Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 14 Ιούν 2021
Kristian Williams: Ο Φυσικός Εχθρός της Εργατικής Τάξης
Κλίκ για μεγέθυνση





Απόσπασμα
από το βιβλίο Our Enemies In Blue: Police And Power In America (AK Press, 2015). Ο Kristian Williams είναι συγγραφέας, αρθρογράφος και αναρχικός.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας





Δεν τρέφω καμιά ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον εξιδανικευμένο «εργάτη» όπως αυτός εμφανίζεται στο νου του αστού κομμουνιστή, όταν όμως βλέπω ένα πραγματικό, από σάρκα και αίμα, εργάτη σε σύγκρουση με το φυσικό του εχθρό, τον αστυνομικό, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ με ποιου την πλευρά είμαι

George Orwell


Η σφαγή του Γρίνσμπορο το 1979 αποτελούσε μια ρατσιστική επίθεση εναντίον των ανθρώπων φυλετικών μειονοτήτων, αλλά σηματοδοτούσε και μια επίθεση εναντίον των δικαιωμάτων των εργαζόμενων. Η συγκέντρωση με σύνθημα «Θάνατος στην Κλαν» οργανώθηκε εν μέρει ως μια προσπάθεια για το τερματισμό της παρενόχλησης εργατών στην πτηνοτροφία καθώς πάλευαν για να δημιουργήσουν ένα σωματείο, και οι περισσότεροι από εκείνους που σκοτώθηκαν ήταν συνδικαλιστές ακτιβιστές. Τέτοιου είδους ταιριάσματα ρατσιστικής καταπίεσης και ταξικής εκμετάλλευσης είναι ο ιστορικός κανόνας· η δουλεία για παράδειγμα, ήταν σύστημα παραγωγής αλλά και επίσης ένα σύστημα φυλετικού ελέγχου.

Αν και υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ φυλής και τάξης, τα μέσα για τον έλεγχο σε κάθε πεδίο πάντοτε βρίσκονταν σε πολύ στενή σύνδεση. Η σύνδεση αυτή δεν είναι πιο ξεκάθαρη από το όταν ρατσιστικά μέσα χρησιμοποιούνται για να καταστείλουν την αντίσταση που προβάλουν οι εργάτες απέναντι στο καπιταλισμό – όπως στο Γκρίνσμπορο, ή για να χρησιμοποιήσω ένα προηγούμενο παράδειγμα, όπως το 1885, όταν ο δήμαρχος Joseph Guillote στη Νέα Ορλεάνη απάντησης σε μια απεργία των εργατών στα φράγματα με το να διατάξει την αστυνομία να συλλάβει κάθε μαύρο που «δεν ήθελε να δουλέψει».

Ο έλεγχος των κατώτερων τάξεων ήταν ρόλος της αστυνομίας από την πρώτη στιγμή της θεσμοθέτησης της, και έχει λειτουργήσει ως ένα από τους καθοριστικούς παράγοντες βασικά στοιχεία της εξέλιξης της. Στο Νότο, η αστυνομία πλησίασε για πρώτη φορά την σύγχρονη μορφή της μετά από μια μακρά διαδικασία προσαρμογής και πειραματισμού στα επίσημα μέσα ελέγχου του πληθυσμού των σκλάβων. Αυτή η αποστολή  καθορίζονταν από δυο παράγοντες, απαιτούνταν και από τις ανάγκες του Λευκού σοβινισμού και από τις οικονομικές ανάγκες του συστήματος των φυτειών. Οι μηχανισμοί που αναπτύχθηκαν για τον έλεγχο των σκλάβων τελικά επεκτάθηκαν σε κάθε κατεύθυνση, καθώς οι περίπολοι για τον έλεγχο των σκλάβων, ανέλαβαν επιπλέον να ελέγχουν την συμπεριφορά των ελεύθερων Μαύρων ανθρώπων αλλά και εκείνη των φτωχών Λευκών, ιδιαίτερα των υπηρετών με κλειστό συμβόλαιο (ΣτΜ: Indentured servitude, μορφή αποπληρωμής δανείου με αντάλλαγμα άμισθη εργασία για διάστημα που καθορίζει ο δανειστής). Καθώς ο σύγχρονος καπιταλισμός άρχισε να παίρνει μορφή, η νέα βιομηχανική εργατική τάξη έθεσε νέες προκλήσεις στην κοινωνική τάξη, και ο αστυνομικός θεσμός εξελίχθηκε για να τις αντιμετωπίσει. Όπως και οι σκλάβοι, αυτές οι «επικίνδυνες τάξεις» χαρακτηρίζονταν ως μόνιμα αντικείμενα για αστυνομικό έλεγχο, και οι ζωές τους ρυθμίζονταν όλο και περισσότερο από ειδικά διαμορφωμένους νόμους, επιλεκτική εφαρμογή, και έντονο έλεγχο.

Η Μεγαλειώδης Ισότητα του Νόμου

Ο νόμος στη μεγαλειώδη ισότητα του, απαγορεύει εξίσου σε πλούσιους και σε φτωχούς να κοιμούνται κάτω από γέφυρες, να ζητιανεύουν στους δρόμους, ή να κλέβουν ψωμί.

Anatole France

Το 1876, η Έκθεση του Γενικού Διευθυντή της Αστυνομίας του Σικάγο προειδοποιούσε: «Σε κάθε μεγάλη πόλη υπάρχει, μια επικίνδυνη τάξη από άεργους, δόλιους ανθρώπους, πρόθυμων να ενωθούν μεταξύ τους, για λόγους υπονομευτικούς για την δημόσια ειρήνη και την καλή διακυβέρνηση». Η αστυνομία, στο Σικάγο και αλλού, ανέλαβε ως βασικό τους καθήκον τον έλεγχο αυτής της επικίνδυνης τάξης, ειδικά όταν οι φτωχοί «ενώνονταν μεταξύ τους», αλλά και επίσης στην πορεία της καθημερινής ζωής. Η αστυνομία επικέντρωνε τις δραστηριότητες της επιβολής σε φτωχές γειτονιές, οπλισμένοι με εργαλεία φυσικής βίας και μια σειρά από νόμους που απαγόρευαν εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης, εγκλήματα ήθους, και μια μεγάλη σειρά από άλλες δραστηριότητες που σχετίζονταν με την εργατική τάξη.

Ήταν μικρό το βήμα από την επιλεκτική επιβολή στην ποινικοποίηση της ίδιας της φτώχιας και των φτωχών ανθρώπων ως ομάδα. Ενώ οι πλούσιοι αντιμετωπίζονταν με επιείκεια από τα δικαστήρια, οι φτωχοί μερικές φορές καταδικάζονταν εκεί που δεν υπήρχε καν υποτιθέμενο έγκλημα. (Στην Φιλαδέλφεια, το 1839, η Sarah Heys και ο Thomas Firth φυλακίστηκαν για το μη έγκλημα του ότι φιλήθηκαν δημόσια. Ο δήμαρχος παραδέχτηκε πως δεν υπήρχε νόμος που να απαγορεύει μια τέτοια συμπεριφορά, αλλά με βάση στην φήμη της γειτονιάς στην οποία συνελήφθησαν έτσι και αλλιώς). Εν ολίγοις, οι ίδιοι οι νόμοι στόχευαν τους τους φτωχούς, τα δικαστήρια έβγαζαν αυστηρότερες αποφάσεις εναντίον των φτωχών κατηγορούμενων, και η αστυνομία αντιμετώπιζε τους φτωχούς ανθρώπους με ιδιαίτερη καχυποψία. Οι οδηγίες προς την αστυνομία της Φιλαδέλφεια εξηγούσαν: «Κατά γενικό κανόνα, κάθε άεργος, σωματικά ικανός φτωχός άνδρας δεν έχει δικαίωμα να παραπονιέται αν το μάτι της αστυνομίας τον ακολουθεί όπου κυκλοφορεί ή κάθεται. Η ίδια του η απραγία είναι έγκλημα εναντίον όλων των κοινωνικών νόμων».

Η παράδοση του ελέγχου των τάξεων συνεχίζεται σήμερα, με πολλές μορφές, περιλαμβανομένων των πολιτικών «ποιότητας ζωής» του αστικού χώρου και της «μηδενικής ανοχής», τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, και την προσπάθεια για «καταπολέμηση των συμμοριών» που μοιάζουν στο να στοχεύουν να αναστατώνουν την τυπική λειτουργία της ζωής των γειτονιών. Ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα της ταξικής προκατάληψης, κατά τον 19ο αιώνα  και σήμερα, είναι το κυνήγι των αστέγων. Ξεκινώντας από την δεκαετία του 1870, πόλεις σε ολόκληρο τη χώρα άρχισαν την αυστηρή εφαρμογή νόμων εναντίον της «αλητείας», και έκαναν ειδικές προσπάθειες για να περιορίσουν την κινητικότητα των μεταναστών εργατών (στην ομιλία της εποχής, «αλήτες»). Για τίποτα περισσότερο από το έγκλημα του ότι ήταν φτωχοί, άστεγοι και αλήτες διώχνονταν από τη πόλη, υποβάλλονταν σε βία, και συχνά φυλακίζονταν ακόμη και για έξι μήνες. Ενώ οι σύγχρονοι νόμοι είναι προσεκτικά φτιαγμένοι ώστε να διώκουν συγκεκριμένη συμπεριφορά (παρά αυτή καθαυτή την ανέχεια), διατάγματα που απαγορεύουν την παραμονή κάτω από γέφυρες, τον ύπνο στα πεζοδρόμια, και την επαιτεία ξεκάθαρα έχουν την ίδια επίπτωση όπως οι νόμοι κατά της αλητείας της προηγούμενης περιόδου.

Οι πρακτικές γύρω από την επιβολή αυτών των νόμων που συχνά απλά σκληρών είναι απλά απάνθρωποι, περιλαμβάνουν εκφοβισμό, βία, αρπαγή (που δεν επιστρέφεται ποτέ) ταυτοτήτων, και την καταστροφή προσωπικών αντικειμένων. Το φθινόπωρο του 1993, ήμουν μάρτυρας σε ένα περιστατικό όπου πολλοί αστυνομικοί, όλοι τους φορώντας ιατρικά γάντια, κινήθηκαν μεθοδικά στο Πάρκο Λαφαγιέτ στην Ουάσιγκτον, αρπάζοντας τα υπάρχοντα των ανθρώπων που ζούσαν στο πάρκο – υπνόσακοι, σακίδια, κομμάτια μουσαμά. Με τον Λευκό Οίκο στο φόντο, η αστυνομία μετέφερε τα αντικείμενα σε ένα κοντινό απορριμματοφόρο, όπου καταστράφηκαν συνοπτικά. Παρόμοια περιστατικά αναφέρθηκαν στο Μαϊάμι, όπου ένα δικαστήριο αποφάσισε πως η πρακτική αυτή ήταν παράνομη, και στο Ντιτρόιτ, όπου κοινωνικοί λειτουργοί κατήγγειλαν πως η καταστολή προέρχονταν από πιέσεις γειτονικών επιχειρήσεων.

Στις περιπτώσεις αυτές η αστυνομία έβαλε όλη της ενέργεια προς την επίθεση, αντί να προστατεύσει, μερικά από τα πιο ευάλωτα  μέλη της κοινωνίας. Αυτή η χρήση πόρων έχει νόημα μόνο αν ιδωθεί μέσα από το πλαίσιο των ακραίων διαφορών σε πλούτο. Η συνεχής παρενόχληση των απόκληρων εδραιώνει την χαμηλή τους κοινωνική θέση, στιγματίζει την φτώχια, κρατά τους φτωχούς κάτω από την επιτήρηση και τον έλεγχο του ποινικού νομικού συστήματος, και – με όλους αυτούς τους τρόπους – χρησιμεύει στο να διατηρεί τις υπάρχουσες ανισότητες. Με δεδομένη με αυτή την οπτική, καθημερινές επιθέσεις εναντίον των φτωχών μοιάζουν ανελέητα λογικές, και η καταστολή της οργανωμένης εργασίας γίνεται όλο και πιο προβλέψιμη.

Απεργοσπάστες, Πίνκερτον, και Αστυνομία

Ο ρόλος της αστυνομίας για την διάλυση σωματείων και ως απεργοσπάστες ήταν προϊόν της θέσης τους στην ταξική δομή και στην λειτουργία τους ως ρυθμιστές της συμπεριφοράς των εργατών για την ευκολία της νέας καπιταλιστικής οικονομίας.. περίπου μετά το 1880, όποτε αναμένονταν απεργίες, η αστυνομία έκανε ειδικές προετοιμασίες για να ελέγξει, και έτσι να αποτρέψει, τις προσπάθειες των εργατών. Η αστυνομία ήταν κάποιες φορές στεγασμένη σε εταιρική ιδιοκτησία για την διάρκεια της σύγκρουσης. Επιπλέον των επιθέσεων στις πικετοφορίες και στις συγκεντρώσεις, αύξαναν τις περιπολίες στις εργατικές γειτονιές, εντατικοποιούσαν την επιβολή των νόμων δημόσιας τάξης, και έμπαιναν σε μεγάλο κόπο να κλείσουν τις αίθουσες και τα μπαρ που συγκεντρώνονταν οι απεργοί. Αυθαίρετες συλλήψεις ήταν κοινές, και απεργοί κάποιες φορές κρατούνταν  για μικροκατηγορίες (ή και δίχως αιτία) μέχρι να τελειώσει η απεργία. Η αστυνομία επίσης απέτρεπε ακτιβιστές και ριζοσπάστες να ταξιδέψουν σε περιοχές που επηρεάζονταν από απεργίες· οι τα μέλη σωματείων και οι «κόκκινοι» ανακρίνονταν συχνά, μερικές φορές και υπό βασανιστήρια και αφήνονταν στα όρια της πόλης με αυστηρή προειδοποίηση να μην επιστρέψουν.

Γράφοντας το 1920, ο Raymond Posdick περιέγραψε μέρος του φάσματος των αστυνομικών τακτικών, και τις χρήσεις τους:

«Η αστυνομία συχνά χρησιμοποιείται για λογαριασμό των εργοδοτών σε συνθήκες που δεν δικαιολογούν καν την ανάμειξη τους. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την διαχείριση των απεργιών. Νόμιμες πικετοφορίες διαλύονταν, οι ειρηνικές συγκεντρώσεις απεργών καταστέλλονταν βίαια, η δημοσιοποίηση των θέσεων των απεργών ελαχιστοποιούνταν, και παραβάσεις της τάξης που θα περνούσαν απαρατήρητες, αν οι παραβάτες ασχολούνταν με κάτι άλλο, τιμωρούνταν ανελέητα. Μερικές φορές, επίσης, συλλήψεις γίνονταν  με κατηγορίες που η αστυνομία παραδέχονταν αδιάντροπα πως ήταν αβάσιμες. ‘Τους συλλαμβάνουμε για διατάραξη της ησυχίας’, μου είπε ένας αστυνομικός διευθυντής όταν τον ρώτησα για την πολιτική του σχετικά με τις απεργίες και τους απεργούς. ‘Η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας’, είναι μια ακόμη ελαστική κατηγορία που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιστάσεις. Μερικές φορές η αυθαίρετη συμπεριφορά της αστυνομίας ξεπερνά το πιστευτό.

Εφημερίδες που ήταν υπέρ των απεργών κατάσχονται και τυπογραφία κλείνουν με την δικαιολογία πως θα ‘υποδαύλιζαν ταραχές’. Συναντήσεις εργατών απαγορεύτηκαν ή διαλύθηκαν με την υποψία πως σχεδίαζαν να απεργήσουν, και μεμονωμένα άτομα στερήθηκαν το δικαίωμα να μιλήσουν για το λόγο πως ήταν ‘ακτιβιστές της εργατικής τάξης’

‘Διέλυσα αυτή την απεργία και σκοπεύω να την κρατήσω διαλυμένη’, μου είπε ένας διευθυντής δημόσιας τάξης, σαν η διάλυση απεργιών να ήταν μια από τις συνηθισμένες λειτουργίες της αστυνομίας».

Τέτοια εξαναγκαστική δραστηριότητα σήμερα θεωρείται το αποκλειστικό πεδίο κυβερνήσεων, αλλά η χρήση βίας για το σπάσιμο απεργιών ήταν αρχικά το δικαίωμα και ευθύνη ιδιωτών εργοδοτών. Στην περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, εταιρικοί φύλακες συχνά ήταν επιφορτισμένοι με αυτή την δραστηριότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εταιρία πλήρωνε τον δήμο για τα έξοδα που αναλάμβανε στη διάρκεια απεργιών. Σε κάθε περίπτωση, οι καπιταλιστές μπροστά σε ατίθασους εργάτες βρίσκονταν μεταξύ της επιθυμίας να ελέγχουν άμεσα την απεργοσπαστική δραστηριότητα, και τα έξοδα και δυσκολία διατήρησης δυνάμεων ασφαλείας στο αναγκαίο επίπεδο. Ήταν υπό αυτές τις συνθήκες που η Pinkerton Detective Agency εξαπλώθηκε σε εθνικό επίπεδο, αποκτώντας ιδιαίτερη φήμη για την χρήση προβοκατόρων εναντίον της ριζοσπαστικής οργάνωσης ανθρακωρύχων, των  Molly Maguires (ΣτΜ: αποτελούνταν από Ιρλανδούς μετανάστες και είχε τις ρίζες της στις μυστικές ριζοσπαστικές εταιρίες των αγροτών πίσω στην Ιρλανδία). Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1880, οι Πινκερτον (ΣτΜ: όπου αγγλικά αναφέρεται η εταιρία ιδιωτικής αστυνόμευσης, όπου ελληνικά οι υπάλληλοι της) είχαν γίνει τμήμα της τυπικής αντίδρασης στις εργατικές ταραχές, και ο διπλός τους ρόλος ως κατάσκοποι και μπράβοι συχνά επικυρώνονταν με την ένταξη τους στα τοπικά αστυνομικά τμήματα.

Στα ανθρακωρυχεία της Πενσυλβάνια, οι επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις οδήγησαν τις εταιρίες γαιάνθρακα να ξεφορτωθούν τους ενδιάμεσους της Pinkerton και να δημιουργήσουν μια δική τους βιομηχανική αστυνομία, την Coal & Iron Police. Με αντίτιμο 1$ ανά μέλος, η πολιτεία μετέφερε αστυνομικές δυνατότητες σε αυτές τις εταιρικά ελεγχόμενες φρουρές. Το 1915, η Επιτροπή Βιομηχανικών Σχέσεων σημείωνε αποδοκιμαστικά:

«μια από τις μεγαλύτερες λειτουργίες της Πολιτείας, αυτή της αστυνόμευσης, μεταφέρθηκε πρακτικά στους εργοδότες ή την ανέλαβαν όλο αλαζονεία… και από εγκληματίες που δουλεύουν σε εταιρίες ντετέκτιβ που ενδύθηκαν, μέσω της διαδικασίας της ένταξης, με αυθαίρετη εξουσία και απαλλάχθηκαν από ποινικές ευθύνες για τις πράξεις τους».

Στην διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής των αρχών του 20ου αιώνα, αυτού του είδους πολιτικές ανησυχίες, σε συνδυασμό με την απροθυμία των εργοδοτών να επωμίζονται το πλήρες κόστος της απεργοσπασίας, μετέφερε την ευθύνη για αυτά τα καθήκοντα στην δημόσια αστυνομία.

Η δημιουργία της πολιτειακής αστυνομίας δείχνει αυτή τη διαδικασία ξεκάθαρα. Μετά την Μεγάλη Απεργία του Ανθρακίτη το 1902, ο Πρόεδρος Theodore Roosvelt όρισε μια επιτροπή για να ερευνήσει την σύγκρουση και να κάνει προτάσεις σχετικά με τις άλυτες διαφορές. Η Επιτροπή της Απεργίας του Ανθρακίτη, όπως ονομάστηκε, πήγε αυτό το καθήκον ένα βήμα πιο πέρα, προτείνοντας βαθιές αλλαγές στην αστυνόμευση των απεργιών. Μετά τα από αρκετές καταδικαστικές εκφράσεις για τους απεργούς, η επιτροπή κατέληξε: «Η τάξη και η ησυχία… πρέπει να διατηρηθούν με κάθε κόστος, αλλά πρέπει να διατηρείτε από κανονικά διορισμένους και υπεύθυνους αξιωματούχους… με έξοδα του δημοσίου».

Η Χωροφυλακή της Πολιτείας της Πενσυλβάνια αποδείχτηκε αποτελεσματική δύναμη εναντίον των απεργών, καθώς στρατολογούσε από το σύνολο της πολιτείας, ελαχιστοποιώντας έτσι την επιρροή των δεσμών κάθε συγκεκριμένου αστυνομικού με την τοπική κοινότητα. Η Ομοσπονδία Εργασίας της Πολιτείας της Πενσυλβάνια ζήτησε την κατάργηση της οργάνωσης και δημοσίευσε ένα τόμο στοιχείων κατά της πολιτειακής αστυνομίας. Με τίτλο Ο Αμερικάνος Κοζάκος, το βιβλίο συλλέγει καταθέσεις, μαρτυρίες εφημερίδων, νομικές συζητήσεις, και άλλο υλικό. Μια τυπική ιστορία μας έρχεται από τον S.P. Bridge από την Νέα Αλεξάνδρεια της Πενσυλβάνια, με ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 1911:

«Κύριοι:

Η Πολιτειακή Αστυνομία ήρθε στην Νέα Αλεξάνδρεια στις 21 Ιουλίου 1910, ημέρα Κυριακή. Η Πολιτειακή Χωροφυλακή δεν έχει χρησιμότητα σε αυτή τη χώρα για τους αγρότες και τους εργάτες. Κάνουν κάθε τι δυνατό για να καταστείλουν την εργατική δύναμη.

Έξι από αυτούς έμειναν στη πόλη αυτή για μια περίοδο δυο μηνών για το λογαριασμό της εταιρίας άνθρακα. Η δουλειά τους ήταν μέσα και γύρω από το ορυχείο.

Την εποχή που ήταν εκεί υπήρχε ένταση μεταξύ  τους και των ανθρακωρύχων. Υπήρχε ένας καταυλισμός που ήταν εξήντα μέτρα από το σπίτι μου. Ήταν τρεις χωροφύλακες και δυο βοηθοί σερίφηδες που πήγαν στο καταυλισμό. Πέρασαν με τα άλογα τους πάνω από άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Χρησιμοποιούσαν τα ρόπαλα τους αυθαίρετα πάνω στους ανθρακωρύχους δίχως αιτία ή πρόκληση.

Ένας από τους άνδρες πήγε στο νοσοκομείο, σε έναν άλλον του έσπασαν το χέρι, μια γυναίκα χτυπήθηκε σε σημείο που έμεινε ξαπλωμένη για δυο εβδομάδες…. Χρησιμοποιούσαν τα ρόπαλα τους εναντίον οποιουδήποτε διαμαρτύρονταν εναντίον της συμπεριφοράς τους και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στα γεγονότα.

Δεν υπήρξε ούτε απώλεια ζωής και ούτε κανείς πληγώθηκε πριν έρθουν αυτοί.

Η πλειοψηφία των πολιτών δεν είναι υπέρ της Χωροφυλακής.

Δεν μπορώ να δω κανέναν που να ωφελήθηκε από την Χωροφυλακή πέρα από την εταιρεία άνθρακα.

Με εκτίμηση

  1. S. P. Bridges»

Μια άλλη μαρτυρία είναι ασυνήθιστη μόνο για την πηγή της. Ο Hugh Kelley, ο αρχηγός της αστυνομίας στην Νότια Βηθλέμ, έγραψε:

«Ότα η χωροφυλακή έφτασε εδώ, στις 26 Φεβρουαρίου 1910, ούτε ο ειρηνοδίκης ούτε εγώ, ως αρχηγός της αστυνομίας, είχαμε πληροφορηθεί την άφιξη τους. είναι πάνω από τον σερίφη…. Χτυπούν ανθρώπους που στέκονται ειρηνικά στο δρόμο· άνθρωποι συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στο εργοστάσιο της Εταιρίας Χάλυβα και φυλακίζονται εκεί.

Ξεκίνησαν από τους δρόμους μας, χτύπησαν τους ανθρώπους μας δίχως οποιονδήποτε λόγο, και πυροβόλησαν και σκότωσαν έναν αθώο άνθρωπο, τον Joseph Zambo, που δεν ήταν στον δρόμο, αλλά βρίσκονταν στο Ξενοδοχείο Ματζέστικ. Ένας από τους χωροφύλακες ανέβηκε στο πεζοδρόμιο στην είσοδο του ξενοδοχείο και πυροβόλησε δυο φορές προς την αίθουσα, βρίσκοντας έναν άνθρωπο στο στόμα και έναν άλλο (Zambo) στο κεφάλι…. Δεν υπήρχαν οποιουδήποτε είδους ταραχές στο ξενοδοχείο, το Ματζέστικ ήταν η έδρα των ηγετών των απεργών…. Οι χωροφύλακες μπήκαν στα σπίτια των ανθρώπων δίχως ένταλμα και έψαξαν τους κατοίκους, διώχνοντας ανθρώπους από τα ίδια τους τα σκαλιά. Χτύπησαν έναν γέρο άνθρωπο, τουλάχιστον εξήντα ετών, τον χτύπησαν με ρόπαλο και τον άφησαν σε πολύ άσχημη κατάσταση.

Αυτή ήταν μόνο μια από καμιά δεκαριά παρόμοιες περιπτώσεις».

Ο νόμος που δημιούργησε την Χωροφυλακή της Πολιτείας της Πενσυλβάνια είχε ως στόχο το νέο σώμα «όσο το δυνατόν, να πάρει την θέση  της αστυνομίας που τώρα διορίζονταν μετά από την απαίτηση διάφορων εταιριών». Είναι δύσκολο να σκεφτείς μια πιο κυριολεκτική περιγραφή του ρόλου της. Εκεί που οι απεργοί είχαν ως τώρα το να σπάνε τα κεφάλια τους από ιδιώτες φύλακες (ή αστυνομία νοικιασμένη στην εταιρία, που λίγο πολύ είναι το ίδιο), όλο και περισσότερο είχαν το προνόμιο να τους σπάνε τα κεφάλια αμερόληπτοι δημόσιοι λειτουργοί, εξουσιοδοτημένοι από την κυβέρνηση και χρηματοδοτούμενοι από τους φόρους. Με την απόδοση της ευθύνης αυτής στο ίδιο το κράτος, η άρχουσα τάξη εφοδιάστηκε με την πιο τακτική και προβλέψιμη εξυπηρέτηση των αναγκών της, με τα κόστη μοιρασμένα – υπό μια έννοια, κοινωνικοποιημένα – και, για αυτό το λόγο, κάποια από τα κόστη τα φορτώθηκαν οι ίδιοι οι εργάτες.

Αν και η Πενσυλβάνια δεν είχε το προνόμιο της πρώτης πολιτειακής αστυνομίας, ήταν όμως πρωτοπόρος στο συγκεκριμένο τύπο. Προηγούμενες πολιτειακές δυνάμεις ήταν είτε στρατιωτικοί οργανισμοί, δυνάμεις ηθών, ή βραχύβιες υπηρεσίες πολιτικών δικαιωμάτων. Μετά την επιτυχία την Χωροφυλακής της Πολιτείας της Πενσυλβάνια, η ιδέα μιας πολιτειακής αστυνομίας εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την χώρα, μέχρι το 1919, από τις έξι υπάρχουσες πολιτειακές αστυνομίες, όλες εκτός από μια ήταν βασισμένη στο μοντέλο της Πενσυλβάνια. Δέκα χρόνια αργότερα, υπήρχαν είκοσι πέντε τέτοια τμήματα. Και ως το 1940. Κάθε πολιτεία είχε από μια.

Ωστόσο, με ή χωρίς πολιτειακή αστυνομική δύναμη, η ανεξαρτησία της αστυνομίας σε σχέση με τις μεγάλες εταιρείες ήταν μάλλον μια ψευδαίσθηση. Και στη δεκαετία του 1920, μετά τον ομοσπονδιακά ενορχηστρωμένο Κόκκινο Τρόμο. Διακρίσεις μεταξύ διάλυσης σωματίων και επιβολής του νόμου πρακτικά διαλύθηκαν. Στην Φιλαδέλφεια, στις 21 Μαρτίου 1921, η αστυνομία ανακοίνωσε πως δεν θα παρέμβαινε σε συνεδριάσεις σωματείων «αρκεί οι συναντήσεις να είναι ήσυχες και να μην έχουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα, αλλά όλες  οι συναντήσεις ριζοσπαστικού χαρακτήρα θα απαγορευτούν ή θα διαλυθούν». Η πολιτική πρόσφερε στην αστυνομία την άδεια να επιτεθεί σε κάθε συνάντηση σωματείου, καθώς θεωρούνταν πως κάθε εργατική οργάνωση ήταν Κομμουνιστικού χαρακτήρα.

Κατά περιόδους, οι εκστρατείες εναντίον των εργατικών σωματείων ήταν βασισμένες σε μια πρακτική παρόμοια με τις προσπάθειες ελέγχου Αφροαμερικανών· η αστυνομία δημιούργησε συμμαχίες με, συνεργάστηκε ενεργά, και πρόσφερε επίσημη κάλυψη για ακροδεξιές ομάδες επιφυλακής. Στο Λος Άντζελες, για παράδειγμα, η αστυνομία συνεργάστηκε με την Αμερικάνικη Λεγεώνα, εντάσσοντας μέλη της «επιτροπής νόμου και τάξης» της. Η Αμερικάνικη Λεγεώνα τότε προχώρησε σε μια σειρά από επιδρομές εναντίον συγκεντρώσεων των Βιομηχανικών εργατών του Κόσμου (IWW). Στην πρώτη τέτοια επιδρομή, τέσσερα μέλη των IWW στάλθηκαν στο νοσοκομείο και πέντε συνελήφθησαν για «υποκίνηση επεισοδίων». Μερικούς μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1921, τα γραφεία των IWW και αίθουσες δέχτηκαν ξανά επίθεση, οι υποστηρικτές τους συνελήφθησαν, και άνδρες, γυναίκες και παιδιά ξυλοκοπήθηκαν με ρόπαλα. Εκείνοι που αναγνωρίστηκαν ως ηγέτες οδηγήθηκαν στην έρημο, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι αναισθησίας, και εγκαταλείφθηκαν. Αν και πολλά από τα θύματα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους θύτες, δεν υποβλήθηκε καμιά μήνυση. Το μοτίβο αυτό συνέχισε για χρόνια. Τον Ιούνιο του 1924, ένας όχλος, οργανωμένος εν μέρει από την αστυνομία, επιτέθηκε στην αίθουσα των IWW με ρόπαλα και όπλα. Κατέστρεψαν τα έπιπλα, χτύπησαν πολλούς από τους άνδρες και τις γυναίκες που ήταν εκεί, έριξαν πίσσα και πούπουλα στους ηγέτες, και έκαψαν πολλά παιδιά με καυτό καφέ. Ενώ η αστυνομία αγνόησε αυτές τις επιθέσεις, και κάποιες φορές ενεργά προστάτεψε τους δράστες, ταυτόχρονα προχώρησε σε επιθετικές τακτικές επιβολής εναντίον συνδικαλιστών. Μεταξύ 1919 και 1925 η αστυνομία του Λός Άντζελες συνέλαβε 504 συνδικαλιστές· 124 καταδικάστηκαν για «εγκληματικό συνδικαλισμό», μια κατηγορία που δημιουργήθηκε εσκεμμένα για να καταστείλει την εργατική δραστηριότητα και στόχευε ιδιαίτερα τους IWW.

Αν και η διάλυση των σωματείων παρέμεινε σύμπραξη μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών δυνάμεων, στην διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής η εξουσία για άσκηση ή εξουσιοδότηση βίας μεταφέρθηκε βαθμιαία εκτός ιδιωτικών χεριών, εδραιώνοντας το θεωρητικό μονοπώλιο του κράτους σε αυτή. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όπως θα δούμε, η ισορροπία μεταξύ ιδιωτικής ασφάλειας και δημόσιας αστυνομίας, μεταξύ εταιρικής χρηματοδότησης και κυβερνητικής εξουσίας, θα πήγαινε συνεχώς μπρος-πίσω ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής και τις ιδεολογικέ τάσεις. Παρά την συνεχή αναδιαμόρφωση, η αποστολή της αστυνομίας στη διάρκεια των απεργιών παρέμεινε σχετικά σταθερή: να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εταιρίας, να διατηρεί το στάτους κβο.

Όπου προκύπτουν συγκρούσεις μεταξύ εργατών και αφεντικών, μεταξύ των δικαιωμάτων της μιας τάξης και των συμφερόντων μιας άλλης, ο μηχανισμός του νόμου συνήθως χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον των εργατών. Ακόμη και εκεί που ο νόμος είναι αντίθετος με τις απαιτήσεις πανίσχυρων εταιριών, η αστυνομία δεν δρα από αρχής ή νομικής υποχρέωσης, αλλά σύμφωνα με τις ανάγκες της άρχουσας τάξης. Η τάση αυτή δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αν θυμηθούμε  το πόσο μακριά έχουν φτάσει οι μπάτσοι προς υπεράσπιση του Λευκού σοβινισμού, ακόμη και όταν νόμοι και πολιτικοί άλλαξαν. Με την τάξη, όπως και με τη φυλή, είναι το στάτους κβο που η αστυνομία δρα για να προστατέψει, όχι το κράτος δικαίου ή η δημόσια ασφάλεια. Ο νόμος στην πράξη φάνηκε ένας μάλλον αδύναμος οδηγός για εκείνους που προορίζονταν να τον επιβάλλουν.

Για να πάρουμε μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα, η Επιτροπή Έρευνας του Παγκόσμιου Διαεκκλησιαστικού Κινήματος ανέφερε πως:

«Στην διάρκεια [της Απεργία Χάλυβα του 1919] η παραβίαση των προσωπικών δικαιωμάτων και της προσωπικής ελευθερίας ήταν γενικευμένη· άνδρες συλλαμβάνονταν δίχως εντάλματα, φυλακίζονταν δίχως κατηγορίες, τα σπίτια τους δέχονταν εισβολή εκτός νόμιμης διαδικασίας, οι αποφάσεις των δικαστών έβγαιναν πρακτικά βασισμένες πάνω στο αν ο απεργός θα επέστρεφε ή όχι στην δουλειά».

Έτσι, σε μια περίοδο κρίσης, η προσποίηση επιβολής του νόμου αποβάλλονταν υπέρ μιας γυμνής καταστολής και ταξικού πολέμου. Η αστυνομία, οι φυλακές, και τα δικαστήρια λειτουργούσαν για την εξυπηρέτηση, όχι του νόμου, αλλά των συμφερόντων των επιχειρήσεων.

Στιγμές Αμφιθυμίας

Υπάρχουν εξαιρέσεις, στιγμές που η αστυνομία για λίγο εγκατέλειψε τον συνηθισμένο ρόλο της, συνήθως επειδή η τοπική κυβέρνηση είχε σκοπούς που συγκρούονταν με τα άμεσα συμφέροντα της εταιρίας.

Στην διάρκεια μιας απεργίας τραμ το 1902, ο δήμαρχος Πάουτάκετ, ενός προαστίου της Πρόβιντενς, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ των απεργών εργατών, και η αστυνομία δεν έκανε σχεδόν τίποτα για να εμποδίσει τις δραστηριότητες τους. στη διάρκεια της Απεργίας Χάλυβα του 1919, ο δήμαρχος του Κλιβελαντ, Harry Davis διέταξε την αστυνομίας να αντιμετωπίσει τους απεργοσπάστες ως ύποπτα άτομα και να τους διώξει από την πόλη. Παρόμοια, στη διάρκεια απεργία του Ηλεκτρικού Σιδηρόδρομου και του Επιχείρησης Ηλεκτρισμού του 1934 στο Μιλγουόκι, ο δήμαρχος Daniel Hoan διέταξε την σύλληψη 150 απεργοσπαστών. «Αντιμέτωποι με τα διλλήματα που έθετε η πόλωση της κοινότητας», εξηγεί ο ιστορικός James Richardson:

«η αστυνομία έτεινε να ακολουθεί τις γραμμές της εξουσίας και της επιρροής…. Αν οι αρχές ευνοούσαν τους εργάτες ή ήταν τουλάχιστον ουδέτερες, ή αστυνομία παρέμενε ουδέτερη. Αν από την άλλη, οι πολιτικοί ηγέτες και οι εφημερίδες αντιμετώπιζαν τους απεργούς ως αντιαμερικάνους ριζοσπάστες ή απειλή για την ευημερία της πόλης με το να κάνουν την βιομηχανία διστακτική να εγκατασταθεί εκεί, τότε η αστυνομία δρούσε σαν εργαλείο των εργοδοτών στις απεργοσπαστικές τους δραστηριότητες».

Έτσι, γενικά, τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να κατανοηθούν όχι ως οι αστυνομικοί που τάσσονται με την εργατική τάξη στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, αλλά ακολουθώντας την στάση των ανωτέρων τους σε μια διαμάχη μεταξύ των ελίτ.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που η αστυνομία υποστήριξε τους απεργούς παρά τις διαταγές τους, μερικές φορές αντιμετωπίζοντας τιμωρία ως συνέπεια. Οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να διαλύσουν απεργίες στο Πάτερσον (1877), το Σικάγο (1894), και στο Κλίβελαντ (1896). Περίπου το ένα τέταρτο της δύναμης του Κολόμπους απολύθηκε όταν αρνήθηκε να επέμβει σε απεργία το 1910. Το 1916, πέντε αστυνομικοί της Νέας Υόρκης απολύθηκαν όταν αρνήθηκαν να φυλάξουν τραίνα στη διάρκεια μιας απεργίας στους σιδηρόδρομους. Και το 1929, πολλοί αστυνομικοί στην Νέα Ορλεάνη παραιτήθηκαν από το να εργαστούν ως απεργοσπάστες.

Πιο πρόσφατα, τον Φεβρουάριο του 2011, όταν συνδικαλιστές κατέλαβαν το κυβερνείο του Ουισκόνσιν και δεκάδες χιλιάδες κατέκλυσαν τους δρόμους τριγύρω, σε αντίθεση προς ένα νομοσχέδιο που στερούσε από τους δημόσιους υπαλλήλους τα περισσότερα από τα συλλογικά διαπραγματευτικά τους δικαιώματα, εμφανίστηκε ανάμεσα τους μια μικρή εκτός υπηρεσίας ομάδα αστυνομικών, φορώντας μπλούζες με τις φράσεις «Μπάτσοι για την Εργασία» και «Αστυνομικοί για την Δημοκρατία». Όταν ο κυβερνήτης απείλησε να λήξει την κατάληψη δια της βίας αστυνομικοί εμφανίστηκαν με υπνόσακους και έμειναν εκεί την νύχτα, προχωρώντας σε μια πράξη πολιτικής ανυπακοής ακριβώς τη στιγμή που η η σύγκρουση φαίνονταν σίγουρη. Η αλληλεγγύη δεν εκτείνονταν στις εργάσιμες ώρες τους όμως. Μέσα σε μερικές μέρες, η αστυνομία καθάρισε τα οδοφράγματα στη πρωτεύουσα, συλλαμβάνοντας 59 άτομα στην πορεία. Ο πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής της Ένωσης Αστυνομικών του Ουισκόνσιν, Tracy Fuller παραδέχτηκε πως η ιδέα της άρνησης διαταγών «δεν εμφανίστηκε καν». Είπε: «Δεν είμαι καν ικανός να φανταστώ πως οποιοσδήποτε από εκείνους τους αστυνομικούς δεν θα εκτελούσε όποια εντολή τους δίνονταν». Ο Fuller συνέχισε: «Υποθέτω πως αυτή είναι η μόνη ειρωνεία σε όλο αυτό…. Θα μπορούσε να είμαι εκεί κάτω και να είμαι αντιμέτωπος με τη γυναίκα μου που κρατούσε το πλακάτ διαμαρτυρίας που έφτιαξα εγώ…. Έτσι είναι η δουλειά μου».

Όπου και να βρίσκονται οι συμπάθειες μεμονωμένων αστυνομικών, τα καθήκοντα του θεσμού είναι πάντοτε με την πλευρά της εξουσίας. Ακόμη και εκεί που η αστυνομία δεν τάσσεται εσκεμμένα με τυς εργοδότες – ακόμη, ίσως και ειδικά, όταν παρουσιάζονται ως ουδέτεροι – η ταξική μεροληψία είναι ενσωματωμένη στην θέση τους. ο Bruce Smith, ένας πρώιμος μελετητής της αστυνόμευσης, το κάνει ξεκάθαρο:

«Η αντικατάσταση της οργανωμένης εργασίας με μη οργανωμένη είναι απόλυτα νόμιμη, και η αστυνομία οφείλει να δώσει κάθε προστασία ενάντια σε κάθε και σε όλες τις παρεμβάσεις με το δικαίωμα στην εργασία. Η αποτελεσματική εκτέλεση αυτού του καθήκοντος… συχνά «διαλύει την απεργία», και η αστυνομία, είτε είναι τοπική είτε είναι πολιτειακή, κατηγορείται για την εκτέλεση μιας απεργοσπαστικής πράξης. Σε τέτοιες στιγμές, η ισότιμη δικαιοσύνη σχεδόν αναγκαία λειτουργεί προς το τελικό συμφέρον των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών».

Εκείνες οι περιπτώσεις που η αστυνομία τάσσεται με τους απεργούς είναι αξιοσημείωτες επειδή ακριβώς είναι τόσο σπάνιες – όλο και περισσότερο με τη πάροδο του χρόνου. Οι αρχές βλέπει πότε η αστυνομία είναι ανυπάκουη, και πήραν μέτρα για να αποτρέψουν μελλοντικές ανταρσίες.. μερικές φορές πήραν την ευθύνη για απεργοσπασία από τους τοπικούς αστυνομικού (που μπορεί να έχουν διαιρεμένη πίστη) και βασίστηκαν αντίθετα στην Πολιτειακή Αστυνομία ή σε Πινκερτον. Διοικητές επίσης επέβαλλαν αλλαγές σχεδιασμένες για να ενισχύσουν την πειθαρχία στις τάξεις της αστυνομίας και να μειώσουν το ενδιαφέρον των αστυνομικών για το σκοπό των απεργών. Στο βιβλίο του Policing a Class Society, ο Sidney Harring καταγράφει αρκετούς μηχανισμούς που χρησιμεύουν για την διατήρηση της πειθαρχίας των αστυνομικών στην διάρκεια απεργιών. Αυτά περιλαμβάνουν ρατσισμό και φυλετικές διακρίσεις, απέχθεια για ανειδίκευτους ή χαμηλόμισθους εργάτες, οργανωτικούς κανόνες και τιμωρίες, την ιδεολογία της τάξης και του νόμου, την ποινικοποίηση της απεργιακής δραστηριότητας, και οικονομικά και επαγγελματικά κίνητρα. Τα περισσότερα λειτουργούν τις προσωπικές προκαταλήψεις  και την θεσμική κουλτούρα της αστυνομίας για να υποσκάψει οποιαδήποτε συμπάθεια για τους ανυπάκουους εργάτες – ιδιαίτερα όταν εκείνοι οι εργάτες είναι μετανάστες ή μέλη φυλετικών μειονοτήτων. Επιπλέον, εκείνοι οι αστυνομικοί που συμμετέχουν στις απεργοσπαστικές δραστηριότητες μπορεί να κερδίσουν υπερωρίες ή μπόνους, ενώ εκείνοι που αρνούνται μπορεί να χάσουν το σεβασμό των συναδέλφων τους ή να αντιμετωπίσουν τιμωρίες. Αυτός ο συνδυασμός εξαναγκασμού, αποζημίωσης και ιδεολογικής αιτιολόγησης έχει λειτουργήσει κυρίως για να κρατήσει τους αστυνομικούς υπάκουους σε εντολές, να ελέγχουν τους εργάτες και να διαλύουν απεργίες. Όπως είπε λακωνικά ο Tracy Fuller: «Αυτή είναι η δουλειά».

Μια εκτεταμένη αναφορά σε εργασιακές μάχες, επιθέσεις της αστυνομίας στις πικετοφορίες, και αυθαίρετες συλλήψεις δεν μπορεί να δοθεί εδώ, αλλά μερικές περιπτώσεις μελέτης μπορεί να προσφέρουν μια ιδέα του συνηθισμένου ρόλου της αστυνομίας.

Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ξιφολόγχες και Ύφασμα

Το 1912, νόμος στη Μασαχουσέτη μείωσε τις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας για τις γυναίκες και τα παιδιά, από τις 56 ώρες σε 54. Η American Woolen Company συμμορφώθηκε με το γράμμα του νόμου, αλλά όχι με το πνεύμα· μείωσε τις ώρες, αλλά έκανε και τις αντίστοιχες περικοπές στους μισθούς. Στο Λόρενς της Μασαχουσέτης όπου 60000 άνθρωποι βασίζονταν στα κέρδη των 25000 εργατών της κλωστοϋφαντουργίας, και όπου μέσος μισθός ήταν 8,76$ την εβδομάδα, 25 σεντς πάνω ή κάτω είχαν τεράστια επίπτωση στην ικανότητα των εργατών να ταΐσουν τις οικογένειες τους. έτσι, στις 11 Ιανουαρίου, όταν οι εργάτες έλαβαν τους μισθούς τους και ανακάλυψαν την περικοπή, έκαναν στάση – πρώτα στο κλωστήριο Everett, και την επόμενη στο Washington. Οι εργάτες του Washington έκαναν πορεία μέχρι το κλωστήριο Wood, έκλεισαν το ρεύμα, και είπαν στους εκεί εργάτες να φύγουν. Μέχρι το βράδυ, 10000 απεργούσαν. Μέχρι το τέλος του μήνα, η απεργία είχε απλωθεί σε άλλες βιομηχανίες, και 50000 άνθρωποι (σε μια πόλη 86000) απεργούσαν. Ένα πλακάτ εξέφραζε απόλυτα την θέση των εργατών, συλλαμβάνοντας τόσο την απόγνωση της στιγμής και την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον: «Θέλουμε ψωμί και τριαντάφυλλα επίσης».

Η καταστολή της απεργίας ήταν άμεση και έντονη. Αυθαίρετες συλλήψεις και συνοπτικές αποφάσεις έγιναν καθημερινή πρακτική, και πολλοί απεργοί καταδικάστηκαν σε ποινές ενός έτους φυλάκισης δίχως να έχουν την ευκαιρία να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Οι ηγέτες στοχοποιήθηκαν για πιο σοβαρές κατηγορίες, και ακραία μέτρα λήφθηκαν για να δυσφημίσουν το σωματείο. Όταν δυναμίτης εντοπίστηκε στο κατάστημα ενός τσαγκάρη, αστυνομία και τύπος μαζί ήταν γρήγοροι στο να κατηγορήσουν τους απεργούς, αν και δεν υπήρχε κανένα στοιχείο για να δικαιολογήσει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η τακτική αυτή γύρισε μπούμερανγκ. Αρχικά, ένα μέλος της σχολικής επιτροπής, John C. Breen, συνελήφθηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε πρόστιμο 500$ για τοποθέτηση του δυναμίτη. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της Pitman Construction Company, Ernest W. Pitman, ενοχοποίησε τον εαυτό του και αρκετούς άλλους επιχειρηματίες σχετικά με το περιστατικό σε μια ομολογία στον εισαγγελέα. Ο Pittman αποκάλυψε πως το περιστατικό είχε σχεδιαστεί από μια από τις κλωστοϋφαντουργίες, οδηγόντας σε κατηγορίες για συνωμοσία εναντίον των Fred E. Atteaux, το πρόεδρο της Atteaux Supply Company, και William M. Wood, το πρόεδρο της American Woolen Company.

Ανεξάρτητα από το σκάνδαλο. Οι ηγέτες του σωματείου κατηγορήθηκαν γενικά για κάθε βία – όχι μόνο τη βία των απεργών, αλλά και για εκείνη εναντίον τους επίσης. Στις 29 Ιανουαρίου, όταν απεργοί εργάτες προσπάθησαν να αποκλείσουν τις πύλες του κλωστηρίου, η αστυνομία και η πολιτοφυλακή επιτέθηκε, και προκλήθηκαν επεισόδια. Μια Ιταλίδα απεργός, η Anna Lo Pizzo, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε. Μάρτυρες αναγνώρισαν ως δράστη τον αστυνομικό Oscar Bemoit, συνέλαβαν όμως δυο ηγέτες των IWW. Ούτε ο Joseph Ettor ούτε ο Arturo Giovannitti ήταν παρόντες όταν συνέβη ο πυροβολισμός, αλλά η καταγγελία ανέφερε πως «πριν πραγματοποιηθεί ο εν λόγω φόνος, οι προαναφερθέντες, Joseph J. Ettor και Antonio [sic] Giovannitti υποδαύλισαν, προέτρεψαν, και συμβούλευσαν ή διέταξαν το συγκεκριμένο πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν είναι γνωστό, όπως έχει ήδη αναφερθεί, να διαπράξει τον εν λόγω φόνο…». Η αστυνομία αργότερα κατονόμασε τον Joseph Caruso ως συνεργό και τον «Salvatore Scuito» ως τον εκτελεστή, αν και κανένα από αυτά τα ονόματα δεν εντοπίστηκε ποτέ.

Στρατιωτικός νόμος κηρύχθηκε στις 30 Ιανουαρίου, την επόμενη ημέρα από το πυροβολισμό. Ο Συνταγματάρχης E. LeRoy Sweetser ανέλαβε την διοίκηση δώδεκα λόχων πεζικού, δύο ιλών ιππικού, πενήντα αστυνομικών από την Μητροπολιτική Δύναμη, και 22 λόχων πολιτοφυλακής. Οι πολίτες απαγορεύονταν να συναντιούνται ή να μιλούν στους δρόμους, και η κηδεία της Lo Pizzo διαλύθηκε από μια επίθεσης ιππικού. Μαζικές συλλήψεις έγιναν ο κανόνας, και απεργοί απάγονταν από το σπίτι τους και οδηγούνταν στη φυλακή. Ένας Σύρος απεργός, ο John Ramy,χτυπήθηκε με ξιφολόγχη και στη συνέχεια πέθανε. Αλλά η απεργία γιαγντώθηκε. Οι κλωστοϋφαντουργίες κράτησαν τις ανέμες να γυρίζουν, αλλά μόνο σαν ένα είδος προπαγάνδας· δεν είχαν εργάτες να τις χειριστούν, και έτσι κανένα προϊόν. Ο Joseph Ettor σχολίασε από τη φυλακή: «Οι ξιφολόγχες δεν υφαίνουν ύφασμα».

Στις 5 Φεβρουαρίου η Ιταλική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία πρότεινε την εκκένωση των παιδιών των απεργών. Προμήθειες θα εξοικονομούνταν έτσι και τα παιδιά θα τα φρόντιζαν οικογένειες που ήταν θετικές προς τον αγώνα. Στις τρεις μέρες που ακολούθησαν, το σωματείο δέχτηκε 400 προσφορές για να φιλοξενήσουν τα παιδιά. Η Σοσιαλιστική Επιτροπή Γυναικών και μια επιτροπή των IWW έλαβε τις αιτήσεις και έλεγξε τα σπίτια. Στις 10 Φεβρουαρίου. 119 παιδιά στάλθηκαν στην Νέα Υόρκη υπό την επίβλεψη τεσσάρων γυναικών, οι δύο από αυτές νοσοκόμες. Μια εβδομάδα αργότερα, επιπλέον 103 στάλθηκαν στη Νέα Υόρκη, και 35 άλλα στο Μπαρέ του Βερμόντ. Αυτή η έξοδος ήταν εξευτελιστική και για την κυβέρνηση και για τους ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντουργείων, και στις 17 Φεβρουαρίου ο συνταγματάρχης Sweetser ανακοίνωσε ως δεν θα επιτρέπονταν άλλα παιδιά να φύγουν. Αλλά αν το σοσιαλιστικό σύστημα παροχής φροντίδας ήταν εξευτελισμός, η προσπάθεια αποτροπής του ήταν απόλυτα σκανδαλώδης. Στις 24 Φεβρουαρίου, όταν 40 παιδιά προσπάθησαν να φύγουν για την Φιλαδέλφεια, βρήκαν το σταθμό των τραίνων γεμάτο αστυνομία. Ένα μέλος της Επιτροπής Γυναικών της Φιλαδέλφεια αργότερα κατέθεσε για το τι ακολούθησε:

«Όταν έφτασε η ώρα να αναχωρήσουν, τα παιδιά σε μια μακριά σειρά, δυο δυο, με τάξη, με τους γονείς τους κοντά, ήταν έτοιμα να ανέβουν στο τραίνο όταν η αστυνομία μας πλησίασε με τα ρόπαλα της, χτυπώντας δεξιά και αριστερά, δίχως να σκεφτεί τα παιδιά, που ήταν στον πιο άμεσο κίνδυνο να ποδοπατηθούν μέχρι θανάτου. Οι μητέρες και τα παιδιά έτσι σύρθηκαν και πετάχτηκαν σε ένα στρατιωτικό φορτηγό, και ακόμη και τότε χτυπήθηκαν, παρόλες τις κραυγές των πανικόβλητων γυναικών και παιδιών».

Δεν έγινε καμιά άλλη προσπάθεια να παρέμβουν με τα παιδιά, και στις 12 Μαρτίου, η American Woolen Company συμφώνησε σε νέους μισθούς.

Οι εργάτες ψήφισαν να τερματίσουν την απεργία, αλλά ο αγώνας δεν τελείωσε. Νέα συνθήματα έκανα την εμφάνιση τους: «Ανοίξτε τις πόρτες των φυλακών, αλλιώς θα κλείσουμε τις πύλες των εργοστασίων». Καθώς πλησίαζε η 30η Σεπτέμβρη, η ημερομηνία της δίκης των Ettor, Giovannitti και Caruso, οι εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας στο Λόρενς, το Χάβερχιλ, το Λόουελ, το Λύν, και αλλού απείλησαν με απεργία αν καταδικάζονταν. Ως επίδειξη της αποφασιστικότητας τους, 15000 πραγματοποίησαν μονοήμερη απεργία μερικές μέρες πριν την έναρξη της δίκης. Η αστυνομία επιτέθηκε στους απεργούς, συλλαμβάνοντας δεκατέσσερις, και σχεδόν 2000 απολύθηκαν και μπήκαν σε μαύρη λίστα. Οι απεργοί όμως είχαν ήδη δει τα χειρότερα, και ήξεραν πλέον κάτι για τη δύναμη τους. εν μέσω απειλών νέων απεργιών, οι ιδιοκτήτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, και μετά από πενήντα οχτώ ημέρες δίκης, και οι τρεις κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν.

Γενική Απεργία και Καθεστώς Τρομοκρατίας

Το 1934, η Δυτική Ακτή έγινε μάρτυρας μιας εκτεταμένης, και κατά περιόδους αιματηρής, σύγκρουσης μεταξύ των λιμενεργατών που εκπροσωπούνταν από την Διεθνή Ένωση Λιμενεργατών (ILA) και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που εκπροσωπούνταν Ένωση Εργοδοτών της Ακτής και του Βιομηχανικού Συνδέσμου. Η σύγκρουση αφορούσε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο του γραφείου προσλήψεων του λιμανιού και τα σχετικά ζητήματα του προγραμματισμού, της αρχαιότητας, και φυσικά, των μισθών. Τα αφεντικά προτιμούσαν να φέρουν την διαφωνία σε διαιτησία, και η ηγεσία του σωματείου ήταν πρόθυμη να συμβιβαστεί, αλλά οι εργάτες και είχαν άλλες απόψεις. Μια απεργία ξεκίνησε στις 9 Μαΐου μεταξύ των λιμενεργατών στο Σαν Φρανσίσκο, και γρήγορα επεκτάθηκε σε ναυτιλιακές και σχετικές βιομηχανίες, και εξαπλώθηκε σε όλο το μήκος της δυτικής ακτογραμμής. Σταμάτησε την οικονομία ολόκληρης της χώρας, αλλά το κέντρο της σύγκρουσης παρέμεινε το Σαν Φρανσίσκο, όπου γρήγορα κλιμακώθηκε μέσα από μια σειρά από αιματηρές μάχες για να γίνει γενική απεργία.

Η βία ήταν βασικό χαρακτηριστικό της απεργίας του Σαν Φρανσίσκο, εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε και από τις δυο πλευρές. Οι απεργοί χτυπούσαν συνήθως τους απεργοσπάστες και έστελναν «υγειονομικές» ομάδες ή συνεργεία «καθαρισμού»» για να περιπολούν στο λιμάνι με ρόπαλα. Τα αφεντικά ωστόσο, βασίζονταν κυρίως στη βία του κράτους, ιδιαίτερα της αστυνομίας. Ήταν μια βολική σχέση, καθώς νομιμοποιούσε την βία κατά της απεργίας και μετέφερε το στόχο της δημόσιας κατακραυγής από τους εργοδότες προς την αστυνομία. Ο ιστορικός David Selvin τονίζει το σημείο αυτό:

«Η αστυνομία έγινε βασικότερος ανταγωνιστής, ακόμη και σε σχέση με τους απεργοσπάστες, των απεργών. Ο ρόλος του απεργοσπάστη σύντομα σταθεροποιήθηκε και περιορίστηκε, ενώ η αστυνομία ήρθε για να δράσει, μέρα με τη μέρα, ως κυριολεκτικά η ιδιωτική ομάδα κρούσης των εργοδοτών. Όταν ήρθαν οι συγκρούσεις, όπως και έγινε, η αστυνομία – όχι οι απεργοσπάστες – στάθηκε εναντίον των απεργών».

Η βία ξεκίνησε νωρίς, και κλιμακώθηκε στη διάρκεια της απεργίας. Την πρώτη μέρα. Η αστυνομία διέλυσε 500 απεργούς με σχετική ευκολία. Ως το τέλος του μήνα, ωστόσο, οι πικετοφόροι αντιστέκονταν, πετώντας τούβλα προς τους αστυνομικούς. Η αστυνομία τότε χρησιμοποίησε ρόπαλα, δακρυγόνα και τελικά πυροβόλα όπλα για να διαλύσει τις ομάδες απεργών.

Το σοβαρότερα περιστατικά βίας συνόδευαν τις προσπάθειες να λειτουργήσουν οι αποβάθρες, κυρίως οι προσπάθειες να διακινηθούν αγαθά από και προς τα λιμάνια. Στις 3 Ιουλίου 1934, η αστυνομία δημιούργησε ένα διάδρομο κατά μήκος της οδού Κινγκ στην προβλήτα 38, που φυλάγονταν από μια γραμμή αστυνομικών από την μια και από μια σειρά από βαγόνια στην άλλη. Καθώς πλησίαζαν τα φορτηγά, οι αστυνομικοί επιδίωξαν να διαλύσουν το πλήθος των υποστηρικτών της απεργίας. Επιτέθηκαν με ρόπαλα, δακρυγόνα και πυροβολισμούς, τραυματίζοντας πολλούς στο πλήθος καθώς και πολλούς περαστικούς. (Μια αδέσποτη σφαίρα τραυμάτισε έναν ταμία στην κοντινή American Trust Company). Οι απεργοί ανταπέδωσαν με πετώντας πέτρες, τούβλα, και δοχεία δακρυγόνων πίσω προς τους αστυνομικούς. Τουλάχιστον δυο απεργοί πυρβολήθηκαν, ένας σκοτώθηκε. Και έντεκα πήγαν στο νοσοκομείο· εννέα αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Η ILA εξέδωσε ανακοίνωση για την σύγκρουση: «Απεργοί εργάτες χτυπήθηκαν και ποδοπατήθηκαν από την αστυνομία που λίγο καιρό πριν υποτίθεται πως ήταν φίλη αυτών των ίδιων εργατών. Η απεργία δεν μπορεί και δεν θα λυθεί με τη βία».

Η βία όμως έμοιαζε να είναι η προτιμώμενη μέθοδος της εξουσίας. στις 8 Ιουλίου , ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα του Σαν Φρανσίσκο μπήκε σε απεργοσπαστική βάρδια. Η συμπλοκή ήταν επικεντρωμένη στην περιοχή γύρω από την Αποβάθρα 38 και το Ρίνκον Χιλ. Η αστυνομία όμως κινήθηκε επίσης εναντίον ενός πλήθους στη Στιούαρτ και Μίσιον, κοντά στην έδρα της ILA. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο που μετέφερε δύο αστυνομικούς επιθεωρητές εμφανίστηκε στη διασταύρωση. Οι επιθεωρητές βγήκαν από το αυτοκίνητο, πυροβόλησαν με τα πιστόλια τους προς το πλήθος, και μετά έφυγαν καθώς το πλήθος εκτόξευσε προς αυτούς τούβλα και πέτρες. Δυο άνδρες πέθαναν στην επίθεση – ο Howard S. Sperry, ένας λιμενεργάτης, και ο Nick Chounderakis (γνωστός ως Nick Bordoise), κομμουνιστής. Ένας τρίτος άνδρας, ο Charles Olsen, επίσης χτυπήθηκε, αλλά επιβίωσε. Όταν οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στην κλινική της ILA, η αστυνομία έριξε προς το κτίριο και το γέμισε με δακρυγόνα. Καθώς οι συνδικαλιστές οχυρώθηκαν στο κτίριο, το τηλέφωνο χτύπησε: «Είστε πρόθυμοι να πάτε σε διαιτησία τώρα;».

Εκείνο το βράδυ 1700 στρατιώτες της Εθνοφρουράς αναπτύχθηκαν και θωρακισμένα αυτοκίνητα περιπολούσαν τους δρόμους. Η Εμπαρκαντέρο, ο πιο κοντινός δρόμος στην ακτή, είχε αποκλειστεί με συρματόπλεγμα και φυλάσσονταν με πολυβόλα. Οι στρατιωτικές οχυρώσεις όμως απέτυχαν το σκοπό τους: η δουλειά δεν έγινε. Διακόσια πενήντα πλοία  έμειναν άπραγα κατά μήκος της ακτής. Ακόμη και όταν μια στρατιωτική φρουρά έκανε δυνατή την εκφόρτωση και την μεταφορά φορτίου από τους απεργοσπάστες, απλά έμεινε στις αποθήκες, όπου οι φορτηγατζήδες της International Brotherhood of Teamsters αρνήθηκαν να το αγγίξουν. Όπως και στο Λόρενς, υπενθυμίστηκαν στο κράτος τα πρακτικά όρια της εξάρτησης της από τη βία.

Μέχρι το τέλος της ημέρα, επιπλέον του Sperry και του Bordoise, ακόμη ένας εργάτης είχε πεθάνει, και τουλάχιστον 115 σταλεί στο νοσοκομείο. Έτσι η 5η Ιουλίου έμεινε γνωστή ως η «Ματωμένη Πέμπτη». Ο ηγέτης της απεργίας, Harry Bridges την αποκάλεσε «καθεστώς τρομοκρατίας». Είπε: «Ήταν μια επίθεση ένοπλων εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών. Ήταν μια σφαγή εργατών από τους εφοπλιστές μέσω της αστυνομίας». Την επόμενη μέρα, η γωνία της Στιούαρτ και Μίσιον ήταν καλυμμένη με λουλούδια. Με κιμωλία ήταν γραμμένο στο δρόμο: «Δύο άνδρες σκοτώθηκαν εδώ, δολοφονημένοι από την αστυνομία».

Μια εβδομάδα αργότερα, 4000 φορτηγατζήδες έκαναν στάση εργασίας, δείχνοντας την τάση προς γενική απεργία. Σύντομα μαζί τους ενώθηκαν χασάπηδες, μηχανουργοί, συγκολλητές, εργάτες σε πλυντήρια, εργάτες σε εστιατόρια, καθαριστές και βαφείς υφασμάτων, και λεβητοποιοί: δεκατρία σωματεία, αντιπροσωπεύοντας 32000 εργάτες, προσχώρησαν στην απεργία. Οι φορτηγατζήδες έκαναν διαδήλωση στα νότια όρια της πόλης, φυλώντας την μόνη οδική οδό προς την πόλη. Εκεί γύριζαν πίσω – και μερικές φορές γύριζαν ανάποδα – φορτηγά που δεν άνηκαν στο σωματείο. Μια απεργιακή επιτροπή εξέδιδε άδειες για νοσοκομειακές προμήθειες, τρόφιμα, και άλλες αναγκαίες υπηρεσίες, αλλά η πόλη δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως συνήθως. Ταμπέλες άρχισαν να εμφανίζονται στις βιτρίνες καταστημάτων: «Κλειστό. Τέλος Προμηθειών». «Δεν Υπάρχει Βενζίνη, Λόγω Απεργίας», «Κλειστό Για την Απεργία», και «Κλειστό Μέχρι να Νικήσουν τα Παιδιά».

Την επόμενη μέρα οι αρχές κήρυξαν έκτακτη ανάγκη. Η αστυνομία άρχισε να συγκεντρώνει όπλα, όρκισε 500 ειδικούς αστυνομικούς και δημιούργησε ένα «γραφείο κατά του ριζοσπαστισμού και πρόληψης εγκλήματος». 1800 αστυνομικοί και 4500 στρατιώτες της Εθνοφρουράς ήταν τώρα σε απεργοσπαστική βάρδια, ενισχυμένοι με πολυβόλα, τανκ και πυροβολικό. Στο μεταξύ, απέναντι στον κόλπο στο Ώκλαντ, 15000 εργάτες του οικοδομικού κλάδου άφησαν κάτω τα εργαλεία τους και έκαναν στάση εργασίας. Μαζί τους ενώθηκαν 27000 εργάτες που ανήκαν στο Κεντρικό Εργατικό Συμβούλιο.

Στις 17 Ιουλίου, την δεύτερη μέρα της γενικής απεργίας, η αστυνομία συντόνισε μια επίθεση. Εκείνο το πρωινό μια ομάδα από ένστολους αστυνομικούς και επιθεωρητές με πολιτικά έκανε εισβολή στο γραφείο της Maritime Workers Industrial Union, σπάζοντας τη πόρτα, καταστρέφοντας εξοπλισμό γραφείου και έπιπλα, αρπάζοντας έγγραφα, και συλλαμβάνοντας οποιονδήποτε παρόν, συχνά ξυλοκοπώντας τον κατά την διαδικασία. Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά παρόμοιων εισβολών σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, όχι μόνο στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά σε ολόκληρη τη πολιτεία. Αστυνομία, Εθνοφρουρά, και παραστρατιωτικοί επιτέθηκαν σε στέκια ριζοσπαστών, απεργιακές κουζίνες, γραφεία εφημερίδων, και ακόμη και σε ένα σχολείο. Περίπου 300 άτομα συνελήφθησαν.

Λίγο αργότερα, στις 20 Ιουλίου, η απεργιακή επιτροπή ψήφισε να τερματίσει την γενική απεργία, αν και οι λιμενεργάτες και οι ναυτικοί συνέχισαν να απεργούν από μόνοι τους. Η ανακοίνωση αντιμετωπίστηκε με ένα ακόμη κύμα από αστυνομικές επιδρομές και επιθέσεις παραστρατιωτικών. Έντεκα μέρες αργότερα, οι τελευταίοι απεργοί επέστρεψαν στη δουλειά. Η απεργία κράτησε 82 μέρες και συμμετείχαν 30000 λιμενεργάτες. Εφτά σκοτώθηκαν, εκατοντάδες ΄νοσηλεύτηκαν, και χιλιάδες πέρασαν από την κλινική της ILA. Υπήρξαν 938 συλλήψεις στο Σαν Φρανσίσκο μόνο.

Στην διατησία οι εργάτες κέρδισαν αύξηση και εβδομάδα τριάντα ωρών, αλλά τους δόθηκε μόνο μερικός έλεγχος του γραφείου προσλήψεων – αποτυγχάνοντας στο βασικό τους αίτημα. Η απεργία έφερε πραγματικά κέρδη, αλλά όχι την αποφασιστική νίκη που ήθελαν οι εργάτες. Στην περίπτωση αυτή, αποδείχτηκαν απρόθυμοι να δεχτούν ακόμη και μερική ήττα, και η ταξική πάλη μετατοπίστηκε από μια εκστρατεία μαζικών, συχνά φονικών, μαχών σε μια αστραπιαίων, αναίμακτων, αντάρτικων επιθέσεων. Και οι λιμενεργάτες και οι ναυτικοί αμέσως ξεκίνησαν μια σειρά από δράσεις στην εργασία κατά των άδικων και επικίνδυνων συνθηκών. Η απεργία μικρής κλίμακας γρήγορα έγινε το πιο ισχυρό όπλο των εργατών. Μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1937 και της 1ης Αυγούστου 1938, οι αποβάθρες της Δυτικής Ακτής ήταν ο τόπος 350 απεργιών, κυρίως σύντομων και τοπικών «αυθόρμητων στάσεων».

«Ξεπουλημένοι»

Από τις δύο τελευταίες δεκαετίες, το πιο διάσημο παράδειγμα αστυνομικά κατευθυνόμενης διάλυσης σωματείου είναι μάλλον εκείνο της Απεργίας των Εφημερίδων του Ντιτρόιτ (αργότερα μετατράπηκε σε λοκ άουτ). Τον Ιούλιο του 1995, όταν 2600 υπάλληλοι της Detroit News και της Detroit Free Press κατέβηκαν σε απεργία, οι εφημερίδες (της Detroit News Agency) απάντησαν με την πρόσληψη 2000 ιδιωτών φυλάκων ασφαλείας που παρείχε η Vance International, και δίνοντας χρήματα στην αστυνομία στο προάστιο Στέρλινγκ Χάιτς, που βρίσκονταν τα τυπογραφεία των εφημερίδων. Η αστυνομία αρχικά κατάσχεσε τα ρόπαλα και άλλα όπλα από τους φύλακες της Vance, αλλά μετά την πρώτη δωρεά της Detroit News Agency – το ποσό των 115921 δολαρίων – η στάση των αστυνομικών άλλαξε. Η αστυνομία αγνόησε την παρενόχληση και τη βία από την πλευρά των φυλάκων – ακόμη και όταν αρκετά στελέχη της Vance χτύπησαν ένα απεργό τόσο άσχημα που του έσπασαν το κρανίο. Στο μεταξύ, θετικοί προς το σωματείο άνθρωποι συλλαμβάνονταν για ασήμαντες αφορμές, όπως το ότι κόρναραν με τα αυτοκίνητά τους για να δείξουν την υποστήριξη τους για την απεργία.

Οι μπάτσοι επίσης διέπραξαν τη δική τους βία εναντίον των εργατών. Πιο γνωστό είναι το περιστατικό στις 19 Αυγούστου 1995, ένας διαδηλωτής με το όνομα Frank Brabenec ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία του Στέρλινγκ Χάιτς. Μια ευρέως δημοσιευμένη φωτογραφία δείχνει ένα ένστολο αστυνομικό να σέρνει τον Brabenec ενώ ένας μπάτσος με πολιτικά τον κλωτσούσε – αργότερα ταυτοποιήθηκε ως ο υπαστυνόμος Jack Severance. μερικές εβδομάδες αργότερα, το Σάββατο στις 2 Σεπτέμβρη, η αστυνομία επιτέθηκε σε διαδηλωτές με σπρέι πιπεριού. Τα σωματεία έτυχε να έχουν μια συγκέντρωση εκεί κοντά, και 4000 υποστηρικτές έτρεξαν στο σημείο της σύγκρουσης. Οι μπάτσοι κάλεσαν ενισχύσεις από 22 αστυνομικές υπηρεσίες, και ακολούθησε μια δεκαεξάωρη αντιπαράθεση, στη διάρκεια της οποίας φορτηγά δεν μπορούσαν να μπουν ή να βγουν από το εργοστάσιο. Δυο μέρες αργότερα, την Ημέρα της Εργασίας, ένα μικρότερο πλήθος συγκρούστηκε με τους φύλακες ασφαλείας. Εκείνες οι πρώτες εβδομάδες έθεσαν το τόνο για τα επόμενα πεντέμισι χρόνια, μέχρι το Δεκέμβριο του 2001 όταν τελικά υποχώρησαν τα σωματεία. Μόνο το ένα τρίτο των απρεγών επαναπροσλήφθηκε – με χαμηλότερους μισθούς φυσικά.

Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πόση από την ευθύνη για αυτή την ήττα πραγματική πέφτει στην αστυνομία, ιδιαίτερα με δεδομένη τον κακό σχεδιασμό των σωματείων, την εχθρικότητα του τύπου, και δικαστικές αποφάσεις που περιόριζαν τους απεργούς σε πικετοφορίες. Είναι όμως εύκολο να δούμε πόσο άξιζε η συνεργασία της αστυνομίας για την Detroit News Agency. Στη διάρκεια της απεργίας, η εταιρεία δώρισε σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια στην αστυνομία του Στέρλινγκ Χάιτς. Η αστυνομική βία κλιμακώθηκε ανάλογα, και πλήθη άρχιζαν να φωνάζουν «Ξεπουλημένοι» όταν έρχονταν οι μπάτσοι. Ο δήμαρχος Dennis Archer εξήγησε πως η μονάδες καταστολής βοήθησαν στο να διατηρηθεί ένα «καλό επιχειρηματικό κλίμα».

Αστυνομεύοντας το Σφαγείο

Εκεί που η Detroit News Agency προσέλαβε ιδιώτες φύλακες και λίγο πολύ νοίκιασε το τοπικό αστυνομικό τμήμα, η Smithfield Foods πήγε πιο μακριά και δημιούργησε την δική της ιδιωτική, πιστοποιημένη από την πολιτεία, αστυνομική υπηρεσία, την Smithfield Foods Special Police. Η Smithfield, ο μεγαλύτερος μεταποιητής χοιρινού κρέατος στη χώρα, λειτουργεί το μεγαλύτερο σφαγείο στο κόσμο, το οποίο απασχολεί περισσότερους από 5000 εργάτες και σκοτώνει 30000 γουρούνια την ημέρα. Ήταν σε αυτό το εργοστάσιο, στο Ταρ Χιλ της Βόρειας Καρολίνας, που η εταιρεία είχε εμπλακεί σε μια δεκαπενταετή μάχη με το σωματείο των Ενωμένων Εργατών Τροφίμων & Εμπορίου (United Food & Commercial Workers, UFCW), και εκεί όπου δημιούργησε την ιδιωτική της αστυνομική δύναμη.

Το εργοστάσιο στο Ταρ Χιλ άνοιξε το 1992, και το UFCW άρχισε να οργανώνεται εκεί το 1993. Ως το 2008 το εργοστάσιο είχε περάσει τρεις διαφορετικές ψήφοφορίες για δημιουργία σωματείου. Οι δύο πρώτες απέτυχαν, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας αυτού που αργότερα ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο αποκάλεσε «έντονο και ευρύ εκβιασμό». Επιπλέον στις συνηθισμένες μορφές αντισυνδικαλιστικές επιθέσεις – κατασκόπευση εργαζόμενων, κατάσχεση συνδικαλιστικών εντύπων, και απειλές για απόλυση εργαζόμενων και κλείσιμο του εργοστασίου – η εταιρεία χρησιμοποίησε και την επιβολή του νόμου για να εκφοβίσει τους εργάτες και να παρέμβει στην οργάνωση τους.

Υπό την ηγεσία του Daniel Priest – ενός πρώην αστυνομικού και τότε ταυτόχρονα, βοηθό σερίφη αλλά και επικεφαλής της ασφαλείας του εργοστασίου – ομάδες αστυνομικών απέτρεψαν τους ακτιβιστές του σωματείου από το να μοιράσουν φυλλάδια στους εργάτες· ένστολοι αστυνομικοί αργότερα περιφέρονταν απειλητικά στο πάρκινγκ της εταιρείας, την εβδομάδα πριν τη ψήφο του 1997. Στη διάρκεια των ίδιων των εκλογών, το εκλογικό κέντρο ήταν γεμάτος με αστυνομικούς και φύλακες, αλλά και καμιά δεκαριά διευθυντικά στελέχη. Καθώς συλλέγονταν τα ψηφοδέλτια, οι διευθυντές της Smithfield παρενοχλούσαν τους ακτιβιστές, κάποιες φορές και με φυλετικές βρισιές. (Οι ακτιβιστές ήταν μαύροι). Τότε, όταν έγινε ξεκάθαρο πως το σωματείο έχασε, οι μπάτσοι πέταξαν έξω τους υποστηρικτές του UFCW και χτύπησαν πολλούς από αυτούς αναίτια και συνέλαβαν έναν.

Από το 2000, η ομάδα μπράβων του Priest έχει χαρακτηριστεί «ειδική αστυνομική δύναμη» υπό τον Νόμο Εταιρικής Αστυνόμευσης του 1991, δίνοντας τους έτσι τη δυνατότητα να κρατάνε όπλα και να κάνουν συλλήψεις. Ως το 2003 η αστυνομία της Smithfield είχε ένοπλους φύλακες σε όλο το εργοστάσιο και στελέχη με πολιτικά στο εργοστάσιο, μεταξύ των εργατών. «Είναι όλα μέρος της αντισυνδικαλιστικής εκστρατείας», είπε ένας υποστηρικτής της UFCW, «για να μας εκφοβίσει και να μετατρέψει το εργοστάσιο σε στρατόπεδο με ένοπλους φύλακες. Για εμάς που ερχόμαστε από την Κεντρική Αμερική είναι ιδιαίτερα τρομακτικό επείδή από εκεί που ερχόμαστε η αστυνομία πυροβολεί συνδικαλιστές».

Το 2006, αναμίχθηκε και η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (Immigration and Customs Enforcement, ICE). Το φθινόπωρο εκλείνης της χρονιάς, η Smithfield έστειλε επιστολές σε 640 εργάτες απειλώντας τους με απόλυση αν τα έγγραφα τους δεν ταίριαζαν με τα κυβερνητικά στοιχεία. Κάποιες από τις επιστολές πήγαν σε πολίτες των ΗΠΑ· αλλά τον Νοέμβριο, η Smithfield άρχισε να υλοποιεί τις απειλές της απολύοντας 50 εργάτες. Σε απάντηση, στις 16 Νοεμβρίου, τουλάχιστον 500 υπάλληλοι – κυρίως Λατίνοι και Λατίνες – έκαναν στάση εργασίας. Ξ πίεση όμως απλά συνέχισε να αυξάνεται. Μετά από τηλεφώνημα από διευθυντές της Smithfield, η ICE άρχισε να κάνει συλλήψεις τον Ιανουάριο, συχνά στα σπίτια των εργατών στη μέση της νύχτας. Περίπου 1500 εργάτες έφυγαν αντί να διακινδυνέψουν τη σύλληψη. Το σωματείο κατηγόρησε την Smithfield πως χρησιμοποιούσε την ICE για να υποσκάψει την οργάνωση τους. η εταιρεία είπε πως ακολουθούσαν απλά το νόμο και πως η εκστρατεία για σωματείο δεν αποτελούσε παράγοντα – ένας ισχυρισμός που θα είχε μεγαλύτερη βάση αν οι επιστάτες δεν απειλούσαν να χρησιμοποιήσουν την ICE εναντίον υποστηρικτών του σωματείου για πάνω από μια δεκαετία.

Σε κάθε περίπτωση, το κόλπο με την μετανάστευση γύρισε μπούμερανγκ. Οι κενές θέσεις που άφησαν οι έφοδοι καλύφθηκαν κυρίως με Αφροαμερικανούς, που συνολικά στήριζαν δυναμικά την δημιουργία σωματείου. Και η στάση του Νοεμβρίου είχε δείξει πως οι Λατίνες εργάτριες και οι Λατίνοι εργάτες που παρέμειναν ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν. Το Δεκέμβριο του 2008, μετά από δεκαπέντε χρόνια οργάνωσης, δυο αποτυχημένες ψηφοφορίες, και μηνύσεις εκατέρωθεν, οι εργάτες του Ταρ Χιλ ψήφισαν 2041 προς 1879 σε μια επιτηρούμενη από δικαστήριο εκλογή να ενταχθούν στο UFCW. «Ήταν κοντά», είπε ο εκπρόσωπος τύπου της Smithfield Foods, Dennis Pittman, αλλά: «Όπως είπαμε εξαρχής, θα σεβαστούμε την απόφαση τους».

Ταξική Σύγκρουση, Συνέχεια, και Αλλαγή: Λονγκβιου

Η Smithfield και το Στέρλινγκ Χάιτς μας δείχνουν πόσα λίγα έχουν αλλάξει στη διάρκεια ενός αιώνα. Φυσικά, οι απεργίες και άλλες εργατικές δράσεις θα εστιάσουν σε πολλά από τα ίδια ζητήματα, καθώς υπάρχει μια μόνιμη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εργατών και εργοδοτών όταν φτάνουμε σε ζητήματα αμοιβής, ωρών και ελέγχου. Και στις συγκρούσεις μεταξύ εργατών και κεφαλαίου, η αστυνομία συνεχίζει να συντάσσεται με την πλευρά του κεφαλαίου. Οι διαφορές όμως μεταξύ των τελευταίων συγκρούσεων με εκείνες των του πρώιμου 20ου αιώνα είναι επίσης πιο ξεκάθαρες. Η βία επιμένει, αλλά σε χαμηλότερα επίπεδα. Οι μάχες μεταξύ αστυνομίας και εργατών είναι αιματηρές αλλά σπάνια φονικές.

Αυτά τα μειωμένα επίπεδα βίας είναι αποτέλεσμα μια μετατόπισης στη μορφή της ταξικής σύγκρουσης: ένταξη σε σωματεία, συλλογική διαπραγμάτευση, και ακόμη και οι απεργίες, έχουν τυποποιηθεί, θεσμοθετηθεί, και μπει υπό νομική ρύθμιση. Όλο και περισσότερο, αυτή εξέλιξη έχει πάρει τους αγώνες των εργατών από τους δρόμους και τα εργοστάσια και τους έχει βάλει στα δικαστήρια και τα κυβερνητικά γραφεία. Οι εταιρείες έτσι χρειάζεται να βασίζονται λιγότερο στην αστυνομία ή σε μπράβους Πίνκερτον, για να κρατήσουν σε τάξη τους εργάτες. Την ίδια στιγμή, η μαχητικότητα του εργατικού κινήματος έχει υποστεί πτώση, και η δύναμη μέσα στα σωματεία έχει μετακινηθεί από τους απλούς εργάτες προς την επίσημη ηγεσία, το αμειβόμενο προσωπικό, και τους νομικούς συμβούλους τους.

Η διαδικασία αυτή ήδη άρχισε να εδραιώνεται από την περίοδο της Γενικής Απεργίας του Σαν Φρανσίσκο του 1934. Στη πράξη, η απεργία μπορεί να ιδωθεί ως η άμεση αντίσταση των εργατών θεσμικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης σε δυο μέτωπα: πρώτα, στην άρνηση τους να υποβάλλουν ουσιαστικά αιτήματα σε διαιτησία· και δεύτερο, ακολουθώντας την ηγεσία απλών μελών όπως ο Harry Bridges, αντί να υπακούσουν στις διαταγές των αξιωματούχων του σωματείου. Το βάθος αυτής της αντίστασης – ο βαθμός στον οποίο οι εργάτες αρνήθηκαν να παίξουν με τους προκαθορισμένους όρους, και απέρριψαν ακόμη και τους δεδομένους ορισμούς της νίκης και της ήττας – είναι ξεκάθαρο στην συνέχιση του αγώνα ακόμα και όταν επέστρεψαν στη δουλειά. Η απεργία έληξε αλλά οι εργάτες δεν παραδόθηκαν στην ουσία μετέφεραν την σύγκρουση σε μια αρένα όπου η επιρροή των αξιωματούχων του σωματείου, των δικαστηρίων, και της αστυνομίας μπορούσε να ελαχιστοποιηθεί, και όπου η δύναμη των εργατών ήταν μεγαλύτερη – στο πεδίο του εργοστασίου.

Περισσότερο από εβδομήντα χρόνια αργότερα, αυτές οι εντάσεις ήταν ακόμη παρούσες στα σωματεία των λιμενεργατών. Ξεκινώντας από το καλοκαίρι του 2011, λιμενεργάτες στο Λονγκβιου της Ουάσιγκτον ενεπλάκησαν σε μια σειρά από όλο και πιο μαχητικές δράσεις σε μια προσπάθεια  να αναγκάσουν την Export Grain Terminal (EGT) να διαπραγματευτεί με το σωματείο τους, το International Longshore & Warehouse Union (ILWU). Στις 11 Ιουλίου, περισσότεροι από 100 εργάτες συνελήφθησαν όταν γκρέμισαν έναν φράχτη, καταλαμβάνοντας για σύντομο διάστημα την αυλή της EGT, και σαμποτάρισαν μηχανές. Μερικές μέρες αργότερα, 600 άνθρωποι, μεταξύ τους και άτομα άλλων σωματείων, απέκλεισαν τις γραμμές που οδηγούσαν στο τερματικό της EGT, αναγκάζοντας τα τραίνα να επιστρέψουν στα σημεία αφετηρίας τους δίχως να ξεφορτώσουν τα φορτία τους. Εκείνο το Σεπτέμβρη, ένας δικαστής έβγαλε απόφαση εναντίον του αποκλεισμού των τραίνων και περιόρισε  τον αριθμό των συγκεντρωμένων σε κάθε πύλη σε οχτώ άτομα. Οι δράσεις όμως συνεχίστηκαν. 400 απέκλεισαν τις γραμμές του τραίνου για τέσσερις ώρες στις 7 Σεπτέμβρη, μέχρι που η αστυνομία με καραμπίνες τους έδιωξαν. Την επόμενη μέρα, 500 υποστηρικτές των σωματείων επέστρεψαν και κατέλαβαν το κτίριο, σπάζοντας τζάμια στο φυλάκιο, σαμποτάροντας εξοπλισμό, και σκορπίζοντας περίπου 10000 τόνους σιτηρών. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η αστυνομία άρχισε να συλλαμβάνει λιμενεργάτες, συχνά βίαια, στα σπίτια τους, στα αυτοκίνητά τους, και στην εκκλησία. Σε απάντηση προς τις συλλήψεις – και άλλες παρενοχλήσεις, όπως η αστυνομία να φωτίζει με προβολείς μέσα σε σπίτια στη μέση της νύχτας – το σωματείο οργάνωσε μια σιωπηλή πορεία από το χώρο συγκεντρώσεων τους ως το δικαστήριο, όπου και τα 200 μέλη θέλησαν να παραδοθούν. Ο σερίφης αρνήθηκε, λέγοντας πως δεν ήταν έτοιμος να πάρει υπό κράτηση τόσα πολλά άτομα, αλλά οι μεμονωμένες συλλήψεις συνεχίστηκαν.

Στις 21 Σεπτέμβρη, καθώς οχτώ μπάτσοι συνόδευαν ένα τραίνο στην EGT, εννέα μέλη της #14 Βοηθητικής Οργάνωσης Γυναικών της ILWU κάθισαν ειρηνικά στις γραμμές σε μια πράξη πολιτικής ανυπακοής. Η απάντηση της αστυνομίας δεν ήταν τόσο ειρηνική. Συλλαμβάνοντας τις γυναίκες, έσπασαν το χέρι της 57χρονης γιαγιάς Phoebe West, γυρίζοντάς το υπερβολικά πίσω από την πλάτη της. Το μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της ILWU, Kelly Muller και μερικοί ακόμη λιμενεργάτες έτρεξαν να βοηθήσουν τις γυναίκες και δέχτηκαν και οι ίδιοι αμέσως επίθεση. «Μας χτύπησαν», είπε ο Muller. «Δεν μας προειδοποίησαν καν. Έρχονται τέσσερις πέντε μπάτσοι. Μας πετάνε στο έδαφος και βρίσκονται πάνω στη πλάτη μου. Χτύπησα το κεφάλι μου στην σιδηροδρομική γραμμή». Άλλοι μάρτυρες επιβεβαιώνουν πως, ενώ ο Muller ήταν πεσμένος στο έδαφος  οι μπάτσοι τον κλώτσαγαν, του πέρασαν χειροπέδες, και μετά έβγαλαν τα σπρέι πιπεριού τους. «Οι μπάτσοι άνοιξαν τα μάτια μου», θυμάται. «Ψέκασαν στο πρόσωπο μου και στα μάτια μου ενώ ήμουν δεμένος».

«Έχουμε μια δημοτική αρχή εδώ», παρατήρησε ο πρόεδρος της Local 21 (ΣτΜ: Σωματείο εργαζόμενων στη χαλυβουργία), «και βασικά είναι η ασφάλεια της EGT».

Στο τέλος όμως οι εργάτες δεν ηττήθηκαν από την αστυνομία, αλλά από τους ηγέτες τους. υπό το φόβο μιας σύγκρουσης που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, οι διεθνείς αξιωματούχοι της ILWU σταμάτησαν την στήριξη της απεργίας, επενέβησαν πολιτικά και μερικές φορές βίαια για να υποσκάψουν δράσεις αλληλεγγύης, πήραν τον άμεσο έλεγχο των διαπραγματεύσεων, και τελικά επέβαλαν ένα συμβόλαιο δίχως τη ψήφο των μελών. Ήταν μια κακή διαπραγμάτευση: το σωματείο έχασε τον έλεγχο της διαδικασίας προσλήψεων, η εταιρεία κέρδισε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί απεργοσπάστες, και οι εργάτες πήραν δωδεκάωρες βάρδιες δίχως πληρωμή υπερωριών. Η ήττα σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζονταν ως προηγούμενο – λιγότερη δημοκρατία στο σωματείο, λιγότερες απαιτήσεις από το αφεντικό, χειρότερες συνθήκες στην αποβάθρα.

Η θεσμικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης φυσικά έχει αλλάξει τα σωματεία και τις απεργίες· έχει αλλάξει επίσης τα μέσα του ελέγχου της εργατικής τάξης, και το ρόλο της αστυνομίας συγκεκριμένα. Οι αστυνομικές τακτικές, στρατηγικές, και οργάνωση έχουν μετατοπιστεί και εξελιχθεί όπως έχουν οι μορφές σύγκρουσης. Πάντα όμως ο βασικός στόχος της αστυνόμευσης – έλεγχος των αδυνάμων, υπεράσπιση των ισχυρών – έχει παραμείνει ο ίδιος ουσιαστικά.
Δημοσιεύθηκε την 15 Μαρτίου, 2021


πηγη: https://geniusloci2017.wordpress.com

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου