Απόσπασμα από το βιβλίο Max Weber And The Culture Of Anarchy (Palgrave-Macmillan, 1999). Ο Ulrich Linse είναι ακαδημαϊκός, ιστορικός του αναρχικού κινήματος στη Βαυαρία και συγγραφέας.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Δημοσιεύθηκε την








Το πορτρέτο του Mühsam

Ο Mühsam αποτελούσε ηγετική φυσιογνωμία αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί μετα-τρομοκρατικός αναρχισμός, ένας αναρχισμός που ανήκε περισσότερο στο σαλόνι παρά στα οδοφράγματα. Ο Mühsam ήταν ερασιτέχνης καλλιτέχνης και συγγραφέας, η καλλιτεχνική παραγωγή του οποίου πέρασε από τις φάσεις του νατουραλισμού, του εξπρεσιονισμού και του κοινωνικού ρεαλισμού και απέφυγε την αποπολιτικοποίηση της αισθητικής υπέρ των έντονων ιδεολογικών προκαταλήψεων. Το έργο του είχε τις ρίζες του στη συναισθηματική εξέγερση και την εναντίωση στην αστική κοινωνία και το αυταρχικό κατεστημένο. Πριν από τον πόλεμο ο Mühsam περνούσε τον χρόνο του στα μποέμ καφέ και καμπαρέ των ευρωπαϊκών πόλεων, ιδίως του Μονάχου και του Βερολίνου, και με την ελευθεριακή υποκουλτούρα της Ασκόνα. Στην αλλαγή του αιώνα, ήρθε σε επαφή με έναν εργατικό αναρχισμό, ο οποίος ήταν αντι-εθνικιστικός και αντι-σοσιαλδημοκρατικός, καθώς και με τον εναλλακτικό «πραγματικό» σοσιαλισμό του Gustav Landauer. Ο Mühsam πίστευε ότι ήταν πολιτικό του καθήκον να δημιουργήσει μια πνευματική και υλική στέγη για τους κοινωνικά απόκληρους και όσους ανήκαν στην κατώτερη τάξη. (Το περιοδικό του έφερε το όνομα του προγράμματός του, Κάιν. Ένα περιοδικό για την Ανθρωπότητα). Οι δραστηριότητές του στο πλαίσιο της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας του Landauer ήταν ανεπιτυχείς, όπως και οι προσπάθειές του κατά τη διάρκεια του 1ου ΠΠ να δημιουργήσει ένα αντιμιλιταριστικό μέτωπο και να δημιουργήσει ένα μαζικό αντιπολεμικό κίνημα. Προπαγάνδιζε τη διάλυση της μοναρχίας των Wittelsbach και, όπως και άλλοι Γερμανοί συγγραφείς, συμμετείχε στην επαναστατική ριζοσπαστικοποίηση στη Βαυαρία. Την άνοιξη του 1919 συμμετείχε ενεργά με θεσμική ιδιότητα στο Γραφείο Εξωτερικών της πρώτης βραχύβιας Σοβιετικής Δημοκρατίας στο Μόναχο, η οποία μερικές φορές χαρακτηρίζεται λανθασμένα ως «αναρχική». Το αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων του ήταν 15 χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, αλλά αποφυλακίστηκε με αμνηστία (μαζί με τον Hitler) το 1924. Εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο και με τη μηνιαία έκδοσή του Fanal αντιτάχθηκε σθεναρά στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, λόγω της προσήλωσής της στο παλιό αυταρχικό στυλ του βιλχεμινιανού κράτους. Τα θεατρικά του έργα ανέβηκαν στο θέατρο του Piscator στο Βερολίνο. Παρακινούμενος από την επαναστατική εμπειρία στη Βαυαρία και την καταστολή ο αναρχικός Mühsam προσπάθησε στη συνέχεια να ενώσει το «επαναστατικό προλεταριάτο» σε ένα ενιαίο μέτωπο και, μεταξύ άλλων, δραστηριοποιήθηκε στον κομμουνιστικό «Ερυθρό Σταυρό» για τους πολιτικούς κρατούμενους. Το 1933 δημοσίευσε την πολιτική του διαθήκη «Πώς να απελευθερώσουμε την κοινωνία από το κράτος. Τι είναι ο κομμουνιστικός αναρχισμός;» που ήταν ένας συνδυασμός των Bakunin, Landauer, Kropotkin και Lenin. Ο – ανεκπλήρωτος – στόχος του ήταν να απαλλάξει τους Γερμανούς αναρχικούς από τις σεχταριστικές τους εμμονές και την πολιτική τους αυτοαπομόνωση. Ο ίδιος παρέμεινε πολιτικά μοναχικός, καθώς και περιθωριακή λογοτεχνική φυσιογνωμία. Η δική του συμβολή στην αναρχική θεωρητική ανάπτυξη (σε ευθεία αντίθεση με τους αναρχικούς και συνδικαλιστές συντρόφους του στη Γερμανία) βασίστηκε στις εμπειρίες του στη Βαυαρία. Για τον ίδιο το σοβιέτ ήταν μια υλοποίηση των αναρχικών διοικητικών αρχών, που για τον ίδιο νομιμοποιούσε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές τον συνέλαβαν για τη δική του «προστασία» και δολοφονήθηκε από τα SS αφού βασανίστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Οράνιενμπουργκ το 1934. Η ακλόνητη σύζυγός του Krescentia «Zensl» Elfinger (1884-1962), κόρη Βαυαρού αγρότη και σερβιτόρα, την οποία είχε παντρευτεί το 1915, κατάφερε να μεταφέρει τμήματα του έργου του στη σταλινική Σοβιετική Ένωση, όπου το όνομα και το έργο του χρησιμοποιήθηκαν καταχρηστικά για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Μετά την εκ νέου ανακάλυψή του στον απόηχο της αντιεξουσιαστικής φοιτητικής εξέγερσης του 1968 στη Δυτική Γερμανία και απέκτησε μια μερική αναγνώριση και στη ΛΔΓ.

Δύο «Αναρχικοί» και μια Γυναίκα

Ο εγκλεισμός και η απειλή του να διαγνωστεί ως ψυχικά ασθενής Otto Gross και οι συνέπειες τους για τη σύζυγό του Frieda (με την πιθανή απώλεια της επιμέλειας των δύο παιδιών τους) προκάλεσαν την σύντομη συνάντηση των ζωών του Max Weber και του Erich Mühsam. Σε μια επιστολή του προς τον Emil Lask τον Νοέμβριο του 1913 ο Weber παραπονέθηκε ότι η Frieda δυστυχώς συζήτησε το θέμα αυτό με «θλιβερούς ηλίθιους, όπως αυτός ο Mühsam και η συμμορία του», οι οποίοι για τον Weber ήταν συνώνυμο του «αναρχικού συρφετού». Μια άλλη επιστολή (25 Δεκεμβρίου 1913) προς τον Lask, ο οποίος ήταν πρώην εραστής της Frieda, ρίχνει περισσότερο φως στο θέμα. Σε αυτήν ο Mühsam δεν περιγράφεται πλέον ως ηλίθιος, αλλά ξεχωρίζει από τους «ασπόνδυλους χαρακτήρες», τους «ανόητους» και τους «φαφλατάδες», στους οποίους ο Mühsam είχε μεταβιβάσει πληροφορίες από τη Frieda που περιλάμβαναν μια επιστολή γραμμένη από τον υπεύθυνο γιατρό του αυστριακού ασύλου όπου κρατούνταν ο Otto Gross. Ο Weber επέκρινε τον Mühsam πως δεν καταλάβαινε πως αυτοί οι άλλοι θα εκμεταλλεύονταν την υπόθεση για τους δικούς τους σκοπούς. «Ήταν απολύτως σαφές ότι αυτοί οι ασπόνδυλοι ηλίθιοι, που λερώνουν το καλό όνομα της ‘Επανάστασης’ με τους καυχησιάρικους ηρωισμούς τους στα χαρτιά, θα την χρησιμοποιούσαν καταχρηστικά αποκλειστικά για τη δική τους ανέλιξη». Ο Lask έλαβε αυτό το μήνυμα, προφανώς για να το μεταβιβάσει στον Mühsam: «Κατά τη γνώμη μου, είναι καθήκον του κ. Mühsam να κάνει ό,τι μπορεί, για να πείσει αυτούς τους ανθρώπους να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό». Αυτή η οργισμένη επιστολή τουλάχιστον προσδίδει στον Mühsam έναν ιδιαίτερο ρόλο στις τάξεις των μισητών «φαφλατάδων» (σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν οι συγγραφείς Franz Jung, Ludwig Rubiner, Blaise Cendrars και Simon Guttmann!) παρά το γεγονός ότι είχαν δημοσιεύσει από κοινού μια σύντομη έκκληση για λογαριασμό του Otto Gross σε μια ειδική έκδοση της εφημερίδας «Revolution» με έδρα το Μόναχο – που υποτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Weber. Οι επιστολές αυτές ξεκαθαρίζουν τον ιδιαίτερο ρόλο που κατείχε ο Mühsam ως έμπιστος της Frieda Gross, καθώς τους συνέδεε το κοινό μίσος για το κράτος. Κατά τη γνώμη του Weber θα έπρεπε να παραμείνει σιωπηλή ή να βρει έναν πιο αξιόπιστο – και ιπποτικό – έμπιστο όπως ο ίδιος.

Ο Weber είχε τυφλωθεί όμως από την οργή του. Ο Mühsam είχε πράγματι προσπαθήσει να παραμείνει διακριτικός και είχε κάνει θέμα την υπόθεση μόνο στο δικό του περιοδικό Cain. A Journal for Humanity ως αποτέλεσμα της έμμεσης πίεσης που άσκησε η ομάδα του Βερολίνου, με επικεφαλής τον Franz Pfemfert, της οποίας το περιοδικό Aktion είχε δημοσιεύσει έκκληση για τον Otto Gross. Στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1914 ο Mühsam έβαλε τέλος στην επιφυλακτικότητά του, την οποία δικαιολογούσε: «Σε αντίθεση με την Aktion είμαι της γνώμης ότι θέματα που δεν είναι ακόμη οριστικά δεν πρέπει να συζητούνται δημοσίως. Όσο υπάρχει ελπίδα ότι μια αδικία μπορεί να διορθωθεί χωρίς εξωτερική πίεση, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να περιπλέξω τα πράγματα φωνάζοντας γι’ αυτά». Αλλά πλέον το θεώρησε απαραίτητο να εκφράσει τη γνώμη του επί του θέματος, για να μην κατηγορηθεί για αδιαφορία.

Η αντιπαλότητα του Weber με τον αναρχικό Mühsam κορυφώθηκε με την προσφορά του Weber προς τη Frieda Gross να «της δώσει κάθε δυνατή βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της πιο άμεσης βίας» (aufierste Gewaltsamkeit). Αυτό προηγήθηκε της δημόσιας απειλής αργότερα του Mühsam να ξεκινήσει «μια πολύ ενεργή εκστρατεία» για την απελευθέρωση του Otto Gross από το ψυχιατρείο στο οποίο τον είχε κλείσει ο πατέρας του. Οι αξιοσημείωτες θεσμικές προσπάθειες που κατέβαλε ο Weber για την προστασία του γιου της Franziska zu Reventlow, Rolf, από τη στρατιωτική θητεία στη Γερμανία την άνοιξη του 1914, θα τύχαιναν της έγκρισης του Mühsam. Το 1910 ο εισαγγελέας του Μονάχου είχε κατηγορήσει τον Mühsam και τους συνεργάτες του ότι «προσπαθούσαν να πείσουν όσο το δυνατόν περισσότερους στρατεύσιμους να μην καταταγούν στο στρατό και να διαφύγουν στην Ελβετία … Ο [φίλος του Mühsam, Johannes] Nohl είχε πείσει τον μηχανικό Pemsel, ο οποίος έπρεπε να καταταγεί στο 3ο Τάγμα Πιονέρων στις 21 Οκτωβρίου 1908, να μην καταταγεί και τον προμήθευσε με χρήματα για τη διαφυγή του στην Ελβετία». (Κατηγορητήριο). (Στην αρχή του πολέμου η κόμισσα Reventlow ακολούθησε την αναρχική πορεία της αυτοβοήθειας και διέσχισε κωπηλατώντας τη λίμνη Κωνσταντία στην οδηγώντας το γιό της στην Ελβετία και την ασφάλεια). Ο ακαδημαϊκός Weber και ο συγγραφέας Mühsam είχαν περισσότερα κοινά απ’ όσα επιθυμούσε να παραδεχτεί ο Weber. Δεν υπάρχουν γνωστές δηλώσεις του Mühsam για τον Weber.

Αυτό που δεν μπορεί να γνωρίζει ο αναγνώστης των επιστολών του Weber, αλλά θα μπορούσε ίσως να υποψιαστεί, είναι πως η ριζοσπαστική προσέγγιση του Mühsam δεν προερχόταν αποκλειστικά από την αναρχική του αλληλεγγύη προς τον Otto Gross (με τον οποίο ήταν φίλοι από το 1907), αλλά μάλλον από το γεγονός ότι η  Frieda Gross (αφού είχε κάνει μια συμφωνία σεξουαλικής ελευθερίας με τον σύζυγό της την άνοιξη του 1907) είχε γίνει ερωμένη του. Παρά τις πολυάριθμες σεξουαλικές περιπέτειες του στο μεταξύ, εξακολουθούσε να αναπολεί την «ευτυχισμένη περίοδο του μέλιτος», όταν είχε πάει στο Άουγκσμπουργκ με τη Frieda. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1911/1912 έγραψε στο ημερολόγιό του: «Friedel, Friedel! Η χρονιά αρχίζει με σκέψεις για σένα και η χρονιά, όπως και όλες οι χρονιές για το υπόλοιπο της ζωής μου, θα τελειώσει με σκέψεις για σένα – και θα ζήσω σε αιώνια δυστυχία». Και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1915 έγραψε: «Η Friedel έχει γίνει για μένα σαν όνειρο, ένα γλυκό και τρυφερό όνειρο, το οποίο θα συνεχίσω να ονειρεύομαι για το υπόλοιπο των ημερών μου». Δύο χρόνια αργότερα, ξαναδιαβάζοντας το ρεπορτάζ της δίκης του το 1910, στο οποίο είχε χλευαστεί για την «γκροτέσκα εμφάνισή» του, παρηγορήθηκε τον Μάιο του 1912: «Και παρ’ όλα αυτά αρκετές γυναίκες – και μάλλον όχι οι χειρότερες – με έχουν αγαπήσει πάρα πολύ. Ένα άτομο που έχει αγαπήσει η Frieda δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο άσχημο!». Ο Mühsam, ο οποίος ο ίδιος αντιμετώπιζε πάντα οικονομικές δυσκολίες, έδινε εκείνη την εποχή ακόμη χρήματα στη Frieda για τον γιο της Peter, ο οποίος είχε γεννηθεί κατά τη διάρκεια του έτους της σχέσης τους.

Είναι προφανές, ότι όσον αφορά τη Frieda και τον Otto Gross και τους φίλους τους στην Ασκόνα, ο Weber εισερχόταν σε επικίνδυνα εδάφη, όπου το μίσος του για τον αναρχισμό και η αίσθηση του ιπποτισμού του έχουν το αντίστοιχό τους στις ίδιες του τις φαντασιώσεις βίας και σεξουαλικής ανταγωνιστικότητας. Ο περιφρονημένος ψευτο-επαναστάτης «ηλίθιος» και μποέμ και δεκατέσσερα χρόνια νεότερός του, τον οποίο ωστόσο αποκαλεί επίσης «κύριο Mühsam», ενσάρκωνε ένα μείγμα αναρχισμού και σεξουαλικής επανάστασης, το οποίο ο Weber κατά τις επισκέψεις του στην Ασκόνα το 1913 και το 1914 το γνωρίζει αλλά δεν τολμά να συμμετάσχει.

Αν και ο Weber δεν συνάντησε ποτέ προσωπικά τον Mühsam στην Ασκόνα (ο Mühsam ήταν τακτικός επισκέπτης μεταξύ 1904 και 1909), έχει διαβάσει το φυλλάδιο του Mühsam «Ασκόνα» που δημοσιεύτηκε το 1905 στο Λοκάρνο. Σε αυτό αναφέρονταν οι «εξαιρετικοί Γερμανοί» που ζούσαν εκεί, και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Ασκόνα ήταν προορισμένη να γίνει «τόπος συνάντησης για εκείνους που λόγω των ατομικιστικών τους τάσεων είναι ακατάλληλοι στο να γίνουν ποτέ χρήσιμα μέλη της καπιταλιστικής κοινωνίας». Έτσι, η συνάντηση του Weber με τον αναρχισμό της Ασκόνα, που σύμφωνα με την άποψη του Mühsam, ανήκει στην ουτοπική και όχι στην επαναστατική συνδικαλιστική εκδοχή, όπως εκπροσωπείται από τον Robert Michels. Πρόκειται για μια αντικαπιταλιστική (ή ακόμη και προκαπιταλιστική) ανυπακοή του Mühsam που θεωρούσε τον εαυτό του συνήγορο του λούμπεν-προλεταριάτου.

Πράγματι, οι άνθρωποι με τους οποίους ο Weber απολάμβανε ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις στην Ασκόνα ήταν επίσης στενοί φίλοι του Mühsam και συμφωνούσαν με τις επαναστατικές αναρχικές σεξουαλικές του προσπάθειες. Μεταξύ αυτών ήταν όχι μόνο η Frieda και ο Otto Gross (σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας ο Otto και η φίλη του Sophie Benz ανήκαν στον στενό κύκλο φίλων του Mühsam στο Μόναχο), αλλά και η κόμισσα Reventlow (την οποία ο Mühsam προφανώς σύστησε προσωπικά στον Otto στο Μόναχο), και ιδιαίτερα ο τότε φίλος της Frieda, Ernst Frick με τον οποίο ο Weber συζητούσε τον αναρχισμό της πράξης (Tat-Anarchismus). Ο Mühsam είχε ήδη γνωρίσει τον Frick το 1904/5 ως εκδότης της αναρχικής έκδοσης Weckruf της Ζυρίχης, και σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας ο Frick ήταν ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Mühsam στην αναρχική σκηνή του Μονάχου το 1909. Είναι πολύ πιθανό, πως ήταν ένα από τα κύρια μέλη της ομάδας υπό την ηγεσία του Mühsam που εμπλέκονταν στο λαθρεμπόριο σακχαρίνης από την Ελβετία στην Αυστρία προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την «Ομάδα Δράσης» (Gruppe Tat), στόχος της οποίας ήταν η «Προπαγάνδα της Πράξης» μέσω βομβιστικών επιθέσεων, διαρρήξεων και ληστειών, που ευγενικά ονομάζονταν «απαλλοτρίωση». Είναι σαφές, λοιπόν, πως ο Weber αναμειγνύονταν με τον κόσμο των ερωτικών γυναικών που οι πεποιθήσεις τους εδράζονταν στον αναρχισμό και τους ενεργούς αναρχικούς που ήταν η ίδια η ενσάρκωση του κόσμου του Mühsam. Ο Edgar Jaffé και ο Raphael Friedeberg ανήκαν επίσης στον κοινό τους κύκλο φίλων.

Στους μποέμ κύκλους των μεγάλων πόλεων όπως και στον προσφυγικό θύλακα στην Ασκόνα διεξαγόταν «ένας παθιασμένος αγώνας για έναν νέο τρόπο ζωής για το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας». Στενά συνδεδεμένη με αυτό ήταν «η φυσική στάση της κοινωνικής ευτυχίας εκείνων που πρόλαβαν τους πολιτιστικούς καιρούς», την οποία ο Mühsam ενσωμάτωσε στη συνέχεια στο ερωτικό του έργο Ο ανοιχτός γάμος (Die Freivermahlten). Ο Mühsam θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα σημαντικό αλλά και κρυμμένο βασικό σημείο αναφοράς για τον Weber κατά την περίοδο αυτή.

Αν πάρουμε την περίοδο της αυτοκρατορικής Γερμανίας ο Weber και ο Mühsam εμφανίζονται ως πόλος και αντίποδας: Πίστη στο κράτος και τη δημοκρατία έναντι της αναρχίας και της απουσίας κυβέρνησης· πίστη στο έθνος και τον πόλεμο έναντι του διεθνισμού και του αντιμιλιταρισμού· μεταρρυθμιστής έναντι επαναστάτη· εκπρόσωπος της αστικής τάξης έναντι του εκπροσώπου των «απόβλητων» και των αλητών· καθιερωμένος ακαδημαϊκός έναντι του περιθωριακού μποέμ διανοούμενου των καφενείων και των καμπαρέ· πειθαρχία έναντι εξέγερσης· αντικειμενικότητα έναντι παθιασμένης υποκειμενικότητας· κατεστημένο έναντι απόβλητων· Χαϊδελβέργη έναντι Σβάμπινγκ. Αυτές οι αντίθετες τάσεις θα οδηγούσαν στην πραγματικότητα σε αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών. Λόγω της μη συμμετοχής του Mühsam στο δεύτερο συνέδριο του Λόουενσταϊν το καλοκαίρι του 1917, ο επαναστάτης αντιμιλιταριστής και ο εθνικιστής αντίπαλος του ειρηνισμού δεν θα συναντιόταν παρά μόνο σε μια δημόσια συνάντηση στο Μόναχο στις 4 Νοεμβρίου 1918. Ο Mühsam αντιτάχθηκε στη ρεφορμιστική και θεσμική πορεία δράσης του Weber υπέρ της άνευ όρων ειρήνης και της επανάστασης. Ο υποστηρικτής της αρχής της ευθύνης στάθηκε ακλόνητα ενάντια στους ριζοσπάστες «λογοτέχνες».

Φυσικά, οι δύο αυτοί άνδρες είχαν επίσης πολλά κοινά: και οι δύο αφιέρωσαν τη ζωή τους στη θεωρία και την πρακτική της εξουσίας, και οι δύο είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις με τους πατέρες τους, και οι δύο προέρχονταν από τη μεσαία τάξη και βίωναν την οικονομική εξάρτηση από τους γονείς τους, και οι δύο ανησυχούσαν για την έλλειψη ελκυστικότητας στο αντίθετο φύλο και τη σεξουαλική ανικανότητά τους. Και οι δύο υπέφεραν επειδή κακοποιούσαν συστηματικά το σώμα τους (γεγονός που τους έφερε στο σανατόριο της Ασκόνα, ή «σαλατόριο» όπως το ανέφερε χιουμοριστικά ο Mühsam), και οι δύο υπέφεραν από συναισθηματικές καταρρεύσεις και υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική αγωγή. Ο Mühsam υποβλήθηκε σε ψυχανάλυση από τον Otto Gross και έγραψε με ενθουσιασμό γι’ αυτήν στον Sigmund Freud, λέγοντας ότι η λογοτεχνική του παραγωγικότητα δεν είχε πειραχτεί όπως φοβόταν και πως επίσης η καλλιτεχνική του ευαισθησία και η ικανότητά του να αξιολογεί αντικειμενικά το έργο του είχαν αυξηθεί. Διέκοψε τη θεραπεία επειδή ο Otto ρωτούσε για τις σεξουαλικές του σχέσεις (και ίσως για τη σχέση του με τη Frieda;). Και οι δύο αναζητούσαν λύσεις από τους περιορισμούς της βιλχεμιανής περιόδου και τις αναζητούσαν στο «ερωτικό κίνημα» της εποχής.

Αναρχική σεξουαλική επανάσταση

Ο Mühsam είχε εργαστεί μεταξύ άλλων ως βοηθός φαρμακοποιού και προερχόταν από εβραϊκό μεσοαστικό περιβάλλον στο Λούμπεκ. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία το 1902 στο μποέμ περιβάλλον των καφέ του Βερολίνου και τους λογοτεχνικούς κύκλους του. Ήταν μέλος της «Νέας Κοινότητας» των αδελφών Heinrich και Julius Hart. Η πολιτική του «καριέρα» ξεκίνησε μέσα στις εργατικές-αναρχικές ομάδες του Βερολίνου και του Μονάχου. Το πρώτο του ψευδώνυμο ήταν «Nolo» (Αρνούμαι). Ήταν έκφραση της αντίθεσής του στον αυταρχικό πατέρα καθώς και στις απαιτήσεις της βιλχεμιανής κοινωνίας, που έθετε πάνω σε ένα εκκολαπτόμενο μέλος της μορφωμένης μεσαίας τάξης. Όμως η νομαδική και άστατη μποέμικη ζωή του (εγκαταστάθηκε στο Μόναχο μετά το 1910) και η ανάγκη του να δανείζεται χρήματα τον απομάκρυναν από τους αναρχικούς της εργατικής τάξης. Το 1908 η πρωσική μυστική αστυνομία δήλωσε ότι εκτός από τη συμμετοχή του σε μερικές πολιτικές συναντήσεις «δεν είχε στενή σχέση με το αναρχικό κίνημα. Ζει μια άστατη ζωή χωρίς να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο. Οι πρώην σύντροφοί του τον αγνοούν πλέον σχεδόν εντελώς». Η δεύτερη προσπάθειά του να ενταχθεί στο αναρχικό κίνημα με το να γίνει μέλος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας (Sozialistischen Bund), η οποία είχε ιδρυθεί από τον Gustav Landauer το 1908, και να οργανώσει για λογαριασμό του το «λούμπεν προλεταριάτο» σε ένα παράρτημα του Μονάχου, ήταν επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω της ανήσυχης φύσης του. Εξάλλου, ελάχιστοι από τους ανθρώπους που είχε καλέσει στην πρώτη συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν «εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, φοιτητές, καλλιτέχνες και γυναίκες» (είχαν προσεγγιστεί και πόρνες), έδειξαν κάποιο ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τη «νέα προσέγγιση του σοσιαλισμού». Ο Mühsam δεν ήταν οργανωτής ή ένα κάπως φιλικός τύπος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περισσότερο ήταν ένας άνθρωπος που συμμετείχε σε ένα πείραμα στο ζειν. Παρά τις ακραίες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, προσπάθησε να πραγματώσει μια «ζωή ελευθερίας», η οποία δεν δεσμεύεται πλέον από τους πολιτικούς και κοινωνικούς ηθικούς περιορισμούς της εποχής. Αυτό σήμαινε επίσης μια πιο φιλελεύθερη στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα.

Τόσο οι αναρχικοί της εργατικής τάξης όσο και η Ομοσπονδία του Landauer διαφωνούσαν πλήρως με τη «σεξουαλική πολιτική» (αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας τόσο πομπώδης όρος) του Mühsam. Το κεντρικό ζήτημα για την οργανωμένη εργασία ήταν το ζήτημα των αμβλώσεων (ο αγώνας κατά της παραγράφου 218 του Ποινικού Κώδικα) και η ελεύθερη πρόσβαση στην αντισύλληψη. Οι σοσιαλιστές θεωρούσαν ότι τα σεξουαλικά ζητήματα ήταν ιδιωτική υπόθεση και αρνούνταν να τα ανεβάσουν στο επίπεδο αντιμιλιταριστικής «άρνησης γέννησης». Μόνο οι αναρχικοί της εργατικής τάξης – πέρα από τον Mühsam – έβλεπαν στο ζήτημα ένα πιθανό πολιτικό όπλο. Η εργατική τάξη υποστήριζε ολόψυχα την αστική αξιοπρέπεια όσον αφορά το γάμο και την οικογενειακή ζωή και μόνο μια μειοψηφία των αναρχικών της εργατικής τάξης υιοθέτησε την έννοια του «ελεύθερου έρωτα» με την έννοια των πολυσυντροφικών σχέσεων. Ο Gustav Landauer ήταν επίσης παραδοσιακός όσον αφορά τον θεσμό του γάμου και, όπως ο Pierre-Joseph Proudhon, αντιτάχθηκε στην «Πορνοκρατία», με αποτέλεσμα να έρθει σε σοβαρή ρήξη με τον Mühsam.

Ο Mühsam, ο μποέμ, ήταν απόλυτα υπέρ της πολυγαμίας, την οποία ανύψωνε στο επίπεδο μιας χωρίς κανόνες (αναρχικής) και χωρίς κυριαρχία μορφής σεξουαλικότητας. Διεξήγαγε μια προκλητική αντι-αστική «επιδεικτική μποέμικη ασυδοσία» και εμπλεκόταν σε επιφανειακές ερωτικές σχέσεις ζώντας αυτή τη φαντασίωση στο μέτρο του δυνατού. Έτσι, ο ερωτικός ονειροπόλος έγραψε τα εξής: «Μπορεί να κάθομαι δίπλα στην Puma και να θέλω απεγνωσμένα να τη φιλήσω, αλλά ταυτόχρονα να σκέφτομαι τη Frieda, να θέλω να είμαι μαζί της και να απλώνω το χέρι μου στο κενό για να την αγγίξω. Εκεί πάλι, μόνο μια λέξη ή μια κίνηση ή ακόμα και μια ματιά της Uli μπορεί να μου προκαλέσει το απόλυτο πάθος, και τότε μόλις πέντε λεπτά αργότερα συναντιέμαι με τη Vallière, πνίγοντας τα χέρια της με φιλιά και αιχμαλωτίζοντας την αναπνοή της, ενώ κοιτάζω το ρολόι μου μέχρι τη στιγμή που θα την αφήσω απότομα για να συναντήσω τη Lotte. Ίσως είναι ανόητο και ανεδαφικό εκ μέρους μου να μην τα κρύβω όλα αυτά, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Μπορεί να είμαι στο κρεβάτι με τη Lotte, να της κάνω παθιασμένο έρωτα, και ταυτόχρονα να είμαι εκστασιασμένος με τη Moggerl». Ο αυτοαποκαλούμενος εραστής μας ήταν, ωστόσο, συχνά άτυχος με τις γυναίκες και κατά καιρούς ήταν ευγνώμων αν έβρισκε μια πρόθυμη καμαριέρα. Το αφροδίσιο νόσημα ήταν αναπόφευκτη συνέπεια του τρόπου ζωής του. Ο Mühsam είχε, ωστόσο, αρκετούς λόγους να εκφράσει στην αυτοβιογραφία του την ευγνωμοσύνη του προς εκείνες τις «εξαιρετικές κοπέλες από το Σβάμπινγκ που ζούσαν τη ζωή χωρίς αναστολές ή προκαταλήψεις και που ήξεραν να δίνουν αγάπη με τον ίδιο τρόπο». Πράγματι, θεωρούσε τις διδασκαλίες του για τη σεξουαλικότητα ως μια ιδεολογική υπερβολή της μποέμικης ερωτικής ζωής: «Οι μορφές του έρωτα υιοθετήθηκαν από το καλλιτεχνικό μποέμ κύκλο χωρίς άγχος και χωρίς το φορτίο της θεωρίας. Αποτελούσαν για μένα στις πολυάριθμες εκφράσεις τους ένα πρότυπο καλλιτεχνικής συμπεριφοράς – η δοκιμή των θεμελιωδών απόψεων για τον κόσμο από την προσωπική εμπειρία, και στο δημόσιο χώρο ένα παράδειγμα για τη δυνατότητα ενός κόσμου της ελευθερίας».

Όπως και άλλοι συγγραφείς-επαναστάτες, συνδύασε τις μποέμικες ερωτικές του περιπέτειες με τη νέα σεξουαλική ηθική του Otto Gross για να αναπτύξει ένα ελευθεριακό σεξουαλικό δόγμα.

«Με βάση τις επαγγελματικές του δραστηριότητες ως σεξουαλικού ψυχολόγου, ο Gross πίστευε σε μια ηθική που βασίζονταν στην απόλυτη ελευθεριότητα. Είχα καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με εκείνον, αλλά προερχόμενος από διαφορετική οπτική γωνία. Η αναρχική θεωρία της κοινωνίας που υποστηρίζω επιδιώκει μια κοινωνική αλληλεπίδραση των ανθρώπων που βασίζεται στη μέγιστη προσωπική ελευθερία. Πιστεύω ότι μόνο οι εσωτερικές και εκούσιες υποχρεώσεις είναι έγκυρες και ότι κάθε επιβαλλόμενος ηθικός περιορισμός όχι μόνο εξευτελίζει εκείνους που τον τηρούν αλλά και εκείνους που τον επιβάλλουν και ζουν σύμφωνα με αυτούς τους περιορισμούς. Η ελευθερία για όλους προϋποθέτει την ελευθερία για κάθε άτομο και το αντίστροφο: η ελευθερία δεν υπάρχει αν δεν υπάρχει ελευθερία για όλους. Για το λόγο αυτό, η μάχη ενάντια στην αυταρχική εξουσία μπορεί να δοθεί μόνο παράλληλα με τη μάχη ενάντια στην εξουσία στο προσωπικό περιβάλλον του καθενός· πάνω απ’ όλα ενάντια στην ίδια τη λαχτάρα του καθενός για εξουσία που να ελέγχει τις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες του και έτσι να τον φέρνει όλο και πιο κοντά στην εξουσία. Κατέληξα επιπλέον στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο που επιδιώκει να επιβάλει την εξουσία σε ένα μόνο ανθρώπινο ον, επιθυμεί να επιβάλει την εξουσία σε όλους. Εκείνος που ενεργεί το ρόλο του χωροφύλακα στην προσωπική του σφαίρα θα αναπτύξει αυτές τις τάσεις στον εαυτό του, και ένα άτομο που επιτρέπει στον εαυτό του να αντιμετωπίζεται ως σκλάβος στο σπίτι του, θα επιτρέψει να υπάρχει σκλαβιά παντού και έχει απωλέσει την ικανότητα του να βρει την ελευθερία. Όλες οι παραδοσιακές μορφές της αρετής βασίζονται στην εντολή και την υπακοή, στην κυριαρχία και την δουλικότητα, και αυτό βρίσκει την πιο οδυνηρή έκφρασή του στην ευρέως αποδεκτή και σπάνια επικρινόμενη μορφή της σεξουαλικής ηθικής. Από την αρχή της δραστηριότητάς μου στην κοινωνική προπαγάνδα, επιτέθηκα σθεναρά στην αρχή της μονογαμίας και στον επίσημα προστατευόμενο θεσμό του γάμου, ιδιαίτερα στην παρερμηνεία της ιδέας της πίστης (Treue) ως έννοια της σωματικής πίστης μόνο σε έναν σύντροφο.

Ο Otto θεωρούσε ότι αυτή η ηθικά ανώτερη μορφή αποκλειστικότητας στον έρωτα ήταν ο κύριος παράγοντας της συναισθηματικής καταπίεσης και, ως εκ τούτου, μια ακάθαρτη πηγή πολλών μορφών αυτοτιμωρίας και αμοιβαίας δηλητηρίασης της ζωής του άλλου, με αποτέλεσμα υστερία και τρομερές ψυχογενείς συνέπειες. Πιστεύω ότι αυτή είναι η αρχική πηγή της στέρησης της ελευθερίας, που επιβάλλεται στους ανθρώπους από αυτούς τους ίδιους και από τον κόσμο γύρω τους. Συμφωνούμε απόλυτα για τη σεξουαλική ζήλια και θεωρούμε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα επαίσχυντη μορφή ζήλιας, παρόλο που αυτή έχει καθαγιαστεί από την αυταρχική ανατροφή και τις ηθικές διδασκαλίες της εκκλησίας».

Ο Mühsam αναφέρει: «Πίστευα και (εξακολουθώ να πιστεύω) πως ο γάμος είναι ένας θεσμός που προστατεύεται από την κοινωνία και που επιβάλλει προσωπικούς περιορισμούς στο άτομο. Η μονογαμία ως πράξη πίστης είναι πιστεύω μια παραποίηση της ηθικής, και η αναγνώριση της σεξουαλικής ζήλιας ως έγκυρο συναίσθημα είναι η υποστήριξη των χειρότερων δυνατών αυταρχικών τάσεων. Η εξίσωση της αγάπης με την αμοιβαία επιτήρηση είναι αντίθετη προς τη φύση, βαθιά αντιελευθεριακή και εξυπηρετεί αντιδραστικά συμφέροντα – ένα είδος δουλικής ηθικής….. Εγώ πιστεύω πως η απελευθέρωση του σεξουαλικού έρωτα αποτελεί οργανικό μέρος του προγράμματος που οδηγεί στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από όλες τις μορφές δουλικής πίεσης».

Φυσικά, πρέπει να αναφερθεί εδώ πως ο Mühsam και ο Gross κυριεύονταν και οι ίδιοι κατά καιρούς από σεξουαλική ζήλια – το αντικείμενο της ζήλειας τους δεν ήταν άλλο από τη Frieda Gross. Ο Mühsam κατέγραφε στο ημερολόγιό του τις συνομιλίες του με τον Gross, που ήλπιζε ότι θα επηρέαζε υπέρ του τη Frieda: «Φυσικά πρέπει να είναι ακόμη πιο σημαντικός για μένα τώρα, απ’ ό,τι ακόμη και την εποχή που έχασα την αγαπημένη μου, και η κακία του μπορεί να επηρέασε τη στάση της απέναντί μου. Χθες, όταν τον αποχαιρετούσαμε, ζήτησε τη συγχώρεσή μου για το θέμα αυτό. Όσο καιρό ήμουν μαζί με τον Gross, θυμόμουν συνεχώς τη Frieda και αυτό με είχε επηρεάσει τρομερά. Ήταν επειδή παρακολουθούσε τόσο στενά την πιο ευτυχισμένη στιγμή της φτωχής, άθλιας ζωής μου, και ήταν αυτός που αργότερα με καταδίκασε σκληρότερα μπροστά στη Frieda». Από την ίδια πηγή το 1912 ανακαλύπτουμε πως ο Otto είχε προκαλέσει τον χωρισμό του Mühsam και της Frieda κάνοντας κατάχρηση των πληροφοριών που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης του Mühsam. Όταν ο Otto Gross του το υπενθύμισε αυτό, ο Mühsam έγραψε: «Ήμουν βαθιά εξοργισμένος». Συνέχισε προσθέτοντας ότι ο Otto Gross είχε πιστέψει ότι ο Mühsam είχε αλλοιώσει τον χαρακτήρα της Frieda, και εξαιτίας αυτού, ο Otto είχε νιώσει τόσο θυμωμένος που ήθελε να σκοτώσει τον Mühsam. «Το ήξερα», γράφει ο Mühsam, «και στα τέλη του 1908 ένιωθα ότι απειλούνταν διαρκώς η ζωή μου. Μια μέρα τελικά αντιμετώπισα τον Gross γι’ αυτό και του εξήγησα ότι δεν μπορούσα να προστατεύσω τον εαυτό μου από δολοφονία, αλλά ότι έπρεπε να κάνει κανείς το σωστό και να μην ενεργεί προδοτικά. Το σχέδιο δολοφονίας είχε, ωστόσο, μέχρι τότε εγκαταλειφθεί. Τα συζητήσαμε όλα αυτά χθες και ζήτησε βαθιά συγνώμη».

Στο θεατρικό του έργο Ο Ανοιχτός Γάμος, που γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε το 1914, ο κεντρικός χαρακτήρας ήταν μια χειραφετημένη «ερωτευμένη γυναίκα» που δεν βασιζόταν σε κάποιο από τα «γοητευτικά κορίτσια» που είχε γνωρίσει στο Μόναχο ή τη Βιέννη, αλλά στην όμορφη «Άλμα», η οποία ήταν ένα μείγμα της Frieda Gross και της Franziska zu Reventlow. Η Άλμα είναι μια πολυγαμική γυναίκα, της οποίας ο έρωτας περιγράφεται από τον ποιητή στο έργο ως «μεγαλειώδης», «απείρως γλυκιά, γιατί έχει την εμπειρία πολλών εραστών». Η Άλμα λέει για τον εαυτό της: «Υπάρχουν άνδρες που με μισούν επειδή τους άφησα. Τους αγαπώ όλους και θα τους αγαπώ πάντα. Η πίστη δεν ζει ανάμεσα στα σκέλια». Αναφερόμενη στον τωρινό εραστή της, η Frieda-Franziska συνεχίζει λέγοντας: «Είμαι τόσο λίγο άπιστη σε αυτόν όσο και σε οποιονδήποτε άλλο άνδρα. Σέβομαι πάρα πολύ τις εμπειρίες μου παρά να τις αμαυρώσω με έννοιες απιστίας. Πιστεύω πως ποτέ δεν υπήρξα πραγματικά άπιστη σε κανέναν άνδρα». Αποδέχεται, όπως και η Frieda Gross, ότι ο γάμος και οι ερωτικές σχέσεις ήταν ασυμβίβαστες – ανάλογη έτσι με την αντίθεση ερωτισμού και αγάπης της Reventlow. Η ηθική καταστροφή της ερωτικής γυναίκας έρχεται επειδή «χάνει την ιδιότητα της ερωμένης και παίρνει τη θέση της συζύγου». Ο χαρακτήρας του ποιητή την υποστηρίζει με τη ρήση: «Η πίστη κάνει τις γυναίκες βαρετές και η συνήθεια τις απαξιώνει».

Η Άλμα ήθελε να είναι ερωμένη ανδρών σε έναν «ανοιχτό γάμο» και να μην περιορίζεται νομικά ως σύζυγος. Όταν ο φίλος της, γνωρίζοντας ότι περιμένει το παιδί του, εκφράζει τις ιδιοκτησιακές αξιώσεις του: «Άλμα! Μονάκριβη μου! Αγαπημένη μου! Θα αποκτήσουμε παιδί», εκείνη απαντάει δηκτικά: «Εγώ θα αποκτήσω παιδί». Ο Mühsam ταλαντεύεται μεταξύ της θεωρίας των Gross-Bachofen για το δικαίωμα της μητέρας (Mutterrecht) και της ιδεολογίας της ριζοσπαστικής πτέρυγας του αστικού γυναικείου κινήματος της εποχής του (με επικεφαλής την Helene Stoecker), η οποία πίστευε ότι η μητρότητα ήταν η απόλυτη ολοκλήρωση της απελευθερωμένης γυναίκας. Η Άλμα ονειρεύεται αυτό το παιδί που συνελήφθη σε μια σχέση ελεύθερης αγάπης: «Το παιδί μου δεν θα μεγαλώσει σε μια αστική οικογένεια. Οι πρώτες του εντυπώσεις από τη ζωή θα πρέπει να είναι η αίσθηση της ελευθερίας. Αν οι γονείς του είναι δύσπιστοι και του λένε τι να κάνει, το παιδί θα είναι ντροπαλό και αποτραβηγμένο όπως όλα τα παιδιά από ‘καλά’ σπίτια. Αν είναι αγόρι, θα είναι επαναστάτης, και αν είναι όμορφο κορίτσι – γιατί δεν θα κάνω άσχημο παιδί – τότε δεν θα χρειαστεί ποτέ να αμφισβητήσει το φυσικό προνόμιο της ομορφιάς: την ελευθερία να εξερευνά τις απολαύσεις της ζωής».

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του Weber στην Ασκόνα με τον Frick και τη Frieda Gross για μια μελλοντική κοινωνία απαλλαγμένη από τη σεξουαλική ζήλια, όπου θα υπάρχει πραγματικά η «ελεύθερη αγάπη», ο Weber δεν συζητά εμμέσως μόνο με τον Otto Gross, αλλά και με τον Miihsam. Στο βιβλίο Ο Ανοιχτός Γάμος, ο Mühsam επιπλήττει τους συγχρόνους του: «Ανατρέφετε τις γυναίκες να είναι μονογαμικές, επειδή θέλετε να είστε πιο σίγουροι για τη γυναίκα σας σε περίπτωση που χάσετε τον έλεγχο του εαυτού σας μπροστά της. Η ζήλια σας βασίζεται στην τεμπελιά. Η ζήλια, η πιο παιδική μορφή φθόνου, είναι η πιο θλιβερή δικαιολογία για τη δειλία σας· γιατί φοβάστε τον ανώτερο ανταγωνισμό εκείνων των ανδρών που επιτρέπουν σε μια γυναίκα το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για τη μοίρα της».

Ο Mühsam πίστευε πως ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς τους «ανώτερους ανταγωνιστές» και η αρρενωπή ιδεολογία του γίνεται πολύ σαφής όταν αναλαμβάνει δημοσίως τη μάχη της υποστήριξης της ομοφυλοφιλίας ενάντια στην παράγραφο 175 του Ποινικού Κώδικα. (Η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη στη Γερμανία μέχρι το 1969). Η πρώτη του ανεξάρτητη δημοσίευση το 1903 είχε τίτλο «Ομοφυλοφιλία. Μια έκθεση για την ηθική ιστορία της εποχής μας». Η στενή του φιλία με τον ομοφυλόφιλο Johannes Nohl, γιο ενός διάσημου καθηγητή παιδαγωγικής και μαύρο πρόβατο της οικογένειας, πιθανώς τον «προσέλκυσε» στο ζήτημα αυτό. Είχε αμφισβητήσει το περιεχόμενο του φυλλαδίου σε μια «δημόσια επιστολή» λίγο μετά τη δημοσίευση – μόνο, όμως, στο βαθμό που είχε υιοθετήσει χωρίς αμφισβήτηση τις απόψεις του Magnus Hirschfeld και της «ανθρωπιστικής-επιστημονικής επιτροπής» του. (Υποστήριζαν την άποψη ότι η ομοφυλοφιλία ήταν βιολογική κατάσταση και δεν οφειλόταν σε κοινωνική διαπαιδαγώγηση). Ο Mühsam πίστευε ότι οι κοινωνικο-ηθικοί λόγοι ήταν επαρκείς για να απαιτηθεί η κατάργηση της παραγράφου 175. Δεν θα παραιτούνταν από αυτό το αίτημα: «Συνεχίζω να υποστηρίζω τους στόχους του φυλλαδίου και να χρησιμοποιώ κάθε δυνατό μέσο για την καταπολέμηση του γελοίου, άδικου νόμου, ο οποίος γελοιοποιεί την πολιτιστική συνείδηση καθιστώντας παράνομη τη σεξουαλική αγάπη μεταξύ ανδρών». «Οι πράξεις», έγραψε με γνώμονα τον αναρχισμό, «στις οποίες συναινούν που έχουν εμπλακεί δύο ενήλικες που συναινούν, χωρίς να βλάψουν ο ένας τον άλλον, δεν θα πρέπει να αφορούν κανέναν άλλον». Αυτή η βασική πεποίθηση επαναλαμβάνεται αργότερα σε πιο γενική μορφή στο βιβλίο, Ο Ανοιχτός Γάμος: «Μόνο αυτό που θέτει σε κίνδυνο την κοινωνικότητα (Sozietät) μπορεί να χαρακτηριστεί ανήθικο, όχι οι δραστηριότητες δύο συναινούντων ενηλίκων».

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο ίδιος ο Mühsam είχε εμπλακεί σε ομοφυλοφιλική σχέση με τον Nohl. Αργότερα έγραψε στο ημερολόγιό του ότι η στενή σχέση του με τον Nohl είχε αναπτυχθεί από το γεγονός ότι «εκτός από αυτόν δεν είχα τίποτα». Αυτό που είχαν κοινό ήταν η μοναξιά, η εξέγερση ενάντια στους πατέρες τους και η απόλαυση της νομαδικής ζωής. Στη δίκη του Mühsam στο Μόναχο το 1910 παρουσιάστηκε ως «παιδεραστής», γεγονός που είχε σοβαρές συνέπειες για την καριέρα του ως συγγραφέα. Βρέθηκε να μποϊκοτάρεται από τη συνεργασία του με εφημερίδες και στο τέλος αναγκάστηκε να βγάλει τη δική του έκδοση με τίτλο Κάιν. Μια Εφημερίδα Για Την Ανθρωπότητα (Kain. Zeitschrift fiir Menschlichkeit). «Το γεγονός ότι αρνήθηκα πως είμαι ομοφυλόφιλος», παραπονιέται σε μια επιστολή που γράφτηκε μετά τη δίκη, «δεν έχει καμία σημασία, η φήμη έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τις δικές μου αρνήσεις. Οι φήμες δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Έχω επανειλημμένα και δημοσίως μιλήσει κατά της παραγράφου 175. Υπάρχουν αρκετοί ομοφυλόφιλοι στον στενό μου φιλικό κύκλο, και ποτέ δεν πήρα την πειραχτική τους τρυφερότητα για μένα αρκετά σοβαρά ώστε να διαμαρτυρηθώ, επειδή δεν θεωρώ την ομοφυλοφιλία εγκληματική. Γνωρίζω πλέον πως ο ισχυρισμός ότι κάποιος είναι παιδεραστής δεν αποτελεί απλά υποτιμητικό σχόλιο, αλλά μάλλον μια σοβαρά επιζήμια επίθεση εναντίον του στόχου της».

Παρά ταύτα, ακόμη και τα γραπτά του Mühsam περιέχουν στοιχεία δυσφήμισης. Η αρρενωπή ιδεολογία του τοποθετεί την «αγάπη μεταξύ ανδρών» στη σφαίρα του εξιδανικευμένου έρωτα και όχι του σεξουαλικού έρωτα (ο οποίος λαμβάνει χώρα μεταξύ ανδρών και γυναικών!), ενώ ο «λεσβιακός έρωτας» υποβαθμίζεται ως αισθητικά κατώτερος.

Στο θεατρικό του έργο Ο Ανοιχτός Γάμος ο χαρακτήρας του ποιητή, που είναι ο Mühsam, κατηγορεί τους «πουριτανούς» – όλους εκείνους τους ανθρώπους «που υπερασπίζονται έναν αυστηρό ηθικό σεξουαλικό κώδικα» – «ως εντελώς αστόχαστους ανθρώπους, που επιθυμούν να διατηρήσουν το μονοπώλιο τους στη σεξουαλικότητα χρησιμοποιώντας την πίστη». Ήταν ακριβώς αυτός ο αστικός ασκητισμός και η γενική υποχρέωση σε μια σεξουαλική ηθική που απέρριπτε τον νέο ερωτικό κώδικα που υποστήριζαν δημοσίως ο Max και η Marianne Weber. Αφού συνάντησαν την ερωτική ζωή της Frieda Gross, ο Weber, όπως και ο Mühsam ήταν «έτοιμοι να υπερασπιστούν το δικαίωμα της γυναίκας στην πολυγαμική ύπαρξη». Κατέληξαν βέβαια σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα ως αποτέλεσμα της επαφής τους με τη Frieda Gross. Ο Weber θα έβρισκε εντελώς ακατανόητο το έργο του Mühsam. Είχε τις ρίζες του στον ελευθεριακό αντικοινοβουλευτισμό και υπερεκτιμούσε την ικανότητα του ερωτικού και αναρχικού κινήματος να επιφέρει κοινωνική επανάσταση και να αλλάξει την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Απέρριπτε τους κύριους στόχους του αστικού καθώς και του σοσιαλδημοκρατικού γυναικείου κινήματος, δηλαδή το δικαίωμα ψήφου, υπέρ του δικαιώματος της γυναίκας να επιλέγει και κυρίως να έχει τον έλεγχο του σώματός της. Για τον Weber «η απελευθέρωση της γυναίκας στη δημόσια σφαίρα» – δηλαδή στην πολιτική, το δίκαιο ή την οικονομία – «ήταν η προϋπόθεση για τη χειραφέτηση της ιδιωτικής της ζωής». Η απόλυτη πίστη του Mühsam στη σεξουαλική μεταρρύθμιση ως του κλειδιού για την επίλυση του γυναικείου ζητήματος και το λάθος του να εξισώνει τη σεξουαλική απελευθέρωση με την απελευθέρωση της γυναίκας διαφέρει ριζικά από το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Weber, το οποίο προέβλεπε την επίτευξη μιας ισότητας των φύλων που εξισορροπείται από την ανανέωση των συναισθηματικών, σεξουαλικών και ερωτικών σχέσεων.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Weber θα μπορούσε να επιτύχει αυτή την ισορροπία μόνο μέσω της διαίρεσης των προσωπικών του σχέσεων· ωστόσο, το τίμημα που πλήρωσε ο Mühsam για τη σεξουαλική του ασυδοσία δεν ήταν σίγουρα μικρότερο. Όπως η κόμισσα Reventlow, η οποία δεν μπόρεσε να συνάψει στενές σχέσεις με άνδρες κατά τη διάρκεια της ζωής της, έτσι και ο Mühsam δεν μπορούσε «να συνάψει μια μακροχρόνια σχέση με μια γυναίκα που θα τον απελευθέρωνε αλλά ταυτόχρονα θα του ήταν αφοσιωμένη».

από: https://geniusloci2017.wordpress.com