Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 05 Σεπ 2021
Μια προσωπική κατάθεση για τον Μίκη Θεοδωράκη
Κλίκ για μεγέθυνση





Του Γιώργου Λακόπουλου

Ασφαλώς ο Μίκης ανήκει σε όλους του έλληνες- σε όλους τους λαούς. Αλλά οι αγώνες του ανήκουν στην Αριστερά και τη Δημοκρατική Παράταξη.

Με την αποχώρηση του Μίκη Θεοδωράκη από αυτόν τον κόσμο, πήραν πραγματικά «τα όνειρα εκδίκηση». Ειδικά τα όνειρα που πυροβολήθηκαν, πολεμήθηκαν και συκοφαντήθηκαν: αυτά που γεννούσε η ιδεολογία που τον στράτευε ακατάπαυστα στο πλευρό της κοινωνίας.

Οι εκπρόσωποι της παράταξης που τον καταδίωξε για δεκαετίες , διαγκωνίζονται σε ύμνους για έναν άνθρωπο που στοχοποιούσαν κάποτε ως «εχθρό του έθνους». Προσπαθούν να μπουν σε ένα κάδρο, που δεν χωράνε. Η εκδίκηση εδώ πάει χέρι -χέρι με τη δικαίωση.

Ασφαλώς ο Μίκης ανήκει σε όλους του έλληνες- σε όλους τους λαούς. Αλλά οι αγώνες του ανήκουν στην Αριστερά και τη Δημοκρατική Παράταξη.

Αυτό που τον έκανε να απλώνει το χέρι στη ΝΔ- στον Καραμανλή και τον Μητσοτάκη αργότερα και το εκμεταλλεύονται οι επίγονοι τους σήμερα- ήταν η βαθιά πίστη του στη συναδέλφωση του λαού, στην ενότητα και στην εθνική ομοψυχία.

Δεν τα έκανε μόνο μουσική, ήθελε να τα κάνει και πολιτική πράξη.

Τον συνάντησα για πρώτη φορά στις αρχές καλοκαιριού του 1983 , όταν έκανε μια μεγάλη περιοδεία στη Βουλγαρία . Μετείχα στην αποστολή από την «Ελεύθερη Γνώμη» -και η Δήμητρα Κουντή από τον «Ριζοσπάστη».

Ήταν ένα μαγικό 15νθήμερο. Οι συναυλίες του – στις οποίες είχε εντάξει και συμφωνικά έργα του- σκορπούσαν ενθουσιασμό στη βουλγαρική νεολαία και ήταν μαζί στήριγμα και αμφισβήτηση στη χώρα και στο καθεστώς του Ζίφκοφ.

Οι διηγήσεις του τα βράδια -συντροφιά με τον Λάκη Καρνέζη και τον Πέτρο Πανδή μας καθήλωναν. Ήταν και η Μυρτώ μαζί του. Για ξεναγό είχε τον Πασχάλη, παλιό φίλο του, σκηνοθέτη, γιο εκπατρισμένου του εμφυλίου.

Χρόνια πολλά αργότερα τον είδα στα εγκαίνια του Μετρό,-τον καλέσει ο Κώστας Λαλιώτης για το παρθενικό ταξίδι κάτω από την πόλη-μου είπε: «τον σκότωσαν».

Το 1987 άρχισε μια συζήτηση για ενδεχόμενη συμμετοχή του στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Τον βρήκα στο τηλέφωνο και στη συνέντευξη που μου έδωσε δεν το απέκλεισε, αν και δεν ήταν σίγουρος ότι το ήθελε πραγματικά.

Πέρασε πολύ καιρός από τότε, όταν άρχισα να πηγαίνω στο σπίτι του με τον σπουδαίο Διαμαντή Πεπελάση και τον Σάκη Τόδουλο – πιστό φίλο του για μισό αιώνα , που ποτέ δεν τον πρόδωσε.

Πηγαίναμε για να «τον δούμε», αλλά στην πραγματικότητα για να ακούσουμε. Ήταν ποτάμι αναμνήσεων, περιστατικών, αναφορών σε μεγάλα μεγέθη της διεθνούς σκηνής. Αφηγούνταν πληθωρικά, ιστορίες από συνεργασίες μαζί τους. Παρασκήνια από τις σοσιαλιστικές χώρες που επισκεπτόταν συχνά.

Διηγήσεις με πλούτο πληροφοριών και αστείρευτο χιούμορ- αλλά και αυτοσαρκασμό. Δεν ξεχνούσε ότι ανήκε στους «ηττημένους».

Μεγάλωνε, τον έτρωγε η μοναξιά και τα προσωπικά προβλήματα, έπαιρνε μια σακούλα φάρμακα την ημέρα, αλλά το σπίτι του ήταν ανοικτό και συνέχιζε να περνάει από εκεί το σύμπαν.

Ήταν παρών, και παρακολουθούσε τα πάντα. Το 2008 είχα μαζί μου μια φορά τη μικρή κόρη μου- τη Νιόβη, που σπούδαζε τότε στο Πεκίνο και έστελνε ανταποκρίσεις στον «Ελεύθερο Τύπο»- των Αγγελόπουλων εκείνη την περίοδο.

Μας άφησε άναυδους όταν της έκανε κριτική γιατί δεν αναδείκνυε το έργο του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κίνα.

Είχε βαρύνει πλέον και έβγαινε δύσκολα έξω. Η παλιά Σαββατιάτικη παρέα στο μπαλκόνι του – Λευτέρης Παπαδόπουλος, Χριστόφορος Αργυρόπουλος, Πεπελάσης, ο γιατρός Σάμιος – είχε αραιώσει.

Αλλά με τον δάσκαλο και τον Σάκη τον επισκεπτόμαστε στο ισόγειο, όπου έβλεπε τηλεόραση και καμάρωνε για το στερεοφωνικό του.

Τον πιέζαμε να μην πέσει στην κλεισούρα, παρά τις συμβουλές όσων τον φρόντιζαν να μην πολυβγαίνει.

Όταν μπορούσαμε όμως τον βγάζαμε έξω. Άλλο που δεν ήθελε. Μας έκανε μια φορά το τραπέζι ο Σάκης- ο εύπορος της παρέας γαρ-με τον Χριστόφορο Σαρδελή στο «Μαρίτσα» και πήρε «άδεια εξόδου» . Την παραβίασε σε βαθμό που αρχίσαμε να ανησυχούμε. Τού άρεσε το ψάρι, οι περαστικοί που τον χαιρετούσαν και δεν έλεγε να επιστρέψει στο σπίτι.

Ένα βράδυ ήλθε στην Κερατέα. Ήταν εκτός από τον Πεπελάση, και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης μαζί μου- και ο Γιώργος Ανδρικόπουλος, που δεν ζει πια.

Οι «εντολές» που είχε από το σπίτι, ήταν να μην το τραβήξει πέρα από τις δέκα και να προσέξει το φαγητό του..

Όταν ο μπατζανάκης μου ο Αλέξης Μανίκας, πήρε την κιθάρα του και άρχισε να λέει , υπέροχα, τα τραγούδια του, κόλλησε κι έμεινε ως τις δυο μετά τα μεσάνυκτα. Πρέπει να άκουσα πολλά από την κυρία Ρένα.

Όπως πρέπει να τα ακούσαμε και οι τρείς, όταν συνωμοτήσαμε για να μπάσουμε κρυφά στο σπίτι ένα κινητό τηλέφωνο. Για την υγεία του δεν έπρεπε να τον ενοχλούν ή να του προκαλούν ένταση απρόβλεπτες συνομιλίες, έτσι εκδηλωτικός που ήταν…

Αλλά κακά τα ψέματα, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Σε μια συναυλία με τη Γλυκερία και τον Λαζόπουλο στο «Παλλάς» – με χορηγό τη Γιάννα Αγγελοπούλου ,ως εκδότρια τότε -μου ζήτησε να κάθομαι δίπλα του, για να τον βοηθάω κρυφά να σηκώνεται όταν τον χειροκροτούν.

Μερικά χρόνια μετά στη μεγάλη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο, τον πήγε ο Σάκης με το καροτσάκι. Είναι θαύμα πως άντεξε τη συγκίνηση.

Συνεχίσαμε ωστόσο με τον Τόδουλο και τον καθηγητή να επισκεπτόμαστε στη Γαριβάλδη.

Εκεί μου έδωσε μια επιστολή για τον Μάριο Τόκα που νοσηλευόταν εκείνη την περίοδο και έφυγε σύντομα. Τον είχε έννοια.

Όπως έννοια είχε την Ελλάδα και πίστεψε πως θα ανατρέψει το Μνημόνιο με τη «Σπίθα» για την οποία περίμενε εξέλιξη ανάλογη με τους Λαμπράκηδες. Δεν του βγήκε, αν και ξεκίνησε καλά. Όταν πήγαμε με τον Τόδουλο στο Ίδρυμα Κακογιάννη που έκανε τη διακήρυξη, δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα από τον κόσμο

Τα τελευταία χρόνια μιλούσε πολύ για τον εαυτό του πια, τα προβλήματα του, που ήταν πολλά . Αλλά το μεγαλείο του ανάβλυζε όταν αναφερόταν σε άλλους σπουδαίους Έλληνες. Μας εξομολογήθηκε ότι το τραγούδι του ήταν το «Σαν απόκληρος γυρίζω» του Τσιτσάνη. Και ότι οι τρεις Έλληνες που θαύμαζε περισσότερο ήταν ο Μάνος Χατζηδάκης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιάννης Τσαρούχης.

Μας διηγήθηκε πώς αποφάσισε να συναντήσει τον βασανιστή του επί χούντας, συνταγματάρχη Λαδά, που ήθελε να του ζητήσει συγνώμη. Ήξερε να συγχωράει τους εχθρούς του με όσο πάθος και αγωνίζονταν εναντίον τους.

Δεν ξέρω αν κατάγραψε κάπου όσα μας ανέφερε για τον Καραμανλή, τον Ανδρέα, τον Φλωράκη, τον Ηλιού, τον Μιτεράν, όλους του κομμουνιστές ηγέτες της Ανατολικής Ευρώπης, και τα λαϊκά ινδάλματα της Λατινικής Αμερικής.

Στο διεθνή χώρο ήταν από νωρίς μια μεγάλη προσωπικότητα, ανάμεσα σε μεγάλες προσωπικότητες.

Στην Ελλάδα ήταν για χρόνια ένας διωκόμενος και το γιγαντιαίο κίνημα των Λαμπράκηδων, έργο της ακτινοβολίας του, τον κατέταξε στους «επικίνδυνους κομμμουνιστάς».

Καμιά φορά μιλούσε με παράπονο για τον εξοβελισμό της μουσικής του από τη σύγχρονη ραδιοτηλεόραση και με πίκρα, όταν δεν του έδωσαν το Ηρώδειο. Αλλά αμέσως τα ξεχνούσε κι έλεγε ένα ανέκδοτο, ή μια ιστορία.

Υπήρξα τυχερός που έγινα μύστης αυτών των συναντήσεων χάρη στον Τόδουλο και τον Πεπελάση-που έφυγε επίσης πλήρης ημερών , τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Όταν ο Μίκης εμφανίστηκε στο πλευρό των «μακεδονομάχων» μου κακοφάνηκε και δεν επιδίωξα ξανά να τον συναντήσω. Έκανα λάθος. Ήταν τόσο μεγάλος, ώστε είχε κατακτήσει το δικαίωμα να λέει και να κάνει ότι ήθελε.

Η μνήμη του θα μείνει αιώνια μαζί με το έργο του και το ταξίδι του ποιος ξέρει σε ποιους γαλαξίες θα συνεχιστεί.

Τον ευγνωμονούμε που έκανε και στη δική μας χώρα μια στάση.

ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου