Δοκίμιο που περιλαμβάνεται στην Blackwell Encyclopedia of Sociology (John Wiley & Sons, Ltd., 2019). Ο Alberto Vanolo είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα πολιτιστικών, πολιτικών και κοινωνικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Τορίνο.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Δημοσιεύθηκε την
Η αναρχία είναι μια φιλοσοφία που βασική της αρχή είναι η αντίθεση στις ιδέες της εξουσίας, της ιεραρχίας, της κυριαρχίας, της εκμετάλλευσης και της διακυβέρνησης από τα πάνω. Η αναρχία περιέχει ένα τεράστιο και πολύμορφο σύμπαν διαφορετικών θεωριών, πρακτικών, πολιτικών οραμάτων και σχεδίων, και μπορεί να γίνει αναφορά σε πολλές διαφορετικές υποκατηγορίες, όπως, για παράδειγμα, ο ατομικός αναρχισμός, ο κολεκτιβιστικός αναρχισμός, ο αναρχικός κομμουνισμός, ο ειρηνιστικός αναρχισμός, ο εξεγερσιακός αναρχισμός ή ο μετα-αναρχισμός. Όλα αυτά τα διαφορετικά ρεύματα του αναρχισμού έχουν ως κοινό την επιθυμία για την εξάλειψη των αυταρχικών, καταναγκαστικών και καταπιεστικών δομών και σχέσεων, συμπεριλαμβανομένου του καπιταλισμού και του κράτους. Μια από τις βασικές των κοινωνικών αναρχικών είναι πως η συνεργασία, η αμοιβαία βοήθεια και τα κοινωνικό-χωρικά δίκτυα προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις στον ωφελιμισμό και τον ανταγωνισμό για την οργάνωση της συλλογικής ζωής και για την προτεραιότητα των ανθρώπινων σχέσεων στη ρύθμιση των κοινωνικών φαινομένων.
Οι αναρχικές θέσεις και απόψεις είχαν σημαντική επιρροή στη γεωγραφία, την πολεοδομία και τη χωρική σκέψη γενικότερα, και δεν είναι τυχαίο πως δύο σημαντικοί συγγραφείς στην ιστορία του αναρχισμού, ο Élisée Reclus (1830-1905) και ο Peter Kropotkin (1842-1921) ήταν γεωγράφοι. Και οι δύο πίστευαν πως η χρήση της γης, οι ανθρώπινοι οικισμοί και τα κατασκευασμένα περιβάλλοντα μπορούν να έχουν ρόλο στον μετασχηματισμό των κοινωνικών, οικονομικών και οικολογικών σχέσεων, μια θέση που έχει κοινές πολλές πτυχές με τον αστικό σχεδιασμό. Μεταξύ των αναρχικών ιδεών για τον χώρο και την πολιτική, πρέπει να αναφερθούν η αποκέντρωση και η αυτοδιοίκηση, που προτάθηκαν αρχικά από διανοούμενους όπως ο Alexis de Tocqueville και ο Pierre-Joseph Proudhon. Ειδικότερα, ο Kropotkin περιέγραψε την αποκέντρωση ως ένα χωρικό μοτίβο που βασίζεται σε ομοσπονδίες αυτόνομων ενώσεων, χωριών και αστικών γειτονιών, επιτρέποντας την κοινοτική ανάπτυξη και την εθελοντική, αμοιβαία ανταλλαγή αγαθών, ιδεών, τεχνών, γνώσεων, εμπειριών και τρόπων ζωής. Στο όραμά του, η αμοιβαία βοήθεια και το κοινό συμφέρον μπορούν να αποτελέσουν κινητήριες δυνάμεις στις κοινότητες, μια ιδέα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις δαρβινικές και αποικιοκρατικές οπτικές που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή στις κοινωνικές επιστήμες και τη γεωγραφία. Οι αναρχικές ιδέες υπήρξαν επίσης καινοτόμες στην αποσαφήνιση των σχέσεων μεταξύ της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής σφαίρας. Ανοίγοντας το δρόμο, ο Reclus ανέπτυξε ένα είδος συστημικής κατανόησης των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων, θεωρώντας τη γη και τα έμβια όντα αδιαχώριστα και τη γη ως ένα μοναδικό σύνολο. Σήμερα, αναγνωρίζεται ευρέως στον ακαδημαϊκό χώρο πως η συμβολή των αναρχικών διανοουμένων είχε τεράστια σημασία στην ανάπτυξη της γεωγραφίας, και ιδιαίτερα της κριτικής γεωγραφίας και της οικολογικής σκέψης, κυρίως στην σύλληψη της κοινωνικής οικολογίας από τον Murray Bookchin.
Ιστορικά, διαφορετικές μεταξύ τους μορφές αναρχικών οργανώσεων μεγάλης κλίμακας και αυτόνομων εγχειρημάτων που αναπτύχθηκαν σε διάφορα μέρη· δημοφιλή παραδείγματα αποτελούν η Παρισινή Κομμούνα το 1871, η Ελεύθερη Περιοχή κατά τη διάρκεια της Ουκρανικής Επανάστασης το 1917-1921, οι Ισπανικές Αυτόνομες Κοινότητες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ή οι Επαναστατημένοι Αυτόνομοι Δήμοι των Ζαπατίστας στο Μεξικό από το 1994. Ωστόσο, πέρα από αυτές τις γνωστές περιπτώσεις, μια σειρά από αναρχικές κοινότητες, εμπειρίες και πρακτικές εμφανίστηκαν και εξακολουθούν να εμφανίζονται στον κόσμο, καθώς και διάφορες αναρχικές ιδέες επηρέασαν, και εξακολουθούν να επηρεάζουν, εγχειρήματα αυτονομίας και μορφές κοινοτικής διαβίωσης που δεν συνδέονται αυστηρά ή τυπικά με τον αναρχισμό, όπως, για παράδειγμα, το κίνημα των κιμπούτς στο Ισραήλ ή η Ελεύθερη Πόλη της Κριστιάνιας στην Κοπεγχάγη.
Ο αστικός σχεδιασμός έχει επίσης επηρεαστεί από τον αναρχισμό. Μπορεί να υποστηριχθεί πως οι συμβατικές αντιλήψεις του σχεδιασμού, που στέκονται στις ιδέες της επιβαλλόμενης τάξης δύσκολα μπορούν να συγκλίνουν με την αναρχική αντίθεση στην ιεραρχία και την εξουσία, αλλά τα αναρχικά αισθήματα και ιδέες εξακολουθούν να επηρεάζουν διάφορους πολεοδόμους και ουτοπικά αστικά σχέδια. Πολλοί πολεοδόμοι γοητεύτηκαν από το αναρχικό σχέδιο της παράκαμψης του κράτους ως οργανωτικής αρχής με την προώθηση της δημιουργίας αυτόνομων, αυτοδιοικούμενων μονάδων συνεργασίας, οργανωμένων με συνεταιριστικές αρχές και συνδεδεμένων με ευρύτερα δίκτυα στη βάση της ιδέας της ομοσπονδίας του Pierre-Joseph Proudhon. Στα χωρικά μοτίβα αυτά, ο κοινωνικός έλεγχος διαμορφώνεται μέσα στην κοινότητα, αυθόρμητα μέσω των πρακτικών της δίκαιης ανταλλαγής και της αμοιβαίας βοήθειας, δίχως κρατική εξουσία.
Ένα σχετικό παράδειγμα εφαρμογής αυτών των προσανατολισμών στον τομέα του αστικού σχεδιασμού αντιπροσωπεύεται από το κίνημα των Κηπουπόλεων, που ιδρύθηκε από τον Ebenezer Howard (1850-1928). Οι Κηπουπόλεις ήταν αστικά σχέδια που βασίζονταν σε αυτοτελείς κοινότητες και ζώνες πρασίνου, προωθώντας τη μητροπολιτική αποκέντρωση και την αρμονική κατανομή των οικιστικών, των βιομηχανιών και των γεωργικών δραστηριοτήτων. Παραδείγματα κηπουπόλεων μπορούν να βρεθούν εύκολα σε διάφορες περιοχές του κόσμου, και ιδιαίτερα στη Βόρεια Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Επιφανείς πολεοδόμοι, όπως ο Patrick Geddes (1854-1932), ένας από τους πατέρες της έννοιας των οργανικών πτυχών του αστικού σχεδιασμού, έχουν επίσης επηρεαστεί σαφώς από το κίνημα των κηπουπόλεων και από τα κλασικά έργα των Proudhon, Kropotkin και Reclus: η ιδέα του για το συνδυασμό βιομηχανικών και γεωργικών δραστηριοτήτων στον αστικό χώρο προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των περιορισμένων πόρων πήρε μορφή στο καινοτόμο σχέδιό του για το Τελ Αβίβ, που παρουσιάστηκε το 1925. Αναρχικές ιδέες υιοθετήθηκαν επίσης από τους Paul και Percival Goodman στο βιβλίο τους Communitas, που εκδόθηκε το 1947, το οποίο αναπτύσσει κριτικά επιχειρήματα σχετικά με τον ρόλο του δομημένου περιβάλλοντος στη διατήρηση της κοινοτικότητας και υποστηρίζοντας την αποκέντρωση και την απόρριψη του εξωτερικά επιβαλλόμενου αστικού σχεδιασμού, κυρίως με την πρόταση καινοτόμων αστικών σχεδίων για το Μανχάταν και το Λονγκ Άιλαντ.
Ένας σημαντικός συγγραφέας που ασχολήθηκε με τις συναντήσεις αναρχισμού και αστικού σχεδιασμού ήταν ο Colin Ward (1924-2010), η επιρροή του οποίου στην αναρχική σκέψη υπήρξε τεράστια. Ανάμεσα στις διάφορες θέσεις που ανέπτυξε ο Ward, είναι οι αναρχικές λύσεις στα προβλήματα της πολεοδομικής ρύθμισης· η κουλτούρα του do-it-yourself στην αστική ανάπτυξη· οι στρατηγικές για την ενθάρρυνση των νέων και των ενηλίκων να γίνουν ενεργοί παράγοντες στην παραγωγή του αστικού χώρου· και οι τακτικές για την ανάκτηση του αστικού χώρου, συμπεριλαμβανομένων των καταλήψεων και των συνεταιρισμών ενοικιαστών. Ο Colin Ward ανέλυσε επίσης τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ως στρατηγικού εργαλείου για την προώθηση λύσεων για τα προβλήματα της στέγασης και της συμμετοχής, προσανατολισμένων στον άνθρωπο, όπως ενσαρκώνεται από αρχιτεκτονικά έργα όπως τα εύκολα συναρμολογούμενα συστήματα στέγασης που πρότεινε ο Walter Segal (1907-1985), ή τις συμπεριληπτικές προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονική που πρότεινε ο Giancarlo De Carlo (1919-2005).
Ο αναρχισμός επηρέασε επίσης την πρωτοποριακή ομάδα Situationist International (Καστασιακή Διεθνής, 1957-1972), και κυρίως τα έργα του Guy Debord και άλλων μελετητών που ανέπτυξαν την ιδέα της ψυχογεωγραφίας. Το καλλιτεχνικό και πολιτικό κίνημα της Καταστασιακής Διεθνούς στόχευε στην αποσταθεροποίηση και την κριτική του προηγμένου καπιταλισμού και της συνακόλουθης κουλτούρας του, αξιοποιώντας «ποικίλες» καθημερινές εμπειρίες, συνδυάζοντας το παιχνίδι, τον αυθορμητισμό, την τέχνη, την κινητοποίηση και την κριτική σκέψη στην πόλη. Παρόλο που η Καταστασιακή Διεθνής δεν είναι αναρχικό κίνημα με την αυστηρή έννοια, έχει κοινές επιρροές με τον αναρχισμό και επηρέασαν το ένα το άλλο με ουσιαστικούς τρόπους, όπως συνέβη και με άλλα πρωτοποριακά κινήματα, όπως ο υπερρεαλισμός.
Η επαφή του αναρχισμού με την αστική σφαίρα έγινε εμφανής τη δεκαετία του 1990 με τη διάδοση παγκόσμιων κινημάτων δικαιοσύνης και αντίστασης, αυτονομιστικών εγχειρημάτων και εκστρατειών. Πολλοί αυτόνομοι χώροι, που αποτελούν πειράματα μη ιεραρχικής οργάνωσης και λήψης αποφάσεων με βάση τη συναίνεση, αναπτύσσονται συχνά από τα αναρχικά ιδεώδη της αποκέντρωσης, με στόχο τη δημιουργία μορφών πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης – πέρα από έθνη-κράτη, διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, παγκόσμιες πολυεθνικές και τον νεοφιλελευθερισμό – προσανατολισμένων προς την αλληλεγγύη και την ισότητα. Η ιδέα του Hakim Bey για τις προσωρινές αυτόνομες ζώνες (Temporary Autonomous Zone, ΤΑΖ), που προορίζονται ως χώροι ελεύθεροι από ιεραρχικό έλεγχο, ενθαρρύνοντας τις πολύμορφες και πειραματικές χρήσεις του χώρου, εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.
Τελευταία, οι αναρχικές ιδέες ανανεώθηκαν με την εισροή μεταδομιστικών ιδεών και χαρακτηρίστηκαν ως μετα-αναρχισμός. Η πνευματική επιρροή του αναρχισμού και του μετα-αναρχισμού στην πολεοδομία και την ανάπτυξη συνάδει με πρόσφατα έργα που διερευνούν εναλλακτικές επιλογές μπροστά στα υπάρχοντα ηγεμονικά μοντέλα και οράματα. Μεταξύ αυτών, είναι δυνατόν να αναφέρουμε το έργο του Gibson-Graham για τις πολύμορφες οικονομίες και τις κοινοτικές οικονομίες, τις πρόσφατες συζητήσεις για την διατροφική αυτονομία και ανεξαρτησία, τις ριζοσπαστικές προσεγγίσεις στην κοινωνική και πολιτική οικολογία και τις αναρχικές queer γεωγραφίες.
από: https://geniusloci2017.wordpress.com
