Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 17 Ιαν 2025
SIMONE WEIL:Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΖΟΡΖ ΜΠΕΡΝΑΝΟΣ /ΟΙ ΠΕΡΙ ΒΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ
Κλίκ για μεγέθυνση












Μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς, FIREBRAND, σελ. 71,Νοέμβριος 2024

Περιεχόμενα

11        Σιμόν Βέιλ: Η γυναίκα που ένωσε τη σύγκρουση με την προσευχή


13        Ισπανία 1936: Μια συζήτηση για τη βία και τη μη βία


15        ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ

Επιστολή στον Ζορζ Μπερνανός


23        Συζήτηση σχετικά με την επιστολή της Σιμόν Βέιλ

στον Ζορζ Μπερνανός


31        Η Σιμόν Βέιλ και ο νεαρός φαλαγγίτης.

Αρχειακή έρευνα των Gimenologues, 8 Ιούνη 2009


39        Μέσα στον πόλεμο αλλά ενάντια στον πόλεμο.

Χρήση της βίας και αναρχική ηθική


45        ΠΙΕΤΡΟ ΑΝΤΑΜΟ

Η Σιμόν Βέιλ είχε δίκιο


57        ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ


59        Επίμετρο

ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ

Για ένα σώμα νοσοκόμων στην πρώτη γραμμή του πολέμου

 

Από τα παιδικά μου χρόνια, τη συμπάθειά μου κέρδιζαν εκείνες οι ομαδοποιήσεις που απευθύνονταν στα πιο απαξιωμένα στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας, μέχρις ότου συνειδητοποίησα ότι ήταν τέτοια η φύση αυτών των ομαδοποιήσεων που δεν άξιζαν καμία συμπάθεια. Η τελευταία που μου ενέπνευσε μια κάποια εμπιστοσύνη ήταν η ισπανική CNT. Επισκέφτηκα για λίγο την Ισπανία –για πολύ λίγο– πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, όμως ήταν αρκετά για να νιώσω εκείνη την αγάπη που είναι δύσκολο να μη νιώσει κανείς για εκείνο τον λαό, και είδα στο αναρχικό κίνημα τη φυσική έκφραση του μεγαλείου και των ελαττωμάτων του, των φιλοδοξιών του, λίγο πολύ δικαιολογημένων.
Σιμόν Βέιλ


Ο πόλεμος, από την ίδια του τη φύση, εξορίζει την οικουμενική αναγνώριση της αξιοπρέπειας της ζωής και της ανθρώπινης προσωπικότητας. Και μπορούμε επίσης να καταλάβουμε γιατί στην Ισπανία τη δεκαετία του ’30, μετά από δεκαετίες σκληρότατης καταπίεσης και μετά από αιώνες κοινωνικής σύγκρουσης που ανάλογή της σχεδόν δεν είχε υπάρξει στην υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, ο πόλεμος ανάμεσα στις τάξεις έφτασε σε ένα τέτοιο επίπεδο ώστε να γίνουν αδιάλλακτες οι ψυχές, κάνοντας πολλούς να μη διακρίνουν ανάμεσα σε κοινωνική κατηγορία και άτομο, ανάμεσα σε ατομικό και κοινωνικό ρόλο, αλλά και απελευθερώνοντας μια βία που για πολλούς λόγους μοιάζει αταβιστική, τελετουργική και αιματηρά αποκαλυψιακή.
Πιέτρο Αντάμο

από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Το συγκεκριμένο βιβλίο πραγματεύεται την αγωνία, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της Σιμόν Βέιλ (1909-1943) για τη βία. Η βία στην οποία αναφέρεται, αφορά την περίοδο της επανάστασης στην Ισπανία του 1936, η οποία είχε και χαρακτηριστικά εμφυλίου. Τα ερωτήματα που τίθενται; Μπορεί κάποιος ή κάποιοι κατά κοινή ομολογία επαναστάτες να θέτουν το δίλλημα σε έναν 16χρονο(!) κατά κοινή επίσης ομολογία φαλαγγίτη(!) «ή μας ακολουθείς και γίνεσαι αυτόματα αναρχικός ή σε εκτελούμε»;  Εκτελούμε, όχι κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών, αλλά εν ψυχρώ, είτε παπάδες, είτε άλλους απλά επειδή έπεσαν στα επαναστατικά-αναρχικά χέρια μας;

