Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 24 Ιούλ 2022
Με ένα μινοράκι
Κλίκ για μεγέθυνση







1925-1927, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΥΤΡΑΣ




24.07.2022, 10:55
 

Εκείνο το ξημέρωμα είχε ό,τι έχουν τα καλοκαιρινά ξημερώματα. Δροσιά έπειτα από μια μέρα μεγάλης ζέστης και ησυχία. Τόση ησυχία που τελικά ξύπνησε. Δεν είχε μάθει έτσι ήρεμα, ούτε να μην έχει τον νου στο ξυπνητήρι.

Πρώτη μέρα καλοκαιρινής άδειας και μπορούσε να κοιμηθεί όσο ήθελε -καλύτερα, όσο χρειαζόταν. Αλλά δεν κοιμήθηκε, ούτε όσο ήθελε ούτε όσο είχε ανάγκη.

Ξύπνησε. Την ώρα που ξυπνούσε αν είχε την πρώτη πρωινή βάρδια στη δουλειά.

Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο: πέντε και τέταρτο. «Κοιμήσου!» σχεδόν διέταξε τον εαυτό της. «Είναι πολύ νωρίς». Γύρισε από το άλλο πλευρό και τράβηξε το σεντόνι που είχε πέσει στο πλάι. Ενιωθε τη δροσιά του πρωινού να μπαίνει από τις γρίλιες -τι ωραίο συναίσθημα να χρειάζεσαι ένα σεντονάκι για να σκεπαστείς... Αγκάλιασε το μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. Νύσταζε -κι ας είχε συνηθίσει κάπως αυτό το τόσο πρωινό ξύπνημα.

Θα κοιμόταν, το ένιωθε. Το σώμα της άρχιζε να χαλαρώνει ξανά και να αφήνεται στην αγκαλιά του Μορφέα.

Εκεί ήταν που το άκουσε. Αρχισε με τις γλυκές νότες από ένα κανονάκι μαζί με ένα βιολί, και μετά μια γλυκιά γυναικεία φωνή άρχισε ένα τραγούδι απαλό, μελωδικό, αργόσυρτο, λυπητερό, σαν αμανές.

«Αχ, αν μ’ αγαπά κι είν’ όνειρο, ποτέ ας μην ξυπνήσω / με τη γλυκιά σου χαραυγή, /Θεέ μου, αχ Θεέ, ας ξεψυχήσω»*.

Ετσι, μέσα στον λήθαργο, τις πρώτες εκείνες στιγμές του ύπνου, με τις νότες, που σιγά σιγά γύριζαν σε κάτι που έμοιαζε με βαλσάκι, να μαλακώνουν την καρδιά και να καθαρίζουν το μυαλό της, αποκοιμήθηκε. Συντροφιά με εκείνο το μινοράκι, που δεν ήξερε ότι το ήξερε, που δεν θυμόταν να το τραγουδάει ποτέ.

Το πρωί, όχι πολύ αργά, δυο-δυόμισι ώρες αργότερα, την ξύπνησε ο ίδιος γνωστός ύποπτος. Ο κότσυφας της γειτονιάς, που όταν έπεσε το πεύκο που είχε κάνει σπίτι του από την κακοκαιρία, πήγε στο διπλανό. Πιο κοντά ακόμα στο παράθυρό της. Τον άκουγε κάθε πρωί, ενώ ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά, πηγαίνοντας να πάρει το αυτοκίνητο ή πίνοντας καφέ στο μπαλκόνι.

Ελεγε κι αυτός το δικό του μινόρε, πιο ζωηρό, αλλά με μια δόση λύπης ή μελαγχολίας, όπως εκείνα τα σμυρνέικα μινόρε που αγαπούσε από παιδί, ίσως και από πριν γεννηθεί ακόμη. Ηταν εκείνη η ρίζα της ανατολής που κουβαλούσε μέσα της και της έδινε την ισορροπία που χρειαζόταν σε μια χώρα που νόμιζε ότι θυμίζει δύση -κι ας μην ήξερε αν το ήθελε πραγματικά. Κάτι σαν το συναίσθημα, που δίνει νόημα στη λογική, σαν τον αυθορμητισμό που συντρίβει την προσποίηση και την εκζήτηση. Σαν την ευθύτητα μπροστά στην ανειλικρίνεια.

Σαν τα τραγούδια εκείνα τα σπουδαία, που με λόγια απλά, σαφή, χωρίς περικοκλάδες και επίπλαστα δύσκολα νοήματα, έλεγαν όσα ήθελαν να πουν και τρύπωναν στις καρδιές των ανθρώπων, για να γίνουν βάλσαμο και παρηγοριά. Εκείνη τη μέρα, ενώ άρχιζε να ετοιμάζει τα πράγματα για τις διακοπές, έψαξε εκείνες τις παλιές μουσικές που κάποτε ζωντάνευαν τις οικογενειακές γιορτές και έβαλε να παίζουν.

Επιασε και τον εαυτό της να σιγοτραγουδάει, κλείνοντας τα μάτια της, όπως θυμόταν, παιδάκι τότε, να κάνουν οι Μικρασιάτισσες γιαγιάδες της. Της άρεσαν τα μινόρε, της άρεσε η μελαγχολία τους, της άρεσαν οι γλυκές μελωδίες τους. Και περισσότερο της άρεσαν τα λόγια τους, που θύμιζαν νυχτερινές καντάδες έξω από ξύλινα καφασωτά και ιστορίες αγάπης που ίσως αλλιώς να μην είχαν τρόπο να ειπωθούν. Και οι φωνές των τραγουδιστών, που έβγαζαν από κάθε λέξη, κάθε γράμμα, το σωστό συναίσθημα.

«Ας είχα κι εγώ ωραία φωνή», σκέφτηκε μια στιγμή, «ή το ταλέντο να γράψω ένα δικό μου μινόρε». Κι ύστερα γέλασε. Δικά της ήταν τα μινόρε όλου του κόσμου, δικά της και του κόσμου όλου.

* «Σμυρνέικο μινόρε», με τη φωνή της Μαρίκας Παπαγκίκα, ηχογράφηση στην Αμερική, 1919

[email protected]

πηγη: https://www.efsyn.gr

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου