Μετά τα ογκώδη συλλαλητήρια ενάντια στο κρατικό έγκλημα των Τεμπών, μία ανανεωμένη κοινωνική δυναμική μοιάζει να αναδύεται μέσα στην κατακερματισμένη και μαζοποιημένη νεοελλαδική πραγματικότητα.
Οι αντιφάσεις σε αυτό το ανθρώπινο συνονθύλευμα που κινητοποιήθηκε είναι προφανείς, αφού οι συνέπειες της πρόσδεσης στο δυτικό κυριαρχικό σύμπλεγμα έχουν διαλύσει κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, παρά τις διαχρονικές πολιτικές εξαγγελίες «για την πάταξη της διαφθοράς, της ανοργανωσιάς, της αναξιοκρατίας και του κοινωνικού κανιβαλισμού». Μόνο το στενό κρατικό, κομματικό, γραφειοκρατικό, όπως και το επίσης παρασιτικό διευθυντικό ιδιωτικό προσωπικό των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων επωφελήθηκε από τις «αναπόφευκτες πολιτικές» των ευρωατλαντικών μνημονίων στο ελλαδικό κεφαλαιοκρατικό οικοδόμημα.
Οι πληθυσμοί που στήριξαν την ύπαρξη και την ευημερία τους στο ελληνοευρωπαϊκό πολιτικοοικονομικό σύστημα, αφομοιώνοντας με ζήλο τις αξίες του αδυσώπητου κοινωνικού ανταγωνισμού και των καταναλωτικών ηδονιστικών ηθών, είδαν σε λιγότερο από μια γενιά τα πάντα γύρω τους να καταρρέουν.
Με αργά αλλά σταθερά βήματα, που δεν θα προκαλούσαν μια κατάρρευση στο ίδιο το σύστημα εκμετάλλευσης, τόσο η πολιτική διαχείριση, όσο και η όποια κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, σταδιακά τους εξορίζει από το κοινωνικό εργασιακό γίγνεσθαι, αλλά και από μια ύπαρξη με στοιχειωδώς αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης. Στοιβαγμένοι στις μεγαλουπόλεις, όχι ακολουθώντας τα «φώτα» και τις «ευκαιρίες», όπως σε παλαιότερες δεκαετίες, μη έχοντας πλέον άλλη επιλογή, αναζητούν ένα, κατά κανόνα εξευτελιστικό, νευρωτικό και αγχωτικό μεροκάματο. Στο μόνο που μπορούν να ελπίζουν είναι μια μαζοποιημένη ψευδαίσθηση συμβίωσης, όπου τα πάντα τελικά κινούνται γύρω από μια οθόνη λιγότερων ή περισσότερων ιντσών.
Από τις κοινωνίες των 2/3, οι οποίες ήταν το «ευρωπαϊκό όνειρο» των λαών που ζητούσαν να μπουν στην ΕΕ, πριν την κρίση του 2008, στην Ελλάδα σήμερα, το ποσοστό αυτό μετά βίας αγγίζει το 1/5 αυτών που βγαίνουν κερδισμένοι από την ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση». Σε ένα χωρικό περιβάλλον σαν το ελλαδικό, ήταν ζήτημα χρόνου να βρεθεί μια αφορμή για να κινητοποιηθούν άνθρωποι διαφόρων καταβολών και να βάλουν στο στόχαστρο όλους αυτούς, που την περίοδο των παχαιών αγελάδων καλόμαθαν να τρώνε με χρυσές κουτάλες, διαφημίζοντας «το ευρωπαϊκό όνειρο» και σήμερα ξανακυβερνούν κουνώντας το δάκτυλο με αμετροέπεια και αλαζονεία.
Παρά τις όποιες αντιφάσεις, την αλλοτρίωση και τον αποπροσανατολισμό των πληθυσμών, η κοινωνική δυναμική, που αναπτύσσεται και δημιουργεί τα δικά της (ξε)περάσματα και τις δικές της (δια)συνδέσεις, από ένα διόλου ασυνήθιστο «λάθος» των εξουσιαστών, μπορεί να δημιουργήσει καταστάσεις, που πολλοί θα ήθελαν να έχουν θαφτεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Για αυτό οι κρατούντες έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν.
Ανασχηματισμός, ένα άνοστο ξαναζεσταμένο φαγητό…
Θα περίμενε κάποιος, όπως συνέβη στο παρελθόν ακόμη και σε «ανώμαλες» πολιτικές περιόδους, η κυβέρνηση να προχωρούσε σε μια τακτική αναδίπλωση, να πραγματοποιούσε κάποιες ευρύτερες κοινωνικές παροχές δίνοντας, έστω, κάποιες ψευδαισθήσεις κοινωνικής ανέλιξης, να έκαιγε κάποια «ανευθυνοϋπεύθυνα» πολιτικά χαρτιά, κάποιους τζάμπα(τζήδες) μάγκες των πολιτικών δυναστειών και να έκλεινε το μάτι σε κάποιους «έντιμους» δικαστικούς, στα πλαίσια της συνταγματικής διάκρισης εξουσιών, για να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Υπάρχει πάντα, βέβαια, η μεγαλομανής εξουσιαστική πεποίθηση, ότι όσο πιο μεγάλο, όσο πιο απίστευτο φαίνεται να είναι ένα ψέμα, τόσο πιο εύκολα χωνεύεται από τον λαουτζίκο. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, υπάρχει πάντα η μέγγενη να πληρώνονται στο διηνεκές, όχι μόνο τα χρέη του δημόσιου, αλλά και των ιδιωτών, που η φάμπρικα της παρατεταμένης και ακραίας λιτότητας διασφαλίζει ότι θα συνεχίσουν να παράγονται, στους ευγενείς χρηματοπιστωτικούς οίκους που ειδικεύονται στην καλλιέργεια λεφτόδεντρων.
Έσπευσαν, φυσικά, για τα δέοντα εκπρόσωποι των δανειστών στην Αθήνα μόλις είδαν το κλίμα που διαμορφώνεται. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις άλλες δύο κινήσεις, που θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση στα πλαίσια μιας εκτονωτικής, αφομοιωτικής τρόπον τινά κοινωνικής οργής. Ακόμη και οι πιο ισχυρές παγκόσμιες κυβερνητικές δυνάμεις κάνουν ελιγμούς και αναδιπλώσεις, προκειμένου να ανακτήσουν την κοινωνική εμπιστοσύνη ή να εξαπατήσουν υποδεέστερους μεν, μαχητικούς δε αντιπάλους, προκειμένου να πετύχουν, με το μικρότερο δυνατό κόστος για τις ίδιες, τους στόχους τους.
Πιο συγκεκριμένα, σε πολιτειακό επίπεδο αυτή η ελαστικότητα, ώστε να απορροφήσει τους κοινωνικούς κραδασμούς το κρατικό οικοδόμημα, θεωρείται και το πλεονέκτημα του δημοκρατικού έναντι ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Δεν συμβαίνει αυτό σίγουρα με αυτό το αδηφάγο και τετραπέρατο οικονομικό-πολιτικό μόρφωμα, αυτό τον δαίμονα, που συνοδεύει από γεννησιμιού του το ελληνικό κράτος, με έφεση να γοητεύεται και να αναπροσαρμόζεται σε κάθε εξωτερική και εσωτερική κατακτητική δύναμη που επιβουλεύεται τους πόρους και το ανθρώπινο υλικό της επικράτειας του.
Αρκεί να διαιωνίζει την ύπαρξη του, που προβάλλει ως απαραίτητη και αναγκαία συνθήκη, ιδιαίτερα σε περιόδους «κρίσης», που είναι και το αγαπημένο του περιβάλλον.
Παρά τις όποιες προσδοκίες καλλιεργήθηκαν από τα ΜΜΕ και τα επικοινωνιακά επιτελεία της κυβέρνησης, ο ανασχηματισμός, που θα άλλαζε, έστω, την εικόνα της και τελικά πραγματοποιήθηκε, δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, δεν αφήνει κάποια διέξοδο, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει καμιά αυταπάτη στην ελληνική κοινωνία. Παρ’ ότι οι ιερείς της σύγχρονης μεταμοντέρνας εποχής είναι οι οικονομολόγοι και οι τεχνοκράτες με αμφίσημα αποτελέσματα, όπως αποδεικνύει η κατάντια, όχι μόνο στην ελλαδική αλλά και στην παγκόσμια κοινωνική και φυσική πραγματικότητα, ελάχιστοι τέτοιοι κατέλαβαν υπουργικούς θώκους.
Αντ’ αυτών, στα πλαίσια των κομματικών ισορροπιών, προκρίθηκαν απόφοιτοι νομικών σχολών, που άσχετα με τις ικανότητες που έχουν επιδείξει στην άσκηση νομικών επαγγελμάτων, θα υποθέσουμε ότι γνωρίζουν καλά τις τέχνες της ρητορικής, της μεσιτείας και της επικοινωνίας, τόσο όσον αφορά τη γλώσσα και τους κώδικες των ελίτ, όσο και του απλού κόσμου. Κοινώς να δημοσιολογούν, περιστρεφόμενοι γύρω από τα ακανθώδη ζητήματα, χωρίς ποτέ να αγγίζουν την ουσία τους, αλλά παράλληλα να εξαγοράζουν και να εκμαυλίζουν συνειδήσεις, όταν μιλούν κάτω από το τραπέζι.
Παράλληλα στέλνεται ένα εσωκομματικό και υπερκομματικό μήνυμα εσωτερικής συνοχής και συνέργειας και βέβαια συνέχισης της αφ’ υψηλού πολιτικής λεηλασίας του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος με ενισχυμένη αυθάδεια και αποφασιστικότητα.
Σύσσωμο, άλλωστε, το κοινοβουλευτικό αυτό εκπροσώπημα και εν μέσω προφανούς κοινωνικού αναβρασμού, ψήφισε στην ευρωβουλή άλλο ένα νομοθέτημα, που δρομολογεί την συνταξιοδότηση στα 74 έτη των ευρωπαίων υπηκόων. Πλην του ΚΚΕ, που γνωρίζει καλά το ρόλο του ως εσχάτη δικλείδα ασφαλείας του συστήματος. Εξάλλου δεν έπαψε να τροφοδοτεί τον κρατικό μηχανισμό με ικανότατα διοικητικά στελέχη, που μόνο τα συμφέροντα του λαού δεν εξυπηρέτησαν και δεν εξυπηρετούν.
Σίγουρα η κοινωνική πραγματικότητα θα ήταν πολύ διαφορετική, αν δεν μεσολαβούσε η αριστερή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή ήταν που αφομοίωσε, εξαπάτησε και ενσωμάτωσε το εξεγερσιακό ανθρώπινο δυναμικό, που αναδείχθηκε από τις γενικευμένες συγκρούσεις οι οποίες ακολούθησαν τα πρώτα μνημόνια. Σπέρνοντας ψευδαισθήσεις, μικροβολέματα και ανεδαφικές προσδοκίες μεταφυσικού τύπου, για ένα κράτος, που μπορούσε πλέον να είναι και «δικό μας»!
Αν και αναλαμβάνοντας την εξουσία, είχε αυτό που ονομάζεται «νωπή» λαϊκή εκλογική εντολή και θα μπορούσε χωρίς τυμπανοκρουσίες και αλαλαγμούς οπαδικής πανήγυρης, να προχωρήσει στα πολύ γνωστά από τις οικονομικές «κρίσεις» του προηγούμενου αιώνα και συμβατά με την ιδεολογία του, ενδεδειγμένα βήματα Κεϋνσιανικού τύπου, όσο το επέτρεπαν και ξεπερνώντας στο μέτρο του εφικτού τις συνθήκες, που είχαν ήδη διαμορφωθεί.
Αντί για αυτό, προτίμησε να ερεθίσει τον γνωστό για τις πεποιθήσεις του Γερμανό χριστιανοδημοκράτη Σόιμπλε, άτυπο υπουργό οικονομικών της Ευρώπης, όπως και συνολικότερα τα αντανακλαστικά του γερμανικού λαού και προπάντων των εκπροσώπων της διεθνούς χρηματιστηριακής εκμετάλλευσης, παίζοντας το παιχνίδι της δυσαρεστημένης με την ΕΕ, Αγγλίας, που λίγο μετά, με δημοψήφισμα, αποχώρησε από αυτήν.
Τζογάροντας με ένα δημοψήφισμα, που όποιο αποτέλεσμα κι αν είχε, θα προκαλούσε όπως και αποδείχθηκε ακόμη δυσμενέστερες συνθήκες στην ελλαδική κοινωνία. Από το θράσος στην αστική ευγένεια, δεν γνωρίζουμε αν οι υπουργοί που ανέλαβαν το υπουργείο οικονομικών κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αμφότεροι καθηγητές και οι δύο πανεπιστημιακών ιδρυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, εξαργύρωναν κάποιο πολιτικό τοκοχρεολύσιο, που έλκει τις ρίζες του στη συμφωνία της Βάρκιζας!!!
Το χαλί που στρώθηκε για την επέλαση της νεοφιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δικτατορίας Μητσοτάκη, με τα πλέον σύγχρονα όπλα επικοινωνιακού και ηλεκτρονικού πολέμου, μας υπενθυμίζει, όπως επανειλημμένα συνέβη στην ιστορία αυτής της χώρας, ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα…
Αδάμαστη συνείδηση
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.258, Απρίλιος 2025
από: https://anarchypress.wordpress.com



