαστούν μαζί με τα φλύαρα και ενθουσιώδη λόγια του που αλλού περιγράφουν τον Σατανά ως μεγαλειώδη, η συνδυασμένη εικόνα γίνεται λίγο περίεργη. Δεν αποτελεί έκπληξη που άλλοι επέλεξαν να θεωρήσουν την επανάσταση ταυτόχρονα σατανική και μεγαλειώδη, με μια αποκλειστικά θετική έννοια που ο Burke δεν είχε κατά νου. Σύγχρονοί του, όπως η Mary Wollstonecraft και ο Novalis, διάβαζαν ακόμη και τις Σκέψεις όπως ο William Blake διάβαζε τον Milton, νιώθοντας ότι ο συγγραφέας ανήκε στο κόμμα του Διαβόλου (εδώ των επαναστατών), χωρίς να το γνωρίζει. Ο Novalis θεωρούσε πως ο Burke είχε γράψει «ένα επαναστατικό βιβλίο ενάντια στην επανάσταση».

Η θρησκευτική πίστη στον Σατανά ως πνευματική οντότητα δεν είχε εξαφανιστεί στα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά σίγουρα είχε εξασθενήσει, ιδίως μεταξύ των μορφωμένων τάξεων. Αποκομμένος πλέον εν μέρει από το αρχικό χριστιανικό του πλαίσιο, ο Σατανάς μπορούσε να συμβολίζει τόσο το καλό όσο και το κακό. Η χρήση του, ως εργαλείο για τη δαιμονοποίηση των εχθρών του, δεν ήταν φυσικά κάτι το καινούργιο. Μια τέτοια κηλίδα από το δαιμονολογικό πινέλο μπορούσε να λέγεται κυριολεκτικά οτιδήποτε, όπως κατά τη διάρκεια της μεταρρύθμισης, όταν οι καθολικοί περιέγραφαν τον Μαρτίνο Λούθηρο και τους οπαδούς του ως μαθητές του Σατανά, ενώ οι λουθηρανοί διακήρυτταν ότι ο Πάπας ήταν ο αγγελιοφόρος του Σατανά στη Γη. Η καινοτομία που εμφανίστηκε προς το τέλος του 18ου αιώνα ήταν πως οι ριζοσπάστες δαιμονοποίησαν κατά κάποιο τους ίδιους τους εαυτούς τους, προκειμένου να τονίσουν την πλήρη απόρριψη του χριστιανικού κατεστημένου. Ο στόχος τους ήταν προφανώς να προκαλέσουν, ίσως και να τρομάξουν. Περιστασιακά, φαίνεται επιπλέον ότι ήθελαν να γελοιοποιήσουν τους συντηρητικούς και την άποψή τους ότι κάθε τι ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό και διαλυτικό ήταν εκ των πραγμάτων δαιμονικό.

Όπως αναφέρθηκε, ορισμένοι πρώιμοι αναγνώστες είχαν σκεφτεί τον Χαμένο Παράδεισο ως συμβολική εξιστόρηση του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, αλλά αυτή η άποψη δεν επικράτησε. Ωστόσο, ο Εωσφόρος του Milton ως πολιτικό σύμβολο έκανε μια μεγάλη επιστροφή προς το τέλος του 18ου αιώνα, ξεκινώντας από τα γραπτά ενός από τους πιο γνωστούς ριζοσπαστικούς πολιτικούς στοχαστές της περιόδου: του συγγραφέα μυθιστορημάτων, δημοσιογράφου και αναρχικού φιλοσόφου William Godwin (1756-1836). Σε ένα από τα κυριότερα έργα του, το Enquiry Concerning Political Justice (1793), ο Godwin παρατηρεί: «ποιητικοί αναγνώστες έχουν συνήθως παρατηρήσει ότι ο διάβολος του Milton είναι ένα ον με σημαντική αρετή». Στη συνέχεια παρουσιάζει τη δική του άποψη για τη μορφή αυτή, η οποία είναι επίσης τουλάχιστον θετική και μετριάζεται κάπως μόνο από την επιφύλαξη με την οποία ξεκινά τον προβληματισμό του για τη φύση του Σατανά: «Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι ενέργειές του επικεντρώνονται υπερβολικά σε προσωπικό συμφέρον». Αλλά γιατί, συνεχίζει ο Godwin για να αναρωτηθεί,

«[Γιατί] Επαναστάτησε εναντίον του δημιουργού του; Επειδή, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, επειδή δεν έβλεπε κανένα πειστικό λόγο, γι’ αυτή την ακραία ανισότητα θέσης και εξουσίας, που είχε φτιάξει ο δημιουργός. Ήταν επειδή τα ήθη και τα προηγούμενα δεν αποτελούν ικανή βάση για αυτονόητη πίστη».

Ο Godwin μετέτρεψε εδώ τον Σατανά σε ενσάρκωση των αναρχικών αξιών που προπαγάνδιζε ο ίδιος. Η εξέγερση εναντίον του Θεού γίνεται καθρέφτης του δικού του μίσους για την παράνομη εξουσία και την κληρονομική δύναμη. Η βασιλεία του Θεού γίνεται ανάλογη με εκείνη της δεσποτικής και αυθαίρετης εξουσίας που ένοιωθε πως κυβερνούσε την Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα κατά τα παρελθόντα ήθη και προηγούμενο. Όπως επισημαίνει ο Peter Schock, η ανάγνωση του Milton από τον Godwin είναι εξαιρετικά επιλεκτική και αγνοεί όλα τα χαρακτηριστικά του Εωσφόρου που λογικά δεν εκτιμούσε καθόλου, με πιο αξιοσημείωτο την αυταρχική πλευρά του έκπτωτου αγγέλου. Ο Schock υπογραμμίζει ακόμη το εντυπωσιακό γεγονός ότι ο Godwin δεν φαίνεται να θεωρεί πως οι απόψεις του για τον Διάβολο είναι ιδιαίτερα αποκλίνουσες. Με άλλα λόγια, έγραψε σε μια εποχή όπου η αξιοποίηση του Εωσφόρου ήταν πιθανώς μέρος του κοινού λόγου, τουλάχιστον για τη δική του ομάδα ριζοσπαστών.

Το γεγονός ότι ριζοσπάστες όπως ο Godwin, αν και ομολογουμένως επιφανειακά, σε ένα πολύ μεγάλο κείμενο που εστιάζει σε άλλα θέματα (πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι και αλλού υπερασπίστηκε τον Σατανά), ανύψωσαν τον Σατανά σε ηρωική υπόσταση φαίνεται ότι αξιοποιήθηκε στα χέρια των συντηρητικών εχθρών τους. Μοιάζει αμφίβολο αν ήταν πραγματικά αποτελεσματική στρατηγική η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η δαιμονοποίηση των ριζοσπαστών από τους συντηρητικούς με το να ωραιοποιηθεί η δαιμονική δύναμη με την οποία συνδέονταν οι ριζοσπάστες αρκετά συχνά σε πολιτικές γελοιογραφίες. Τα παραδείγματα αυτής της δυσφήμισης είναι πολλά. Για παράδειγμα, η βρετανική κυβέρνηση είχε διαδώσει, σε εφημερίδες και φυλλάδια, την εικόνα της επαναστατικής Γαλλίας ως του Μεγάλου Θηρίου της Αποκάλυψης. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το χαρακτικό του James Gilray το 1798, το The Tree of Liberty, όπου ο προοδευτικός πολιτικός Charles James Fox, ο οποίος συμπαθούσε την επανάσταση στη Γαλλία, απεικονίζεται ως το ερπετό στον κήπο της Εδέμ, προσφέροντας ένα μήλο με την επιγραφή «Reform».

Οι Άγγλοι ριζοσπάστες, επαναστάτες και μεταρρυθμιστές γενικότερα δεν οικειοποιήθηκαν το Σατανά σε μεγάλη κλίμακα ή με σταθερότητα. Εξίσου συχνά – πιο συχνά μάλιστα – χρησιμοποιούσαν έναν πιο εύκολα διαχειρίσιμο αρνητικό συμβολισμό του Διαβόλου, όπου για παράδειγμα οι βασιλικές δυναστείες της Ευρώπης απεικονίζονταν ως σατανικές. Αργότερα, ο Ναπολέοντας παρουσιάζονταν συχνά ως μια ρητά δαιμονική φιγούρα από τους επικριτές του, μια μορφή εκστρατείας συκοφάντησης που ήταν παμπάλαια και ελάχιστα πρωτότυπη. Το αντίθετο ισχύει για την ελαφρώς παράξενη διάλεξη του William Hazlitt το 1818, με τίτλο «On Shakespeare and Milton», όπου επιχειρεί να αποκαταστήσει τον συκοφαντημένο Ναπολέοντα. Η μέθοδός που χρησιμοποίησε για να το κάνει αυτό είναι να αναφέρει πρώτα τους παραλληλισμούς που έχουν γίνει μεταξύ του Ναπολέοντα και του Διαβόλου με τη μορφή προπαγάνδας μίσους, και στη συνέχεια περνώντας σε έναν πανηγυρικό για τον ευγενή χαρακτήρα του Σατανά, επαινώντας έτσι εμμέσως τον Γάλλο αυτοκράτορα. Ο Hazlitt μπορεί να πρωτοτυπούσε όταν αντέστρεψε τα δεδομένα με αυτόν τον τρόπο, αλλά δεν ήταν μοναδικός.

Εκτός από τον Godwin, ο Percy Bysshe Shelley (1792-1822), ένας από τους (μετέπειτα) διασημότερους ρομαντικούς ποιητές, είχε χρησιμοποιήσει τον Σατανά ως σύμβολο της πολιτικής καλοσύνης ήδη έξι χρόνια πριν από την τολμηρή πολεμική του Hazlitt. Ο Shelley, τελικά γαμπρός του Godwin, έκανε τον Σατανά θετικό πολιτικό πρότυπο κατά τη διάρκεια της βραχύβιας εκστρατείας για την πολιτική μεταρρύθμιση της Ιρλανδίας στην οποία συμμετείχε το 1812, όταν και έγραψε ένα φυλλάδιο με τίτλο «Διακήρυξη των δικαιωμάτων». Τελειώνει με ένα απόσπασμα από την ομιλία του Σατανά προς τους έκπτωτους αγγέλους στο δεύτερο βιβλίο του Χαμένου Παραδείσου: «Ξυπνήστε! – σηκωθείτε! – ή θα μείνετε πεσμένοι για πάντα». Όπως έχει τονίσει ο Peter A. Schock, ο παραλληλισμός γίνεται ιστορικά συγκεκριμένος: το 1798 και το 1803 οι Ιρλανδοί είχαν προσπαθήσει να εξεγερθούν εναντίον των Άγγλων, αλλά οι εξεγέρσεις είχαν καταπνιγεί βάναυσα – όπως ακριβώς έγινε και με την εξέγερση των επαναστατημένων αγγέλων, μετά την οποία ο Σατανάς και τα λόγια του οποίου παραθέτει ο Shelley. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στην Οξφόρδη, ο Shelley είχε δημοσιεύσει ένα μικρό σύγγραμμα με τίτλο The Necessity of Atheism (1811), το οποίο οδήγησε στην αποβολή του. Η εξύμνηση του Σατανά του επαναστάτη σε πολιτικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί ως το επόμενο βήμα στο εικονοκλαστικό του έργο. Μεταγενέστεροι καρποί αυτού του εγχειρήματος ήταν μερικά από τα πιο επιδραστικά έργα του ρομαντικού σατανισμού, όπως το θεατρικό έργο Προμηθεύς Λυόμενος (1820). Η σύγκλιση των επαναστατικών συμπαθειών και του σατανισμού μεταξύ των ρομαντικών έχει οδηγήσει τους μελετητές σε συμπεράσματα όπως αυτό του Maximilian Rudwin: «Ο ρομαντισμός ήταν το λογικό αντανακλαστικό της πολιτικής επανάστασης που προηγήθηκε». Αυτή η δήλωση μπορεί να είναι λίγο απλουστευτική, καθώς υπήρχαν πολλοί μη επαναστατικοί και αρκετά συντηρητικοί ρομαντικοί, αλλά αναμφίβολα περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας σε ένα βαθμό.

Ο Schock υποδεικνύει κίνητρα για την οικειοποίηση του Σατανά από τους ριζοσπάστες ανάλογα με εκείνα που έδωσαν αφορμή για τα λεγόμενα «βλάσφημα παρεκκλήσια» που υπήρχαν στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1810, όπου χοντροκομμένοι προπαγανδιστές επιτίθονταν στην αυθεντία του χριστιανισμού με σάτιρα και βιτριολικές διαλέξεις. Κατηγορούσαν τον Θεό ότι αδιαφορούσε για τα δεινά των φτωχών, και τέτοια αντι-κηρύγματα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μέσο για να ξεπεραστεί ο θρησκευτικός φόβος που συγκρατούσε τον πληθυσμό από το να ξεσηκωθεί εναντίον των αφεντών του. Ένας Λονδρέζος βλάσφημος αισθανόταν, όπως το θέτει ο Iain McCalman, «ότι η δειλία, η δεισιδαιμονία και ο υποταγή του απλού λαού – που είχαν διδαχτεί από τους ιερείς και τους πατριάρχες – έπρεπε να ξεριζωθούν από μέσα του». Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, αποκάλεσε τον Μωυσή πόρνο, τον Δαβίδ δολοφόνο κ.ο.κ.. Ένας κυβερνητικός κατάσκοπος που βρίσκονταν σε αυτές τις συναντήσεις σήμαινε ότι μια τέτοια βλασφημία έκανε τους ακραίους ριζοσπάστες πιο επιρρεπείς σε δραστικές πράξεις. Η αντίληψη του Θεού ως προστάτη των ισχυρών και των πλουσίων μπορεί λογικά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Σατανάς πρέπει μάλλον να είναι ο θεός των καταπιεσμένων και των φτωχών, όπως θα δούμε στη συζήτηση σχετικά με τον Jules Michelet στη συνέχεια του άρθρου.

Οι αντι-αναγνώσεις της βιβλικής παράδοσης και του Milton  που έκαναν οι ρομαντικοί έγιναν, φυσικά, δυνατές λόγω της σταδιακής κατάρρευσης της ηγεμονίας του χριστιανισμού, ιδίως από τη δεκαετία του 1750 και μετά, την περίοδο ακριβώς που ο ρομαντισμός άρχισε να εκκολάπτεται ως κίνημα. Η ελεύθερη αντιμετώπιση της χριστιανικής μυθολογίας εκ μέρους πολλών ρομαντικών συνέβαλε στην περαιτέρω επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας εκθρόνισης του χριστιανισμού ως της απόλυτης αλήθειας.

Κανένας από τους Άγγλους ρομαντικούς που είναι γνωστοί για την εξύμνηση του Εωσφόρου – Blake, Byron, Shelley – δεν συνέχισε να υμνεί σταθερά τον έκπτωτο άγγελο καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Όλοι συνέχισαν να γράφουν γι’ αυτόν, εξιδανικεύοντάς τον ενίοτε, αλλά συχνότερα αφήνοντάς τον να είναι ένα πιο στερεοτυπικό σύμβολο του κακού. Πολλά από τα κείμενα που έχουν θεωρηθεί παραδείγματα ρομαντικού σατανισμού εμφανίζουν επίσης μεγάλη ασάφεια στην απεικόνιση του Σατανά. Για παράδειγμα, ο Εωσφόρος που συναντάμε στο έργο του Byron, Κάιν (1821) έχει καλοπροαίρετα χαρακτηριστικά, αλλά είναι επίσης μια ψυχρή και απόμακρη προσωπικότητα που απώτερος σκοπός της κάθε άλλο παρά είναι να βοηθήσει την ανθρωπότητα.

Από τον συναισθηματικό σατανισμό στον σκοτεινό άγγελο του αναρχισμού: Γαλλία

Στη Γαλλία, οι ρομαντικοί ποιητές – αρχίζοντας με την Éloa (1823) του Alfred de Vigny – ανέπτυξαν μια παράδοση συναισθηματικής συμπάθειας για τον Σατανά, η οποία εκφράστηκε σε ποιήματα για το πώς αυτός ο απόκληρος τελικά συγχωρείται από τον Θεό και συμφιλιώνεται με τον Δημιουργό του. Το ζητούμενο δεν ήταν τόσο να εξυμνήσουν τον Διάβολο ως ενάρετο ή ως μαχητή της ελευθερίας, και έτσι οι Γάλλοι ρομαντικοί διαφέρουν αισθητά από τους Άγγλους ομολόγους τους. Η George Sand, στο μυθιστόρημά της Consuelo (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως συνέχειες σε ένα περιοδικό το 1842-1843), υιοθετεί μια ελαφρώς πιο «αγγλική» προσέγγιση. Η ηρωίδα της ιστορίας, η Κονσουέλο, έχει ένα όραμα του Σατανά όπου της λέει: «Δεν είμαι ο δαίμονας, είμαι ο αρχάγγελος της δίκαιης εξέγερσης και ο προστάτης των μεγάλων αγώνων. Όπως ο Χριστός, είμαι ο θεός των φτωχών, των αδύναμων και των καταπιεσμένων». Το όραμα (ή η παραίσθηση) τελειώνει με αυτή να πέφτει στα γόνατα μπροστά στον Εωσφόρο. Η Sand εκτιμούσε το σοσιαλισμό, αλλά δεν κάνει ξεκάθαρη σύνδεση ανάμεσα στον Διάβολο και σε αυτή την ιδεολογία, παρόλο που η ιδέα του ως «αρχάγγελου της νόμιμης εξέγερσης» και καταφυγίου των φτωχών και καταπιεσμένων το υπονοεί. Ο Σατανάς της Sand έχει συγχωρεθεί από τον Θεό και υπόσχεται να φέρει την ελευθερία πλάι στον Χριστό, και ως εκ τούτου δεν έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «παραδοσιακή» προσέγγιση των Γάλλων ρομαντικών.

Η εξύμνηση του Σατανά στο ρόλο του αντιπάλου του Θεού δεν διαδόθηκαν πρακτικά στη Γαλλία μέχρι που ο Charles Baudelaire έγραψε το έργο του Les Fleurs du mal («Τα άνθη του κακού», 1857). Ο Σατανάς στοιχειώνει αρκετά από τα ποιήματα του βιβλίου, αλλά το πιο ξεκάθαρα σατανιστικό είναι το «Les Litanies de Satan» («Λιτανεία στον Σατανά»), όπου ο Διάβολος παρουσιάζεται – με εν μέρει ειρωνικό τρόπο – ως σωτήρας, ιδίως για τους καταπιεσμένους και καταφρονεμένους. Δεν υπάρχει ακόμη κάποια σαφής σύνδεση με τον σοσιαλισμό, και η επιθυμία του ποιητή για κοινωνική δικαιοσύνη ήταν στην καλύτερη περίπτωση φευγαλέα και ασταθής. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1848, παρασύρθηκε και ανέβηκε μάλιστα για λίγο στα οδοφράγματα κραδαίνοντας ένα περίστροφο, αλλά δεν ήταν πολιτικά ενεργός με μόνιμο τρόπο. Ο σατανισμός στα ποιήματά του δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο κοντά σε αυτόν των Άγγλων ομολόγων του όσο υποτίθεται. Εκεί που εκείνοι κατά καιρούς ωραιοποιούσαν τον Εωσφόρο και τον παρουσίαζαν εξ ολοκλήρου ως έναν δίκαιο επαναστάτη, η απεικόνιση του Baudelaire είναι πάντοτε πιο σύνθετη, αντιπροσωπεύοντας ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ του ρομαντικού σατανισμού και μιας μεταγενέστερης Παρακμιακής εκδοχής. Οι Παρακμιακοί σεβόντουσαν (συχνά μισοαστειευόμενοι) τον Σατανά ως κακό, τον προστάτη της σκληρότητας και των ανείπωτων σαρκικών αμαρτιών, αντί να τον ανυψώνουν στα υψηλά ύψη του ευγενούς κοσμικού απελευθερωτή. Στα ποιήματα του Baudelaire είναι και τα δύο. Θα επιστρέψω σύντομα στο ζήτημα της πιθανής πολιτικής συγγραφικής πρόθεσης στο Les Fleurs du mal.

Στην ίδια παράδοση με την George Sand, όπου ο σατανισμός είναι σύμβολο εξέγερσης κατά της καταπίεσης, μπορούμε επίσης να τοποθετήσουμε και τον διάσημο Γάλλο ιστορικό, ρεπουμπλικάνο και κοινωνικό ακτιβιστή Jules Michelet (1798-1874) και το βιβλίο του La Sorcière («Η μάγισσα», 1862). Σε αυτό, ο Michelet διατυπώνει τη θεωρία ότι όσοι κατηγορούνταν για μαγεία κατά τον Μεσαίωνα πράγματι ασκούσαν σατανισμό και ότι επρόκειτο για έκφραση δίκαιου ταξικού μίσους εκ μέρους των καταπιεσμένων στη φεουδαρχική κοινωνία. Οι ευγενείς είχαν τον Θεό και την Εκκλησία με το μέρος τους και οι απλοί άνθρωποι του Μεσαίωνα στην απελπισία τους έπρεπε τότε να στραφούν στον μεγάλο αντίπαλο του Θεού, τον Σατανά. Αυτός ο Σατανάς δεν αποτελεί για τον Michelet μια κακή μορφή, αλλά μάλλον την ενσάρκωση της επιστήμης, της λογικής και οτιδήποτε είναι φυσικό. Ο Michelet ήταν περισσότερο ρομαντικός παρά λόγιος. Ως εκ τούτου, το La Sorcière περιέχει περισσότερο πολύχρωμες γοτθικές βινιέτες και αποσπάσματα που προσεγγίζουν πεζά ποιήματα, παρά ιστορική έρευνα βασισμένη σε αρχειακές πηγές.

Το La Sorcière βασίστηκε σε ακαδημαϊκές διαλέξεις του συγγραφέα. Ένας από τους νεαρούς φοιτητές που παρακολουθούσαν τις διαλέξεις του Michelet στα τέλη της δεκαετίας του 1830 και στις αρχές της δεκαετίας του 1840 ήταν ο Pierre-Joseph Proudhon, ο οποίος έγινε ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές του αναρχισμού. Δεδομένου ότι ο Michelet ήταν δάσκαλος που επεδίωκε να εντυπώσει τις ιδέες του στο μυαλό των μαθητών του, μπορεί ίσως να ήταν αυτός ο χαρισματικός καθηγητής που έκανε τον Proudhon να ενσωματώσει μια δόση σατανισμού όταν άρχισε να γράφει τα αναρχικά του έργα. Οι δύο τους συνδέθηκαν και ιδιωτικά αργότερα, έστω και αν ο καθηγητής ήταν επιφυλακτικός απέναντι σε ορισμένες ιδέες του πρώην μαθητή του, όπως το περίφημο (και συχνά παρεξηγημένο) αξίωμα «η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Ήταν ίσως λιγότερο διστακτικός όσον αφορά κάποια αποσπάσματα στο βιβλίο De la justice dans la revolution et dans l‘église («Σχετικά με τη δικαιοσύνη στην επανάσταση και στην εκκλησία», 1858), όπως το ακόλουθο, όπου ο Proudhon απευθύνεται σε έναν εχθρό της ελευθερίας:

«Η ελευθερία, που συμβολίζεται από την ιστορία του πειρασμού, είναι ο Αντίχριστός σας· η ελευθερία, για σας, είναι ο Διάβολος. Έλα, Σατανά, έλα, εσύ ο συκοφαντημένος από ιερείς και βασιλιάδες, για να σε αγκαλιάσω, για να σε κρατήσω στο στήθος μου! Εδώ και καιρό σε γνωρίζω, και με γνωρίζεις κι εσύ. Τα έργα σου, ω αγαπημένε της καρδιάς μου, δεν είναι πάντα όμορφα ούτε καλά· αλλά μόνο αυτά προσδίδουν νόημα στο σύμπαν και το εμποδίζουν από το να γίνει παράλογο…. Μην απελπίζεσαι ακόμα, απόκληρε! Έχω στη διάθεσή σου μόνο μια πένα: αλλά ισοδυναμεί με εκατομμύρια ψηφοδέλτια».

Από άλλα πράγματα που γράφει ο Proudhon σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται σαφές ότι πρώτα και κύρια υμνεί τον Σατανά για να επιτεθεί στις συντηρητικές δυνάμεις που θεωρούν την ελευθερία σατανική. Αυτή, ωστόσο, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Proudhon εξύμνησε τον Σατανά. Στον πρώτο τόμο του Système des contradictions économiques («Το σύστημα των οικονομικών αντιφάσεων», 1846) έγραψε για «[τ]ο πνεύμα της ανάλυσης, τον ακούραστο Σατανά που αμφισβητεί και αντιφάσκει ασταμάτητα». Στο Idée générale de la révolution au XIXe siècle(«Η γενική ιδέα της επανάστασης κατά τον 19ο αιώνα», 1851) αναφωνεί: «Μείνε δίπλα μου, Εωσφόρε, Σατανά, όποιος κι αν είσαι, δαίμονα που στη πίστη των πατέρων μου εναντιώθηκες στον Θεό και την Εκκλησία! Θα μεταφέρω τον λόγο σου, και δεν ζητώ τίποτα…». Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να παρερμηνεύσουμε τις περιστασιακές εκρήξεις συμπάθειας του Proudhon προς τον Διάβολο. Στο σύνολό τους, τα γραπτά του είναι περισσότερο αντιεκκλησιαστικά παρά αντιχριστιανικά, και δεν έπαψε ποτέ να επαινεί τις αρετές του πρώιμου χριστιανισμού. Στην πραγματικότητα, η ιδέα ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή προέκυψε από τις προσπάθειές του να διορθώσει τις υπάρχουσες μεταφράσεις της Βίβλου. Παρόλο που ήταν πάντα επικριτικός απέναντι στην Εκκλησία, σε περιόδους της ζωής του ήταν ενεργός καθολικός και μανιώδης αναγνώστης της Βίβλου, ο οποίος μάλιστα έμαθε εβραϊκά για να κατανοήσει καλύτερα την Αγία Γραφή. Η άποψή του ήταν ότι τα ευαγγέλια απαγόρευαν την ανισότητα, αλλά ότι η Εκκλησία είχε απομακρυνθεί από αυτή την θέση.

Είναι πιθανό ο Proudhon να επηρέασε τον σατανισμό του Baudelaire, καθώς ο ποιητής είχε ενθουσιαστεί με τα έργα του αναρχικού και είχε επίσης συναντηθεί μαζί του αρκετές φορές από το 1848 και μετά. Επομένως, ένα πολιτικό υποκείμενο σε ποιήματα όπως το «Les Litanies de Satan» είναι κατανοητό. Ο Proudhon δεν συναντήθηκε μόνο με αγωνιζόμενους ποιητές, αλλά και με αρκετούς σημαντικούς σοσιαλιστές. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ρώσος επαναστάτης Mikhail Bakunin (1814-1876), ο οποίος σε κάποιο βαθμό εμπνεύστηκε από το Γάλλο αναρχικό. Τελικά, όμως, απέρριψε την ειρηνική και θεωρητική διδασκαλία του Proudhon υπέρ ενός πιο βίαιου αναρχισμού δικής του επινόησης. Για ένα διάστημα, ο Bakunin υπήρξε ηγετική μορφή του διεθνούς επαναστατικού σοσιαλισμού, αλλά σε αντίθεση με τον Marx δεν υπήρξε ποτέ σημαντικός οικοδόμος συστημάτων. Αντίθετα, η φήμη του στηρίχθηκε κυρίως στις περίφημες πράξεις του ως πρακτικού επαναστάτη.

Σύμφωνα με τον Bakunin, η εξέγερση είναι ένα έμφυτο ένστικτο σε όλους τους ανθρώπους και όχι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί μέσω περίπλοκων συλλογισμών. Αυτή η άποψη για την εξέγερση ως πρωταρχικό ανθρώπινο ένστικτο παρουσιάστηκε σε σατανιστικό πλαίσιο στο πιο διάσημο έργο του, Dieu et l‘état («Θεός και κράτος», γραμμένο το 1871 ως μέρος ενός σχεδιαζόμενου ευρύτερου έργου και δημοσιευμένο το 1882, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα· επειδή το βιβλίο γράφτηκε στα γαλλικά, το αναφέρω εδώ στην ενότητα για τον γαλλικό σοσιαλισμό, παρόλο που ο Bakunin ήταν Ρώσος στην καταγωγή). Στο Dieu et l‘état, χαρακτηρίζει τη Βίβλο ως «ένα πολύ ενδιαφέρον και εδώ κι εκεί πολύ βαθύ βιβλίο», αλλά θεωρεί τον Θεό ως «τον πιο ζηλιάρη, τον πιο ματαιόδοξο, τον πιο άγριο, τον πιο άδικο, τον πιο αιμοδιψή, τον πιο δεσποτικό και τον πιο εχθρικό ως προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία». Το γεγονός ότι ο Θεός απαγόρευσε στον Αδάμ και την Εύα να φάνε από τον καρπό του δέντρου της γνώσης προκλήθηκε σύμφωνα με τον Bakunin από την επιθυμία του «ο άνθρωπος, στερούμενος κάθε κατανόησης του εαυτού του, να παραμείνει ένα αιώνιο κτήνος, πάντα στα τέσσερα μπροστά στον αιώνιο Θεό». Στην αναρχική σατανιστική αντι-ανάγνωση του, ο Εωσφόρος έρχεται τώρα να μας σώσει:

«Αλλά εδώ μπαίνει ο Σατανάς, ο αιώνιος επαναστάτης, ο πρώτος ελευθερόφρονας και ο απελευθερωτής των κόσμων. Κάνει τον άνθρωπο να ντρέπεται για την κτηνώδη άγνοια και την υπακοή του· τον χειραφετεί, βάζει στο μέτωπό του τη σφραγίδα της ελευθερίας και της ανθρωπιάς, προτρέποντάς τον να παρακούσει και να φάει από τον καρπό της γνώσης».

Ο Bakunin ισχυρίζεται ότι «ο Θεός παραδέχτηκε ότι ο Σατανάς είχε δίκιο· αναγνώρισε ότι ο διάβολος δεν εξαπάτησε τον Αδάμ και την Εύα υποσχόμενος τους γνώση και ελευθερία ως ανταμοιβή για την πράξη της ανυπακοής που τους παρακίνησε να διαπράξουν». Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη της ανθρωπότητας ξεκινά μέσω της εξέγερσης, η οποία οδηγεί στην ελεύθερη σκέψη. Εμπνευστής της είναι ο Σατανάς, ο οποίος για τον Bakunin συμβολίζει την εξέγερση και τη λογική. Το γεγονός ότι ο Bakunin επιλέγει να χρησιμοποιήσει μια μυθολογική φιγούρα με τέτοιο τρόπο είναι ελαφρώς περίεργο, λαμβάνοντας υπόψη τον άκαμπτο αθεϊσμό του. Στο ίδιο κείμενο, προειδοποιεί αργότερα τον αναγνώστη ότι πάντα κινδυνεύουμε «αργά ή γρήγορα» να ξανακυλήσουμε «στην άβυσσο του θρησκευτικού παραλογισμού». Η πίστη στον Θεό είναι σύμφωνα με τον Bakunin ένα από τα πιο επικίνδυνα εμπόδια στο δρόμο της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, για τον απλούστατο λόγο ότι όταν είμαστε «[δούλοι] του Θεού, οι άνθρωποι πρέπει επίσης να είναι δούλοι της Εκκλησίας και του κράτους, στο βαθμό που το κράτος είναι καθαγιασμένο από την Εκκλησία». Με τον τρόπο αυτό ο Bakunin υποστηρίζει ακόμη και πως μπορεί να διαψεύσει την ύπαρξη του Θεού: «Αν υπάρχει Θεός, ο άνθρωπος είναι σκλάβος· τώρα, ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να είναι ελεύθερος· τότε, ο Θεός δεν υπάρχει».

Ακόμα κι έτσι, η μορφή του Σατανά είναι δελεαστική για χρήση. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με σιγουριά. Ο Bakunin μπορεί να ήταν τόσο βαθιά ριζωμένος σε μια χριστιανική πολιτιστική παράδοση ώστε ο (καθαρά συμβολικός) Σατανάς απλώς να φαινόταν ως το λογικό αντίθετο του Θεού και της Εκκλησίας. Ίσως ήθελε να προκαλέσει τους αναγνώστες του, ή μπορεί να θεωρούσε μια σατανιστική αντι-ανάγνωση της Βίβλου ως μια αποτελεσματική μέθοδο για την αποσταθεροποίηση των αξιώσεων αλήθειας και του κύρους των ιερών κειμένων. Ο Σατανάς μπορεί επίσης να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα ρητορικά αποτελεσματικό εργαλείο που δίνει ένα κάποιο χρώμα στην παράθεση αφηρημένων πολιτικών ιδεών.

Σατανιστική σοσιαλδημοκρατία: Σουηδία

Λίγο αργότερα, ο κόκκινος Διάβολος σήκωσε το κεφάλι του και στην περιφέρεια της Ευρώπης. Στα τέλη του 19ου αιώνα στη Σουηδία, η χρήση του Σατανά ως ηρωικής πολιτικής μορφής έγινε αξιοσημείωτα διαδεδομένη, πιθανότατα λόγω της δημοτικότητας του αγγλικού ρομαντισμού σε ορισμένους από τους πιο διανοούμενους σοσιαλιστές στη Σουηδία. Δεν έχω βρει άμεσες αναφορές στον Proudhon ή τον Bakunin στις σουηδικές πολιτικές εξυμνήσεις του Σατανά, αλλά αυτό φυσικά δεν αποκλείει ότι μια τέτοια επιρροή μπορεί επίσης να έχει δράσει σε ορισμένες περιπτώσεις. Όσον αφορά τον τοπικά παραγόμενο εσωτεριστικό ή λογοτεχνικό σατανισμό, υπήρχε πολύ λίγος από τους δύο στη Σουηδία ή στη Σκανδιναβία εκείνη την εποχή, οπότε το μοτίβο δεν είχε τέτοιου είδους τοπικό υπόβαθρο.

Ο Εωσφόρος ως μια συγκεκριμένη πτυχή του Σατανά που είναι πρωτίστως σύμβολο απελευθέρωσης φαίνεται ότι ήταν μια καθιερωμένη ιδέα στη Σουηδία γύρω στις αρχές του αιώνα. Δεν είναι ο Εωσφόρος ως μορφή πλήρως διαχωρισμένη από τον Διάβολο που απέκτησε αυτή τη σημασία. Παραμένουν μέρος του ίδιου συνενωμένου μυθικού συμπλέγματος, πτυχές της μιας και αυτής μορφής. Ένα παράδειγμα αυτής της άποψης είναι όταν η σημαίνουσα κοινωνική μεταρρυθμίστρια και φεμινίστρια Ellen Key (1849-1926) γράφει το 1905 για την επιφανειακή αγάπη στα πρόσωπα, κάτι που σύμφωνα με την ίδια συνεπάγεται ότι «αγαπούν μόνο τον Διάβολο, τον κόσμο και την ίδια τους τη σάρκα, έναν Διάβολο που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του Εωσφόρου, ούτε καν του Μεφιστοφελή, αλλά μόνο του Βελζεβούλ, του θορυβώδη άρχοντα του τίποτα». Όπως γίνεται αντιληπτό, η άθεη Key μιλάει για τον Εωσφόρο ως θετικό σύμβολο με τρόπο που υπονοεί ότι αυτή είναι μια κοινά αποδεκτή άποψη γι’ αυτόν, ωστόσο εξακολουθεί να τον θεωρεί πτυχή του Σατανά. Τα ονόματα Εωσφόρος και Σατανάς χρησιμοποιούνται επίσης, όπως θα φανεί, κατά καιρούς εναλλάξ από τους σοσιαλιστές, σύμφωνα με την παραδοσιακή χριστιανική χρήση.

Ο σοσιαλιστικός σατανισμός ήταν διαδεδομένος μεταξύ των πρώτων Σουηδών σοσιαλδημοκρατών. Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αποτελούσε ένα απειλητικό και ριζοσπαστικό κίνημα – που ακόμα ήταν μακριά από την αδιάφορη ηγεμονική θέση που απολάμβανε την περίοδο μετά τον 2ο ΠΠ. Φαίνεται εξαιρετικά απίθανο πως οποιοσδήποτε από τους σημερινούς σοσιαλδημοκράτες θα χρησιμοποιούσε τον Διάβολο ως σύμβολο των ιδεωδών του, αλλά αυτό ακριβώς ήταν που έκαναν οι προκάτοχοί τους. Η επιλογή του ονόματος Lucifer για το περιοδικό τους, που άρχισε να εκδίδεται το 1891, το δείχνει. Ακόμη και αν στο κύριο άρθρο του πρώτου τεύχους υποστηρίζεται ότι η λέξη Εωσφόρος χρησιμοποιείται εδώ απλώς με την καθαρά ετυμολογική της σημασία («φωτοδότης»), δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσει κανείς ότι το όνομα επιλέχθηκε με πλήρη επίγνωση των αρνητικών συνδηλώσεων που έχει στη χριστιανική παράδοση και είχε σκοπό να προκαλέσει την Εκκλησία και τη συντηρητική αστική τάξη. Πριν από το περιοδικό αυτό είχαν επίσης προηγηθεί δύο πιο απλές σοσιαλδημοκρατικές εκδόσεις με το ίδιο όνομα, οι οποίες κυκλοφόρησαν και οι δύο μόνο για ένα τεύχος – τα Χριστούγεννα του 1886 και τον Απρίλιο του 1887 αντίστοιχα – με σαφώς σατανιστικό περιεχόμενο.

Η ιστορία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος στη Σουηδία αρχίζει γύρω στο 1881, όταν ο August Palm (1849-1922) δημοσίευσε το φυλλάδιό του Hvad hvilja Socialdemokraterna? («Τι θέλουν οι σοσιαλδημοκράτες;»), αλλά δεν συγκροτήθηκε ως κανονικό πολιτικό κόμμα παρά μόνο το 1889. Κατά τη διάρκεια της χαλαρά οργανωμένης δεκαετίας του 1880, το κίνημα φιλοξένησε σοσιαλιστές πολλών τάσεων. Πριν από το τέλος της δεκαετίας, ωστόσο, η μειοψηφία των επαναστατικών σοσιαλιστών, που συχνά χαρακτηρίζονταν (λιγότερο ή περισσότερο σωστά) ως αναρχικοί, είχε γίνει τόσο ηχηρή και δύσκολα διαχειρίσιμη για τους μετριοπαθείς ρεφορμιστές, ώστε έπρεπε να διαχωρίσουν ξεκάθαρα τη θέση τους από τέτοιους εξτρεμιστές. Αυτό έγινε στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος στο Νόρσεπινγκ το 1889, παρόλο που το πρόγραμμα του κόμματος άφηνε ακόμη ανοιχτό το ενδεχόμενο για βίαιες μεθόδους στην ταξική πάλη, αν προκύπταν ακραίες περιστάσεις· ο Hinke Bergegren (1861-1936), σημαντικός εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής πτέρυγας στο συνέδριο, φέρεται να υποστήριξε πολιτικές δολοφονίες για να τρομάξει τις άρχουσες τάξεις, μιλώντας για τη χρησιμότητα «του δυναμίτη και του στιλέτου και της τρομοκρατίας» σύμφωνα με ένα δημοσίευμα εφημερίδας. Ήταν κυρίως οι οπαδοί των μέτρων αυτού του τύπου που έλκονταν από τη μορφή του Εωσφόρου.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890, αυτή η φάλαγγα σχημάτισε πολυάριθμες λέσχες νεολαίας και άλλες μικρές πολιτικές οργανώσεις, εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί το όνομα «σοσιαλδημοκράτες». Το πρόγραμμα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος είχε κηρύξει τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, αλλά οι ριζοσπάστες ήταν αποφασισμένοι να πατάξουν τον χριστιανισμό (ή, τουλάχιστον, να σπάσουν εντελώς την επιρροή του συντηρητικού ιερατείου). Μετά την εκκαθάριση του 1889, η τυπική πολιτική γραφή των σοσιαλδημοκρατών επικεντρώθηκε όλο και περισσότερο σε ανεπιτήδευτες απεικονίσεις των δύσκολων καθημερινών συνθηκών για τους εργάτες και να ενδιαφέρεται λιγότερο για τις αιματηρές εικόνες μιας επικείμενης επανάστασης ή για μυθικές αλληγορίες. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές εξαιρέσεις στην τάση αυτή, και συναντάμε τον Σατανά ως τη μάστιγα του καπιταλισμού ακόμη και στο τυπικό υλικό σε αρκετά μεταγενέστερες ημερομηνίες. Αντικληρικαλιστικά ή αντιχριστιανικά συναισθήματα εντοπίζουμε εύκολα παντού, και στην πλήρη έκδοση του 1902 της σουηδικής μετάφρασης του τραγουδιού «L’Intemationale» του Eugène Pottier, το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ όλων των τάσεων των Σουηδών σοσιαλιστών, ο τρίτος στίχος διακηρύσσει «Δεν υποδεχόμαστε τον σωτήρα από ψηλά, ούτε θεοί, [ούτε] πρίγκιπες στέκονται στο πλάι μας». Εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ της ομολογίας της αθεΐας και του (συμβολικού) εορτασμού του Σατανά. Ένας πιθανός λόγος για την τακτική αυτή των σοσιαλιστών μπορεί να είναι η ευρεία χρήση της μορφή του ως σύμβολο εξέγερσης κατά της εξουσίας σε λιγότερο ανοιχτό πολιτικό πλαίσιο εκείνη την περίοδο, όπως για παράδειγμα στη Θεοσοφία.

Η Helena Petrovna Blavatsky (1831-1891) και η Θεοσοφική Εταιρεία της εξέδιδαν στην Αγγλία ένα περιοδικό με το όνομα Lucifer από τον Σεπτέμβριο του 1887 και μετά. Και αυτοί τόνιζαν ότι η λέξη αυτή δεν ήταν καθαρά σατανιστική, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία πως, και σε αυτή την περίπτωση, το όνομα επιλέχθηκε εν μέρει για να προκαλέσει την Εκκλησία, καθώς η Θεοσοφία ήταν έντονα αντικληρικαλιστική. Η εντυπωσιακά θετική άποψη για τον Σατανά που παρουσίασε την επόμενη χρονιά η Μπλαβάτσκυ στο σημαντικότερο έργο της, The Secret Doctrine κάνει προφανές ότι σε κάποιο βαθμό είχε διπλή έννοια. Οι Θεοσοφιστές δεν ήταν μόνο αντιεκκλησιαστές, αλλά συμμαχούσαν επίσης με τις σουφραζέτες, τους κοινωνικούς μεταρρυθμιστές και τις αντιαποικιακές δυνάμεις. Ο Εωσφόρος ως πολιτικό σύμβολο της εξέγερσης ταιριάζει καλά με αυτές τις συνδέσεις. Τέτοιες πολεμικές στην εναλλακτική θρησκεία (Θεοσοφία) είναι πιθανό να συνέβαλαν – τουλάχιστον έμμεσα, διαιωνίζοντας στην ευρύτερη κουλτούρα το στερεότυπο του Σατανά ως απελευθερωτή – στη οικειοποίηση του Εωσφόρου από τους σοσιαλιστές ως συμβόλου της δίκαιης εξέγερσης. Αυτό το στερεότυπο καθιερώθηκε, όπως αναφέρθηκε, για πρώτη φορά στη ρομαντική λογοτεχνία και επαναλαμβάνεται σε έργα όπως το Satans Kinder («Τα παιδιά του Σατανά», 1897) του Stanislaw Przybyszewski, όπου ο αναρχισμός συνδέεται με τον σατανισμό. Όσον αφορά την πιθανή θεοσοφική σχέση, μπορούμε επίσης να σημειώσουμε ότι το πρώτο τεύχος του περιοδικού της Blavatsky είχε ένα πορτραίτο του Εωσφόρου στο εξώφυλλο, το οποίο είναι εξαιρετικά όμοιο με αυτό που κοσμεί το χριστουγεννιάτικο τεύχος του 1893 του Lucifer: Ljusbringaren, που εκδόθηκε από τους Σουηδούς σοσιαλδημοκράτες. Είτε οι σοσιαλιστές αντέγραψαν το έργο τέχνης των Θεοσοφιστών είτε και οι δύο είχαν ως πρότυπο μια προγενέστερη εικόνα.

Παρά αυτό το πιθανό οπτικό δάνειο, μια πιο προφανής πηγή έμπνευσης να ονομαστεί μια αναρχική εφημερίδα Lucifer είναι ίσως το Lucifer the Lightbearer, μια ατομικιστική-αναρχική εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδίδονταν στο Κάνσας (αργότερα στο Σικάγο), από το 1883. Επικεντρωνόταν πάνω απ’ όλα στη γυναικεία χειραφέτηση και δημοσίευε άρθρα που μιλούσαν για εξαιρετικά αμφιλεγόμενα θέματα όπως ο βιασμός στον γάμο και τα αντισυλληπτικά. Οι Σουηδοί σοσιαλιστές είχαν σχέσεις με τους ομολόγους τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί πιθανώς να γνώριζαν αυτή την έκδοση.

Ποιητικός έπαινος του Σατανά μεταξύ των Σουηδών σοσιαλιστών

Ας εξετάσουμε τώρα ορισμένα σαφή παραδείγματα του σουηδικού σοσιαλιστικού σατανισμού. Στα δύο πρώτα τεύχη του Lucifer που εκδόθηκαν στη Σουηδία, το θέμα του Σατανά ως απελευθερωτή εκφράζεται σε μια σειρά ποιημάτων και πολεμικών κειμένων του Atterdag Wermelin (1861-1904), οπαδό του Λόρδου Βύρωνα και γιο ενός ιερέα της Εκκλησίας της Σουηδίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές του εργατικού κινήματος, ο Wermelin ήταν μορφωμένος και είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα. Έπαιξε κάτι σαν ρόλο-κλειδί στον πρώιμο σουηδικό σοσιαλισμό και ήταν αυτός που εισήγαγε τις οικονομικές θεωρίες του Μαρξισμού στη Σουηδία. Τελικά περιθωριοποιήθηκε και κατά καιρούς έμεινε ακόμη και άστεγος. Αφού μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1887 και βρήκε τη ζωή εκεί εξίσου δύσκολη με εκείνη στην πατρίδα του, ο Wermelin αυτοκτόνησε.

Στο πρώτο τεύχος του Lucifer (1886), ο Wermelin διατύπωσε τις «Δέκα Εντολές του Εωσφόρου». Η δέκατη εντολή όριζε ότι «δεν θα επιθυμήσεις τη γυναίκα του γείτονά σου, εκτός αν αυτή επιθυμεί μόνο εσένα, αλλά το βόδι και το γαϊδούρι του και όλο το κεφάλαιο που του ανήκει θα το πάρεις από αυτόν και θα το κάνεις ιδιοκτησία των αδελφών σου». Όπως γίνεται αντιληπτό, οι σοσιαλιστικές σατανιστικές εντολές του Wermelin αντιστρέφουν σε μεγάλο βαθμό τις χριστιανικές και η πρώτη από αυτές στην εκδοχή του αναφέρει «Δεν θα έχεις άλλους θεούς μπροστά σε μένα, τον Φωτοδότη». Αυτού του είδους η παρωδία ή η αντιστροφή αποσπασμάτων από τη Βίβλο αποτελούσε σύνηθες χαρακτηριστικό των αντιεκκλησιαστικών ή αθεϊστικών συγγραμμάτων κατά την περίοδο αυτή. Ένα τυπικό μη σατανιστικό σουηδικό παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στο Lifslirjer ll της Ellen Key (Lifelines II), όπου προκλητικά απευθύνει προς τον αναγνώστη, σε μια αντεστραμένη εκδοχή των Μακαρισμών, λέγοντας: «Μακάριοι οι μαχόμενοι, γιατί μέσω αυτών θα μπορέσουν τελικά να ζήσουν οι πράοι στη γη».

Στο δεύτερο τεύχος του Lucifer, ο Wermelin δημοσίευσε ένα καθαρά βυρωνικό ποίημα που περιγράφει πώς ο φωτοδότης βρίσκεται δεμένος σε έναν βράχο και τον τρώει ένας γύπας, αλλά παρόλα αυτά φωνάζει: «Με τη μορφή του Σατανά, τη μορφή του Προμηθέα/παρέμεινα ο ίδιος – αδάμαστος». Αυτού του είδους σατανισμός εμφανίζεται πιο περίτεχνα σε μεταγενέστερες εκδόσεις του Lucifer. Το τεύχος του 1891 ανοίγει με το ποίημα «Εωσφόρος» με την υπογραφή «Σπάρτακος» (Carl Natanael Carleson, 1865-1929), όπου είναι πολύ σαφές ότι η οντότητα που χαιρετίζεται δεν είναι ένας απλός «φωτοδότης» με τη γενική έννοια, αλλά πράγματι ο ίδιος ο Σατανάς: «Υπάρχει ένα πλάσμα, που κυκλοφορεί / Και προκαλεί μόνο αναστάτωση και δυσφορία. / Παλαιότερα υποτίθεται ότι πετούσε ελεύθερα στον ουράνιο αιθέρα / Και ήταν ισότιμος με τα θεϊκά όντα». Αυτός ο εξεγερμένος είναι ήρωας για τους σοσιαλιστές και ο «Σπάρτακος» διακηρύσσει:

«Δεν πιστεύουμε τα ψέματα γι’ αυτόν,

που για χιλιετίες κουβαλούσε τη δάδα

Ξέρουμε ότι είσαι αυτό που ήσουν από την αρχή.

Δεν ήθελες να υπογράψεις τα συμβόλαια,

Δεν ήθελες να γίνεις λακές της εξουσίας,

Δεν ήθελες να πέσεις στο ρυθμό του πλήθους των δούλων,

Δεν ήθελες να αμβλύνεις το αίμα και το νεύρο.

Έτσι ξεκίνησες, μακριά την δίκαιη αποστολή σου…

Να φέρεις φως στους σκλάβους και καταστροφή στους βασανιστές.

Και έτσι έλαμψε ο περήφανος πυρσός σου».

Στο τεύχος για τα Χριστούγεννα του 1893, ο Ernst Hellborg (1867-1927) έγραψε ένα κείμενο όπου περιγράφει πώς κάθεται και συλλογίζεται ποιος είναι πραγματικά ο Εωσφόρος, όταν ξαφνικά ο έκπτωτος άγγελος υλοποιείται στο δωμάτιο: «Το νεανικό πρόσωπο, ολόκληρη η ύπαρξή του, αποτελούσε μια ένωση ομορφιάς και δύναμης, ζωντανής αδάμαστης δύναμης. Τα βαθιά, σκούρα μάτια με κοίταζαν με τόσο φιλικό τρόπο και υπήρχε μια έκφραση στοχαστικής σοβαρότητας μέσα τους». Ο ίδιος εξηγεί στον Hellborg:

«Εγώ ήμουν αυτός που σφυρηλάτησε το όπλο του νου σου.

ενάντια στην τυραννία των τυφλών θεών,

ήμουν εγώ που παρακολουθούσα και, γεμάτος ελπίδα, περίμενα υπομονετικά

ήμουν εγώ, που πρώτος ανάμεσά σας πολέμησα

για ένα μέλλον φωτεινό, χαρούμενο και ελεύθερο».

Ο Hellborg δεν ανήκε στους υποστηρικτές της βίαιης δράσης, αλλά συμμεριζόταν την αφοσίωσή τους στη συντριβή του χριστιανισμού και η πλειονότητα των γραπτών του επικεντρώνεται σε αυτόν τον στόχο. Όπως και ο Wermelin, γνώριζε σε βάθος την αγγλική λογοτεχνία. Ο πανηγυρικός του προς τον Σατανά μπορεί επομένως να θεωρηθεί με ασφάλεια ότι είχε για πηγή έμπνευσης τα κλασικά έργα του λογοτεχνικού σατανισμού αυτής της γλώσσας.

Το ποίημα αυτό αποτελεί κάτι σαν ανωμαλία στην τυπική σοσιαλδημοκρατία σε αυτό το προχωρημένο στάδιο. Όταν οι σοσιαλδημοκράτες άρχισαν να επιδιώκουν σοβαρά μια θέση στο κοινοβούλιο, και για τον λόγο αυτό απομάκρυναν τις πιο ακραίες τάσεις από τους κόλπους τους, ο Σατανάς σύντομα μεταφέρθηκε στον σκουπιδότοπο της μη αποδεκτής ρητορικής. Στην πραγματικότητα, η μορφή του σε γενικές γραμμές είχε την ίδια τύχη και σε άλλες φράξιες των Σουηδών σοσιαλιστών. Οι πρώιμοι Σουηδοί σοσιαλιστές αρέσκονταν στη χρήση αλληγοριών και στην επίκληση μιας μυστηριώδους, οραματικής ατμόσφαιρας και έδιναν ιδιαίτερη θέση στη μυθολογία, τους θεούς και τα αφηρημένα σύμβολα. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με την πάροδο του χρόνου, αντ’ αυτού κέρδισε έδαφος μια πιο ρεαλιστική και σοσιαλρεαλιστική προσέγγιση, αν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν πολυάριθμες εξαιρέσεις που αμφισβητούσαν την ηγεμονία της.

Ένθερμοι ύμνοι προς το Σατανά ως πνεύματος της προόδου μπορούν να βρεθούν σε αρκετά τεύχη του περιοδικού Brand («Φωτιά») της σοσιαλιστικής οργάνωσης νεολαίας ακόμη και το 1907. Στο έβδομο τεύχος εκείνης της χρονιάς, η υπογραφή «n» συνεισέφερε τον «Ύμνο στον Σατανά», μια σύνθεση που παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με το ομώνυμο ποίημα του νομπελίστα Giosuè Carducci – μάλιστα, τόσο εμφανείς που ίσως να πρόκειται περισσότερο για ελεύθερη ερμηνεία (ή, λιγότερο καλοπροαίρετα, για καθαρή λογοκλοπή) του έργου του Carducci, το οποίο μεταφράστηκε στα σουηδικά από την Aline Pipping το 1894. Για άλλη μια φορά, όπως ο Bakunin, εστιάζοντας στη Γένεση 3, ο/η «n» βλασφημεί λέγοντας:

«Χαίρε, Σατανά,

που μπόρεσες να παρασύρεις

την πρώτη γυναίκα

να κόψει τον καρπό της γνώσης! Τι υπήρχε προτού

το φως της γνώσης εισέλθει στον κόσμο;»

Ο/η συγγραφέας «n» συνεχίζει:

«Αλλά εσύ Μεγάλε…

Άγιε Σατανά

Εραστή του ανθρώπου

Εχθρέ του Θεού

…πιο έξυπνος ήσουν από το…

παλιό Θεό που γέμισε τις εντολές με ευχαριστίες».

Το θέμα του Σατανά ως θεού της λογικής και του πνευματικού φωτισμού, που στέκεται σε αντίθεση με τον υποδουλωτή Θεό, μπορεί επίσης να βρεθεί εμμέσως στο σαρκαστικό ποίημα του Erik Lindorm «Paradiset» («Παράδεισος»), στη συλλογή σοσιαλιστικής ποίησης του, Bubblor från botten («Φούσκες από το βυθό», 1908), όπου τα τελευταία λόγια είναι: «Θα έπρεπε να ήμασταν υπάκουοι, κυρά μου/Έτσι στον Παράδεισο / Όπως πριν θα περιπλανιόμασταν, μακάριοι και ηλίθιοι». Μια άλλη φιλοσατανική αντι-ανάγνωση της Γένεσης 3 παρουσιάζεται στο τεύχος εννέα του Brand (1905), όπου ένα απόσπασμα από ένα εκτενέστερο κείμενο του καθηγητή λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Ουψάλα Henrik Schück δείχνει πως το ερπετό είπε την αλήθεια όταν είπε στην Εύα ότι, αντίθετα με τις απειλές του Θεού, δεν θα πέθαινε αν έτρωγε τον απαγορευμένο καρπό. Ο Θεός είναι ψεύτης και το ερπετό ειλικρινής βοηθός. Σύμφωνα με τον Schück, ο Θεός φοβόταν ότι οι άνθρωποι θα γίνονταν ίσοι του και αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τις προειδοποιήσεις του σχετικά με τον καρπό.

Ο Σατανάς γίνεται όχι μόνο σύμβολο του πνευματικού φωτισμού, αλλά και των λεγόμενων αμαρτιών που πολλοί σοσιαλιστές πίστευαν ότι δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Στο διήγημα «I helvetet» («Στην κόλαση»), που δημοσιεύτηκε στο Brand 12 (1907), ο Hjalmar Nilsson απεικονίζει έναν φυλακισμένο προλετάριο να βλέπει ένα όνειρο για την κόλαση, όπου ο Εωσφόρος εξηγεί: «Ο Ιεχωβάς είναι συντηρητικός, αλλά ο Εωσφόρος είναι δημοκράτης» και η κόλαση δεν είναι τόπος βασανιστηρίων:

«…αν οι άνθρωποι ήταν σοφοί, θα προτιμούσαν να έρθουν εδώ παρά να πάνε στον Παράδεισο. Όλα τα μεγάλα πνεύματα έρχονται εδώ, όλες οι ψυχές που είχαν την ικανότητα να απεχθάνονται την κολακεία. Μην πιστεύετε ότι έχουμε άσχημες εμπειρίες. Ο χριστιανισμός κηρύσσει τον ασκητισμό και την αυτό-άρνηση· εμείς κηρύσσουμε την ευτυχία και την ευχαρίστηση. Για αυτό, όλα τα πράγματα που θεωρούνται αμαρτωλά στη γη ασκούνται εδώ: ο ερωτισμός, ο χορός, το θέατρο και τα χαρούμενα τραγούδια».

Παραμύθι, φωτιά και τρομοκρατικές πράξεις

Στο Loke – flygblad till ungdomen («Λόκι: Φυλλάδιο για τη νεολαία») – μια ακόμη βραχύβια σοσιαλιστική έκδοση – τυπώθηκε το 1897 η παρακάτω εξήγηση για τη χρήση μυθολογικών μορφών:

«Λόκι, Προμηθέας, Εωσφόρος, αυτές οι όμορφα επινοημένες μυθολογικές μορφές, είναι όλες συμβολικές εκφράσεις ενός και του αυτού πράγματος: του πνεύματος της απελευθέρωσης. Αντιπροσωπεύουν τον ανθρώπινο πόθο για την εξέγερση, τη μάχη μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων, μεταξύ σκότους και φωτός. Και γι’ αυτό τα δυσαρεστημένα, προοδευτικά άτομα της κοινωνίας αγαπάνε αυτές τις προσωπικότητες των παραμυθιών».

Ένα άλλο παράδειγμα των «δυσαρεστημένων, προοδευτικών ατόμων» που αγαπούν τέτοιες μορφές μπορεί να βρεθεί στο τεύχος 1 του Brand (1898), όπου η υπογραφή R. Å. (Robert Ågren, 1869-1917) εκφράζει τη λαχτάρα του για «έναν εμπρησμό, όχι με φρικτό χαμόγελο / που καίει εκκλησίες και βωμούς» και φωνάζει «Άκου, ω, Προμηθέα, άκου το τραγούδι μου! Κλέψε για ακόμη μια φορά την ιερή φλόγα!». Με την προτροπή του για το κάψιμο των εκκλησιών, ο R. Å. προσπαθούσε ξεκάθαρα να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να είναι προκλητικός και πιθανότατα επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους που είχε το ιερατείο σχετικά με τους σοσιαλιστές.

Ο γνωστός επαναστάτης Leon Larsson (1883-1922) βασίστηκε επίσης σε έναν εωσφορικό, προμηθεϊκό συμβολισμό της εσωτερικής και εξωτερικής φωτιάς της κόλασης και του εμπρησμού, όταν έγραψε τους παρακάτω στίχους που μοιάζουν με τους στίχους του Βύρωνα στο βιβλίο του Hatets sånger («Τραγούδια του μίσους», 1906): «Αλλά ένα συναίσθημα έχω: είναι ένα διαβολικό μίσος. /Και στην ίδια μου την ψυχή, η κόλαση έχει το σπίτι της, / είναι η φωτιά της αβύσσου, που ρημάζει και κατατρώει». Οι αναφορές στη φωτιά μπορεί να αποτελούν και βιογραφική αναφορά, καθώς ο Larsson – όταν ήταν δεκαέξι ετών – είχε καταδικαστεί σε έξι μήνες καταναγκαστικά έργα επειδή έβαλε φωτιά σε ένα σπίτι στο Μάλμε. Λίγες σελίδες παρακάτω στο ίδιο βιβλίο, στο ποίημα «Frihetsbegär» («Επιθυμία για ελευθερία»), έναν ύμνο στη λαχτάρα για ελευθερία, γράφει: «Αυτή η σπίθα σιγόκαιγε στον Σατανά/όταν μόνος του πολεμούσε εναντίον του Θεού/όταν προκλητικά εγκατέλειψε τον Κύριο/και αρνήθηκε να υπακούσει την εντολή του». Η φήμη του Larsson δεν ήταν μόνο προϊόν του ποιητικού του ταλέντου και της προτίμησής του στην καθαρά συμβολική πρόκληση, αλλά και της συμμετοχής του σε δραματικά γεγονότα όπως η διαβόητη αστυνομική επιδρομή εναντίον του λεγόμενου «εργοστασίου βομβών» στο Βάσασταν της Στοκχόλμης, όταν κατασχέθηκαν δυναμίτης και άλλα υλικά στο διαμέρισμα του Larsson και του αδελφού του.

Για τους συγχρόνους του, στίχοι όπως του Larsson δεν είχαν τα γραφικά και αστεία χαρακτηριστικά που μπορεί να αντιλαμβανόμαστε σήμερα σε αυτούς. Την εποχή της έκδοσής τους, οι αναρχικοί τρόμαζαν πραγματικά τη Σουηδία, καθώς κατά τη διάρκεια αυτών των ετών πραγματοποιήθηκαν αρκετές αιματηρές τρομοκρατικές πράξεις. Όχι μόνο ανακαλύφθηκε το 1906 το «εργοστάσιο βομβών» στο διαμέρισμα των αδελφών Larsson, αλλά και τον Ιούλιο του 1908 πυροδοτήθηκε βόμβα προσαρτημένη στο κύτος πλοίου στο λιμάνι του Μάλμε που φιλοξενούσε Άγγλους απεργοσπάστες, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα άτομο και να τραυματιστούν πολλοί. Το 1909, ο διοικητής του σουηδικού παράκτιου πυροβολικού σκοτώθηκε από έναν αναρχικό (που είχε στην τσέπη του ένα τεύχος του Brand!) σε ένα πάρκο της Στοκχόλμης, με στόχο στην πραγματικότητα να είναι ο Τσάρος Νικόλαος Β’ που επισκεπτόταν τη Σουηδία. Οι αναρχικοί ήθελαν οι άνθρωποι να τους φοβούνται, και ο σατανισμός έμοιαζε φυσικά  με ένα χρήσιμο εργαλείο για να επιτευχθεί αυτό.

Η ρομαντική επιρροή και ο σουηδικός σοσιαλισμός ως «θρησκεία»

Όταν ο Axel Uhlén, στην αναλυτική του μελέτη για τη σουηδική σοσιαλιστική ποίηση, γράφει για «revolutionsromantik», αναφέρεται συγκεκριμένα σε μια αισιόδοξη άποψη για τη γαλλική επανάσταση του 1789 (από όπου πολλοί Σουηδοί σοσιαλιστές δανείστηκαν τα ψευδώνυμά τους). Αυτός ο όρος θα ήταν επίσης κατάλληλος χαρακτηρισμός για το ιδιαίτερο ρεύμα του επαναστατικού σοσιαλισμού που προπαγάνδιζαν όσοι είχαν συμπάθεια για τον Διάβολο: ένα παρακλάδι της πολιτικής ποίησης που είναι έντονα χρωματισμένο από τον ρομαντισμό, ιδίως την αγγλική εκδοχή του. Μια γερμανική επιρροή φαίνεται επίσης πιθανή. Το ποίημα του Goethe «Προμηθέας» (γραμμένο το 1772-1774, δημοσιευμένο το 1789), στο οποίο ο Τιτάνας εκφράζει την περιφρόνησή του προς τον Θεό (Δία) και υμνεί την ανεξαρτησία του, είναι ένα παράδειγμα παράλληλων μοτίβων. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το θεατρικό έργο του Schiller, Die Räuber (Οι Ληστές, 1781), στο οποίο ο ηρωικός ληστής Καρλ Μουρ, σε μια δημοκρατική και επαναστατική συζήτηση (η οποία διαγράφηκε από τη δεύτερη έκδοση του έργου), περιγράφει τον Σατανά του Milton  ως έναν άνθρωπο που δεν μπορεί ποτέ να υποταχθεί σε άλλον και στη συνέχεια ρωτά ρητορικά: «Δεν ήταν μια εξαιρετική ιδιοφυΐα;».

Αυτή η «revolutionsromantik» είχε και οπτικές πτυχές. Στη διατριβή της για τη χρήση των λάβαρων στον πρώιμο σουηδικό σοσιαλισμό, η Margareta Ståhl έχει επισημάνει ομοιότητες με τον μασονικό συμβολισμό στην εικονογραφία που χρησιμοποιούσε μια συνδικαλιστική ομάδα. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως οι σοσιαλιστές βρίσκονταν σε επαφή με τους Ελευθεροτέκτονες, αλλά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ένδειξη του πόσο πολλά σύμβολα είχαν μετατραπεί σε ευμετάβλητα σύμβολα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και πώς η εικονογραφία που είχε ανακαλυφθεί αρχικά στα αρχεία του δυτικού εσωτερικισμού μπορούσε να καταλήξει σε ορισμένα μάλλον απροσδόκητα πλαίσια. Η Ståhl δείχνει επίσης πως το σύμβολο του πυρσού που συνήθως εμφανιζόταν στα σοσιαλιστικά λάβαρα ήταν, συχνά, μια αναφορά στον Εωσφόρο. Οι εκδόσεις του Lucifer του 1886 και του 1887 είχαν επίσης ως λογότυπο ένα χέρι που κρατούσε έναν αναμμένο πυρσό, καθιερώνοντας σταθερά, θεωρώ, τη σύνδεση μεταξύ του πυρσού ως απεικόνιση του καθαρά ετυμολογικού περιεχομένου της λέξης («φωτοδότης») και των δαιμονικών συνδηλώσεων που διερευνήθηκαν στο παραπάνω περιοδικό. Η Ståhl προτείνει πως οι διακοσμήσεις των αστεριών στα λάβαρα μπορούν επίσης να συνδεθούν με τον Εωσφόρο, καθώς αυτός είναι το πρωινό αστέρι. Το κατά πόσον η σύνδεση μεταξύ του πυρσού, των αστεριών με τον Εωσφόρο ήταν κάτι που γνώριζαν όλοι οι ακτιβιστές είναι εξαιρετικά αμφίβολο και δεν θα πρέπει να μπει κανείς στον πειρασμό να συμπεράνει ότι μεγάλα πλήθη εργατών βάδιζαν, για να το θέσουμε εμφατικά, κάτω από το λάβαρο του Σατανά.

Αρκετοί σχολιαστές έχουν παρατηρήσει πως το σοσιαλιστικό δόγμα πήρε θρησκευτικές διαστάσεις για τους οπαδούς του στη Σουηδία. Ο γνωστός πολιτικός επιστήμονας Herbert Tingsten, για παράδειγμα, γράφει ότι έγινε «ένα ευαγγέλιο, αρκετό για να καλύψει την ανάγκη τους για μια φιλοσοφία ζωής» και πήρε «κάπως το χρώμα της θρησκευτικής πίστης». Ο Hendrik de Man, αν και δεν έγραφε ειδικά για τις σουηδικές συνθήκες, υποστήριζε ήδη από το 1926 ότι το εργατικό κίνημα εμφάνιζε θρησκευτικά χαρακτηριστικά και ότι ορισμένες από τις πρακτικές του θα μπορούσαν να συσχετιστούν με χριστιανικές λαϊκές γιορτές και θρησκευτικές πομπές. Τα σύμβολα και οι τελετές του σοσιαλισμού είναι, σύμφωνα με τον de Man, εκφράσεις θρησκευτικών αναγκών. Η Ståhl απορρίπτει τη θεωρία του de Man ως εκλογίκευση εκ των υστέρων και τονίζει ότι οι σοσιαλιστές της δεκαετίας του 1880 αποτελούσαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας, στο οποίο πολλοί συμμετέχοντες προσπαθούσαν να σπάσουν την ηγεμονία του χριστιανισμού, καθώς τον αντιλαμβάνονταν ως ένα ακόμη καπιταλιστικό εργαλείο κυριαρχίας. Το γεγονός ότι οι σοσιαλιστές έγραφαν νέες λέξεις σε χριστιανικούς ύμνους και οικειοποιούνταν θρησκευτικά έθιμα, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να τελούν σοσιαλιστικούς γάμους και βαπτίσεις, ήταν κατά τη γνώμη της Ståhl μια πρόκληση και όχι μια προσαρμογή στα υπάρχοντα πρότυπα. Είναι πιθανό να έχουν δίκιο τόσο η Ståhl όσο και ο de Man Για μένα, μοιάζει πιθανό ότι συχνά υιοθετούνταν ταυτόχρονα και οι δύο στάσεις για στρατηγικούς λόγους, προκειμένου να μην αποξενωθούν οι οπαδοί. Επιπλέον, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το εργατικό κίνημα ήταν βαθιά διαιρεμένο σε διαφορετικές φράξιες, και ότι ορισμένες από αυτές μπορεί να είχαν σκοπό να εξαλείψουν τον χριστιανισμό αντικαθιστώντας τον με νέες τελετουργίες και σύμβολα (τα οποία, πρέπει να αναφερθεί για λόγους σαφήνειας, δεν ήταν σατανιστικού τύπου), ενώ άλλες μπορεί να επιθυμούσαν να προσαρμοστούν στις βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές συνήθειες πολλών μελών. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί μια συνολική στάση του κινήματος απέναντι στη θρησκεία, καθώς ήταν ιδιαίτερα ετερογενές.

Ο θάνατος του Διαβόλου και ο Αμερικανός Αντίχριστος

Μετά τον 1ο ΠΠ, πολύ λίγοι συγγραφείς υμνούσαν τον Διάβολο, και τα φιλικά προς τον Εωσφόρο καλλιτεχνικά κινήματα όπως ο Συμβολισμός και η Παρακμή εξαφανίστηκαν, καθώς οι περίτεχνες ονειροπολήσεις τους εξολοθρεύθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου με τα νευροπαραλυτικά αέρια, τα πολυβόλα και τα γεμάτα πτώματα χαρακώματα. Ο σοσιαλιστικός σατανισμός λίγο πολύ εξαφανίστηκε επίσης μετά τον πόλεμο, στη Δυτική Ευρώπη τουλάχιστον. Αλλά υπήρχαν μεμονωμένες μεταγενέστερες περιπτώσεις όπου οι αριστεροί εξακολουθούσαν να αγαπούν τον Εωσφόρο. Στο βιβλίο του Wie alles anfing («Πώς άρχισαν όλα») του 1975, ο δυτικογερμανός αναρχικός τρομοκράτης Michael «Bommi» Baumann (1948-2018), γνωστός από το Κίνημα 2 Ιουνίου, αναφέρει ότι οι σατανιστικές τάσεις ήταν ευρέως διαδεδομένες στους πολιτικούς του κύκλους. «’Χαίρε Σατανά’ ήταν πρακτικά ο εσωτερικός χαιρετισμός τους», γράφει και εξηγεί ότι ένας συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν το λεγόμενο σήμα των κεράτων (μια γροθιά με υψωμένο δείκτη και μικρό δάχτυλο). Αναφέρει επίσης τον Proudhon και τον Bakunin ως πηγές έμπνευσης για τέτοιου είδους διαβολικά καμώματα.

Τι γίνεται στη χώρα που αργότερα θα αυτοανακηρυσσόταν σε παγκόσμιο εχθρό του σοσιαλισμού, τις Ηνωμένες Πολιτείες; Εκτός από την αναρχική εφημερίδα Lucifer που αναφέρθηκε παραπάνω, μια λίγο μεταγενέστερη αμερικανική αριστερή προσωπικότητα χρησιμοποίησε επίσης τον Σατανά ως θετικό πρότυπο. Το 1917, ο σοσιαλιστής συγγραφέας και εκδότης περιοδικών Henry M. Tichenor (1858-1924) εξαπέλυσε το βιβλίο The Sorceries and Scandals of Satan, μια κατά μέτωπο επίθεση κατά του χριστιανισμού όπου παρουσίαζε τον Σατανά ως ήρωα και φίλο των προλετάριων. Το πρώτο κεφάλαιο καταλήγει με τον Tichenor να διαπιστώνει ότι «φαίνεται άδικο να κρίνουμε τον ηττημένο μέσα από τη μαρτυρία του νικητή εχθρού του», εικάζοντας ότι «ίσως μια ειλικρινής έρευνα από κάποιον ουδέτερο να δει τον Σατανά υπό διαφορετικό πρίσμα». Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι ακριβώς μια τέτοια έρευνα. Γρήγορα γίνεται ξεκάθαρο πού στρέφεται η συμπάθεια του Tichenor, καθώς μόλις λίγες σελίδες αργότερα γράφει: «Οι ελέω θεού πολέμαρχοι και γαιοκτήμονες και εργολάβοι, οι εκμεταλλευτές και οι εκβιαστές, μπορεί να βρίσκονται στην Κόλαση, αν ο Σατανάς είχε κερδίσει τον πόλεμο που διεξήγαγε με τον Ιεχωβά». Όπως και πολλοί άλλοι σοσιαλιστές, προβάλλει τον Σατανά ως προστάτη της ελευθερίας και της επιστήμης, υποστηρίζοντας ότι «ο Σατανάς είναι αυτός που ενέπνευσε τους επιστήμονες και τους στοχαστές του κόσμου, όπως και τους επαναστάτες ενάντια στην καταπίεση». Ο αντίπαλός του, ο Θεός, από την άλλη, «δεν πιστεύει στην επιστήμη, ούτε στην ανθρώπινη ελευθερία». Ομοίως με τον Michelet και τους Σουηδούς σοσιαλιστές, ο Tichenor δηλώνει ευθέως ότι «ο Ιεχωβάς είναι ο θεός της κυρίαρχης τάξης», και ως εκ τούτου ο Σατανάς είναι λογικά ο θεός των καταπιεσμένων. Αυτή, αναφέρει, δεν είναι ανορθόδοξη άποψη: «Το γεγονός ότι ο Ιεχωβάς είναι με το μέρος της τυραννίας και ο Σατανάς με το μέρος της ελευθερίας, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την Εκκλησία».

Ο Ιεχωβάς δεν προσωποποιεί μόνο την οικονομική τυραννία, αλλά είναι επίσης εχθρός όλων των εγκόσμιων απολαύσεων που ενσαρκώνει ο Σατανάς: «Όλες τις χαρές, την αγάπη και το γέλιο της ζωής τις οφείλουμε στους αμαρτωλούς του Σατανά». Η ομοιότητα με το διήγημα «I helvetet» του Hjalmar Nilsson από το 1907, που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι ξεκάθαρη. Ένα ορισμένο διακριτό σύνολο ιδεών σχετικά με τη μορφή του Διαβόλου ήταν με άλλα λόγια ευρέως διαδεδομένο και η ανάγνωση σοσιαλιστικών κειμένων από διαφορετικές χώρες προκαλεί συχνά την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε έναν θάλαμο απόηχων. Κλείνοντας το βιβλίο, ο Tichenor υπογραμμίζει πως όταν θα έχουν εξαφανιστεί «η πλουτοκρατία και η ιεροσύνη», ο Σατανάς και ο Ιεχωβάς θα είναι εξίσου περιττοί. Τότε «[η] ψυχή της Ανθρωπότητας θα βγει νικήτρια πάνω από τη μαινόμενη καταιγίδα των αιώνων, πάνω από όλους τους θρόνους και τους βωμούς, πάνω από όλους τους θεούς και τους διαβόλους της γης». Αυτή είναι, φυσικά, η ίδια αθεϊστική ανθρωποκεντρική άποψη που υποστηρίζουν σχεδόν όλοι οι σοσιαλιστές σατανιστές που αναφέρθηκαν ως τώρα, αλλά δείχνει επίσης την πεποίθηση του Tichenor ότι μέχρι να επιτευχθεί αυτή η ουτοπία, ο Σατανάς είναι πολύ χρήσιμος ως σύμβολο για τους σοσιαλιστές.

Συμπέρασμα: Γιατί ο Σατανάς;

Από τα τέσσερα πρόσωπα που συνήθως θεωρούνται οι πιο επιδραστικοί και διάσημοι αναρχικοί στοχαστές – ο Godwin, ο Proudhon, ο Bakunin και ο Kropotkin – οι τρεις εξυμνούσαν ξεκάθαρα τον Σατανά ως σύμβολο της ελευθερίας και της εξέγερσης κατά της άδικης εξουσίας. Στον πρώιμο σουηδικό σοσιαλισμό, συμπεριλαμβανομένης της μη αναρχικής εκδοχής, ο Εωσφόρος αποτελούσε σημαντικό σύμβολο. Εμφανίστηκε επίσης στις ΗΠΑ και αργότερα στη Γερμανία, αποτελώντας έτσι μια φιγούρα διαδεδομένη λίγο-πολύ σε όλο τον δυτικό κόσμο.

Ειδικά για εκείνους τους σοσιαλιστές που αποδέχονται πρόθυμα να παραμείνουν ως ένα βαθμό εντός του συμβολικού πλαισίου του χριστιανισμού, ίσως για να χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα οικεία στο κοινό, δεν είναι τόσο παράξενο που επέλεξαν τον Σατανά ως σύμβολο για την ανατροπή της κοσμικής εξουσίας, δεδομένου του τι αναφέρει η Βίβλος, σε ορισμένα χωρία, για αυτά τα θέματα. Ειδικά στον Παύλο, ο Θεός εμφανίζεται απόλυτα ξεκάθαρα ως ο απόλυτος προστάτης της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και των ηγεμόνων της. Στην επιστολή προς Ρωμαίους 13.1-2 (στη Βίβλο του βασιλιά Ιακώβου), για παράδειγμα, αναφέρεται ως γνωστό: «Επειδή δεν υπάρχει άλλη εξουσία παρά μόνο του Θεού· οι εξουσίες που υπάρχουν είναι ορισμένες από τον Θεό. Για αυτό όποιος αντιστέκεται στην εξουσία, αντιστέκεται στην εντολή του Θεού». Και ποιος λογικά ήταν ο μεγάλος αντίπαλος της διάταξης του Θεού; Ο Σατανάς, φυσικά.

Ίσως μια άλλη πιθανή εξήγηση να μας δίνεται από το κύριο άρθρο για το πρώτο τεύχος του περιοδικού της Θεοσοφικής Εταιρείας, Lucifer, όπου αναφέρεται ότι δεν ήταν δυνατό να υπάρξει καλύτερο σύμβολο από τον Εωσφόρο για τον σκοπό του περιοδικού: «να ρίξει μια αχτίδα αλήθειας σε ό,τι κρύβεται από το σκοτάδι της προκατάληψης, από κοινωνικές ή θρησκευτικές παρανοήσεις». Η προσπάθεια «να αναγκαστούν οι αδύναμοι να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα» εξυπηρετείται καλύτερα από «έναν τίτλο που ανήκει στην κατηγορία των διάσημων ονομάτων». Με άλλα λόγια, το να τρομάξει κανείς τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας ένα σύμβολο που ενστικτωδώς θεωρούν κακό πιθανώς να ήταν ένας τρόπος να τους κάνει να σκεφτούν πιο προσεκτικά για κάθε είδους προκατάληψη.

Μερικές φορές μοιάζει πως οι σοσιαλιστές σατανιστές βαδίζουν σε έναν ολισθηρό ρητορικό δρόμο στον οποίο κινδυνεύουν να καταλήξουν στην «άβυσσο του θρησκευτικού παραλογισμού» για την οποίο τους προειδοποιεί ο Bakunin. Οι πύρινες επικλήσεις τους στον Σατανά ως ιδιοφυΐα της ελευθερίας, με πολλή συναισθηματική θέρμη και δάνεια από βιβλικές εικόνες, συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα στο να ακούγονται σαν πραγματικά θρησκευτικά κείμενα. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που μοιράζονται από κοινού με τον Anton LaVey (1930-1997), τον κατ’ όνομα άθεο ιδρυτή της Εκκλησίας του Σατανά, ο οποίος συχνά γράφει σαν να υμνεί τον Διάβολο ως υπαρκτή και συνειδητή οντότητα. Πράγματι, ορισμένοι από τους ακόλουθούς του, με σημαντικότερο τον πρώην δεξί του χέρι Michael Aquino, ισχυρίζονται ότι κάποτε είχε θεϊστική πίστη στον Σατανά. Όπως και να έχει, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους σοσιαλιστές συγγραφείς. Όσον αφορά τον Bakunin, τον Wermelin και τους άλλους – με πιο το περίπλοκο παράδειγμα να αποτελεί ο κατά καιρούς χριστιανός Proudhon – η άποψή τους για τον Διάβολο είναι μάλλον καλύτερα αντιληπτή ως μέρος της ευρύτερης τάσης, από τις αρχές του 19ου αιώνα και μετά, να βλέπουν τις μορφές του θρησκευτικού μύθου ως απλές αναπαραστάσεις ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Στη Σουηδία, η Ellen Key έγραψε για την ανθρωπότητα που συνειδητοποιεί πως η ίδια είναι «ο Θεός και ο Εωσφόρος, ο Χριστός και ο Προμηθέας». Το γεγονός πως ορισμένοι αναγνώστες μπορεί να ερμήνευσαν τους αριστερούς ιδεολόγους όπως κάνει ο Aquino με τον LaVey είναι σαφές, ένα παράδειγμα είναι ο ισχυρισμός του «Bommi» Baumann για το έργο του Bakunin, Θεός και Κράτος, υποστηρίζοντας ότι είναι «πραγματικά κάπου μια Γνωστική ιστορία, που έχει θρησκευτικό περιεχόμενο όταν λέει: όταν πάρουμε στα σοβαρά τη Βίβλο, στο τέλος δεν μπορούμε παρά να πούμε ‘Χαίρε Σατανά’».

Σε όλη την έκταση αυτού του άρθρου, έχω προτείνει διάφορους πιθανούς λόγους για τη χρήση του Σατανά από τους σοσιαλιστές. Για να συνοψίσουμε: 1) Η εν μέρει ειρωνική οικειοποίηση του Σατανά από τους επαναστάτες χλεύασε τη συντηρητική εικόνα του ριζοσπαστικού και ανατρεπτικού ως de facto δαιμονικού. 2) Οι σατανιστικές αντι-αναγνώσεις της Βίβλου – όπου ο Διάβολος γίνεται ένας ευγενής επαναστάτης και, η Γένεση 3 είναι ένα χρονικό της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τη δουλεία στον Θεό – χρησίμευαν για την υπονόμευση της εξουσίας του Χριστιανισμού. 3) Ο Εωσφόρος ως σύμβολο της ελευθερίας ήταν ήδη ένα ευρέως καθιερωμένο σύμβολο στη ρομαντική λογοτεχνία καθώς και σε ορισμένες μορφές εναλλακτικής πνευματικότητας (όπως η Θεοσοφία) εκείνη την περίοδο, και η τακτική των ριζοσπαστικών αντι-αναγνώσεων της Αγίας Γραφής ήταν επίσης εμφανής σε αυτό το πλαίσιο. 4) Ο Σατανάς είναι μια ιδιαίτερη μορφή που συμβάλλει στο να γίνει η διατύπωση αφηρημένων πολιτικών ιδεών ευκολότερα κατανοητή και αφομοιώσιμη. 5) Ο σατανισμός προκαλούσε την αστική τάξη και την Εκκλησία και πιθανώς ενέπνεε φόβο σε ορισμένους αντιπάλους (ακόμη και όσοι δεν πίστευαν στον Θεό ήταν πιθανό να έβρισκαν ενοχλητική τη μορφή του Σατανά). 6) Η τακτική του σατανιστικού σοκ μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας τρόπος για να τρομάξει ο αναγνώστης και να τον κάνει να δώσει προσοχή. 7) Η Εκκλησία είχε χρησιμοποιήσει τον Σατανά ως σύμβολο των πραγμάτων που θεωρούσε αμαρτωλά, και έτσι έγινε μια λογική επιλογή προστάτη για όσους θεωρούσαν αυτά τα πράγματα αθώες απολαύσεις. 8) Οι σοσιαλιστές μεγάλωσαν σε μια χριστιανική κουλτούρα και μπορεί να χρησιμοποιούσαν θρησκευτικά σύμβολα όπως ο Σατανάς από συνήθεια ή εξαιτίας μιας λαχτάρας για τη δύναμη του θρησκευτικού μύθου, η οποία έλειπε από τον άθεο σοσιαλισμό. 9) Η γλώσσα του χριστιανικού μύθου ήταν οικεία στο σοσιαλιστικό ακροατήριο και έτσι ρητορικά βολική στη χρήση της.

Κατά τη γνώμη μου, όλα τα παραπάνω είναι αρκετά πιθανές εξηγήσεις, αλλά δεν ισχύουν όλες για κάθε μεμονωμένο σοσιαλιστή συγγραφέα και ρεύμα. Ως εκ τούτου, αν και μπορούν πράγματι να γίνουν κάποιες γενικές προτάσεις, είναι δύσκολο να εξάγουμε μια περιεκτική εξήγηση για το γιατί ο Σατανάς έγινε τόσο δημοφιλές σύμβολο.

Ένα τελευταίο ερώτημα που θα ήθελα να θέσω είναι πώς ένας ιστορικός των θρησκειών αντιλαμβάνεται αυτή τη χρήση του Σατανά. Ένας τρόπος προσέγγισης είναι να θεωρήσουμε τον σοσιαλιστικό Εωσφόρο ως μύθο με μια ευρύτερη έννοια, εμπνευσμένος από θεωρητικούς όπως ο Roland Barthes. Ωστόσο, το αν οι μύθοι που κατανοούνται με έναν τόσο ευρύ τρόπο είναι προφανώς σχετικοί με τη μελέτη στο πλαίσιο του κλάδου μας δεν είναι δεδομένο. Αλλά το γεγονός ότι ο εν λόγω μύθος, ακόμη και αν έχει κοσμικό χαρακτήρα, είναι χτισμένος γύρω από μια μορφή προερχόμενη από κλασικούς θρησκευτικούς μύθους είναι κατά τη γνώμη μου αρκετά επαρκές για να κινητοποιήσει το ενδιαφέρον ενός ιστορικού των θρησκειών, ο οποίος θα πρέπει στη συνέχεια να αναρωτηθεί: τι συμβαίνει με το θρησκευτικό υλικό στην αυγή μιας πιο εκκοσμικευμένης (ή τουλάχιστον λιγότερο θρησκευτικά ορθόδοξης και ετερογενούς) εποχής; Το ότι αυτό αποτελεί ενδιαφέρον ερώτημα για εμάς θα πρέπει να είναι προφανές. Η μελέτη μιας μορφής όπως ο Σατανάς από τη μάλλον πιο σταθερή θέση του σε ένα (ομολογουμένως μη μονολιθικό) χριστιανικό πλαίσιο στο να είναι ένα (λίγο ή πολύ) μεταβλητό σημαίνον, μπορεί να μας πει ενδιαφέροντα πράγματα για το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο, τα οποία είναι πέρα από τα όρια του παρόντος άρθρου. Αυτή η εξέλιξη μπορεί επίσης να περιγραφεί ως μια εξέλιξη από τον μύθο στην αλληγορία, αλλά, όπως έχει αποδειχθεί, με μια παρατεταμένη δόση θρησκευτικών τάσεων μεταξύ των κατ’ όνομα άθεων σοσιαλιστών, που αναδεικνύεται κυρίως από την τάση τους – παρόμοια με αυτή που συναντάμε στα γραπτά του LaVey – να χρησιμοποιούν μια γλώσσα που εύκολα παρεξηγείται ως εξύμνηση του Σατανά με τη θρησκευτική έννοια, ως μιας εξωτερικής και συνειδητής πνευματικής οντότητας.

από: https://geniusloci2017.wordpress.com