Και να θέσουμε εμείς και κάποια άλλα ερωτήματα, πιο σύγχρονα, των ημερών μας: είμαστε σύμφωνοι με τις απαγωγές ανηλίκων ή όποιου άλλου ατόμου ανεξαρτήτως ηλικίας, στο όνομα και για τη εκπλήρωση υποτίθεται εθνικοαπελευθερωτικών ή επαναστατικών σκοπών; Αποδεχόμαστε το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»; Θεωρούμε ότι στο όνομα της επανάστασης, στο δρόμο για την ελευθερία του ανθρώπινου γένους, για την ελευθερία του πλανήτη ολόκληρου, υπάρχουν ή μπορούμε να ανεχθούμε «παράπλευρες απώλειες»;

Και κατ’ επέκταση, κυλά ή όχι το ίδιο αίμα σε όλους, άσπρους, μαύρους, κίτρινους, κόκκινους; Είμαστε ή όχι φύλλα του ίδιου δέντρου, άνθη του ίδιου κήπου; Στο όνομα ποιας ελευθερίας μπορεί να υποστηρίξει κάποιος, ότι μας χωρίζει κάτι με ανθρώπους οι οποίοι αναγκάζονται ή επιλέγουν –και σε πολλές περιπτώσεις κατορθώνουν– να αλλάξουν τόπο; Μάς χωρίζει κάτι για παράδειγμα από τους λεγόμενους μετανάστες, πρόσφυγες ή όπως αλλιώς τους ονομάζει-κατηγοριοποιεί το Κρατικό Δίκαιο, το οποίο υποτίθεται ως επαναστάτες, ως αναρχικοί, πολεμάμε, και τι ακριβώς είναι αυτό; Μήπως το γεγονός, ότι χρησιμοποιούνται από διάφορους επιτήδειους, κυριολεκτικά με κάθε τρόπο, είτε ως ένδειξη-κριτήριο φιλανθρωπισμού στην καλύτερη περίπτωση(!!!), είτε ως ασπίδα προώθησης των επεκτατικών-κυριαρχικών τους σχεδίων πάνω στον πλανήτη; Μήπως, εν τέλει, είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι και υπαίτιοι των πολέμων;

Αποκτηνωνόμαστε ή όχι χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα με αυτά που χρησιμοποιεί αυτός τον οποίο αποκαλούμε εχθρό του ανθρώπινου γένους, εχθρό και καταστροφέα της Φύσης, του πλανήτη και όλων ανεξαιρέτως των πλασμάτων και των φυτών, οργανικών και μη, που κατοικούν πάνω του και μέσα του;

Δεν θα απαντήσουμε εδώ στα παραπάνω ερωτήματα, επειδή δεν θέλουμε επ’ ουδενί να αυτοχρηστούμε πρωτοπορία ή καθοδηγητές κανενός, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχουμε στο παρελθόν τοποθετηθεί σε κάποιο από τα παραπάνω ζητήματα, τα οποία ταλανίζουν κυριολεκτικά το επαναστατικό στερέωμα για πάρα πολλές δεκαετίες. Είμαστε της άποψης, ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος των σκέψεων και των πράξεών του. Γιατί και οι σκέψεις είναι πράξη, άσχετα αν τα αποτελέσματά τους δεν είναι ορατά με το μάτι, εντός μας αλλά και εκτός μας!

Αλλά ας επιστρέψουμε στο βιβλίο, το οποίο περιέχει μια επιστολή της Σιμόν Βέιλ, το 1938, σε έναν συγγραφέα, τον Ζορζ Μπερνανός, την οποία δημοσιεύει στα ιταλικά το Bollettino Archivio G. Pinelli, στο v. 61, το 2023.

