Διάλεξη του Αλμπέρ Καμύ που πραγματοποιήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1957 στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα στη Σουηδία και περιλαμβάνετε στον τόμο Resistance, Rebellion, and Death (Alfred A. Knopf, 1961) και διαθέσιμο από την ιστοσελίδα The Anarchist Library.
Δημοσιεύθηκε την
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Ένας σοφός στην Ανατολή συνήθιζε να ζητάει πα΄ντα από το θεό στις προσευχές του να τον σπλαχνιστεί και να τον προστατέψει από το να ζήσει σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Καθώς εμείς δεν είμαστε σοφοί, ο θεός δεν μας έχει λυπηθεί και ζούμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Όπως και να ‘χει, η εποχή μας μάς αναγκάζει να ενδιαφερθούμε γι’ αυτήν. Οι σημερινοί συγγραφείς το γνωρίζουν αυτό. Αν μιλήσουν, δέχονται κριτική και επιθέσεις. Αν παραμείνουν ταπεινοί και σιωπήσουν, κατηγορούνται σφοδρά για τη σιωπή τους.
Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο ο συγγραφέας δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα παραμείνει αμέτοχος για να επιδιώξει τις σκέψεις και τις εικόνες που αγαπά. Μέχρι σήμερα, η αποστασιοποίηση ήταν πάντα εφικτή ιστορικά. Όταν κάποιος δεν ενέκρινε κάτι, μπορούσε να σιωπήσει ή να μιλήσει για κάτι άλλο. Σήμερα όλα έχουν αλλάξει και ακόμη και η σιωπή έχει επικίνδυνες συνέπειες. Τη στιγμή που η αποχή από την επιλογή θεωρείται η ίδια ως επιλογή και τιμωρείται ή επαινείται ως τέτοια, ο καλλιτέχνης θέλοντας και μη πιέζεται σε υπηρεσία. Στο πλαίσιο αυτό το «πιεσμένος» μου μοιάζει πιο ακριβής όρος από το «αφοσιωμένος». Αντί να προσφερθεί, πράγματι, για εθελοντική υπηρεσία, ο καλλιτέχνης εκτελεί την υποχρεωτική του υπηρεσία. Σήμερα κάθε καλλιτέχνης είναι σκλάβος στη σύγχρονη γαλέρα.
Πρέπει να συμβιβαστεί με αυτό, ακόμη και αν θεωρεί πως η γαλέρα ζέχνει με το παρελθόν της, πως οι επιστάτες των δούλων είναι πραγματικά πάρα πολλοί και, επιπλέον, πως το πηδάλιο είναι σε κακά χέρια. Βρισκόμαστε στην ανοιχτή θάλασσα. Ο καλλιτέχνης, όπως όλοι οι άλλοι, πρέπει να τραβήξει το κουπί του, αν είναι εφικτό, δίχως να πεθάνει – με άλλα λόγια, να συνεχίσει να ζει και να δημιουργεί. Για να πω την αλήθεια, αυτό δεν είναι εύκολο, και μπορώ να καταλάβω γιατί οι καλλιτέχνες μετανιώνουν για την προηγούμενη άνεσή τους. Η αλλαγή είναι κάπως σκληρή. Πράγματι, το αμφιθέατρο της ιστορίας είχε πάντα τον μάρτυρα και το λιοντάρι. Ο πρώτος βασιζόταν σε αιώνιες παρηγοριές και το δεύτερο σε ωμό ιστορικό κρέας. Αλλά μέχρι τώρα ο καλλιτέχνης βρισκόταν στις κερκίδες. Τραγουδούσε σκόπιμα, για τον εαυτό του, ή στην καλύτερη περίπτωση για να ενθαρρύνει τον μάρτυρα και να κάνει το λιοντάρι να ξεχάσει την πείνα του. Τώρα όμως ο καλλιτέχνης βρίσκεται μέσα στο αμφιθέατρο. Αναγκαστικά, η φωνή του δεν είναι ακριβώς η ίδια· δεν είναι πλέον τόσο σταθερή.
Είναι εύκολο να δει κανείς όλα όσα μπορεί να χάσει η τέχνη από μια τέτοια συνεχή υποχρέωση. Αρχικά την άνεση, και αυτή τη θεϊκή ελευθερία που είναι τόσο φανερή στο έργο του Mozart. Είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε γιατί τα έργα τέχνης μας έχουν μια τραβηγμένη, καθορισμένη όψη και γιατί καταρρέουν τόσο ξαφνικά. Είναι εμφανές γιατί έχουμε περισσότερους δημοσιογράφους παρά δημιουργικούς συγγραφείς, περισσότερους πρόσκοπους της ζωγραφικής παρά Cézanne, και γιατί οι συναισθηματικές ιστορίες ή τα αστυνομικά μυθιστορήματα έχουν πάρει τη θέση του Πόλεμος και Ειρήνη ή του Μοναστηριού της Πάρμας. Φυσικά, μπορεί κανείς πάντα να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση των πραγμάτων με έναν ανθρωπιστικό θρήνο και να γίνει αυτό που επιμένει να είναι ο Στέπαν Τροφίμοβιτς στους Δαιμονισμένους· μια ζωντανή μομφή. Μπορεί επίσης να έχει κανείς, όπως εκείνος, κρίσεις πατριωτικής μελαγχολίας. Αλλά μια τέτοια μελαγχολία δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση την πραγματικότητα. Είναι καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, να δώσουμε στην εποχή αυτό που της αναλογεί, αφού το απαιτεί τόσο έντονα, και να παραδεχτούμε ήρεμα ότι η περίοδος του σεβαστού δασκάλου, του καλλιτέχνη με την καμέλια στο πέτο, της ιδιοφυΐας της πολυθρόνας έχει τελειώσει.
Το να δημιουργείς σήμερα σημαίνει να δημιουργείς επικίνδυνα. Κάθε δημοσίευση είναι μια πράξη, και αυτή η πράξη εκθέτει κάποιον στα πάθη μιας εποχής που δεν συγχωρεί τίποτα. Έτσι, το ζήτημα δεν είναι να ανακαλύψουμε αν αυτό είναι ή όχι επιζήμιο για την τέχνη. Το ερώτημα, για όλους εκείνους που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς την τέχνη και όσα σημαίνει αυτή, είναι απλώς να ανακαλύψουν πώς, ανάμεσα στις αστυνομικές δυνάμεις τόσων ιδεολογιών (πόσες πολλές εκκλησίες, τι μοναξιά!), είναι δυνατή η παράξενη ελευθερία της δημιουργίας. Δεν αρκεί να πούμε πως αυτή την άποψη η τέχνη απειλείται από τις εξουσίες του κράτους. Αν αυτό ήταν αλήθεια, το πρόβλημα θα ήταν απλό: ο καλλιτέχνης πολεμά ή συνθηκολογεί. Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο, πιο σοβαρό επίσης, από τη στιγμή που γίνεται φανερό πως η μάχη διεξάγεται μέσα στον ίδιο τον καλλιτέχνη. Το μίσος για την τέχνη, του οποίου η κοινωνία μας παρέχει τόσο ωραία παραδείγματα, είναι τόσο αποτελεσματικό σήμερα απλά και μόνο επειδή διατηρείται ζωντανό από τους ίδιους τους καλλιτέχνες.
Η αμφιβολία που ένιωθαν οι καλλιτέχνες που προηγήθηκαν αφορούσε το δικό τους ταλέντο. Η αμφιβολία που νιώθουν οι σημερινοί καλλιτέχνες αφορά την αναγκαιότητα της τέχνης τους, επομένως και την ίδια την ύπαρξή τους. Ο Racine το 1957 θα έβρισκε δικαιολογίες για τη συγγραφή της Βερενίκης, ενώ θα μπορούσε να αγωνίζεται για την υπεράσπιση του Διατάγματος της Νάντης. Αυτή η αμφισβήτηση της τέχνης από τον καλλιτέχνη έχει πολλούς λόγους, και ο πιο ευγενικός πρέπει να εξεταστεί. Μεταξύ των καλύτερων εξηγήσεων είναι η αίσθηση που έχει ο σύγχρονος καλλιτέχνης πως ψεύδεται ή πως γράφει άχρηστα λόγια αν δεν δίνει σημασία στα δεινά της ιστορίας. Αυτό που πράγματικά χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι ο τρόπος με τον οποίο οι μάζες και η άθλια κατάστασή τους έχουν εισβάλει στις σύγχρονες ευαισθησίες. Γνωρίζουμε πλέον ότι υπάρχουν, ενώ κάποτε είχαμε την τάση να τις ξεχνάμε. Και αν έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση, δεν είναι επειδή η αριστοκρατία μας, καλλιτεχνική ή άλλη, έχει γίνει καλύτερη – όχι, μην ανησυχείτε – είναι επειδή οι μάζες έχουν γίνει ισχυρότερες και εμποδίζουν τους ανθρώπους να τις ξεχάσουν.
Υπάρχουν ακόμη πολλοί άλλοι λόγοι, και μερικοί από αυτούς λιγότερο ευγενικοί, για αυτή την συνθηκολόγηση του καλλιτέχνη. Αλλά, όποιοι κι αν είναι αυτοί οι λόγοι, όλοι τους λειτουργούν προς τον ίδιο σκοπό: να αποθαρρύνουν την ελεύθερη δημιουργία υπονομεύοντας τη βασική της αρχή, την πίστη του δημιουργού στον εαυτό του. «Η υπακοή ενός ανθρώπου στην ευφυΐα του», λέει υπέροχα ο Emerson, «είναι η πίστη στην πιο αγνή της μορφή». Και ένας άλλος Αμερικανός συγγραφέας του 19ου αιώνα πρόσθεσε: «Όσο ο άνθρωπος είναι πιστός στον εαυτό του, όλα είναι υπέρ του, η κυβέρνηση, η κοινωνία, ο ίδιος ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια». Αυτού του είδους η εκπληκτική αισιοδοξία μοιάζει νεκρή σήμερα. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο καλλιτέχνης ντρέπεται για τον εαυτό του και τα προνόμιά του, αν έχει. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να απαντήσει στο ερώτημα που έχει θέσει στον εαυτό του: είναι η τέχνη μια απατηλή πολυτέλεια;
1
Η πρώτη καθαρή απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι η εξής: κατά περίπτωση η τέχνη μπορεί να είναι μια απατηλή πολυτέλεια. Στο πάνω κατάστρωμα των γαλερών είναι δυνατό όπως ξέρουμε, ανά πάσα στιγμή και σε κάθε τόπο, να τραγουδήσει κανείς για τους αστερισμούς, ενώ οι σκλάβοι σκύβουν πάνω από τα κουπιά και εξουθενώνονται στο αμπάρι· είναι πάντα εφικτό να καταγράψει την κοινωνική συζήτηση που λαμβάνει χώρα στα καθίσματα του αμφιθεάτρου, την ώρα που το λιοντάρι ροκανίζει το θύμα του. Και είναι πολύ δύσκολο να διατυπώσει κανείς ενστάσεις για την τέχνη που γνώρισε τέτοια επιτυχία στο παρελθόν. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει κάπως, και ο αριθμός των καταδίκων και των μαρτύρων έχει αυξηθεί εντυπωσιακά σε όλη την επιφάνεια του πλανήτη. Μπροστά σε τόσα δεινά, αν η τέχνη επιμένει να είναι πολυτέλεια, θα είναι και ψέμα.
Για ποιο πράγμα θα μπορούσε πραγματικά να μιλήσει η τέχνη; Αν προσαρμοστεί σε αυτό που θέλει η πλειοψηφία της κοινωνίας μας, η τέχνη θα είναι μια αναψυχή χωρίς νόημα. Αν απορρίψει τυφλά αυτή την κοινωνία, αν ο καλλιτέχνης αποφασίσει να καταφύγει στο όνειρό του, η τέχνη δεν θα εκφράζει τίποτα άλλο παρά μια άρνηση. Με αυτόν τον τρόπο θα έχουμε την παραγωγή διασκεδαστών ή τυπολατρικούς γραφειάδες, και στις δύο περιπτώσεις αυτό οδηγεί σε μια τέχνη αποκομμένη από τη ζωντανή πραγματικότητα. Εδώ και περίπου έναν αιώνα ζούμε σε μια κοινωνία που δεν είναι καν η κοινωνία του χρήματος (ο χρυσός μπορεί να διεγείρει σαρκικά πάθη) αλλά εκείνη των αφηρημένων συμβόλων του χρήματος. Η κοινωνία των εμπόρων μπορεί να οριστεί ως μια κοινωνία στην οποία τα πράγματα εξαφανίζονται υπέρ των συμβόλων. Όταν μια κυρίαρχη τάξη μετρά την περιουσία της, όχι με βάση το στρέμμα γης ή τη ράβδο χρυσού, αλλά με βάση τον αριθμό των αριθμών που αντιστοιχούν ιδανικά σε έναν ορισμένο αριθμό ανταλλακτικών πράξεων, καταδικάζει έτσι τον εαυτό της να θέσει ένα ορισμένο είδος ανοησίας στο κέντρο της εμπειρίας και του σύμπαντός της.
Μια κοινωνία που βασίζεται στα σύμβολα είναι, ουσιαστικά, μια τεχνητή κοινωνία στην οποία η σαρκική αλήθεια του ανθρώπου αντιμετωπίζεται ως κάτι τεχνητό. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκπλησσόμαστε που μια τέτοια κοινωνία επέλεξε ως θρησκεία της έναν ηθικό κώδικα τυπικών αρχών και αναγράφει τις λέξεις «ελευθερία» και «ισότητα» στις φυλακές της, όπως και στους ναούς της οικονομίας της. Ωστόσο, οι λέξεις δεν μπορούν να εκπορνεύονται ατιμώρητα. Η πιο παραποιημένη αξία σήμερα είναι ξεκάθαρα η αξία της ελευθερίας. Τα καλά μυαλά (πάντα πίστευα ότι υπάρχουν δύο είδη νοημοσύνης – η ευφυής νοημοσύνη και η ηλίθια νοημοσύνη) διδάσκουν ότι δεν είναι παρά ένα εμπόδιο στο δρόμο της πραγματικής προόδου. Τέτοιες σοβαρές βλακείες ειπώθηκαν επειδή επί εκατό χρόνια μια κοινωνία εμπόρων έκανε αποκλειστική και μονομερή χρήση της ελευθερίας, θεωρώντας την ως δικαίωμα και όχι ως καθήκον, και δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει μια ιδανική ελευθερία, όσο συχνά μπορούσε, για να δικαιολογήσει μια πολύ πραγματική καταπίεση.
Κατά συνέπεια, υπάρχει κάτι που να προκαλεί έκπληξη στο γεγονός ότι μια τέτοια κοινωνία ζήτησε από την τέχνη να είναι, όχι ένα μέσο απελευθέρωσης, αλλά μια ασήμαντη άσκηση και μια απλή διασκέδαση; Κατά συνέπεια, μια μοντέρνα κοινωνία, στην οποία όλα τα προβλήματα ήταν προβλήματα χρημάτων και όλες οι ανησυχίες ήταν συναισθηματικές ανησυχίες, αρκέστηκε επί δεκαετίες με μυθιστοριογράφους της κοινωνίας της και στην πιο μάταιη τέχνη στον κόσμο, αυτή για την οποία ο Oscar Wilde, σκεπτόμενος τον εαυτό του πριν γνωρίσει τη φυλακή, είπε ότι το μεγαλύτερο από όλα τα ελαττώματα είναι η επιφανειακότητα. Με αυτόν τον τρόπο οι κατασκευαστές τέχνης (δεν είπα οι καλλιτέχνες) της μεσοαστικής Ευρώπης, πριν και μετά το 1900, αποδέχτηκαν την ανευθυνότητα, επειδή η ευθύνη προϋπέθετε μια οδυνηρή ρήξη με την κοινωνία τους (αυτοί που πραγματικά ήρθαν σε ρήξη μαζί της λέγονται Rimbaud, Nietzsche, Strindberg, και ξέρουμε το τίμημα που πλήρωσαν).
Από εκείνη την περίοδο πήραμε τη θεωρία της τέχνης για την τέχνη, η οποία είναι αληθινά μια έκφραση αυτής της ανευθυνότητας. Η τέχνη για χάρη της τέχνης, η ψυχαγωγία ενός μοναχικού καλλιτέχνη, είναι πράγματι η τεχνητή τέχνη μιας πλασματικής και εγωκεντρικής κοινωνίας. Το λογικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας θεωρίας είναι η τέχνη των μικρών κλικών ή η καθαρά τυπική τέχνη που τρέφεται από επιτηδεύσεις και αφαιρέσεις και καταλήγει στην καταστροφή κάθε πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο μερικά έργα γοητεύουν μερικά άτομα, ενώ πολλές χονδροειδείς επινοήσεις διαφθείρουν πολλούς άλλους. Τελικά η τέχνη διαμορφώνεται έξω από την κοινωνία και αποκόπτεται από τις ζωντανές της ρίζες. Σταδιακά ο καλλιτέχνης, ακόμη και αν είναι διάσημος, είναι μόνος του ή τουλάχιστον είναι γνωστός στη χώρα του μόνο με τη μεσολάβηση του λαϊκού τύπου ή του ραδιοφώνου, που θα δώσουν μια βολική και απλουστευμένη εικόνα γι’ αυτόν.
Όσο περισσότερο εξειδικεύεται η τέχνη, στην πραγματικότητα, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η εκλαΐκευση. Με αυτόν τον τρόπο εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν την αίσθηση ότι γνωρίζουν αυτόν ή εκείνον τον μεγάλο καλλιτέχνη της εποχής μας επειδή έμαθαν από τις εφημερίδες ότι εκτρέφει καναρίνια ή ότι δεν μένει ποτέ παντρεμένος πάνω από έξι μήνες. Η μεγαλύτερη φήμη σήμερα βρίσκεται στο να σε θαυμάζουν ή να σε μισούν χωρίς να σε έχουν διαβάσει. Κάθε καλλιτέχνης που πάει να γίνει διάσημος στην κοινωνία μας πρέπει να ξέρει ότι δεν είναι αυτός που θα γίνει διάσημος, αλλά κάποιος άλλος με το όνομά του, κάποιος που τελικά θα του ξεφύγει και ίσως κάποια μέρα θα σκοτώσει τον αληθινό καλλιτέχνη μέσα του. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει τίποτα το απρόσμενο στο γεγονός πως σχεδόν οτιδήποτε αξιόλογο δημιουργήθηκε στην εμποροκρατική Ευρώπη του 19ου και του 20ου αιώνα – στη λογοτεχνία, για παράδειγμα – υψώθηκε ενάντια στην κοινωνία της εποχής του. Μπορεί να ειπωθεί ότι μέχρι σχεδόν την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης η σύγχρονη λογοτεχνία ήταν, κατά κύριο λόγο, μια λογοτεχνία της συναίνεσης. Από τη στιγμή που η κοινωνία της μεσαίας τάξης, αποτέλεσμα της επανάστασης, σταθεροποιήθηκε, αναπτύχθηκε αντίθετα μια λογοτεχνία της εξέγερσης. Οι επίσημες αξίες αναιρούνταν, στη Γαλλία, για παράδειγμα, είτε από τους φορείς των επαναστατικών αξιών, από τους Ρομαντικούς μέχρι τον Rimbaud, είτε από τους συντηρητές των αριστοκρατικών αξιών, των οποίων ο Vigny και ο Balzac αποτελούν καλά παραδείγματα. Και στις δύο περιπτώσεις οι μάζες και η αριστοκρατία – οι δύο πηγές κάθε πολιτισμού – πήραν θέση ενάντια στην τεχνητή κοινωνία της εποχής τους.
Αλλά αυτή η άρνηση, διατηρήθηκε τόσο καιρό ώστε να είναι πλέον άκαμπτη, έχει γίνει κι αυτή τεχνητή και οδηγεί σε ένα άλλο είδος στειρότητας. Το θέμα του εξαιρετικού ποιητή που γεννήθηκε σε μια εμποροκρατική κοινωνία (ο Chatterton του Vigny είναι το καλύτερο παράδειγμα) έχει στερεοποιηθεί σε μια παραδοχή ότι κάποιος μπορεί να γίνει μεγάλος καλλιτέχνης μόνο ενάντια στην κοινωνία της εποχής του, όποια κι αν είναι αυτή. Δικαιολογημένα στην αρχή, όταν υποστήριζε πως ένας αληθινός καλλιτέχνης δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον κόσμο του χρήματος, η αρχή έγινε ψευδής με τη δευτερεύουσα πεποίθηση ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να διεκδικήσει τον εαυτό του μόνο όντας ενάντια σε όλα γενικά. Κατά συνέπεια, πολλοί από τους καλλιτέχνες μας λαχταρούν να είναι εξαιρετικοί, αισθάνονται ένοχοι αν δεν είναι, και επιθυμούν ταυτόχρονο χειροκρότημα και σφυρίγματα. Φυσικά, η κοινωνία, κουρασμένη ή αδιάφορη προς το παρόν, χειροκροτεί και σφυρίζει μόνο τυχαία. Συνεπώς, ο σημερινός διανοούμενος στηρίζει τον εαυτό του πάντα με άκαμπτο τρόπο για να αυξήσει το ύψος του.
Αλλά ως αποτέλεσμα της απόρριψης των πάντων, ακόμη και της παράδοσης της τέχνης του, ο σύγχρονος καλλιτέχνης αποκτά την ψευδαίσθηση ότι δημιουργεί τον δικό του κανόνα και τελικά παίρνει τον εαυτό του για Θεό. Ταυτόχρονα νομίζει ότι μπορεί να δημιουργήσει ο ίδιος την πραγματικότητά του. Όμως, αποκομμένος από την κοινωνία του, δεν θα δημιουργήσει παρά μόνο τυπικά ή αφηρημένα έργα, συναρπαστικά ως εμπειρίες, αλλά χωρίς τη γονιμότητα που συνδέουμε με την αληθινή τέχνη, την οποία καλείται να ενώσει. Εν ολίγοις, θα υπάρχει τόση διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες λεπτές ή αφηρημένες τεχνικές και στα έργα ενός Tolstoy ή ενός Moliere όσο ανάμεσα σε ένα προεικονιστικό προσχέδιο πάνω σε αόρατο σιτάρι και στο πλούσιο έδαφος του ίδιου του αυλακιού.
2
Με αυτόν τον τρόπο η τέχνη μπορεί να είναι μια απατηλή πολυτέλεια. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι οι άνθρωποι ή οι καλλιτέχνες θέλησαν να κάνουν μια στάση και να επιστρέψουν στην αλήθεια. Μόλις το έκαναν, αρνήθηκαν ότι ο καλλιτέχνης είχε δικαίωμα στη μοναξιά και του πρόσφεραν ως αντικείμενο, όχι τα όνειρά του, αλλά την πραγματικότητα όπως τη ζουν και την υπομένουν όλοι. Πεπεισμένοι πως η τέχνη για την τέχνη, μέσω των θεμάτων της και μέσω του ύφους της, δεν είναι κατανοητή στις μάζες ή αλλιώς δεν εκφράζει με κανέναν τρόπο την αλήθεια τους, οι άνθρωποι αυτοί ήθελαν ο καλλιτέχνης να μιλάει σκόπιμα για την πλειοψηφία και για λογαριασμό της. Δεν έχει παρά να μεταφράσει τα βάσανα και την ευτυχία όλων στη γλώσσα όλων και θα γίνει καθολικά κατανοητός. Ως ανταμοιβή για την απόλυτη πίστη του στην πραγματικότητα, θα επιτύχει την πλήρη επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό το ιδανικό της καθολικής επικοινωνίας είναι πράγματι το ιδανικό κάθε μεγάλου καλλιτέχνη.
Σε αντίθεση με την τρέχουσα αντίληψη, αν υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα στη μοναξιά, αυτός είναι ο καλλιτέχνης. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι ένας μονόλογος. Όταν ο πιο μοναχικός και λιγότερο διάσημος καλλιτέχνης απευθύνεται στους μεταγενέστερους, απλώς επιβεβαιώνει τη θεμελιώδη κλίση του. Θεωρώντας ότι ο διάλογος με τους κουφούς ή αδιάφορους συγχρόνους του είναι αδύνατος, απευθύνει έκκληση για έναν πιο εκτεταμένο διάλογο με τις επερχόμενες γενιές. Αλλά για να μιλήσει κανείς για όλους και σε όλους, πρέπει να μιλήσει για αυτό που όλοι γνωρίζουν και για την κοινή σε όλους μας πραγματικότητα. Η θάλασσα, οι βροχές, η ανάγκη, η επιθυμία, ο αγώνας ενάντια στο θάνατο – αυτά είναι τα πράγματα που μας ενώνουν όλους. Μοιάζουμε μεταξύ μας σε αυτά που βλέπουμε μαζί, σε αυτά που υποφέρουμε μαζί. Τα όνειρα αλλάζουν από άτομο σε άτομο, αλλά η πραγματικότητα του κόσμου είναι κοινή για όλους μας. Η επιδίωξη του ρεαλισμού είναι επομένως θεμιτή, διότι σχετίζεται βασικά με την καλλιτεχνική περιπέτεια.
Ας είμαστε λοιπόν ρεαλιστές. Ή, μάλλον, ας προσπαθήσουμε να είμαστε ρεαλιστές, αν αυτό είναι δυνατόν. Διότι δεν είναι βέβαιο πως η λέξη έχει νόημα· δεν είναι βέβαιο πως ο ρεαλισμός, ακόμη και αν είναι επιθυμητός, είναι εφικτός. Ας σταματήσουμε και ας εξετάσουμε πρώτα απ’ όλα αν ο καθαρός ρεαλισμός είναι εφικτός στην τέχνη. Αν πιστέψουμε τις δηλώσεις των φυσιολατρών του 19ου αιώνα, πρόκειται για την πιστή αναπαραγωγή της πραγματικότητας. Επομένως, είναι για την τέχνη ό,τι είναι η φωτογραφία για τη ζωγραφική: η πρώτη αναπαράγει και η δεύτερη επιλέγει. Αλλά τι αναπαράγει και τι είναι η πραγματικότητα; Ακόμα και η καλύτερη φωτογραφία, τελικά, δεν είναι μια αρκετά πιστή αναπαραγωγή, δεν είναι ακόμα αρκετά ρεαλιστική. Τι είναι πιο αληθινό, για παράδειγμα, στο σύμπαν μας από τη ζωή ενός ανθρώπου, και πώς μπορούμε να ελπίζουμε να τη διατηρήσουμε καλύτερα από ό,τι σε μια ρεαλιστική ταινία;
Αλλά υπό ποιες συνθήκες είναι δυνατή μια τέτοια ταινία; Υπό καθαρά φανταστικές συνθήκες. Θα πρέπει να φανταστούμε, στην πραγματικότητα, μια ιδανική κάμερα εστιασμένη στον άνθρωπο μέρα και νύχτα και καταγράφοντας συνεχώς κάθε του κίνηση. Η ίδια η προβολή μιας τέτοιας ταινίας θα διαρκούσε μια ολόκληρη ζωή και θα μπορούσε να τη δει μόνο ένα κοινό ανθρώπων που θα ήταν πρόθυμο να σπαταλήσει τη ζωή του παρακολουθώντας τη ζωή κάποιου άλλου με μεγάλη λεπτομέρεια. Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, μια τέτοια ανέφικτη ταινία δεν θα ήταν ρεαλιστική για τον απλούστατο λόγο ότι η πραγματικότητα της ζωής ενός ανθρώπου δεν περιορίζεται στο σημείο στο οποίο τυχαίνει να βρίσκεται. Βρίσκεται επίσης σε άλλες ζωές που δίνουν μορφή στη δική του – ζωές ανθρώπων που αγαπά, κατ’ αρχάς, οι οποίες θα έπρεπε επίσης να κινηματογραφηθούν, αλλά και ζωές άγνωστων ανθρώπων, σημαντικών και ασήμαντων, συμπολιτών, αστυνομικών, καθηγητών, αόρατων συντρόφων από τα ορυχεία και τα χυτήρια, διπλωματών και δικτατόρων, θρησκευτικών μεταρρυθμιστών, καλλιτεχνών που δημιουργούν μύθους καθοριστικούς για τη συμπεριφορά μας – ταπεινών εκπροσώπων, εν ολίγοις, της κυρίαρχης τύχης που κυριαρχεί στις πιο συνηθισμένες υπάρξεις.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει παρά μόνο μια πιθανή ρεαλιστική ταινία: αυτή που μας προβάλει διαρκώς μια αόρατη κάμερα στην οθόνη του κόσμου. Έτσι ο μόνος ρεαλιστής καλλιτέχνης είναι ο Θεός, αν υπάρχει. Όλοι οι άλλοι καλλιτέχνες είναι, ipso facto, άπιστοι στην πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, οι καλλιτέχνες που απορρίπτουν την αστική κοινωνία και την επίσημη τέχνη της, που επιμένουν να μιλούν για την πραγματικότητα, και μόνο για την πραγματικότητα, βρίσκονται σε ένα οδυνηρό δίλημμα. Πρέπει να είναι ρεαλιστές και όμως δεν μπορούν να είναι. Θέλουν να υποτάξουν τη τέχνη τους στην πραγματικότητα, και η πραγματικότητα δεν μπορεί να περιγραφεί χωρίς να υπάρξει μια επιλογή που την υποτάσσει στην πρωτοτυπία μιας τέχνης. Η όμορφη και τραγική παραγωγή τα πρώτα χρόνια της Ρωσικής Επανάστασης απεικονίζει ξεκάθαρα αυτό το μαρτύριο. Αυτό που μας έδωσε τότε η Ρωσία με τον Blok και τον μεγάλο Pasternak, τον Mayakovsky και τον Yesenin, τον Eisenstein και τους πρώτους μυθιστοριογράφους του τσιμέντου και του χάλυβα, ήταν ένα υπέροχο εργαστήριο μορφών και θεμάτων, μια γόνιμη αναταραχή, ένας άγριος ενθουσιασμός για έρευνα.
Ωστόσο, ήταν απαραίτητο να καταλήξουμε και να δούμε πώς ήταν δυνατόν να είμαστε ρεαλιστές, παρόλο που ο πλήρης ρεαλισμός ήταν αδύνατος. Η δικτατορία, σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλες, μπήκε κατευθείαν στο θέμα: κατά τη γνώμη της ο ρεαλισμός ήταν πρώτα αναγκαίος και μετά δυνατός, αρκεί να είναι σκόπιμα σοσιαλιστικός. Ποιο είναι το νόημα αυτού του διατάγματος; Στη πράξη ένα τέτοιο διάταγμα παραδέχεται με ειλικρίνεια πως η πραγματικότητα δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς την άσκηση μιας επιλογής και απορρίπτει τη θεωρία του ρεαλισμού όπως διατυπώθηκε τον 19ο αιώνα. Το μόνο που χρειάζεται, λοιπόν, είναι να βρεθεί το αξίωμα επιλογής που θα δώσει μορφή στον κόσμο. Και ένα τέτοιο αξίωμα βρίσκεται, όχι στην πραγματικότητα που γνωρίζουμε, αλλά στην πραγματικότητα που θα είναι – με λίγα λόγια, στο μέλλον. Για να αναπαραστήσει κανείς σωστά αυτό που είναι, πρέπει να απεικονίσει και αυτό που θα είναι. Με άλλα λόγια, το πραγματικό αντικείμενο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι ακριβώς αυτό που δεν έχει ακόμη πραγματικότητα.
Η αντίφαση είναι μάλλον όμορφη. Αλλά, τελικά, η ίδια η έκφραση σοσιαλιστικός ρεαλισμός ήταν αντιφατική. Πώς, πράγματι, είναι δυνατός ένας σοσιαλιστικός ρεαλισμός όταν η πραγματικότητα δεν είναι εντελώς σοσιαλιστική; Δεν είναι σοσιαλιστική, για παράδειγμα, ούτε στο παρελθόν ούτε συνολικά στο παρόν. Η απάντηση είναι εύκολη: θα επιλέξουμε στην πραγματικότητα του σήμερα ή του χθες αυτό που προαναγγέλλει και παρουσιάζει την τέλεια πόλη του μέλλοντος. Έτσι, θα αφοσιωθούμε, από τη μία πλευρά, στην άρνηση και την καταδίκη όσων πτυχών της πραγματικότητας δεν είναι σοσιαλιστικές, και, από την άλλη πλευρά, στην εξύμνηση όσων είναι ή θα γίνουν. Θα έχουμε αναπόφευκτα μια προπαγανδιστική τέχνη με τους ήρωες και τους κακοποιούς της – μια παιδαγωγική λογοτεχνία, με άλλα λόγια, εξίσου αποκομμένη από την πολύπλοκη και ζωντανή πραγματικότητα όσο και η τυπολατρική τέχνη. Τέλος, αυτή η τέχνη θα είναι σοσιαλιστική στο βαθμό που δεν είναι ρεαλιστική.
Αυτή η αισθητική που σκόπευε να είναι ρεαλιστική γίνεται επομένως ένας νέος ιδεαλισμός, εξίσου στείρος για τον αληθινό καλλιτέχνη με τον αστικό ιδεαλισμό. Στην πραγματικότητα παραχωρείται φαινομενικά μια κυρίαρχη θέση μόνο και μόνο για να πεταχτεί πιο εύκολα έξω. Η τέχνη υποβιβάζεται στο τίποτα. Υπηρετεί και, υπηρετώντας, γίνεται σκλαβώνεται. Μόνο όσοι αποφεύγουν να περιγράφουν την πραγματικότητα θα επαινεθούν ως ρεαλιστές. Οι άλλοι θα λογοκριθούν, με την έγκριση των πρώτων. Η φήμη, η οποία στην αστική κοινωνία βρίσκονταν στο να μη διαβάζεται κανείς ή να παρεξηγείται, σε μια ολοκληρωτική κοινωνία θα βρίσκεται στο να εμποδίζει τους άλλους να διαβάζονται. Για άλλη μια φορά, η αληθινή τέχνη θα διαστρεβλωθεί ή θα φιμωθεί και η καθολική επικοινωνία θα γίνει αδύνατη από τους ίδιους τους ανθρώπους που την ήθελαν με το μεγαλύτερο πάθος.
Το πιο εύκολο πράγμα, αντιμέτωποι μια τέτοια ήττα, θα ήταν να παραδεχτούμε πως ο λεγόμενος σοσιαλιστικός ρεαλισμός έχει ελάχιστη σχέση με τη μεγάλη τέχνη και πως οι επαναστάτες, προς το συμφέρον της ίδιας της επανάστασης, θα έπρεπε να αναζητήσουν μια άλλη αισθητική. Αλλά είναι γνωστό ότι οι υπερασπιστές της θεωρίας που περιγράφεται φωνάζουν πως καμία τέχνη δεν είναι δυνατή έξω από αυτήν. Ξοδεύουν το χρόνο τους φωνάζοντας το. Η βαθιά μου πεποίθηση όμως είναι πως δεν το πιστεύουν και ότι έχουν αποφασίσει, μέσα τους, ότι οι καλλιτεχνικές αξίες πρέπει να υποταχθούν στις αξίες της επαναστατικής δράσης. Αν αυτό είχε διατυπωθεί με σαφήνεια, η συζήτηση θα ήταν ευκολότερη. Μπορεί να σεβαστεί κανείς μια τόσο έντονη απόρριψη προερχόμενη από ανθρώπους που υποφέρουν πάρα πολύ από την αντίθεση μεταξύ της δυστυχίας όλων και των προνομίων που ενίοτε συνδέονται με την ζωή ενός καλλιτέχνη, που απορρίπτουν την αφόρητη απόσταση που χωρίζει αυτούς που φιμώνει η φτώχεια και αυτούς που η κλίση τους είναι μάλλον να εκφράζονται συνεχώς. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να καταλάβει αυτούς τους ανθρώπους, να προσπαθήσει να κάνει διάλογο μαζί τους, να προσπαθήσει να τους πει, για παράδειγμα, πως η καταστολή της δημιουργικής ελευθερίας δεν είναι ίσως ο σωστός τρόπος για να ξεπεραστεί η σκλαβιά και ότι μέχρι να μπορέσουν να μιλήσουν για όλους είναι ανόητο να παραιτηθούν από τη δυνατότητα να μιλήσουν τουλάχιστον για λίγους.
Ναι, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός οφείλει να παραδεχτεί το γεγονός πως είναι ο δίδυμος αδελφός του πολιτικού ρεαλισμού. Θυσιάζει την τέχνη για έναν σκοπό που είναι ξένος προς την τέχνη, αλλά που, στην κλίμακα των αξιών, μπορεί να φαίνεται πως κατατάσσεται υψηλότερα. Εν ολίγοις, καταστέλλει προσωρινά την τέχνη για να εγκαθιδρύσει πρώτα τη δικαιοσύνη. Όταν υπάρξει δικαιοσύνη, σε ένα προς το παρόν απροσδιόριστο μέλλον, η τέχνη θα αναστηθεί. Με αυτόν τον τρόπο ο χρυσός κανόνας της σύγχρονης νοημοσύνης εφαρμόζεται στα ζητήματα της τέχνης – ο κανόνας που επιμένει στην αδυναμία να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά. Αλλά αυτή η συντριπτική κοινή λογική δεν πρέπει να μας παραπλανήσει. Για να φτιάξεις μια καλή ομελέτα δεν αρκεί να σπάσεις χιλιάδες αυγά, και η αξία ενός μάγειρα δεν κρίνεται, πιστεύω, από τον αριθμό των σπασμένων τσοφλιών. Αν οι καλλιτεχνικοί μάγειρες της εποχής μας αναστατώσουν περισσότερα καλάθια αυγών από όσα σκόπευαν, η ομελέτα του πολιτισμού μπορεί να μην βγει ποτέ ξανά σωστή και η τέχνη μπορεί να μην αναστηθεί ποτέ. Η βαρβαρότητα δεν είναι ποτέ προσωρινή.
Ποτέ δεν γίνεται επαρκής πρόβλεψη γι’ αυτήν, και, όπως είναι φυσικό, από την τέχνη η βαρβαρότητα επεκτείνεται και στα ήθη. Τότε τα βάσανα και το αίμα των ανθρώπων γεννούν ασήμαντες λογοτεχνίες, και τον αιώνια ενδοτικό Τύπο, φωτογραφικά πορτρέτα, και σοδαλικά θεατρικά έργα στα οποία το μίσος παίρνει τη θέση της θρησκείας. Η τέχνη κορυφώνεται έτσι σε αναγκαστική αισιοδοξία, τη χειρότερη πολυτέλεια, και συμπτωματικά, και το πιο γελοίο ψέμα. Πώς θα μπορούσαμε να εκπλαγούμε; Ο πόνος της ανθρωπότητας είναι ένα τόσο τεράστιο θέμα που φαίνεται ότι κανείς δεν θα μπορούσε να το αγγίξει, εκτός αν ήταν σαν τον Keats τόσο ευαίσθητος, που λέγεται, πως θα μπορούσε να αγγίξει τον ίδιο τον πόνο με τα χέρια του. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα όταν μια ελεγχόμενη λογοτεχνία προσπαθεί να ανακουφίσει αυτόν τον πόνο με επίσημες παρηγοριές. Το ψέμα της τέχνης για χάρη της τέχνης ήταν πως προσποιούνταν ότι δεν γνωρίζει τίποτα για το κακό και κατά συνέπεια πήρε την ευθύνη γι’ αυτό.
Αλλά το ρεαλιστικό ψέμα, αν και καταφέρνει να παραδεχτεί την τωρινή δυστυχία της ανθρωπότητας, προδίδει αυτή τη δυστυχία εξίσου σοβαρά, καθώς τη χρησιμοποιεί για να δοξάσει μια μελλοντική κατάσταση ευτυχίας, για την οποία κανείς δεν γνωρίζει τίποτα, έτσι ώστε το μέλλον να επιτρέπει κάθε είδους κοροϊδία. Οι δύο αισθητικές που από καιρό στέκονται αντιμέτωπες μεταξύ τους, αυτή που συνιστά την πλήρη απόρριψη της πραγματικής ζωής και αυτή που ισχυρίζεται ότι απορρίπτει οτιδήποτε δεν είναι πραγματική ζωή, καταλήγουν, ωστόσο, να συμφωνούν, μακριά από την πραγματικότητα, σε ένα και μόνο ψέμα και στην καταστολή της τέχνης. Ο ακαδημαϊσμός της Δεξιάς δεν αναγνωρίζει καν την αθλιότητα που ο ακαδημαϊσμός της Αριστεράς την χρησιμοποιεί για απώτερους λόγους. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις η μιζέρια ενισχύεται και μόνο την στιγμή την ίδια που η τέχνη αναιρείται.
3
Θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αυτό το ψέμα είναι η ίδια η ουσία της τέχνης; Θα πω αντίθετα ότι οι στάσεις που περιέγραψα είναι ψέματα μόνο στο βαθμό που έχουν ελάχιστη σχέση με την τέχνη. Τι είναι η τέχνη λοιπόν; Το μόνο σίγουρο, τίποτα το απλό. Και είναι ακόμη πιο δύσκολο να το ανακαλύψει κανείς μέσα στις φωνές τόσων ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να απλοποιήσουν τα πάντα. Από τη μια πλευρά, η ιδιοφυΐα αναμένεται να είναι υπέροχη και μοναχική· από την άλλη, καλείται να μοιάζει με όλα. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Και ο Balzac το είπε αυτό με μια πρόταση: «Η ιδιοφυΐα μοιάζει με όλους και κανείς δεν της μοιάζει». Έτσι συμβαίνει και με την τέχνη, η οποία δεν είναι τίποτα χωρίς την πραγματικότητα και χωρίς την οποία η πραγματικότητα είναι ασήμαντη. Πώς, πράγματι, θα μπορούσε η τέχνη να τα βγάλει πέρα χωρίς την πραγματικότητα και πώς θα μπορούσε η τέχνη να είναι υποταγμένη σε αυτήν; Ο καλλιτέχνης τόσο επιλέγει το αντικείμενό του όσο και τον επιλέγει αυτό. Η τέχνη, κατά μία έννοια, είναι μια εξέγερση ενάντια σε κάθε τι φευγαλέο και ημιτελές στον κόσμο.
Κατά συνέπεια, ο μόνος στόχος της είναι να δώσει μια άλλη μορφή σε μια πραγματικότητα που ωστόσο αναγκάζεται να συντηρήσει ως πηγή του συναισθήματος της. Από αυτή την άποψη, είμαστε όλοι ρεαλιστές και κανείς δεν είναι. Η τέχνη δεν είναι ούτε πλήρης απόρριψη ούτε πλήρης αποδοχή αυτού που υπάρχει. Είναι ταυτόχρονα απόρριψη και αποδοχή, και γι’ αυτό πρέπει να είναι ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο ξεκαθάρισμα. Ο καλλιτέχνης ζει διαρκώς σε μια τέτοια κατάσταση ασάφειας, ανίκανος να αρνηθεί το πραγματικό και όμως αιώνια υποχρεωμένος να το αμφισβητεί στις αιώνια ανολοκλήρωτες πτυχές του. Για να ζωγραφίσει κανείς μια νεκρή φύση, πρέπει να υπάρξει αντιπαράθεση και αμοιβαία συμφωνία μεταξύ ενός ζωγράφου και ενός μήλου. Και αν οι μορφές δεν είναι τίποτα χωρίς τον φωτισμό του κόσμου, συμβάλουν με τη σειρά τους σε αυτόν τον φωτισμό. Το πραγματικό σύμπαν, το οποίο, με την ακτινοβολία του, κάνει υπαρκτά σώματα και αγάλματα, ταυτόχρονα παίρνει από αυτά ένα δεύτερο φως που καθορίζει το φως του ουρανού.
Κατά συνέπεια, το υψηλό ύφος βρίσκεται στη μέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο αντικείμενο του. Δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί αν η τέχνη πρέπει να φεύγει από την πραγματικότητα ή να συμμορφώνεται μαζί της, αλλά ποια ακριβώς δόση πραγματικότητας πρέπει να πάρει το έργο ως έρμα για να μην αιωρείται ανάμεσα στα σύννεφα ή να μη σέρνεται στο έδαφος με βαριές μπότες. Κάθε καλλιτέχνης λύνει αυτό το πρόβλημα ανάλογα με τη γνώση και τις ικανότητές του. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξέγερση ενός καλλιτέχνη ενάντια στην πραγματικότητα του κόσμου, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να είναι το βάρος της πραγματικότητας για να εξισορροπήσει αυτή την εξέγερση. Αλλά το βάρος δεν μπορεί ποτέ να καταπνίξει τη μοναχική ανάγκη του καλλιτέχνη. Το υψηλότερο έργο θα είναι πάντα, όπως στους Έλληνες τραγικούς, τον Melville, τον Tolstoy ή τον Moliere, το έργο που διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ της πραγματικότητας και της απόρριψης αυτής της πραγματικότητας από τον άνθρωπο, που το ένα αναγκάζει το άλλο να ανεβαίνει προς τα πάνω σε μια αδιάκοπη υπερχείλιση, χαρακτηριστική της ίδιας της ζωής στις πιο χαρούμενες και σπαρακτικές ακρότητές της.
Τότε, κάθε τόσο, εμφανίζεται ένας νέος κόσμος, διαφορετικός από τον καθημερινό κόσμο και ταυτόχρονα ίδιος, ιδιαίτερος αλλά καθολικός, γεμάτος αθώα ανασφάλεια – που αναδύεται για λίγες ώρες από τη δύναμη και τη λαχτάρα της ιδιοφυΐας. Αυτό ακριβώς είναι και όμως δεν είναι· ο κόσμος δεν είναι τίποτα και είναι τα πάντα· αυτή είναι η αντιφατική και ακούραστη κραυγή κάθε αληθινού καλλιτέχνη, η κραυγή που τον κρατάει όρθιο με τα μάτια πάντα ανοιχτά και που, κάθε τόσο, ξυπνάει για όλους σε αυτόν τον κόσμο που κοιμάται την φευγαλέα και επίμονη εικόνα μιας πραγματικότητας που αναγνωρίζουμε χωρίς ποτέ να την έχουμε γνωρίσει. Ομοίως, ο καλλιτέχνης δεν μπορεί ούτε να απομακρυνθεί από τον χρόνο του ούτε να χαθεί μέσα σε αυτόν. Αν απομακρυνθεί από αυτόν, μιλάει στο κενό. Αλλά, αντίστροφα, στο βαθμό που παίρνει τον χρόνο του ως αντικείμενο, επιβεβαιώνει τη δική του ύπαρξη ως υποκείμενο και δεν μπορεί να ενδώσει εντελώς σε αυτόν.
Με άλλα λόγια, τη στιγμή ακριβώς που ο καλλιτέχνης επιλέγει να μοιραστεί τη μοίρα όλων, επιβεβαιώνει το άτομο που είναι. Και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτή την αμφισημία. Ο καλλιτέχνης παίρνει από την ιστορία αυτό που μπορεί να δει ο ίδιος από αυτήν ή να υποστεί ο ίδιος, άμεσα ή έμμεσα – με άλλα λόγια το άμεσο γεγονός και τους ανθρώπους που ζουν σήμερα, όχι τη σχέση αυτού του άμεσου γεγονότος με ένα μέλλον που είναι αόρατο για τον ζωντανό καλλιτέχνη. Η κρίση σημερινού ανθρώπου στο όνομα ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει ακόμη είναι η λειτουργία της προφητείας. Αλλά ο καλλιτέχνης μπορεί να αποτιμήσει τους μύθους που του προσφέρονται μόνο σε σχέση με τον αντίκτυπό τους στους ζωντανούς ανθρώπους. Ο προφήτης, είτε θρησκευτικός είτε πολιτικός, μπορεί να κρίνει απόλυτα και, όπως είναι γνωστό, δεν διστάζει να το κάνει. Ο καλλιτέχνης όμως δεν μπορεί. Αν έκρινε απόλυτα, θα χώριζε αυθαίρετα την πραγματικότητα σε καλή και κακή και θα υπέκυπτε έτσι στο μελόδραμα. Ο στόχος της τέχνης, αντίθετα, δεν είναι να νομοθετεί ή να βασιλεύει, αλλά πρώτα από όλα να κατανοεί.
Μερικές φορές πράγματι βασιλεύει, ως αποτέλεσμα της κατανόησης. Αλλά κανένα ιδιοφυές έργο δεν βασίστηκε ποτέ στο μίσος και την περιφρόνηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καλλιτέχνης, στο τέλος της αργής προόδου του, δίνει άφεση αμαρτιών αντί να καταδικάζει. Αντί να είναι δικαστής, είναι δικαιολογητής. Είναι ο αέναος συνήγορος του ζωντανού πλάσματος, επειδή είναι ζωντανό. Υποστηρίζει πραγματικά την αγάπη προς τον πλησίον και όχι εκείνη την αγάπη προς τον μακρινό ξένο που υποβαθμίζει τον σύγχρονο ανθρωπισμό μέχρι να γίνει η κατήχηση του δικαστηρίου. Αντίθετα, το μεγάλο έργο μπερδεύει τελικά όλους τους δικαστές. Με αυτό ο καλλιτέχνης την ίδια στιγμή αποτίει φόρο τιμής στην πιο υψηλή μορφή της ανθρωπότητας και υποκλίνεται μπροστά στον χειρότερο εγκληματία. «Δεν υπάρχει», έγραψε ο Wilde στη φυλακή, «ούτε ένας άθλιος άνθρωπος σ’ αυτό το άθλιο μέρος μαζί με μένα που να μη βρίσκεται σε συμβολική σχέση με το ίδιο το μυστικό της ζωής.» Ναι, και αυτό το μυστικό της ζωής συμπίπτει με το μυστικό της τέχνης.
Για εκατόν πενήντα χρόνια οι συγγραφείς ανήκοντας σε μια εμποροκρατική κοινωνία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πίστευαν ότι μπορούσαν να ζήσουν μέσα σε ευτυχισμένη ανευθυνότητα. Ζούσαν, πράγματι, μόνοι τους και μετά πέθαιναν μόνοι τους, όπως είχαν ζήσει. Αλλά εμείς οι συγγραφείς του 20ου αιώνα δεν θα είμαστε ποτέ ξανά μόνοι. Αντίθετα, πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε ποτέ να ξεφύγουμε από την κοινή δυστυχία και ότι η μόνη μας δικαίωση, αν πράγματι υπάρχει δικαίωση, είναι να μιλήσουμε, στο μέτρο που μπορούμε, για εκείνους που δεν μπορούν να το κάνουν. Πρέπει όμως να το κάνουμε για όλους εκείνους που υποφέρουν αυτή τη στιγμή, όποια κι αν είναι η δόξα, περασμένη ή μελλοντική, των κρατών και των κομμάτων που τους καταπιέζουν: για τον καλλιτέχνη δεν υπάρχουν προνομιούχοι βασανιστές. Γι’ αυτό η ομορφιά, ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα σήμερα, δεν μπορεί να υπηρετήσει κανένα κόμμα· δεν μπορεί να υπηρετήσει, μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα, τίποτε άλλο παρά τον πόνο των ανθρώπων ή την ελευθερία τους. Ο μόνος πραγματικά αφοσιωμένος καλλιτέχνης είναι αυτός που, χωρίς να αρνείται να πάρει μέρος στη μάχη, αρνείται τουλάχιστον να ενταχθεί στους τακτικούς στρατούς και παραμένει ελεύθερος.
Το μάθημα που βρίσκει έτσι στην ομορφιά, αν το αντλεί σωστά, είναι ένα μάθημα όχι εγωισμού αλλά μάλλον ακλόνητης αδελφοσύνης. Εξετάζοντας την ομορφιά με αυτόν τον τρόπο, δεν έχει υποδουλώσει ποτέ κανέναν. Και για χιλιάδες χρόνια, κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο, αντίθετα απάλυνε τη σκλαβιά εκατομμυρίων ανθρώπων και, περιστασιακά, απελευθερώνει ορισμένους από αυτούς για πάντα. Εξάλλου, ίσως το μεγαλείο της τέχνης να βρίσκεται στη διαρκή ένταση ανάμεσα στην ομορφιά και τον πόνο, την αγάπη των ανθρώπων και την τρέλα της δημιουργίας, την αφόρητη μοναξιά και το εξαντλητικό πλήθος, την απόρριψη και τη συναίνεση. Η τέχνη προχωρεί ανάμεσα σε δύο χάσματα, τα οποία είναι η επιπολαιότητα και η προπαγάνδα. Στην κορυφογραμμή όπου ο μεγάλος καλλιτέχνης προχωρεί, κάθε βήμα είναι μια περιπέτεια, ένα ακραίο ρίσκο. Σε αυτό το ρίσκο, όμως, και μόνο εκεί, βρίσκεται η ελευθερία της τέχνης.
Μια δύσκολη ελευθερία που μοιάζει περισσότερο με ασκητική πειθαρχία; Ποιος καλλιτέχνης θα το αρνιόταν αυτό; Ποιος καλλιτέχνης θα τολμούσε να ισχυριστεί ότι είναι αντάξιος μιας τέτοιας αδιάκοπης προσπάθειας; Μια τέτοια ελευθερία προϋποθέτει την υγεία του σώματος και του πνεύματος, ένα ύφος που αντανακλά τη δύναμη της ψυχής και μια υπομονετική απείθεια. Όπως κάθε ελευθερία, είναι ένα διαρκές ρίσκο, μια εξαντλητική περιπέτεια, και γι’ αυτό οι άνθρωποι σήμερα αποφεύγουν το ρίσκο, όπως αποφεύγουν την ελευθερία με τις κουραστικές απαιτήσεις της, προκειμένου να δεχτούν κάθε είδους δουλεία και να επιτύχουν τουλάχιστον την παρηγοριά της ψυχής. Αλλά αν η τέχνη δεν είναι περιπέτεια, τι είναι και πού βρίσκεται η δικαίωσή της; Όχι, ο ελεύθερος καλλιτέχνης δεν είναι περισσότερο άνθρωπος της άνεσης απ’ ό,τι ο ελεύθερος άνθρωπος. Ο ελεύθερος καλλιτέχνης είναι αυτός που, με μεγάλη προσπάθεια, δημιουργεί τη δική του τάξη. Όσο πιο απείθαρχο είναι αυτό που πρέπει να βάλει σε τάξη, τόσο πιο αυστηρός θα είναι ο κανόνας του και τόσο περισσότερο θα διεκδικεί την ελευθερία του. Υπάρχει μια παρατήρηση του Gide που πάντα θεωρούσα σωστή, αν και μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί: «Η τέχνη ζει από τον περιορισμό και πεθαίνει από την ελευθερία». Αυτό είναι αλήθεια.
Αλλά δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ότι η τέχνη μπορεί να ελεγχθεί. Η τέχνη ζει μόνο από τους περιορισμούς που επιβάλλει στον εαυτό της· πεθαίνει από όλους τους άλλους. Αντίθετα, αν δεν περιορίσει τον εαυτό της, παραδίδεται στο παραλήρημα και γίνεται σκλάβος απλών σκιών. Η πιο ελεύθερη τέχνη και η πιο επαναστατική θα είναι επομένως η πιο κλασική· θα ανταμείψει τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Όσο μια κοινωνία και οι καλλιτέχνες της δεν αποδέχονται αυτή τη μεγάλη και ελεύθερη προσπάθεια, όσο χαλαρώνουν στην παρηγοριά των διασκεδάσεων ή στην άνεση του κομφορμισμού, στα παιχνίδια της τέχνης για την τέχνη ή στα κηρύγματα της ρεαλιστικής τέχνης, οι καλλιτέχνες της θα χάνονται στον μηδενισμό και τη στειρότητα. Το να πούμε αυτό ισοδυναμεί με το να πούμε πως σήμερα η αναγέννηση εξαρτάται από το θάρρος μας και τη θέλησή μας να είμαστε διαυγείς. Ναι, η αναγέννηση είναι στα χέρια όλων μας. Από εμάς εξαρτάται αν η Δύση πρόκειται να αναδείξει κάποιους αντι-Αλέξανδρους που θα δέσουν τον Γόρδιο Δεσμό του πολιτισμού που κόπηκε από το σπαθί. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να αποδεχτούμε όλους τους κινδύνους και τους κόπους της ελευθερίας.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε αν, στην επιδίωξη της δικαιοσύνης, θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία. Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πως χωρίς την ελευθερία δεν θα κατορθώσουμε τίποτα και πως θα χάσουμε τόσο τη μελλοντική δικαιοσύνη όσο και την αρχαία ομορφιά. Μόνο η ελευθερία βγάζει τους ανθρώπους από την απομόνωσή τους· αλλά η δουλεία κυριαρχεί σε ένα πλήθος μοναξιών. Και η τέχνη, χάρη σε αυτή την ελεύθερη ουσία που προσπάθησα να ορίσω, ενώνει εκεί που η τυραννία χωρίζει. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη τέχνη είναι ο εχθρός που αναγνωρίζει από κάθε μορφή καταπίεσης. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι πάντοτε υπήρξαν τα πρώτα θύματα των σύγχρονων τυραννιών, είτε της Δεξιάς είτε της Αριστεράς. Οι τύραννοι γνωρίζουν πως στο έργο τέχνης υπάρχει μια χειραφετητική δύναμη, η οποία είναι μυστηριώδης μόνο για όσους δεν τη σέβονται. Κάθε μεγάλο έργο κάνει το ανθρώπινο πρόσωπο πιο αξιοθαύμαστο και πιο πλούσιο, και αυτό είναι όλο του το μυστικό. Και χιλιάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης και σιδερένια κελιά δεν αρκούν για να κρύψουν αυτή τη συγκλονιστική μαρτυρία αξιοπρέπειας.
Γι’ αυτό δεν είναι αλήθεια πως ο πολιτισμός μπορεί να ανασταλεί, έστω και προσωρινά, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για έναν νέο πολιτισμό. Η αδιάκοπη μαρτυρία του ανθρώπου για τον πόνο και την ευγένειά του δεν μπορεί να ανασταλεί· η πράξη της αναπνοής δεν μπορεί να ανασταλεί. Δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς κληρονομιά, και δεν μπορούμε και δεν πρέπει να απορρίψουμε τίποτα από τα δικά μας, την κληρονομιά της Δύσης. Όποια κι αν είναι τα έργα του μέλλοντος, θα κουβαλάνε το ίδιο μυστικό, που αποτελείται από θάρρος και ελευθερία, που τρέφεται από την τόλμη χιλιάδων καλλιτεχνών όλων των εποχών και όλων των εθνών. Ναι, όταν η σύγχρονη τυραννία μάς δείχνει πως ακόμη και όταν περιορίζεται στο λειτούργημά του ο καλλιτέχνης είναι δημόσιος εχθρός, έχει δίκιο. Με τον τρόπο αυτό όμως η τυραννία αποτίει φόρο τιμής, μέσω του καλλιτέχνη, σε μια εικόνα του ανθρώπου που τίποτα δεν μπόρεσε ποτέ να συντρίψει. Το συμπέρασμά μου θα είναι απλό. Θα είναι το να πούμε, μέσα σε όλο το θόρυβο και την οργή της ιστορίας μας: «Ας χαρούμε».
Ας χαρούμε, πράγματι, που γίναμε μάρτυρες του θανάτου μιας Ευρώπης που αγαπά το ψέμα και την άνεση και που ήρθαμε αντιμέτωποι με σκληρές αλήθειες. Ας χαιρόμαστε ως άνθρωποι γιατί κατέρρευσε μια παρατεταμένη απάτη και βλέπουμε καθαρά τι μας απειλεί. Και ας χαιρόμαστε ως καλλιτέχνες, βγαλμένοι από τον ύπνο μας και την κώφωσή μας, αναγκασμένοι να έχουμε το βλέμμα μας στραμμένο στην εξαθλίωση, τις φυλακές και την αιματοχυσία. Αν βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα τέτοιο όραμα, μπορέσουμε να διατηρήσουμε τη μνήμη των ημερών και των προσώπων, και αντίστροφα, αν έρθουμε αντιμέτωποι με την ομορφιά του κόσμου, καταφέρουμε να μην ξεχάσουμε τους ταπεινωμένους, τότε η δυτική τέχνη θα ανακτήσει σταδιακά τη δύναμή της και την κυριαρχία της. Σίγουρα, στην ιστορία υπάρχουν λίγα παραδείγματα καλλιτεχνών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τόσο δύσκολα προβλήματα. Αλλά όταν ακόμη και οι πιο απλές λέξεις και φράσεις αξίζουν το βάρος τους σε ελευθερία και αίμα, ο καλλιτέχνης πρέπει να μάθει να τις χειρίζεται με αυτοσυγκράτηση. Ο κίνδυνος κάνει τους ανθρώπους κλασικούς, και όλα τα μεγαλεία, τελικά, έχουν τις ρίζες τους στον κίνδυνο.
Η εποχή των ανεύθυνων καλλιτεχνών έχει περάσει. Θα μετανιώσουμε για τις μικρές στιγμές ευδαιμονίας μας. Αλλά θα είμαστε σε θέση να παραδεχτούμε ότι αυτή η δοκιμασία συμβάλλει εν τω μεταξύ στις ευκαιρίες της αυθεντικότητάς μας, και θα δεχτούμε την πρόκληση. Η ελευθερία της τέχνης δεν έχει μεγάλη αξία όταν ο μόνος σκοπός είναι να εξασφαλίσει την άνεση του καλλιτέχνη. Για να ριζώσει μια αξία ή μια αρετή σε μια κοινωνία, δεν πρέπει να υπάρχει κανένα ψέμα γύρω από αυτή· με άλλα λόγια, πρέπει να πληρώνουμε για αυτή κάθε φορά που μπορούμε. Αν η ελευθερία γίνει επικίνδυνη, τότε μπορεί να πάψει να εκπορνεύεται. Και δεν μπορώ να συμφωνήσω, για παράδειγμα, με εκείνους που παραπονιούνται σήμερα για την παρακμή της σοφίας. Προφανώς έχουν δίκιο. Ωστόσο, για να πούμε την αλήθεια, η σοφία δεν έχει ποτέ μειωθεί τόσο πολύ όσο όταν δεν είχε κανένα ρίσκο και ανήκε αποκλειστικά σε λίγους φιλόσοφους θαμμένους σε βιβλιοθήκες. Αλλά σήμερα, όταν επιτέλους πρέπει να αντιμετωπίσει πραγματικούς κινδύνους, υπάρχει μια πιθανότητα να σταθεί και πάλι όρθια και να γίνει σεβαστή.
Λέγεται πως ο Nietzsche μετά την απομάκρυνση από τη Lou Salome, σε μια περίοδο πλήρους μοναξιάς, συντετριμμένος και αναπτερωμένος ταυτόχρονα από την προοπτική του τεράστιου έργου που έπρεπε να ολοκληρώσει χωρίς καμία βοήθεια, συνήθιζε να περπατάει τη νύχτα στα βουνά που περιβάλλαν τον κόλπο της Γένοβα και να ανάβει μεγάλες φωτιές από φύλλα και κλαδιά, τις οποίες παρακολουθούσε καθώς έκαιγαν. Έχω συχνά ονειρευτεί αυτές τις φωτιές και έχω κατά καιρούς φανταστεί ορισμένους ανθρώπους και ορισμένα έργα μπροστά σε αυτές τις φωτιές, ως έναν τρόπο δοκιμής αυτών των ανθρώπων και αυτών των έργων. Η εποχή μας είναι μια από αυτές τις φωτιές, που η αφόρητη φλόγα τους αναμφίβολα θα κάνει στάχτη πολλά έργα! Εκείνα όμως που θα παραμείνουν, το μέταλλό τους θα μείνει άθικτο και, κοιτάζοντάς τα, θα μπορούμε να αφεθούμε χωρίς περιορισμούς στην υπέρτατη χαρά της νοημοσύνης που ονομάζουμε «θαυμασμό».
Κάποιος μπορεί να λαχταρά, όπως εγώ, μια πιο ήπια φλόγα, μια ανάπαυλα, μια παύση για στοχασμό. Αλλά ίσως δεν υπάρχει άλλη γαλήνη για τον καλλιτέχνη από αυτή που βρίσκει στη θέρμη της μάχης. «Κάθε τοίχος είναι μια πόρτα», παρατήρησε σωστά ο Emerson. Ας μην αναζητήσουμε την πόρτα, και τη διέξοδο, οπουδήποτε αλλού παρά μόνο στον τοίχο απέναντι στον οποίο ζούμε. Αντίθετα, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί που βρίσκεται – μέσα στη καρδιά της μάχης. Γιατί κατά τη γνώμη μου, και εδώ θα κλείσω, βρίσκεται εκεί. Οι μεγάλες ιδέες, έχει ειπωθεί, έρχονται στον κόσμο τόσο απαλά όσο τα περιστέρια. Ίσως τότε, αν ακούσουμε προσεκτικά, να ακούσουμε, μέσα στη φασαρία των αυτοκρατοριών και των εθνών, ένα αχνό φτερούγισμα φτερών, το απαλό ανακάτεμα της ζωής και της ελπίδας. Κάποιοι θα πουν ότι αυτή η ελπίδα βρίσκεται σε ένα έθνος, άλλοι σε έναν άνθρωπο. Εγώ πιστεύω μάλλον ότι ξυπνάει, αναζωογονείται, τρέφεται από εκατομμύρια μοναχικά άτομα, των οποίων οι πράξεις και τα έργα καθημερινά αναιρούν τα σύνορα και τις πιο ωμές συνέπειες της ιστορίας. Ως αποτέλεσμα, λάμπει φευγαλέα η πάντα απειλούμενη αλήθεια πως ο κάθε άνθρωπος, πάνω στα θεμέλια των δικών του πόνων και χαρών, χτίζει για όλους.
από: https://geniusloci2017.wordpress.com
