Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 03 Ιούλ 2021
Οι μεταρρυθμιστές του καφενείου
Κλίκ για μεγέθυνση
 
03/07/2021, 09:02
 

 

Οποιος παρακολουθήσει και καταγράψει τις δηλώσεις του πρωθυπουργού και κορυφαίων υπουργών του θα συνειδητοποιήσει ότι εξυφαίνεται ένα πλέγμα επικίνδυνα απλοποιητικών κλισέ, που αξιοποιούνται για να δικαιολογήσουν την μετάβαση σε ένα καθεστώς, που άλλοτε μοιάζει βγαλμένο από το μεσαίωνα κι άλλοτε ξεπερνά σε όρους δυστοπίας ακόμα και τις πιο μαύρες οργουελικές προβλέψεις. 

 

Αυτό που έχει καταφέρει η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι να μετατρέψει σε κεντρικό πολιτικό της αφήγημα όλες τις λαϊκίστικες θεωρίες, που μπορεί να ακούσει κανείς στο καφενείο. Οποιος παρακολουθήσει και καταγράψει τις δηλώσεις του πρωθυπουργού και κορυφαίων υπουργών του θα συνειδητοποιήσει ότι εξυφαίνεται ένα πλέγμα επικίνδυνα απλοποιητικών κλισέ, που αξιοποιούνται για να δικαιολογήσουν την μετάβαση σε ένα καθεστώς, που άλλοτε μοιάζει βγαλμένο από το μεσαίωνα κι άλλοτε ξεπερνά σε όρους δυστοπίας ακόμα και τις πιο μαύρες οργουελικές προβλέψεις. Ολο αυτό ντύνεται με ένα μανδύα «μοντερνισμού» και «κοινής λογικής», που τάχα δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο, αλλά παρουσιάζεται απλώς ως αναγκαία και αναπόφευκτη «μεταρρύθμιση» στο πνεύμα της εποχής.

Ως «καφενείο» ορίζω ένα χώρο, όπου συγκεντρώνονται συνήθως άντρες, «ντόπιοι», στην πλειοψηφία τους μεγάλης ηλικίας (συνταξιούχοι), όπου η συζήτηση ξεκινά συχνά με έναν εύκολο αφορισμό και καταλήγει στο τέλος να εξάγει και πορίσματα ή έστω να εμπεδώσει ισχυρά στερεότυπα. Συχνά ρατσιστικά, σεξιστικά, ξενοφοβικά, χωρίς καμιά στοιχειοθέτηση και χωρίς επιστημονική βάση. Σταδιακά παράγει κυριάρχες απόψεις ενάντια στις οποίες δυσκολεύεται κανείς να εκφραστεί κανείς δημόσια. Στο καφενείο κυριαρχούν οι γκρίνιες και οι καταδίκες, συνυπάρχουν όμως ιδανικά με τον ωχαδερφισμό και την παραίτηση. Οι συζητήσεις εκεί λειτουργούν σίγουρα ως βαλβίδα αποσυμπίεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εσχάτως πολλοί αρχίζουν να βλέπουν σημεία σύμπτωσης στη λειτουργία του καφενείου με εκείνη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Την ιδεολογία του καφενείου προσπάθησε να εκσυγχρονίσει και να ενδύσει με στοιχεία μοντερνισμού ένα υποτιθέμενο «υπερκομματικό» κέντρο στα χρόνια των μνημονίων, το οποίο αισθάνθηκε ως απειλή μια πιθανή στροφή της κοινωνίας σε μια διαδικασία που θα την οδηγούσε σε πραγματική συμμετοχικότητα και πολιτική δραστηριοποίηση. Η θεωρία του «μαζί τα φάγαμε» είναι ένα κορυφαίο δείγμα αυτής της προσπάθειας, που φυσικά χρησιμοποιεί ενοχικά ένστικτα και τη διάχυση των ευθυνών ως βασικό εργαλείο για την απόκρυψη των ευθυνών.

Μερικά ακόμα παραδείγματα, που το τελευταίο διάστημα όχι μόνο έχουν γίνει κυρίαρχα στην πολιτική προπαγάνδα της κυβέρνησης, αλλά μετατρέπονται και σε θεμέλιο για την «μετάλλαξη της δημοκρατίας» με την κατάργηση ζωτικών πολιτικών δικαιωμάτων.

  • Τι θέλουν πάλι και απεργούν οι δημόσιοι υπάλληλοι;

  • Οι συνδικαλιστές τα κάνουν αυτά, που είναι όλοι τους βολεμένοι.

  • Δε μπορεί να σπουδάσουν όλοι. Πού θα βρίσκουμε υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους;

  • Οι καθηγητές όλο διακοπές έχουνε... Μάθημα πότε κάνουνε;

  • Ολοι οι μετανάστες στην Ελλάδα θα έρθουν; Δε χωράμε άλλους.

  • Αυτά τα παιδιά σπίτι δεν έχουν; (τό έχετε ακούσει επί λέξη)

  • Κορίτσι πράμα. Πού πήγαινε μόνη της νυχτιάτικα;

  • Η νεολαία σήμερα τα θέλει όλα εύκολα. Καφεδάκι, μπαράκι και καμιά ευθύνη.

  • Αυτός δεν έχει ανάγκη. Παίρνει μια συνταξάρα. Αλλίμονο σε μας.

  • Ενας γνωστός του αδερφού της γυναίκας του ξαδέρφου μου είχε ευτυχώς ιδιωτική ασφάλιση και γλύτωσε.

  • Οι γιατροί φωνάζουν, αλλά όταν τους χρειάζεσαι πού είναι; Μόνο το φακελάκι τους νοιάζει.

  • Αριστερός, Αριστερός, αλλά κυκλοφορεί με μια αμαξάρα... (υπάρχουν κι άλλες εκδοχές)

 

Συνήθως το έναυσμα για την ανάπτυξη τέτοιων θεωριών έχει δώσει κάποιο «αποκαλυπτικό» ρεπορτάζ του προηγούμενου βραδιού στα κανάλια ή κάποια βαρύγδουπη δήλωση ενός «μπροστινού» της κυβέρνησης. Αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Ολα αυτά τα στερεότυπα έχουν καλλιεργηθεί συστηματικά και έχουν ριζώσει στην κοινωνία, αφού στον πυρήνα τους κρύβουν ή μεταθέτουν τις ευθύνες ενός ολόκληρου συστήματος διαπλοκής, συντηρούν το... συντηρητισμό, εκβιάζουν με ψευτοδιλήμματα, διχάζουν την κοινωνία, στρέφουν εργαζόμενους εναντίον άλλων εργαζόμενων, ιδιωτικούς εναντίον... δημοσίων, νέους εναντίον... γέρων, άντρες εναντίον γυναικών.

Το εντυπωσιακό της διετίας Μητσοτάκη του ΙΙ είναι ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα, που κανονικά θα «έκοβαν»μαθητές Λυκείου αν τα χρησιμοποιούσαν σε εκθέσεις ιδεών σε εξετάσεις έχουν πλέον καταστεί κεντρικά επιχειρησιακά όπλα μιας ολομέτωπης επίθεσης, η οποία μπορεί σε ένα λογικό άνθρωπο να φαντάζει «πτωχή τω πνεύματι» ή έστω αμιγώς επικοινωνιακή, αλλά αποδεικνύεται συχνά εξαιρετικά επιτυχής, επειδή στοχεύει στο συναίσθημα, στο ένστικτο, στα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας ημιμαθούς, απαθούς, κουρασμένης και απογοητευμένης. Μιας κοινωνίας που εξωθείται να αμφισβητεί την ίδια της την ύπαρξη, λες και θέλει να δικαιώσει μετά θάνατον τη Θάτσερ και αναζητεί μάταια λύσεις ατομικιστικές, προσωπικές, ιδιωτικές μετά τη σχετική της «εκπαίδευση» επί δεκαετίες.

Δεν έχει σημασία αν όλο αυτό το παραμύθι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ατόφιος «λαϊκισμός». Ετσι κι αλλιώς η συζήτηση για τον όρο αυτό μοιάζει να περιορίζεται σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων και περισσότερο να μπερδεύει παρά να διαφωτίζει. Η πραγματικότητα είναι όμως κάθε άλλο παρά αισιόδοξη. Οταν έχεις ένα πρωθυπουργό που διαλαλεί σε κάθε ευκαιρία προς τους νέους ότι «δεν θα σπουδάσετε όλοι», «δεν θα έχετε όλοι σίγουρη δουλειά», «δεν υπάρχει πια σταθερό ωράριο», «δεν μπορείτε να απεργείτε όποτε σας αρέσει», «δε γίνεται να έχετε μια σίγουρη προοπτική δημόσιας σύνταξης», «δε μπορεί να τα περιμένετε όλα από το κράτος», «δεν υπάρχει ισότητα στη φύση» τότε είναι σαφές ότι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία άνευ προηγουμένου, η οποία δε μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς αμυντικά. Απέναντι στην επέλαση της «ιδεολογίας του καφενείου» χρειάζεται να αντιπαρατεθούν προτάσεις, που όχι απλώς θα προστατεύουν δικαιώματα, που δεν θα στοχεύουν απλώς να περισώσουν οτιδήποτε (και αν) σώζεται. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο, που θα εξηγεί γιατί οι αλλαγές στην τεχνολογία, στις επικοινωνίες, στην παραγωγή, στην ιατρική θα πρέπει να μας οδηγήσουν σε περισσότερα και όχι σε λιγότερα δικαιώματα. Χρειάζεται να πεις για παράδειγμα ότι «Ναι το οκτάωρο είναι ξεπερασμένο και πρέπει να πάμε στο εξάωρο». Προς το παρόν ένα τέτοιο πλαίσιο πραγματικά προοδευτικών προτάσεων δεν υπάρχει. Και οι «μεταρρυθμιστές του καφενείου» συνεχίζουν να αλωνίζουν.

Πηγή: 28europe
πηγη: https://www.koutipandoras.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου