Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Patterns of Prejudice 36. Ο Markus Mathyl είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Πάσσαου με αντικείμενο την ρωσική ακροδεξιά.


Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Δημοσιεύθηκε την





Παρά το γεγονός ότι ριζοσπαστικές εθνικιστικές ομάδες (τόσο παράνομες όσο και ημινόμιμες) υπήρχαν και κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, τα νεοφασιστικά γκρουπούσκουλα στη Ρωσία αποτελούν σήμερα είναι ένα σχετικά νέο, μετασοβιετικό φαινόμενο, το οποίο συνδέεται στενά με την εθνικιστική νεανική αντικουλτούρα που πρωτοεμφανίστηκε τη περίοδο μετά τη περεστρόικα.  Η αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής (μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε το 1991), συνέβαλε καθοριστικά στην εμφάνιση τέτοιων νεοφασιστικών ομάδων. Επιπλέον, η εξαφάνιση της προσωποποίησης του «πρρώτο-εχθρού», δηλαδή του σοβιετικού υλισμού, και η ταυτόχρονη εμφάνιση ενός ιδεολογικού κενού, όπως και η εμφάνιση στη Ρωσία μιας εκτεταμένης ελευθερίας στη πληροφόρηση και στα ταξίδια, άνοιξαν νέες προοπτικές για τη διεθνοποίηση του νεοφασισμού, που πλέον είχε ως στόχο έναν μονοπολικό εχθρό, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η Arctogaia και το Εθνικο-Μπολσεβίκικο Κόμμα (NBP) είναι, αναμφισβήτητα, ρωσικά παραδείγματα ακροδεξιών γκρουπούσκουλα, όπως ορίζονται κατά την τυπολογία του Roger Griffin. Εδώ εξετάζονται μαζί λόγω των εξαιρετικά στενών δεσμών μεταξύ των μελών τους. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διακρίνουμε την πραγματική σημασία αυτών των ομάδων – οι οποίες υπερέχουν του Φιλελεύθερου-Δημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας (LDPR) του Zhirinovsky τόσο ως παραδείγματα όσο και από άποψη ιδεολογικής επιρροής – για την κατανόηση του εθνικισμού μετά  την περεστρόικα. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί η εξαιρετικά κρίσιμη και κοινωνικά ασταθής περίοδος μετά  την περεστρόικα και η επίδρασή της στις νεοφασιστικές ομάδες. Αυτή η απόπειρα μιας τέτοιας εξέτασης προσφέρεται ως συμβολή στην κατανόηση του ιδεολογικού δυναμικού της οργανωμένης ακροδεξιάς σε ένα εξαιρετικά ασταθές κοινωνικό πλαίσιο.

Ανάδυση, ιστορία, σημαντικές προσωπικότητες

Το Εθνικομπολσεβίκικο Κόμμα (NBP) ιδρύθηκε το 1994. Εμφανίστηκε μέσα στο πλαίσιο μιας όλο και μεγαλύτερης σύγκλισης μεταξύ του εθνικιστικού κινήματος και της σοβιετορωσικής αντικουλτούρας, και σε μια εποχή που νέοι τύποι εθνικοπατριωτικών συμμαχιών όχι μόνο εμφανίζονταν και άνθιζαν γενικότερα, αλλά αποτελούσαν και σχεδόν το σύνολο της αντι-Yeltsin αντιπολίτευσης μεταξύ 1992 και 1993 ειδικότερα. Με τη βοήθεια αυτών των συμμαχιών, η συντηρητική πτέρυγα των παλαιών ελίτ, η οποία είχε εξαναγκαστεί σε μια άκρως αμυντική θέση μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος, προσπάθησε να σπρώξει τη Ρωσία προς την κατεύθυνση μιας «εθνικής επανάστασης» και κατά συνέπεια στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου για να αντιμετωπίσει τη σταδιακή απώλεια της εξουσίας τους. Ο μετασχηματισμός του σοβιετικού συντηρητισμού σε μια μορφή επαναστατικού εθνικισμού ήταν αναγκαίος λόγω των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών τότε και ταυτόχρονα αποτέλεσε, υπό διπλή έννοια, προϋπόθεση για την ανάδυση μιας εθνικιστικής αντικουλτούρας. Πρώτον, σε μια προσπάθεια να αναζωογονήσουν ένα κίνημα που περιείχε δυσανάλογα μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων, οι εθνικιστές καθοδηγητές προσπάθησαν να κερδίσουν το ακτιβιστικό δυναμικό της πρώην ριζοσπαστικής-δημοκρατικής αντικουλτούρας που είχε λειτουργήσει ως πρωτοπορία τη περίοδο της περεστρόικα πριν από το 1991. Δεύτερον, ο επαναστατικός εθνικισμός ανοίχτηκε εννοιολογικά και σε εκείνες τις μορφές αντικουλτούρας με δυτική επιρροή που πριν από το τέλος της περεστρόικα είχαν απορριφθεί από τους εθνικιστές ως «μη ρωσικά στοιχεία».

Ιδεολογικά, οι κεντρικοί παράγοντες της ριζοσπαστικοποίησης του σοβιετορωσικού εθνικισμού και του ταυτόχρονου αντισυντηρητικού ανοίγματός του ήταν η δεξαμενή σκέψης Arctogaia, της οποίας ο προσανατολισμός είναι ταυτόχρονα στη Νέα Δεξιά και στη Τρίτη Θέση/Εθνικομπολσεβικισμό, και οι συντάκτες της μεγαλύτερης εθνικοπατριωτικής εφημερίδας της Ρωσίας, με τον τότε τίτλο Den (Ημέρα) – που μετονομάστηκε σε Zavtra (Αύριο) τον Νοέμβριο του 1993 – οι οποίοι με τη σειρά τους συνδέονταν με την Arctogaia σε πιο στενά επίπεδα. Οι ομάδες αυτές αποτελούσαν το ενημερωτικό και ιδεολογικό κέντρο του εθνικισμού και διατηρούσαν στενές σχέσεις τόσο με υψηλά κλιμάκια του ρωσικού στρατού όσο και με τη δυτικοευρωπαϊκή Νέα Δεξιά. Επιπλέον, οργάνωναν συζητήσεις στρατηγικού περιεχομένου που περιλάμβαναν τα δυο αυτά τα αρκετά ανόμοια μεταξύ τους πολιτικά στοιχεία, προκειμένου να διερευνήσουν πιθανές κοινές στρατηγικές ενάντια στην «αμερικανική κυριαρχία» της μονοπολικής πλέον «νέας τάξης πραγμάτων». Σημαντική σημασία για την επιτυχία του ευρύτερου εθνικοπατριωτικού κινήματος είχε το γεγονός πως η επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης που είχε αρχίσει το 1991 επιταχύνονταν, την ίδια στιγμή που τόσο η κρατική ενότητα όσο και η θέση της Ρωσίας ως υπερδύναμης κατέρρεε, παρέχοντας έτσι γόνιμο έδαφος για την προπαγάνδα που προωθούσε την αποκατάσταση μιας αυτοκρατορικής «προστατευτικής κοινότητας».

Έτσι, το NBP γεννήθηκε πρακτικά κατά τη διάρκεια των «εθνικοεπαναστατικών» ημερών της ανοιχτής διαμάχης για την εξουσία μεταξύ του Ρώσου προέδρου και του κοινοβουλίου, το οποίο είχε περάσει υπό την έντονη επιρροή των εθνικοπατριωτών τον Οκτώβριο του 1993. Μετά τη διάλυση του κοινοβουλίου – μια αντισυνταγματική αλλά πιθανώς πολιτικά αναγκαία πράξη – το κοινοβούλιο τότε «υπερασπίστηκαν» νεαροί φασίστες, αναρχικοί, μέλη της αντικουλτούρας και σταλινικοί, οι οποίοι ύψωσαν τη σημαία του κοινού αγώνα ως ιδεολογική πλατφόρμα του Εθνικομπολσεβίκικου Κόμματος. Κατά τη διάρκεια εκείνης της ιδρυτικής περιόδου του ΝΒΡ, η ομάδα της Arctogaia ήταν καθοριστική για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του κόμματος: αρχικά, η Arctogaia ήρθε σε ρήξη με τους εθνικοπατριώτες, οι οποίοι είχαν εδραιωθεί στο κοινοβούλιο αφού υπέστησαν ήττα στη πάλη εξουσίας αλλά στη συνέχεια σημείωσαν μεγάλη επιτυχία στις εκλογές που ακολούθησαν. Στη συνέχεια, η Arctogaia απορροφήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από το NBP. Το σχέδιό της ήταν να διατηρήσει εκεί την εθνικοεπαναστατική ορμή του 1992-3 με την προώθηση μιας εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης που θα έβρισκε τη βάση στήριξής της κυρίως μεταξύ των ριζοσπαστών εθνικιστών και των μελών της νεανικής αντικουλτούρας.

Ιδιαίτερη σημασία για το NBP ήταν η υψηλού προφίλ δημόσια εικόνα και η αυθεντικότητα ως προερχόμενα από την αντικουλτούρα των τριών σημαντικότερων ιδρυτικών μελών του. Η φήμη τους, η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό ξεπερνούσε τα όρια της κομματικής ένταξης, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη των ενεργών δυτικών νεοφασιστών. Πράγματι, αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την εξαιρετικά γρήγορη και επιτυχημένη εδραίωση του NBP ως της σημαντικότερης οργάνωσης της αντικουλτούρας και της δεύτερης σημαντικότερης εξωκοινοβουλευτικής εθνικιστικής οργάνωσης στη Ρωσία σήμερα.

Ο θεωρητικός πατέρας του NBP θεωρείται ο Aleksandr Dugin, ο οποίος γεννήθηκε το 1962 και του οποίου η σταδιοδρομία ως επικεφαλής της Arctogaia και ηγέτης της ρωσικής Νέας Δεξιάς είναι άκρως χαρακτηριστική της πολιτικής αλλαγής που έλαβε χώρα στη μετα-περεστρόικα περίοδο. Ωστόσο, η πολιτική καριέρα του Dugin ξεκίνησε, στο Παμιάτ (National Patriotic Front «Memory», NPF «Memory») το 1988 με αποτυχία. Η προσπάθειά του να εισαγάγει νέες ιδέες σε εκείνη την εθνικιστική οργάνωση, η οποία εκείνη την εποχή ήταν η μεγαλύτερη στη Ρωσία και είχε έντονο μοναρχικό προσανατολισμό, έληξε μόλις ένα χρόνο αργότερα με τη διαγραφή του από το κόμμα. Μαζί του αποβλήθηκε και ο ισλαμιστής παραδοσιοκράτης Geidar Dzhemal, ο οποίος ανήκε στον ίδιο ημι-αντιπολιτευτικό κύκλο με τον Dugin, έναν κύκλο που ήταν ερμητικά κλειστός προς τα έξω και στον οποίο συζητούνταν σύγχρονες εθνικιστικές ιδέες ήδη πριν από το 1991. Αυτό το λεγόμενο «μεταφυσικό υπόγειο» μπορεί να θεωρηθεί ο πρόδρομος της ομάδας Arctogaia, η οποία εμφανίστηκε στη δημόσια σκηνή μόλις το 1990-1. Μέχρι σήμερα, υπάρχουν στενές σχέσεις μεταξύ των ατόμων αυτού του κύκλου, τα οποία – όπως ο γνωστός συγγραφέας και μέλος της PEN, Yuri Mamleev – δίνουν διαλέξεις για την Arctogaia. Μεταξύ 1991 και 1993, ο Dugin αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ιδεολόγους της ριζοσπαστικοποίησης του ρωσικού εθνικισμού. Δημοσίευε σε τακτική βάση στη Den, την πιο σημαντική εθνικοπατριωτική εφημερίδα, ξεκίνησε δύο δικά του εκδοτικά εγχειρήματα με τη συμμετοχή επιφανών εκπροσώπων της Νέας Δεξιάς, όπως ο Alain de Benoist, και ήταν εκδότης συνολικά τεσσάρων βιβλίων. Παράλληλα με τις πολιτικές εκδοτικές του δραστηριότητες, ο Dugin εργάστηκε πάνω σε ένα νέο, επιθετικό γεωπολιτικό δόγμα, μακροπρόθεσμος στόχος του οποίου ήταν η αποκατάσταση της θέσης της Ρωσίας ως υπερδύναμης.

Το σημαντικότερο προϊόν του έργου του Dugin, το οποίο πραγματοποίησε ως λέκτορας στην Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου, ήταν το βιβλίο του Βασικές Αρχές Γεωπολιτικής. Το βιβλίο αυτό, το οποίο ανατυπώθηκε πρόσφατα σε τρίτη, σημαντικά διευρυμένη έκδοση, όχι μόνο αποτέλεσε τη βάση για μια εγχώρια γεωπολιτική σχολή της ίδιας της Ρωσίας, αλλά είχε επίσης καθοριστική σημασία για την καθιέρωση της γεωπολιτικής ως αποδεκτής επιστήμης στη Ρωσία, αφού κατά τη σοβιετική εποχή θεωρούνταν κατά κύριο λόγο φασιστική επιστήμη. Οι παράγοντες που επέτρεψαν στον Dugin να αναρριχηθεί στη θέση του επίσημου συμβούλου του Gennadiy Seleznev, του προέδρου του κοινοβουλίου, ήταν από τη μια οι δεσμοί του με το εθνικιστικό κατεστημένο και από την άλλη ο όλο και μεγαλύτερος συντηρητισμός της περιόδου μετά την περεστρόικα στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Από αυτή τη συμβουλευτική θέση, ο ίδιος και η Arctogaia κατόρθωσαν να διευρύνουν διαρκώς τις πολιτικές τους διασυνδέσεις, οι οποίες τελικά έφτασαν μέχρι το προεδρικό περιβάλλον.

Ακόμα πιο διάσημος από τον Dugin ήταν ο Eduard Limonov, γεννημένος το 1944 και ηγέτης του NBP, ο οποίος σήμερα ένας είναι από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς στη Ρωσία. Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Eto Ya Edichka (Είμαι εγώ, ο Έντι), το οποίο εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη μετά τον εξαναγκαστικό του εκπατρισμό το 1978, περιγράφει τη ζωή στην εξορία υπό την οπτική γωνία ενός Ρώσου μπίτνικ. Έγινε ένα από τα καλτ βιβλία της ρωσικής αντικουλτούρας και ο αριθμός των αντιτύπων που τυπώθηκαν έκτοτε έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο. Μετά την επιστροφή του στη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Limonov έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς απολογητές του εμφυλίου πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου πολέμησε ενεργά στο πλευρό των Σέρβων. Παράλληλα με την πρακτική και, κυρίως, τη λογοτεχνική του εμπλοκή στον πόλεμο – η τελευταία κορυφώθηκε με τη δήλωσή του «ο πόλεμος είναι ελευθερία» – το 1992 ο Limonov ίδρυσε την πρώτη εθνικιστική οργάνωση της ρωσικής αντικουλτούρας, το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ο πυρήνας του αποτελούνταν από τις ίδιες σημαντικές προσωπικότητες της αντικουλτούρας που προηγουμένως είχαν υπάρξει μέλη του σκιώδους υπουργικού συμβουλίου του προέδρου του LDPR (Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας, Liberalno-demokraticheskaya partiya Rossii), Zhirinovsky, όπου είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του επιθετικού, λαϊκιστικού ύφους του. Μαζί με τον Dugin, ο Limonov ήταν από τους σημαντικότερους αρθρογράφους που δημοσιεύονταν στη Den, στην οποία, από τότε ακόμη, καλούσε από πρωτοσέλιδα άρθρα σε εθνική επανάσταση στη Ρωσία. Μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, ο Limonov έχει εκδώσει συνολικά πέντε βιβλία, αρκετά από τα οποία είναι αυτοβιογραφικά πολιτικά μυθιστορήματα με μεγάλες κυκλοφορίες. Αυτές οι ιστορίες για τις εμπειρίες του Limonov στον πόλεμο και στο NBP συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία μιας ρομαντικής επαναστατικής μυθολογίας γύρω από τους εθνικομπολσεβίκους.

Η τρίτη ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα του NBP είναι ο Yegor Letov, τραγουδιστής του πιο γνωστού σοβιετικού ρωσικού πανκ συγκροτήματος, του Grazhdanskaya Oborona, του οποίου οι κασέτες πωλούνται σε όλα τα μουσικά καταστήματα και του οποίου το ακρωνύμιο μπορεί να βρεθεί ζωγραφισμένο σε γκράφιτι στους τοίχους σχεδόν κάθε ρωσικής πολυκατοικίας. Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, και μόνο λόγω της του δράσης ως κομμάτι της νεανικής αντικουλτούρας, ο Letov, ο οποίος γεννήθηκε το 1966, είχε εγκλειστεί σε κλειστή πτέρυγα ψυχιατρικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της περεστρόικα, ηχογράφησε αναρχικά τραγούδια κατά του σοβιετικού συστήματος και έγινε ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς υποστηρικτές της «περεστρόικα από τα κάτω». Από το 1993 και μετά, όταν αναδείχθηκε σε έναν από τους τρεις ηγέτες του Εθνικομπολσεβίκικου Κόμματος, άρχισε να επανερμηνεύει την ιστορία του και τη μουσική του από μια εθνικομπολσεβίκικη οπτική γωνία.

Ιδεολογία και πολιτική της ιστορίας

Ολόκληρη η ιδεολογία του NBP μπορεί να εντοπιστεί στις δραστηριότητες του Dugin και της Arctogaia. Αυτή μπορεί να εντοπιστεί στις προπαρασκευαστικές εργασίες που ξεκίνησε η Arctogaia το 1991 – συμπεριλαμβανομένων εκδοτικών εγχειρημάτων, άρθρων και συζητήσεων στη Den – και που οδήγησαν στην ίδρυση του NBP το 1994 ως το αποκορύφωμα ενός από τα πολιτικά της σχέδια. Η ίδια η ιδεολογία του κόμματος, που τυποποιήθηκε στην αρχική φάση της οργάνωσης από τον Dugin, έχει ευρεία αποδοχή στο NBP μέχρι και σήμερα.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδεολογία της Arctogaia/NBP αναπτύχθηκε σε στενή συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκά γκρουπούσκουλα της Νέας Δεξιάς και του νεοφασισμού. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι συνδέει αυτές τις δυτικές ιδεολογίες με τις αυταρχικές ρωσο-σοβιετικές πνευματικές παραδόσεις. Το αποτέλεσμα αυτής της σύνθεσης μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μορφή Τρίτης Θέσης, η οποία χαρακτηρίζεται από ακραία παραδοσιοκρατία και εσωτερισμό. Ωστόσο, καθώς αυτή η ιδεολογία διαφέρει από εκείνη της γαλλικής Groupe Union Défense (GUD) – πρώτον, στην ευρύτερη συμπερίληψη ριζοσπαστικών αριστερών ιδεολογικών στοιχείων (σταλινισμός, λενινισμός, και αργότερα και αναρχισμός και αριστερή τρομοκρατία) και, δεύτερον, στο πολιτικο-ιστορικό πλαίσιο από το οποίο αναδύθηκε – η αυτοπαρουσίασή της ως «εθνικομπολσεβίκικη» φαίνεται να είναι μια ταιριαστή περιγραφή της ιδεολογίας του NBP, η οποία, ωστόσο, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον προπολεμικό εθνικομπολσεβικισμό, ιδίως στη Σοβιετική Ρωσία.

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδεολογία του NBP είναι το προϊόν μιας μεταπολιτικής σύνθεσης του εθνικομπολσεβικισμού, η οποία αρχικά δεν είχε ως σκοπό να γίνει το θεμέλιο μιας ενιαίας οργάνωσης. Αντίθετα, σχεδιάστηκε για να διευκολύνει τον σχηματισμό συνασπισμών, χρησιμοποιώντας τον εθνικομπολσεβικισμό ως ερμηνευτικό εργαλείο της ιστορίας και των τρεχόντων γεγονότων για τον κατευνασμό των εσωτερικών εντάσεων. Κατά τη διαδικασία δημιουργίας συνασπισμών που ξεκίνησε το 1992, μοναρχικοί, κομμουνιστές και φασίστες εθνικιστές ενώθηκαν σε ευρείες αντιπολιτευτικές συμμαχίες, όπως το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας (FNS, Front natsional’nogo spaseniya), με στόχο την ενοποίηση όλων αυτών των αντιφιλελεύθερων δυνάμεων, προκειμένου να αγωνιστούν ενάντια στον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της Ρωσίας, τόσο σε επίπεδο δρόμου όσο και στη συνείδηση του ρωσικού λαού. Στον αγώνα αυτό, ο μακροπρόθεσμος στόχος ήταν σαφώς η αποκατάσταση της αυτοκρατορίας.

Για την επίτευξη όλων αυτών των σκοπών η ιδέα του «ευρασιανισμού» θεωρήθηκε το κατάλληλο μέσο και η «επανανακάλυψη» του μπορεί να αποδοθεί σε σημαντικό βαθμό στον Dugin. Η ιδεολογία αυτή, η οποία αναπτύχθηκε στους κύκλους των λευκών Ρώσων εμιγκρέδων τη δεκαετία του 1920, ερμήνευσε την Οκτωβριανή Επανάσταση, με έναν «συντηρητικό επαναστατικό» τρόπο, ως ένα αναγκαίο γεγονός που διατήρησε την αυτοκρατορική συνέχεια και την εθνική ατομικότητα και έθεσε τέλος στην υποτιθέμενη επιζήμια περίοδο του δυτικού προσανατολισμού και του εξευρωπαϊσμού της Ρωσίας που είχε αρχίσει με τον Μέγα Πέτρο. Ήταν συγκεκριμένα η έμφαση που έδωσε ο ευρασιανισμός στην αυτοκρατορική και κρατική συνέχεια που του εξασφάλισε τον χώρο για να απελευθερώσει το σημαντικό πολιτικοϊστορικό δυναμικό του για τη συμφιλίωση της κόκκινης και της λευκής παράδοσης της ρωσο-σοβιετικής ιστορίας. Επειδή ο ευρασιανισμός στήριξε την ιδέα του για ένα πολυεθνικό Ράιχ πάνω στην κοινή γη, καμία άλλη ιδεολογία δεν είχε ανάλογη ικανότητα να διακηρύσσει την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας ως απόλυτη αναγκαιότητα που υπαγορεύονταν από την ίδια τη φύση. Ακόμα και τα γεωγραφικά όρια που στην πορεία της ιστορίας είχαν εξελιχθεί στα όρια της Σοβιετικής Ένωσης, ανακηρύχθηκαν «φυσικά» και θεωρήθηκαν ως ουσιαστικοί παράγοντες ενός συγκεκριμένου τύπου πολιτισμού.

Ωστόσο, σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ότι ο «νέο-ευρασιανισμός» του Αλεξάντρ Dugin χρησιμοποίησε τον παλιό ευρασιανισμό αποκλειστικά και μόνο ως αφετηρία. Ο Dugin ξεπέρασε τον παλιό ευρασιανισμό γεωπολιτικά και ιδεολογικά για να δημιουργήσει την ευρύτερη έννοια του εθνικοπολσεβικισμού. Αναπτύχθηκαν πράγματι μεγαλεπήβολα γεωπολιτικά οράματα – κοινά με πολλούς δυτικοευρωπαίους ομόλογους του της Νέας Δεξιάς – που υιοθέτησαν την έννοια του Haushofer για το ηπειρωτικό μπλοκ καθώς και ιδέες των Ευρωπαίων εθνικομπολσεβίκων και πρότειναν την επέκταση της Ευρασίας ώστε να συμπεριλάβει όλη την Ευρώπη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα συνεργατικά σχέδια μεταξύ αυτών των ρωσικών και δυτικοευρωπαϊκών ομάδων άνοιξαν το δρόμο για άλλες ιδεολογίες που μοιράζονται το στόχο της αντιπαράθεσης με τον κοινό εχθρό, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήδη από το 1991 τα έντυπα Den’ και Elementy δημοσίευσαν συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης στις οποίες κορυφαίοι δυτικοευρωπαίοι νεοδεξιοί και εθνικομπολσεβίκοι, όπως ο Alain de Benoist και ο Jean Thiriart, συζητούσαν τις προοπτικές μιας ευρω-ευρασιατικής στρατιωτικής εταιρικής σχέσης με εκπροσώπους της ρωσικής στρατιωτικής διοίκησης και εθνικο-συντηρητικούς πολιτικούς, όπως ο Zyuganov, ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος (CPRF), και ο Yegor Ligachev, ο κύριος αντίπαλος του Gorbachev.

Η ικανότητα του ρωσικού εθνικισμού να υπερβαίνει τα ιστορικά εδαφικά πλαίσια αντιστοιχούσε απόλυτα με τον εναγκαλισμό του με όλο σχεδόν το φάσμα των ευρωπαϊκών ιδεολογιών της Νέας Δεξιάς και της ριζοσπαστικής Δεξιάς, οι οποίες παρουσιάστηκαν στο ευρύ ρωσικό αναγνωστικό κοινό για πρώτη φορά στο Elementy στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ειδικότερα, προπαγανδίζοντας επαναστατικές εθνικιστικές ιδέες, σκόπευε να επιτύχει την απαραίτητη ριζοσπαστικοποίηση τόσο του σοβιετικού όσο και του μοναρχικού συντηρητισμού κατά τη διάρκεια της όλο και πιο μαχητικής πάλης για εξουσία που γίνονταν μεταξύ 1992 και 1993. Ωστόσο, αυτό το άνοιγμα απαιτούσε την οικοδόμηση μιας δεύτερης ιστορικοπολιτικής γέφυρας, η οποία – όπως και η προηγούμενη μεταξύ μοναρχικών και μπολσεβίκων – θα χρησίμευε για να εξουδετερώσει την πιθανή ιστορική σύγκρουση μεταξύ φασισμού και μπολσεβικισμού, ξανά με έναν εξειδικευμένο εθνικομπολσεβίκικο τρόπο. Αυτή η δεύτερη γέφυρα αποκαλύπτεται πλήρως στο δοκίμιο του Dugin «Φασισμός-Δίχως Σύνορα και Κόκκινος», που χρονολογείται από την πρώιμη φάση του Εθνικομπολσεβίκικου Κόμματος. Παρά τις οδυνηρές σοβιετικές εμπειρίες στον 2ο ΠΠ, ο Dugin επιχειρεί εδώ να προωθήσει μια θέση που προτείνει την ικανότητα της Ρωσίας να δημιουργήσει συνδέσεις με τις παραδόσεις του ευρωπαϊκού φασισμού. Η επιχειρηματολογία του συγκεκριμένα βασίζεται ουσιαστικά σε αυτό που παρουσιάζει ως ένα ισχυρό αριστερό ρεύμα εντός του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Κατά συνέπεια, αυτό το αριστερό και φιλορωσικό ρεύμα θα επέτρεπε μια πιο μακροπρόθεσμη συμμαχία μεταξύ της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης ενάντια στη Δύση – πέρα από το σύμφωνο Hitler-Stalin – και που καταστράφηκε μόνο από τους καπιταλιστικούς και ταυτόχρονα φιλοδυτικούς συμβιβασμούς του Hitler. Ένας διεθνής φασισμός χωρίς σύνορα θα έπρεπε επομένως να είναι κόκκινος, δηλαδή εθνικομπολσεβίκικος, στην απαίτηση του για μια επαναστατική αντικαπιταλιστική προοπτική. Στην ιστορικοπολιτική διαστρέβλωση αυτή, ο φασισμός εμφανίζεται ως δυνητικός σύμμαχος – πλέον οι θάνατοι εκατομμυρίων σοβιετικών πολιτών δεν χρεώνονται στον φασισμό, αλλά στις νεφελώδεις δυτικές και καπιταλιστικές δυνάμεις που έπαιξαν τον σημαντικό ρόλο του «πρώτο-εχθρού» και κατά τη σοβιετική εποχή.

Όπως και η άκρως στρατηγική διασύνδεση διαφορετικών ιδεολογιών που περιεγράφηκε παραπάνω, η ανάπτυξη της ιδεολογίας της Arctogaia – που έχει φτάσει τα δέκα χρόνια – έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός σκόπιμου και συστηματικού πειραματικού σχεδίου. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως αυτή η ιδεολογία διευρύνει διαρκώς τα σημεία αναφοράς της με την πάροδο των ετών, ώστε να συμπεριλάβει τον αναρχισμό, την αριστερή τρομοκρατία, τον μεταμοντερνισμό, τους Παλαιούς Πιστούς και την εβραϊκή παραδοσιοκρατία, έχει καταστεί δυνατό και μάλιστα αναγκαίο να την κατανοήσουμε, όπως κάνει ο ίδιος ο Dugin, ως ένα επιθετικά ανοιχτό σύστημα. Αυτή η ιδεολογία στρέφεται πρωτίστως εναντίον ενός απόλυτου εχθρού και επιχειρεί συνεχώς να ενσωματώσει και να ενεργοποιήσει νέα ιδεολογικά στοιχεία για να τον καταπολεμήσει. Στο Μανιφέστο της Αρκτογαίας ο εχθρός αυτός κατονομάζεται συγκεκριμένα ως οι Ηνωμένες Πολιτείες και αφηρημένα ως το δυτικό φιλελεύθερο σύστημα. Στο άρθρο «Η μεταφυσική του εθνικομπολσεβικισμού», τίθεται η εννοιολογική βάση για την εθνικομπολσεβίκικη σύνθεση με επιχειρήματα ex negativo ενάντια στην έννοια της ανοικτής κοινωνίας του Karl Popper. Αν και ο Dugin προτείνει μια σαφώς εβραϊκή προέλευση και μια συνωμοτική διάσταση του πρώτο-εχθρού, από το 1998 και μετά κατορθώνει να αναπτύξει μια πιο διαφοροποιημένη μορφή αντισημιτισμού που κάνει διάκριση μεταξύ «ανατρεπτικών, καταστροφικών Εβραίων χωρίς εθνικότητα» και καλών, παραδοσιακών – δηλαδή Σιωνιστών και Ευρασιανιστών – Εβραίων. Ένας τέτοιος «φιλοσιωνιστικός» αντισημιτισμός καταδεικνύει όχι μόνο την προσαρμοστικότητα αυτού του ιδεολογικού συστήματος, αλλά και την απόλυτη εξάρτησή του από τη γεωπολιτική κατάσταση. Ταυτόχρονα με αυτές τις εννοιολογικές αλλαγές, η Arctogaia δημιούργησε επαφές με υπερεθνικιστικούς κύκλους στο Ισραήλ. Οι ομάδες αυτές όχι μόνο υποστηρίζουν την ιδέα ότι κάθε Εβραίος οφείλει να ζει στο Ισραήλ – μια ιδέα σε αρμονία με την έννοια του εθνοπλουραλισμού – αλλά η επιρροή τους στην ισραηλινή πολιτική θα εγγυηθεί επίσης την αποσταθεροποίηση της περιοχής, ανοίγοντας με τη σειρά της στη ρωσική πολιτική μια νέα σφαίρα επιρροής στην ισραηλινο-παλαιστινιακή ειρηνευτική διαδικασία, στην οποία προηγουμένως κυριαρχούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι καλά εδραιωμένες επαφές της Arctogaia με ριζοσπαστικές αντιδυτικές ισλαμικές ομάδες εντός και εκτός της Ρωσίας την ίδια περίοδο, καθώς και η στρατηγική της να χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως πηγή για την επέκταση και ενίσχυση ενός αντιδυτικού εθνικομπολσεβίκικου μετώπου, υπογραμμίζουν την αξιοσημείωτη διαπλοκή ιδεολογίας και γεωπολιτικής στην ομάδα αυτή.

Κατά την ταξινόμηση της ιδεολογίας της Arctogaia και του NBP, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι και οι δύο ομάδες όχι μόνο κάνουν θετικές αναφορές σε μεμονωμένα φασιστικά κινήματα, αλλά και μιλούν υπέρ ενός φασιστικού καθεστώτος στη Ρωσία. Ενώ ο Dugin προπαγανδίζει την ιδέα ενός «κόκκινου και απεριόριστου» φασισμού, όπως προαναφέρθηκε, ο Limonov, εκ μέρους του NBP, απαντά στην ερώτηση «Ποιος χρειάζεται φασισμό στη Ρωσία;» με μία λέξη: «Όλοι».

Συνδέσεις

Οι διασυνδέσεις της Arctogaia και του NBP καταδεικνύουν την επιθετική ειλικρίνεια του ιδεολογικού συστήματος στην προτίμησή του για μια απόλυτη αντι-δυτική σύνθεση που επιχειρεί να εγκαθιδρύσει τον φασισμό της τρίτου δρόμου ή τον εθνικομπολσεβικισμό ως πολιτισμική και πολιτική αντιπολίτευση. Αυτό είναι εμφανές στο ευρύ φάσμα πολιτιστικών ή στιλιστικών αναφορών, όπως και πολιτικών και θεσμικών, που γίνονται από τις δύο οργανώσεις και το περιβάλλον τους, και είναι εξίσου εμφανές στις πραγματικές όσο και στις εικονικές διασυνδέσεις τους. Οι διασυνδέσεις αυτές μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: πρώτον, θεσμικές διασυνδέσεις (κοινοβούλιο, στρατός και μυστικές υπηρεσίες)· δεύτερον, πολιτικές διασυνδέσεις (από ριζοσπαστικές δεξιές έως αριστερές ρωσικές και διεθνείς ομάδες)· και, τρίτον, διασυνδέσεις στο πολιτισμό και την αντικουλτούρα (μποέμ συγγραφείς, παραδοσιακές ομάδες και οι μουσικές σκηνές του πανκ, του ροκ, των σκίνχεντ και του dark wave).

Η Arctogaia χρησιμοποίησε το Διαδίκτυο ως βασικό εργαλείο δικτύωσης σε βαθμό που δεν το έχει κάνει σχεδόν καμία άλλη πολιτική ομάδα στη Ρωσία. Η αξιοσημείωτη παρουσία της στο Δίκτυο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στον αγώνα της για πολιτιστική ηγεμονία και γίνεται γρήγορα αντιληπτή όταν κάποιος εισάγει ονόματα όπως «Dugin» ή συναφείς όρους σε μια ρωσική μηχανή αναζήτησης. Όχι μόνο όλες οι έντυπες εκδόσεις της Arctogaia (βιβλία, εφημερίδες, άρθρα και συνεντεύξεις) είναι διαθέσιμες στο Διαδίκτυο, αλλά η ομάδα εκδίδει επίσης πέντε διαδικτυακές εφημερίδες και διατηρεί πέντε ιστότοπους. Όλα τα εγχειρήματα της στο Διαδίκτυο είναι προσβάσιμα μέσω του κύριου ιστότοπου της (www.arctogaia.com) και κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με τους τομείς ενδιαφέροντος της ομάδας.

Αν ακολουθήσει κανείς τους συνδέσμους στην κεντρική ιστοσελίδα της Arctogaia, θα βρει πάνω από δέκα άλλες ιστοσελίδες της Arctogaia, καθώς και εκείνες άλλων Ρώσων εθνικοπατριωτών, την επίσημη εφημερίδα του ρωσικού στρατού, Krasnaya Zvezda, και διεθνή εγχειρήματα της Νέας Δεξιάς, όπως το GRECE, το αγγλικό Eurasian Movement, το οποίο βασίζεται στις ιδέες του Dugin, και το ιταλογαλλικό Archivo Eurasia. Η Arctogaia έχει επίσης έχει σχέσεις με δυο κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης: την Nezavisimaya Gazeta, μια καθημερινή εφημερίδα, και την Strana Ru, την ημιεπίσημη ιστοσελίδα της ρωσικής κυβέρνησης, που δημοσιεύουν αμφότερες άρθρα του Dugin και της ομάδας γύρω από την Arctogaia. Μια ακόμη ιστοσελίδα που διατηρεί η Arctogaia, η Novoe Soprotivlenie, επιτρέπει την επαφή μεταξύ ενός πλήθους δυτικών νεοφασιστικών και εθνικομπολσεβίκικων ομάδων μέσω του τριτοθεσίτικου διαδικτυακού κόμβου New Resistance.

Η αντικουλτούρα και το σχίσμα στο NBP

Η συστηματική, σκόπιμη δημιουργία και καλλιέργεια μιας εθνικιστικής νεανικής αντικουλτούρας γύρω από το Εθνικομπολσεβίκικο Κόμμα από το 1994 απεικονίζει με γλαφυρό τρόπο τον εξαιρετικά πιτυχημένο αγώνα της ευρωπαϊκής Νέας Δεξιάς για πολιτιστική ηγεμονία στη Ρωσία μετά την περεστρόικα. Η επιτυχία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι όχι μόνο εξουδετέρωσε το κοινωνικό στοιχείο που υποστήριζε την περεστρόικα, αλλά και στο ότι ενσωμάτωσε το στοιχείο αυτό απευθείας στο εθνικιστικό κίνημα. Σε αντίθεση με επιφανειακά παρόμοια φαινόμενα στην Ευρώπη – που είναι μεν συγκρίσιμα από ορισμένες απόψεις, αλλά παραμένουν, στο σύνολό τους, σαφώς περιθωριακά – η ρωσική Νέα Δεξιά κατάφερε να καταλάβει το κέντρο της αντικουλτούρας και να διεκδικήσει ένα πρωτοφανές φάσμα στυλ. Μπόρεσε έτσι να δημιουργήσει μια νέα αντιπολιτευτική ταυτότητα για το σύνολο της σοβιετικής αντικουλτούρας, η οποία, μετά την παρακμή του παντοδύναμου σοβιετικού κράτους, είχε βυθιστεί σε κρίση. Έτσι, ενώ το πιο δημοφιλές σοβιετικό ρωσικό πανκ συγκρότημα, η Grazhdanskaya Oborona, προωθούσε την ανάπτυξη μιας ευρείας εθνικιστικής πανκ σκηνής, και πολλά άλλα δημοφιλή ρωσικά ροκ συγκροτήματα έδειχναν τη συγγένειά τους με το νέο κίνημα, ενώ ακόμη και διεθνώς γνωστοί καλλιτέχνες όπως ο Sergei Kurekhin ανακοίνωσαν ότι είχαν ενταχθεί στο NBP. Επιπλέον, ήταν το δεκαπενθήμερο περιοδικό Limonka του NBP που επηρέασε αποφασιστικά την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ρωσικού κινήματος των skinhead στα μέσα της δεκαετίας του 1990, προπαγανδίζοντας ένα φασιστικό στυλ και έναν αντίστοιχο κώδικα ένδυσης. Το γεγονός ότι ένα διακριτικά ρατσιστικό τραγούδι που ερμηνεύτηκε από ένα συγκρότημα κοντά στο NBP κατάφερε να φτάσει στο νούμερο ένα των ρωσικών charts τονίζει τις πολλαπλές διαστάσεις της πολιτιστικής επιρροής των εθνικομπολσεβίκων και την αδυναμία του ρωσικού κοινού να αντισταθεί απέναντι στις όλο και πιο εθνικιστικές τάσεις.

Παρά την ευρεία της βάση στην αντικουλτούρα και το γεγονός ότι όλο και περισσότερες αριστερές ομάδες προσχώρησαν στο NBP, η οργάνωση διασπάστηκε λόγω του σχίσματος που αναπτύχθηκε μεταξύ του Aleksandr Dugin και του Eduard Limonov την άνοιξη του 1998. Αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό εδώ είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ακτιβισμός του NBP ριζοσπαστικοποιήθηκε και η διανοητική του διάσταση μειώθηκε σημαντικά μετά την αποχώρηση της Arctogaia από το κόμμα. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν οδήγησε σε πραγματική κρίση του NBP για δύο λόγους: πρώτον, η δεκαπενθήμερη εφημερίδα Limonka, η οποία είχε κεντρική σημασία για τη δημόσια απήχηση της οργάνωσης, συνέχισε να εκδίδεται· και, δεύτερον, τα μέλη του NBP συνέχισαν να αυξάνονται αριθμητικά και να εξαπλώνονται γεωγραφικά μέχρι σήμερα, ακόμη και ενάντια στη γενικότερη τάση μείωσης του ρωσικού εθνικισμού. Μένει να δούμε σε ποιο βαθμό η σύλληψη του Limonov τον Απρίλιο του 2001 με την κατηγορία της παράνομης εμπορίας όπλων και της προετοιμασίας ένοπλης εξέγερσης στο βόρειο Καζακστάν θα συμβάλει στην αποδυνάμωση του NBP και/ή στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή του.

Η εξέλιξη της Arctogaia κατά την ίδια περίοδο, από το 1998 και μετά, παρουσιάζει ενδιαφέρον κυρίως από πολιτική άποψη. Αρχικά επέστρεψε στο κύριο ρεύμα του εθνικοπατριωτικού κινήματος με αυξανόμενη επιρροή, μια εξέλιξη που μπορεί να θεωρηθεί ως αντανάκλαση της μεταβαλλόμενης πολιτικής κατάστασης στη Ρωσία. Αφού ανέβηκε στη θέση του επίσημου συμβούλου του προέδρου του ρωσικού κοινοβουλίου το 1998, ο Dugin κατάφερε στη συνέχεια να εδραιώσει τη σχέση του με τη διοίκηση του νέου προέδρου Putin, ιδρύοντας τον Απρίλιο του 2001 το ευρύ, χωρίς αποκλεισμούς Κίνημα Ευρασία. Είναι αξιοσημείωτο πως το πέτυχε χωρίς να διακόψει τους στενούς δεσμούς του με δυτικές ομάδες της Νέας Δεξιάς και της ριζοσπαστικής Δεξιάς ή να αφαιρέσει τα νεοφασιστικά κείμενα του από το Διαδίκτυο.

Η σημασία της γκρουπουσκουλικής δεξιάς της Ρωσίας

Η επιτυχία των νεοφασιστικών γκρουπούσκουλων στη Ρωσία δείχνει πόσο εκρηκτική μπορεί να είναι δυνητικά η φασιστική διάγνωση του status quo, που έχει διατηρηθεί σχεδόν αλώβητη από το 1945, όταν συναντά μια νέα κατάσταση ακραίας πολιτικής αστάθειας και χρησιμοποιείται σε εντατική πολιτική προπαγάνδα, όπως συνέβη μετά την απότομη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στη Ρωσία μετά την περεστρόικα. Έτσι η σημασία δεξιών γκρουπούσκουλων στη συντήρηση της φασιστικής διάγνωσης δεν είναι απλά ζήτημα του κινδύνου που θα μπορούσε να αποτελεί σε μια ενδεχόμενη βαθιά κρίση στις δυτικές δημοκρατίες, αλλά εκείνο του άμεσου κινδύνου επιβεβαιωμένου από την ίδια τη πραγματικότητα της Ρωσίας μετά τη περεστρόικα.

Τα ρωσικά νεοφασιστικά γκρουπούσκουλα αντιπροσωπεύουν μια νέα διάσταση στη διεθνοποίηση του νεοφασισμού μετά το 1990-1. Μέσω της άμεσης συνεργασίας των μελών της δυτικής Νέας Δεξιάς και ακροδεξιάς με τις συντηρητικές ελίτ της Ρωσίας, οι πρωτό-εχθροί της παλιάς, διπολικής παγκόσμιας τάξης μετασχηματίστηκαν, ενώ δημιουργήθηκαν νέοι χώροι και συγκεντρώθηκαν πόροι για διεθνή νεοφασιστικά δίκτυα. Αυτό φαίνεται παραστατικά από τον τρόπο με τον οποίο η κοσμογονική ρήξη του 1990-1 επέφερε παραδειγματικές αλλαγές στη στρατηγική και την ιδεολογία του νεοφασισμού, παρόμοιες με εκείνες που προέκυψαν από τις ιστορικές καμπές του 1945 και του 1968.

Μεταξύ των ερωτημάτων που δημιουργούνται από αυτά τα ρωσικά παραδείγματα είναι και κάποια τυπολογικής φύσης: Η Arctogaia και το NBP αψηφούν την ξεκάθαρη ταξινόμηση ως οντότητες που ανήκουν αυστηρά είτε στο επίσημο δίκτυο συνδεδεμένων thinktanks και εκδοτικών οίκων που απαρτίζουν τη Νέα Δεξιά είτε στην πιο ατομικοποιημένη «γκρουπουσκουλική δεξιά», και αντίθετα δείχνουν τη ρευστότητα των ορίων μεταξύ αυτών των δύο μορφών του μετά το 1945 νεοφασισμού. Ειδικά όσον αφορά την Arctogaia, κάθε εμφάνισή της είτε με έναν σαφώς νεοδεξιό προσανατολισμό είτε με έναν πιο γκρουπουσκουλικό προσανατολισμό μπορεί να αποδοθεί στην συγκεκριμένη χρονική φάση και να αποδοθεί στην προσαρμογή της ομάδας στη μεταβαλλόμενη πολιτική κατάσταση.

Το ιδεολογικό εύρος της τρίτης θέσης της Arctogaia και του NBP ξεπερνά το πολιτικό φάσμα που περιγράφηκε σε σχέση με το GUD, καθώς ενσωματώνει επίσης σταλινικές, λενινιστικές και εν μέρει ακόμη και αναρχικές και νεοαριστερές επιρροές, ιδίως στις μορφές τους μέσα στην αντικουλτούρα. Καθώς αυτό ισχύει και για τις δυτικές τριτοπολιτευτικές ομάδες – όπως η Spartacus Press, το Ευρασιανικό κίνημα και ο Εθνικοαναρχισμός – είναι απαραίτητο να μελετηθεί ο βαθμός στον οποίο η εξαφάνιση της πραγματικής σοβιετικής εξουσίας οδηγεί σε μια επανεκτίμηση κομματιών της σοβιετικής ιδεολογίας ως εθνικής επαναστατικής πηγής για την εναντίωση στον «παγκόσμιο φιλελευθερισμό». Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί σε ποιο βαθμό αυτές οι ομάδες πρέπει να θεωρηθούν όχι απλά ως μορφή της Τρίτης Θέσης αλλά του νέο-εθνικομπολσεβικισμού, ιδίως σε σύγκριση με τον προπολεμικό εθνικομπολσεβικισμό.

Δεδομένης της κρίσης της (επαναστατικής) αριστεράς, η ικανότητα της ρωσικής γκρουπουσκουλικής δεξιάς να απορροφά στοιχεία της αριστερής ιδεολογίας, να ενσωματώνει αριστερές ομάδες και να συμβάλλει ακόμη περισσότερο στη θόλωση των πολιτικών εννοιών της «δεξιάς» και της «αριστεράς», της προσφέρει ένα κατάλληλο πλαίσιο για να ξεκινήσει ένα «νέο επαναστατικό σχέδιο» σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, ιδίως υπό τη σημαία της «διατήρησης της ταυτότητας» εν όψει της παγκοσμιοποίησης και, κατά συνέπεια, με την ισότιμη συμμετοχή δεξιών και αριστερών ομάδων. Εδώ θα αποδεικνυόταν χρήσιμη η μελέτη των ρωσικών παραδειγμάτων για τον προσδιορισμό των στρατηγικών που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσεταιρισμό αριστερών ομάδων, καθώς και για την καθιέρωση γραμμών οριοθέτησης και τον καθορισμό διαδικασιών επαναξιολόγησης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά όχι μόνο τους διάφορους αναρχο-ατομικιστικούς και αναρχο-μποέμικους κύκλους, αλλά και για τις αντιιμπεριαλιστικές ομάδες. Ακριβώς όπως διευρύνθηκε το πολιτικό φάσμα των ιδεολογικών δεσμών, έτσι και οι έννοιες της Τρίτης περί αξόνων και μεγάλης κλίμακας γεωπολιτικών περιοχών (Großräume) διευρύνθηκαν μέσω της συνεργασίας με τις ισχυρές ρωσικές ομάδες. Μέσω του εναγκαλισμού της εθνικομπολσεβίκικης γεωπολιτικής (Niekisch, Thiriart), ο «παλιός» άξονας που συζητήθηκε στο πλαίσιο του GUD (Ευρώπη-Τρίτος Κόσμος) αντικαταστάθηκε από έναν «νέο» (Ευρώπη-Ευρασία-Τρίτος Κόσμος).

Όσον αφορά την αντίληψη του φασισμού ως επαναστατικού εθνικισμού, πρέπει ακόμη να τονιστεί πως η ρωσική γκρουπουσκουλική δεξιά που περιγράφεται εδώ μπορεί να χαρακτηριστεί τόσο ως αντεπαναστατική όσο και ως γνήσια επαναστατική. Έχοντας εμφανιστεί στο πλαίσιο μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης, οι ομάδες αυτές στράφηκαν ενάντια στα αποτελέσματά της με το πρόταγμα της «αντι-περεστρόικα», επιδιώκοντας όχι την αποκατάσταση της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης, αλλά – μέσω μιας εθνικής επανάστασης – την εγκαθίδρυση μιας αυστηρά ιεραρχικής κοινωνίας στην οποία κυβερνά μια ηρωική ελίτ και το έθνος υπερέχει έναντι του ατόμου.

Η ευελιξία της ιδεολογίας της ρωσικής γκρουπουσκουλικής δεξιάς μπορεί να μας παρέχει πληροφορίες για τον συστημικό της χαρακτήρα. Αυτός είναι εμφανής στην προτεραιότητα του προσδιορισμού ενός εχθρού στην ιδεολογία της, καθώς και στην επιθετική ειλικρίνεια που απορρέει από αυτήν και από την τάση της να ενσωματώνει όλο και περισσότερα στοιχεία στην ιδεολογική της σύνθεση. Αυτό που είναι ουσιώδες για τη στρατηγική της ρωσικής γκρουπουσκουλικής δεξιάς είναι η πολυδιάστατη πολιτισμική υπονόμευση της ασταθούς ρωσικής δημοκρατίας, οι άνευ όρων υπερασπιστές της οποίας έχαναν όλο και περισσότερο την επιρροή τους κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την περεστρόικα και πλέον έχουν σχεδόν περιθωριοποιηθεί εντελώς. Ο επιτυχημένος αγώνας για πολιτιστική-πολιτική επιρροή περιλαμβάνει επίσης την ιδιαίτερα συνειδητή χρήση νέων τεχνολογιών, όπως το Διαδίκτυο, η οποία δεν χρησιμοποιείται εξίσου εντατικά από καμία άλλη μη κυβερνητική πολιτική οργάνωση στη Ρωσία.

Η εγγύτητα της Arctogaia με επιδραστικούς πολιτικούς κύκλους, τον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες καταδεικνύει την εξαιρετική σημασία της ρωσικής γκρουπουσκουλικής δεξιάς και δικαιολογεί επίσης ένα βαθύτερο και άμεσο επιστημονικό ενδιαφέρον. Μένει να δούμε αν η εμφάνιση παραρτημάτων της Arctogaia σε αρκετές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Ουκρανία, Λευκορωσία, Κιργιζία, Γεωργία), καθώς και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (Φινλανδία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία) και στο Ισραήλ θα οδηγήσει σε μια νέα Διεθνή πέρα από τα ήδη υπάρχοντα δίκτυα της Τρίτης Θέσης.

από: https://geniusloci2017.wordpress.com