[…] Όλα ξεκίνησαν με μία επιστολή που είχε στείλει η Σιμόν Βέιλ στον συγγραφέα Ζορζ Μπερνανός –δηλωμένο καθολικό και μοναρχικό, αλλά και συγγραφέα ενός βιβλίου ενάντια στις δολοφονίες από πλευράς εθνικιστών στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο– και που το περιοδικό Temoins, μετά από πρόταση του Αλμπέρ Καμύ, αναδημοσίευσε το 1954. Η επιστολή συνιστά ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια στους αναρχικούς πολιτοφύλακες της Ταξιαρχίας Ντουρούτι, με τους οποίους η Βέιλ πολέμησε μαζί για κάμποσους μήνες το 1936, στο μέτωπο της Αραγονίας. Σε αυτό το κατηγορώ της η Βέιλ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και σε ένα επεισόδιο –τον τουφεκισμό ενός δεκαεξάχρονου φαλαγγίτη που είχε συλληφθεί στη μάχη– που γι’ αυτήν αντιπροσώπευε την κατάφωρη παραβίαση όλων των ηθικών αξιών οι οποίες αποτελούσαν το υπόβαθρο του «δίκαιου πολέμου» που διεξήγαγαν οι αναρχικοί στην Ισπανία ενάντια στο φασισμό. Εξ ου και η απομάκρυνσή της –προς μεγάλη της στενοχώρια–από εκείνους τους ανθρώπους και από εκείνη την ιστορία. […]

Παραθέτουμε απόσπασμα από την επίμαχη επιστολή της Σιμόν Βέιλ, γραμμένη το 1938, και η οποία προκάλεσε μακρά συζήτηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 και έφτασε μέχρι τις μέρες μας:

[…] Είναι τόσες οι ιστορίες που περιμένουν να ξετυλιχτούν από την πένα μου… Όμως, θα τραβούσε σε μάκρος και, άλλωστε, σε τι θα χρησίμευε; Μία μόνο αρκεί. Ήμουν στη Σίτζες όταν επέστρεψαν, ηττημένοι, οι πολιτοφύλακες της εκστρατείας στη Μαγιόρκα. Ήταν αποδεκατισμένοι. Από τους σαράντα νέους που είχαν φύγει από τη Σίτζες οι εννέα ήταν νεκροί. Το έμαθα μονάχα μετά την επιστροφή των υπολοίπων τριανταένα. Την επόμενη νύχτα σκοτώθηκαν για αντίποινα εννέα φασίστες (ή θεωρούμενοι τέτοιοι), σε εκείνη την κωμόπολη όπου, τον Ιούλη, δεν είχε συμβεί τίποτα. Μεταξύ αυτών των εννέα ήταν ένας φούρναρης καμμιά τριανταριά χρονών, του οποίου η ενοχή, έτσι μου είπαν, ήταν ότι υπήρξε μέλος της πολιτοφυλακής των Σοματέν, (στην κυριολεξία «Είμαστε σε εγρήγορση», συντηρητική καταλανική πολιτοφυλακή, φτιαγμένη από τον Πρίμο ντε Ριβέρα το 1923 –σ.τ.μ.)· ο γέρος πατέρας του, καθώς ήταν ο μοναχογιός και το μοναδικό του στήριγμα, τρελάθηκε.

Αλλά να και μια άλλη: στην Αραγονία, μια μικρή Διεθνής Ομάδα είκοσι δύο πολιτοφυλάκων από διάφορες χώρες συνέλαβε, μετά από σύντομη σύγκρουση, έναν δεκαπεντάχρονο νεαρό που μαχόταν με τους φαλαγγίτες. Τη στιγμή που τον έπιασαν είπε τρέμοντας ότι είχε επιστρατευτεί βιαίως, καθώς είχε δει να πέφτουν δίπλα του οι σύντροφοί του. Τον ανέκριναν και του βρήκαν ένα φυλαχτό της Παρθένου και μια ταυτότητα της φάλαγγας· τότε τον έστειλαν στον Ντουρούτι, επικεφαλής της Ταξιαρχίας, ο οποίος, αφού του εξέθεσε για μια ώρα το αναρχικό ιδεώδες, του είπε να διαλέξει ανάμεσα στον θάνατο και την άμεση στράτευση στις γραμμές εκείνων που τον είχαν αιχμαλωτίσει, ενάντια στους χθεσινούς του συντρόφους. Ο Ντουρούτι του έδωσε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών για να το σκεφτεί· στο τέλος της προθεσμίας, ο νεαρός είπε όχι, κι έτσι τον τουφέκισαν. Ωστόσο ο Ντουρούτι ήταν από άλλες απόψεις ένας άνθρωπος αξιοθαύμαστος. Ο θάνατος αυτού του μικρού ήρωα δεν έπαψε ποτέ να βαραίνει τη συνείδησή μου, αν και τον έμαθα μετά το συμβάν.      

Και μια ακόμη ιστορία: σε ένα χωριό που οι κόκκινοι κι οι μαύροι κατέλαβαν και ανακατέλαβαν δεν ξέρω πόσες φορές, οι κόκκινοι πολιτοφύλακες, στα χέρια των οποίων κατέληξε τελικά, βρήκαν στα κελάρια μια χούφτα ταραγμένους, τρομοκρατημένους και πεινασμένους ανθρώπους, ανάμεσά τους και τρεις  τέσσερις νέους. Και έκαναν την εξής σκέψη: «Αν αυτοί οι νέοι, αντί να έρθουν με μας την τελευταία φορά που υποχωρήσαμε, έμειναν να περιμένουν τους φασίστες, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κι αυτοί φασίστες;». Συνεπώς τους τουφέκισαν αμέσως, έπειτα τάισαν τους υπόλοιπους και γι’ αυτή τους την πράξη θεωρήθηκαν πολύ ανθρωπιστές.

Η επόμενη ιστορία έρχεται, αντιθέτως, από τα μετόπισθεν: δύο αναρχικοί μού αφηγήθηκαν κάποτε ότι είχαν πιάσει, μαζί με άλλους συντρόφους, δύο ιερείς· αφού σκότωσαν τον έναν επί τόπου, παρουσία του άλλου, με μια πιστολιά, είπαν στον άλλο ότι μπορούσε να φύγει. Δεν πρόλαβε να κάνει είκοσι βήματα και τον σκότωσαν. Εκείνοι που μου αφηγήθηκαν την ιστορία ξαφνιάστηκαν πολύ που δεν με είδαν να σκάω στα γέλια.

Στη Βαρκελώνη σκότωναν κατά μέσο όρο, υπό μορφή αντιποίνων, πενήντα ανθρώπους κάθε νύχτα. Αναλογικά ήταν πολύ λιγότεροι σε σχέση με τη Μαγιόρκα, αφού η Βαρκελώνη είναι μια πόλη σχεδόν ενός εκατομμυρίου κατοίκων· άλλωστε, για τρεις μέρες είχε δοθεί στους δρόμους της μια εξαιρετικά αιματηρή μάχη. Όμως σε αυτού του είδους τα ζητήματα το ουσιώδες δεν είναι οι αριθμοί. Το ουσιώδες είναι η στάση απέναντι στη δολοφονία. Δεν είδα ποτέ κανέναν, ούτε ανάμεσα στους Ισπανούς ούτε ανάμεσα στους Γάλλους, που πήγαν εκεί είτε για να πολεμήσουν είτε απλώς για ένα σύντομο πέρασμα (αυτοί οι τελευταίοι, τις περισσότερες φορές, ήταν διανοούμενοι άχρωμοι και άκακοι), να εκφράζει αποστροφή, αηδία ή απλώς αποδοκιμασία για την άσκοπη αιματοχυσία, παρά μόνο ίσως κατ’ ιδίαν. […]

Την επιστολή της Σιμόν Βέιλ ακολουθούν στο βιβλίο κριτικές επιστολές και κείμενα που καταπιάνονται με την επαναστατική βία σε καιρό πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του Αλμπέρ Καμύ, στις 22 Δεκεμβρίου 1954, το οποίο παρατίθεται στη συζήτηση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Temoins, v. 8, την άνοιξη του 1955:

«είναι φυσικό η επιστολή της Σιμόν Βέιλ να προκάλεσε θόρυβο. Όμως η δημοσίευσή της δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε όλα όσα λέει. Κι εγώ έχω κάτι να πω… Είναι όμως καλό που η αναπόφευκτη επαναστατική βία ενίοτε διαχωρίζεται από τη εκείνη τη φρικτή καθαρή συνείδηση στην οποία έχει θρονιαστεί».

Από μεριάς μας, θα θέλαμε να συμπληρώσουμε ότι, η ελευθερία είναι πολύτιμη για τη διαφύλαξη του είναι. Όταν η ζωή ανταλλάσσεται με ελευθερία, τότε γεμίζει τυραννία και σκλαβιά, στοιχεία που αποκλείουν κάθε σεβασμό, αυτοσεβασμό, κάθε συνεργασία. Η ελευθερία επιβεβαιώνεται μέσα μας με την ανύψωση της συνειδητότητας, όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας.

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.255, Ιανουάριος 2025

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου