Άρθρο που εμφανίστηκε στο φεμινιστικό περιοδικό Aurora το 1974 και μεταφράστηκε και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο Αναρχισμός και Φεμινισμός (Ελεύθερος Τύπος, 1980). Η Lynne Farrow είναι ακαδημαϊκός, φεμινίστρια και ακτιβίστρια.


Μετάφραση Αμίκα Λυκιαρδοπούλου

 Δημοσιεύθηκε την 12 Ιουνίου, 2022 

 

Ο φεμινισμός εφαρμόζει ότι ο αναρχισμός κηρύσσει. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ά φεμινιστικές ομάδες είναι οι μόνες ομάδες διαμαρτυρίας που είναι έμπρακτα αναρχικές, πρώτον, γιατί οι γυναίκες αφοσιώνονται σε συγκεκριμένα σχέδια, όπως π.χ. (κλινικές για εκτρώσεις και τα νηπιαγωγεία, και δεύτερον, γιατί σαν απολιτικές, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, οι γυναίκες αρνούνται να εμπλακούν στους πολιτικούς Αγώνες της δεξιάς η της αριστεράς, στο ρεφορμισμό η την επανάσταση, αντίστοιχα.

Το ενδιαφέρον, όμως, των γυναικών για συγκεκριμένα σχέδια, καθώς και οι απολιτικές τους δραστηριότητες, Αποτελούν μια αρκετά μεγάλη απειλή και για τη δεξιά και για την αριστερά, και η φεμινιστική ιστορία δείχνει καθαρά πώς εμείς οι γυναίκες επανειλημμένα έχουμε δελεαστεί να εγκαταλείψουμε τον αγώνα για τα συμφέροντά μας με το να αφομοιωθούμε, σε νομοθετικό επίπεδο, από τα κατεστημένα κόμματα, και σε θεωρητικό επίπεδο από την Αριστερά. Αυτή η αφομοίωση συχνά μας έχει εμποδίσει να αναρωτηθούμε ποια είναι ακριβώς η φεμινιστική τοποθέτηση; Ποια είναι η καλύτερη στρατηγική για την αλλαγή;

Μια πρώτη αρχή για τη γυναικεία Απελευθέρωση έγινε στη δεκαετία το 1840, όταν οι Φιλελεύθεροι βρίσκονταν στη μέση μιας θυελλώδους εκστρατείας για την κατάργηση του θεσμού της δουλείας. Μερικές Κουακέρες, που είχαν ευφράδεια λόγου, μιλώντας ζωηρά υπέρ της κατάργησης του συστήματος που επέτρεπε την κατοχή σκλάβων στο Νότο, συνειδητοποίησαν πολύ γρήγορα ότι τα βασικά δικαιώματα που διεκδικούσαν εκείνες για τους Μαύρους, η κοινωνία τα αρνιόταν και στις γυναίκες. Η Λούσυ Στόουν και η Λουκρέτσια Μότ, δύο από τους πιο γενναίους μαχητές στον αγώνα για την κατάργηση της σκλαβιάς των Μαύρων, πρόσθεταν κάπου-κάπου, προς το τέλος των λόγων τους περί δουλείας, και μερικές φεμινιστικές Ιδέες, ενοχλώντας έτσι τους Φιλελεύθερους συνεργάτες τους σε ασυνήθιστο βαθμό. ΟΙ γυναίκες, όμως, δεν αποτελούσαν ακόμη απειλή για αυτούς, εφόσον γνώριζαν τη θέση τους και δεν ξεχνούσαν ποιος από τους δυο σκοπούς ήταν ο πιο σοβαρός.

Δύο χρόνια μετά, το 1842, γινόταν στο Λονδίνο το παγκόσμιο συνέδριο ενάντια στο θεσμό της δουλείας. Μερικές γυναίκες που διέσχισαν τον Ατλαντικό μαζί με τους άλλους αντιπροσώπους για να πάρουν μέρος στο συνέδριο, ανακάλυψαν, φτάνοντας στο Λονδίνο, ότι όχι μόνο απαγορευόταν στις γυναίκες να πάρουν μέρος στις διαδικασίες του συνεδρίου, αλλά, πράγμα ακόμα χειρότερο, ότι ήταν αναγκασμένες να καθίσουν πίσω από ένα παραπέτασμα. Η Λουκρέτσια Μότ και η Ελίζαμπεθ Καίηντ Στάνταν εξοργισμένες με την υποκρισία της συγκέντρωσης των φιλελευθέρων ενάντια στο θεσμό της δουλείας, που αρνιόταν τη συμμετοχή των γυναικών, αποφάσισαν επί τόπου να γυρίσουν πίσω στην Αμερική και να οργανωθούν για να απελευθερώσουν τις γυναίκες.

Το πρώτο Συνέδριο για τα Γυναικεία Δικαιώματα έγινε το 1848 στο Σενέκα Φώλς, στη Νέα Υόρκη, προσελκύοντας, μονάχα με μια γνωστοποίηση σε μια τοπική εφημερίδα τρεις μέρες πριν, ένα τεράστιο αριθμό γυναικών, που γέμισαν το κτίριο της εκκλησίας όπου γινόταν η συγκέντρωση. Στο τέλος αυτού του πολύ συγκινητικού Συνεδρίου η συνέλευση συνέταξε ένα Διακήρυξη Δικαιωμάτων και Συναισθημάτων, «με δάση την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», με τη διαφορά ότι αυτή, αντί να απευθύνεται στον Βασιλέα Γεώργιο της Αγγλίας, Απευθυνόταν στους άντρες. Μετά απ’ αυτό το Συνέδριο, το όποιο χαρακτηρίζεται σαν η επίσημη Αφετηρία του Κινήματος για τα Γυναικεία Δικαιώματα στην Αμερική, ο φεμινισμός πήρε γρήγορα πάνω του, έχοντας σαν στόχο τους νόμους περί ιδιοκτησίας κι άλλες Αδικίες σε βάρος των γυναικών.

Καθώς ο αμερικανικός φεμινισμός αποκοτούσε μια κάποια υποστήριξη, οι Φιλελεύθεροι αρχίζαν να εκνευρίζονται από το γεγονός ότι οι γυναίκες ξόδευαν την ενεργητικότητα τους δουλεύοντας μάλλον για το γυναικείο ζήτημα, παρά για το αληθινό πρόβλημα εκείνης της εποχής, δηλαδή, την κατάργηση του θερμού της δουλείας. Στο κάτω-κάτω, οι Φιλελεύθεροι επέμεναν, ότι εκείνη ήταν η «ώρα των Νέγρων» και οι γυναίκες δεν θα έπρεπε να είναι τόσο μικρόψυχες και να σκέφτονται τον εαυτό τους μια τέτοια εποχή. Στις παραμονές του Εμφυλίου Πολέμου αυτό το παράπονο των Φιλελεύθερων έγινε «μια δίκαιη» αγανάκτηση. Πώς ήταν δυνατό οι γυναίκες να δείχνουν τέτοια έλλειψη πατριωτισμού με το να αφοσιώνονται στο φεμινισμό, στη διάρκεια μιας «εθνικής» κρίσης; Τότε, όλες σχεδόν οι φεμινίστριες στην Αμερική, παραγκώνισαν τη φεμινιστική τους συνείδηση για να υποστηρίξουν τα συμφέροντα των Φιλελευθέρων, παίρνοντας τη διαβεβαίωση πώς με το τέλος του πολέμου, όπου θα παραχωρούνταν στους Μαύρους ίσα συνταγματικά δικαιώματα, θα συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτά και οι γυναίκες.

Η Σουζάν Β. Άνθονυ, φλογερός υπέρμαχος της κατάργησης του θεσμού της δουλείας, ήταν η μόνη γνωστή φεμινίστρια που Εκείνη την εποχή αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την πρόταση των Φιλελευθέρων. Συνέχισε τις εκκλήσεις της, για τα γυναικεία δικαιώματα, παρά τη σταδιακή μείωση των οπαδών της, τις όποιες προσεταιρίστηκαν οι Φιλελεύθερα υποστηρικτές της κατάργησης του θεσμού της δουλείας. Αυτή, όμως, συνέχισε να επιμένει ότι και οι δύο αγώνες μπορούσαν να διεξάγονται ταυτόχρονα και αν δεν γινόταν έτσι, μετά τον πόλεμο οι γυναίκες θα είχαν πιά ξεχαστεί. Είχε δίκιο. Πράγματι, μετά τον πόλεμο, όταν έγινε η 14η τροπολογία του Συντάγματος στο Κογκρέσο, οι γυναίκες όχι μόνο δεν είχαν συμπεριληφθεί, αλλά υπήρχε και ειδική φράση που απέκλειε τη συμμετοχή τους. Για πρώτη φορά γραφόταν στο Σύνταγμα, η λέξη «αρσενικό», δείχνοντας σαφώς ότι όταν αναφερόταν σε ένα «πρόσωπο», Εννοούσε το αρσενικό πρόσωπο.

Αυτό το Ισχυρό πλήγμα για τον οργανωμένο φεμινισμό εμπόδισε σοβαρά την ανέλιξη της νομικής θέσης των γυναικών. Πολύ αργότερα, γύρω στο 1913, όταν οι γυναίκες στη Βρετανία εγκαινίασαν τις μαχητικές τακτικές τους, βάζοντας βόμβες σε κτίρια και κάνοντας εμπρησμούς, έφτασε στην Αγγλία για να σπουδάσει η Άλις Πωλ, μια νέα και ενθουσιώδης Αμερικανίδα, προερχόμενη από τις τάξεις των Κουακέρων, που τελικά κατέληξε να δουλεύει με τις περιβόητες αδερφές Πάνκχαρστ. Μετά από λίγο καιρό γύρισε πίσω στην Αμερική αποφασισμένη να αναζωογονήσει τον αγώνα για την κατάχτηση του δικαιώματος ψήφου και σύντομα κατάφερε να πείσει την «Εθνική Ένωση για το Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών», η οποία είχε σχεδόν ουσιαστικά πάψει να λειτουργεί, να ξαναρχίσει την Ομοσπονδιακή Εκστρατεία για το δικαίωμα ψήφου στην Ουάσιγκτον.

Βασισμένη μονάχα στην οργανωτική και στρατηγική της ιδιοφυία, η Άλις Πωλ κατάφερε, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, να δημιουργήσει ένα κίνημα με πολλούς πυρήνες, που ήταν πιά αδύνατο να αγνοηθεί. Η πιο αποτελεσματική τακτική της ήταν η ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας προς το Λευκό Οίκο με πλακάτ που τα συνθήματά τους έφεραν σε δύσκολη θέση τους ιθύνοντες, καταγγέλλοντας δημόσια την αυταρχική στάση του Προέδρου Γουίλσον απέναντι στο Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών» τη στιγμή ακριβώς που στο εξωτερικό κήρυσσε τη δημοκρατία. Ό Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως, πλησίαζε σταθερά, δημιουργώντας για μια ακόμα φορά τις συνθήκες για την απορρόφηση της προσοχής των γυναικών από άλλα θέματα.

01 ειρηνιστές έκαναν έκκληση στις γυναίκες να αναστείλουν τον Αγώνα τους προσωρινά και να πάρουν μέρος στις ειρηνευτικές προσπάθειες, ενώ την ίδια εποχή η πλειοψηφία, τα «γεράκια του πολέμου», είχαν σκανδαλιστεί Από το γεγονός ότι οι γυναίκες εγκατέλειπαν τη χώρα τους σε μια τέτοια στιγμή. Ξανά οι γυναίκες Αφομοιώθηκαν, καθώς εγκατέλειψαν τον φεμινιστικό αγώνα για να σπεύσουν σε βοήθεια των κομμάτων τους, όμως, παρ’ 8λα αυτά, μια μικρή αλλά αποτελεσματική ομάδα, το Εθνικό Κόμμα Γυναικών, κατάφερε να συνεχίσει τον Αγώνα για το δικαίωμα ψήφου.

Είναι δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά αν για την αφομοίωση των φεμινιστικών προσπαθειών για αλλαγή ευθύνεται περισσότερο η αριστερά ή η δεξιά. Η ιστορία μας επιβεβαιώνει πώς οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν ήταν ταυτόσημες και η χωρίς όρους πίστη τους στην προτεραιότητα του «πλατύτερου αγώνα>, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη των φεμινιστικών ζητημάτων σαν άσχετων. Η ανάλυση του πρόσφατου κινήματος των Μαύρων και της Μαρξιστικής Αριστερός συμπιέζει ενδεικτικά τις γυναίκες στα σχέδια τους, κάνοντας τες να παραμερίσουν το δικό τους αγώνα, δηλαδή, όταν ο ουσιαστικός αγώνας θα έχει ήδη διεξαχθεί και κερδηθεί, τότε πιά θα έρθει κι η σειρά των γυναικών. Οι γυναίκες πρέπει να περιμένουν. Οι γυναίκες πρέπει να βοηθήσουν τη γενικότερη υπόθεση.

Η ποίηση των Μαύρων γυναικών ταυτίζεται έντονα με την οικοδόμηση του Εγώ του Μαύρου Αρσενικού, με το συμβατικό τρόπο που οικοδομούνται τα Εγώ, δηλαδή με την αυτό-υποτίμηση. Το μοτίβο που ακούγεται ξανά και ξανά μιλάει για την περήφανη δυστυχία της Μαύρης γυναίκας στα χέρια του Μαύρου άντρα, που ο λευκός του Αφέντης του έχει στερήσει τον ανδρισμό, έτσι που χρειάζεται τη γυναίκα του για να μπορεί τουλάχιστον να νιώθει ανώτερος από κάποιον. Εκείνη παίζει το ρόλο της. Η δυστυχία της είναι μια άμεση συνεισφορά στον αγώνα των (αρσενικών) Μαύρων και τη θεωρεί μια ευγενική θυσία. Όπως έχει υποδείξει η Ζερμαίν Γκρηιρ, το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν έχουν καμιά δύναμη για να απειλήσουν, που σημαίνει ότι δεν μπορούν και να «ευνουχιστούν, έχει σα συνέπεια να βλέπουν όλοι την αδυναμία τους σαν φυσική, και έτσι κανείς δεν πρόκειται να ξαπλώσει κάτω και να δεχτεί αδιαμαρτύρητα τις κλωτσιές των γυναικών). Ενώ η Αδυναμία του Μαύρου αρσενικού είναι μόνο προσωρινή, μια και είναι (και ο ίδιος) Αρσενικός και δυνητικά έχει τη δύναμη του λευκού αρσενικού. Το μόνο που χρειάζεται για ν’ αποκατασταθεί το ηθικό του Ανάστημα, είναι μια γυναίκα για να την εξουσιάζει, με τον ίδιο τρόπο που έχει εξουσιάσει αυτόν ο λευκός άνδρας. Οι Μαύροι, συνειδητοποιώντας ότι το «Μαύρο είναι ωραίο». Αμφισβητούν την υπεροχή των λευκών. Δεν έχουν όμως ακόμα αρχίσει ν’ αμφισβητούν το μοντέλο της οικογένειας των λευκών, την πατριαρχική οικογένεια, σαν κάτι το επιθυμητό και συνακόλουθα επιδοκιμάζουν ακόμα την υπεροχή του Αρσενικού.

Η Τζούλιετ Μίτσελλ είναι μια Μαρξίστρια φεμινίστρια που οι Ιδέες της, λογουχάρη, στο βιβλίο της «Woman’s Estate», αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του εννοιολογικού τρόπου ερμηνείας των πολύ συγκεκριμένων αδικιών σε βάρος μιας ομάδας, όπως οι αδικίες σε βάρος των φεμινιστριών, σαν άσχετες βασικά η σαν Ενδείξεις Ενός γενικότερου Αγώνα, όπου όλες οι ομάδες συμμετέχουν σε αφαιρέσεις που αποκαλούνται ιδεολογίες. Όπως θα μπορούσε να προβλέψει κανείς, Αν ανακαλυφτουν αντιφάσεις στη θεωρία, η Μίτσελλ ζητάει μια «γενική θεώρηση», μίαν αφαίρεση που θα διευρυνθεί από μόνη της για να τις εγκολπώσει. Όταν διάφορες ομάδες με ιδιαίτερα συμφέροντα όπως οι φοιτητές, οι γυναίκες, οι Μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι. διατυπώνουν τις προτεραιότητες του αγώνα τους, που απορρέουν άμεσα από την κατάσταση τους, η Μίτσελλ τους κατηγορεί ότι είναι απελπιστικά κοντόθωροι, με το να αρνούνται να δουν τις ανάγκες τους σαν παρέκκλιση. Εκείνο, συνεχίζει, που χρειάζεται να καταλάβουν είναι ο «ολοτισμός» (totalism), μια ανάλυση που θα τερματίσει όλες τις Αναλύσεις.

«Η τέλεια ανεπτυγμένη πολιτική συνείδηση μιας εκμεταλλευόμενης τάξης ή μιας καταπιασμένης ομάδας δεν είναι δυνατό να προέλθει μέσα άπ’ την ίδια, παρά μονάχα από μία γνώση των σχέσεων Αλληλεξάρτησης (και των δομών κυριαρχίας) όλων των τάξεων στην κοινωνία…. Αυτό δε σημαίνει μια άμεση κατανόηση των διαφόρων τρόπων εκμετάλλευσης η καταπίεσης άλλων ομάδων και τάξεων, σημαίνει όμως αυτό που θα ονόμαζε κανείς ένα ‘ολικό’ χτύπημα στον καπιταλισμό, το άπονο μπορεί να την κάνει να συνειδητοποιήσει την ανάγκη για αλληλεγγύη με όλες τις άλλες καταπιεσμένες ομάδες».

Η Μίτσελλ θα μπορούσε εύκολα να κατηγορηθεί για εννοιολογικό ιμπεριαλισμό, αν ληφθεί υπόψη ότι οι «ολοτικοί» όροι που χρησιμοποιεί χρησιμεύουν στο να καταβροχθίσουν λιγότερο σημαντικούς όρους, υποβιβάζοντάς τους σε δευτερεύουσες κατηγορίες με βάση το κύρος της πρωτογενούς Μαρξιστικής της ιδέας. Σύμφωνα με τη Μίτσελλ, οι μεμονωμένες ομάδες που επιδιώκουν τα συμφέροντά τους με το δικό τους τρόπο, πρέπει να μάθουν να βλέπουν το δρόμο και να θυσιάζονται. Η ιδέα της, ότι αυτές οι ομάδες πρέπει για το καλό του συνόλου να απαρνηθούν τα δικά τους συμφέροντα, είναι μια αφαίρεση, η οποία έχει πάψει πιά να αντιπροσωπεύει οποιαδήποτε συμφέροντα, αφού έχει καταλήξει να γίνει τόσο πλατιά, ώστε να μην μπορεί να συσχετιστεί με κανένα τρόπο με τα διάφορα συμφέροντα.

«Η ολοτική θέση είναι μια προϋπόθεση γι’ αυτή την συνειδητοποίησή, αλλά θα πρέπει η να διαφοροποιήσει την επίγνωση της, ή να κολλήσει στη λάσπη του σωβινισμού των Μαύρων, ό όποιος είναι το ρατσιστικό και πολιτιστικό αντίστοιχο του οικονομισμού της εργατικής τάξης, που δε βλέπει παραπέρα από τη δική του προσάρτηση».

Οι ιδέες της Μίτσελλ αναιρούν όλες τις μορφές ατομικισμού, με τον ίδιο τρόπο που η οργανωμένη αριστερά και η οργανωμένη δεξιά έχουν αποπροσανατολίσει ιστορικά τις γυναίκες από το να δουλεύουν για τα δικά τους συμφέροντα. Ο «ολοτισμός» Απαιτείται Από τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο που απαιτείται ο «πατριωτισμός» από τους πολίτες. Μάς ζητάνε να μεταπηδήσουμε Από το ένα είδος πατερναλισμού στο άλλο. Μάς ζητάνε να συμμορφωθούμε με μια ιεραρχική μετά-ανάλυση, που θεωρούμε σα δοσμένο ότι Ακόμα και μακροπρόθεσμα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις άμεσες αδικίες σε βάρος μας. θεωρείται πώς αυτό που είναι καλό για το σύνολο είναι καλό και για το άτομο.

Με το φάσμα του «ολοτισμού» να διαγράφεται πάνω μας τεράστιο και απειλητικό, καλούμαστε να αποδείξουμε και να εκλογικεύσουμε την αυθεντικότητα των συμφερόντων μας, δηλαδή, να σταματήσουμε να Ασχολούμαστε με τον Αγώνα μας και να πέσουμε στην παγίδα του να τον υπερασπίσουμε, κάτι αναμφίβολα Αποπροσανατολιστικό. Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει να σκεφτόμαστε ότι τα συμφέροντα μιας ομάδας είναι πιο σημαντικά, πιο ουσιώδη, από εκείνα κάποιας άλλης, ώστε αντί πρώτα απ’ όλα να αμφισβητούμε την άξια του να αντιπαραθέτουμε τη μια ομάδα στην άλλη, πέφτουμε στη παγίδα της αύτο-εκλογίκευσης.

«Η <ολοτική» άποψη όχι μόνο μπερδεύει τα πράγματα αναφορικά με το ποιος αγώνας έχει προτεραιότητα, αλλά υποδηλώνει, επίσης, την ιδέα ότι όταν η φύση του προβλήματος είναι ολοτική, τέτοια πρέπει να είναι και η λύση του, πράγμα που μάς φέρνει στο σημείο που εξωθούνται πάντα οι γυναίκες. Οι ομάδες μπορεί να λειτουργούν με την ψευδαίσθηση ότι «ό στόχος όλων είναι κοινός», συνήθως για τόσο μόνο όσο κρατά η θεωρητικολογία, π.χ. όπως οι υποσχέσεις που δίνονταν στις φεμινίστριες πριν Απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Όταν όμως φτάνουμε στο να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο γι’ αυτήν την αφηρημένα αντιληπτή κατάσταση, δεν είναι δυνατό ν’ αναζητήσουμε και να καταστρέψουμε τον ολοτικό εχθρό έτσι εύκολα. Κοντολογίς, οι λύσεις συνεπάγονται αναγκαστικά συγκεκριμένες επιλογές γύρω από το τί θα γίνει πρώτα και για ποιους. Έτσι την προτεραιότητα θα την έχει ό αγώνας που θα είναι ο πιο αποτελεσματικός στην επιβολή του πάνω στους άλλους, και οι άλλοι θα περιμένουν. Είτε θα γίνει αυτό ή η ολοτική λύση θα είναι τόσο αόριστη, που οι δυνάμεις τις όποιες θα κινητοποιήσει δεν θα βοηθήσουν σε τίποτα. Αν οι γυναίκες δουν τον αγώνα τους ενάντια στο σεξισμό μέσα σταρ πλαίσια οπουδήποτε πλατύτερου αγώνα, έχουν χάσει έτσι κι αλλιώς.

Πώς όμως μπορεί να χαρακτηριστεί η φεμινιστική πάλη, αν δεν συμπληρώνει άλλα πολιτικά κινήματα η/και δεν εξαρτιέται άπ’ αυτά; Επειδή οι περισσότερες γυναίκες, ζούνε η εργάζονται μαζί με άντρες, τουλάχιστον για ένα μέρος της ζωής τους, έχουν, σε σχέση με άλλους, μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν μ’ εκείνον που συνήθως ονομάζεται «ό καταπιεστής». Έπει6η μια γυναίκα έχει γενικά συμφέρον να διατηρεί σχέσεις με άντρες, για προσωπικούς η επαγγελματικούς λόγους, το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί η να εντοπιστεί στους άντρες. Αυτό, πρώτα-πρώτα θα υπονοούσε σα λύση την απομάκρυνση τους από την κατάσταση, πράμα που είναι, βέβαια, αντίθετο με τα συμφέροντά της. Κι υστέρα, το να συγκεντρώνουν την προσοχή στη ρίζα του προβλήματος δεν σημαίνει αναγκαστικά πώς εντοπίζουμε το πρόβλημα. Είναι λάθος να δίνουμε περισσότερη σημασία σε μια διαμάχη ανάμεσα σε ορισμένα άτομα, άπ’ ότι στο είδος της συμπεριφοράς που εμπλέκεται.

Αυτό που φαίνεται να προκύπτει είναι ότι οι γυναίκες, εξαιτίας του συμφέροντός τους να διατηρήσουν μια σχέση με τους άντρες, θα πρέπει να συνδέονται με την κατάσταση τους πάνω σε μια βάση εντελώς διαφορετική, αναγκαστικά καταστατική. Αυτό σημαίνει ότι οι ενέργειες του φεμινισμού θα πρέπει να προσανατολίζονται περισσότερο γύρω από τα προβλήματα, παρά γύρω από τους ανθρώπους ή την πάλη. Η έμφαση δεν θα δοθεί στον ανταγωνισμό του τύπου «εμείς εναντίον αστών», έναν μυθολογικό καταπιεστή, για ορισμένα προνόμια, αλλά μάλλον στην αποφυγή οποιασδήποτε σύγκρουσης ανάμεσα στις δυο πλευρές. Λογουχάρη, αν ήδη υπάρχει μια ανταγωνιστική κατάσταση ανάμεσα στα δυο φύλα, το να μάθει κάποια/ος καράτε θα ενισχύσει απλώς τη συσσώρευση όπλων και στις δύο πλευρές οι όροι της πάλης δεν αλλάζουν την ισορροπία των δυνάμεων σε καμιά πλευρά.

Ο φεμινισμός σαν σιτουασιονισμός σημαίνει ότι μια περίπλοκή κοινωνική ανάλυση και πρωτογενείς αιτίες τύπου Μαρξ θα ήταν περιττές, γιατί οι αλλαγές θα ’ναι ριζωμένες στις καταστάσεις από τις όποιες πηγάζουν τα προβλήματα αντίθετα, η αλλαγή θα είναι ιδιόμορφη για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, το χρόνο, και το χώρο. Αυτή η προσέγγιση δεν θεωρείται γενικά δημοφιλής είτε επειδή δεν εκτιμάμε την προσωπική λύση των προβλημάτων ή επειδή μάς φέρνει σε αμηχανία, ή και για τους δύο αυτούς λόγους. Χαρακτηρίζουμε αυτά τα μελήματα ασήμαντα αν δεν φαίνονται να μπορούν αμέσως να ταυτισθούν με οποιαδήποτε άλλα πλατύτερα συμφέροντα, η αν δεν μπορούν να γενικευθούν σαν «ένδειξη μιας γενικότερης κατάστασης». Το να συζητάμε για τον «αντρικό σωβινισμό» είναι εξίσου άκαρπο με το να συζητάμε για τον «καπιταλισμό», στο βαθμό που δίνοντας κάποια εξήγηση εκ του Ασφαλούς, ουσιαστικά απομακρυνόμαστε από το πρόβλημα καθώς και από την ανάγκη να ασχοληθούμε μ’ αυτό η να απαντήσουμε σε άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια υπερβολική θεωρητικολογία μάς τρέφει με την αυταπάτη ότι ανταποκρινόμαστε σε μια κρίσιμη κατάσταση, χωρίς όμως ποτέ να καταπιαστούμε με την προσωπική μας συμμετοχή σ’ αυτήν.

ΟΙ φεμινίστριες αρχικά κατηγορούνταν ότι δεν έχουν μία ολοκληρωμένη θεωρία, παρά μονάχα ένα σωρό μικροπαράπονα. Αυτό συνέβαλε στο να δημιουργηθεί αρκετή θυμηδία στα Μέσα Ενημέρωσής επειδή δεν υπήρχε μια πλατιά θεωρητική σύνδεση ανάμεσα σε ζητήματα όπως π.χ. το ότι οι παντρεμένες γυναίκες παίρνουν το όνομα του συζύγου τους, η ανεπάρκεια των παιδικών σταθμών, η επίμονη χρήση της λέξης «κορίτσι» αντί «γυναίκα», και το ζήτημα της ισοτιμίας των γυναικών στους χώρους εργασίας. Αυτή η ποικιλία ζητημάτων θεωρήθηκε σαν αδυναμία μάλλον παρά δύναμη. Όπως θα μπορούσε κανείς να προβλέψει, μερικές Μαρξιστικές φεμινίστριες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων συνηγορώντας υπέρ του αγώνα, και τοποθετώντας τα γυναικεία προβλήματα γύρω από την «Ιδεολογία της Αναπαραγωγής» και άλλες τέτοιες αόριστες έννοιες, προσδώσανε στο φεμινισμό θεωρητική σοβαρότητα.

Ο φεμινισμός προσπάθησε, παραδοσιακά, ν’ ανακαλύψει ad hoc λύσεις, κατάλληλες για τις ανάγκες της στιγμής, π.χ. με επίκεντρο την οικογένεια, η την κοινότητα, η τα φιλικά πρόσωπα. Ορισμένες, όμως, ασυνείδητες, νόμιμες (καθώς και θεωρητικές) προσπάθειες που πήραν μεγάλη δημοσιότητα, οδήγησαν τη γυναικεία Απελευθέρωση στη μεγάλη της ώρα.

Λογουχάρη, μερικές φίλες κι εγώ ασχοληθήκαμε πρόσφατα με την οργάνωση ενός συνεδρίου με θέμα το διαζύγιο. Βρήκαμε μερικούς/ές ομιλητές που θα περί γράφανε τις διάφορες διαδικασίες που χρειάζονται για το διαζύγιο καθώς και δικηγόρους που θα έδιναν νομικές συμβουλές στις γυναίκες που τις χρειάζονταν. Οργανώθηκαν διάφορα σεμινάρια/ομάδες Εργασίας γύρω από θέματα που αφορούσαν όσες ήταν μπλεγμένες ή τις ενδιέφερε το ζήτημα του διαζυγίου. Ήρθαν πάρα πολλές γυναίκες από την κοινότητα, επειδή τις τράβηξε το θέμα του συνεδρίου που ήταν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, γυναίκες -που πιθανόν δεν ήταν ταυτισμένες με τη μπερδεμένη Ιδέα του φεμινισμού. Όλες πήραν μέρος με ενθουσιασμό, ανταλλάσσοντας συμβουλές, αριθμούς τηλεφώνων, ονόματα δικηγόρων. Μερικές έκλαψαν στα σεμινάρια, συγκινημένες από τη συμπαράσταση γυναικών που βρίσκονταν στην ίδια δύσκολη κατάσταση.

Το συνέδριο προχωρούσε ομαλά όταν μια ομιλήτρια από την Εθνική Οργάνωση Γυναικών έκανε μια παρουσίαση της επίσημης θέσης της οργάνωσης για το διαζύγιο και των μελλοντικών σχεδίων της οργάνωσης. Μέσα σ’ αυτά ήταν και μια πρόταση που έλεγε 0τ; τα ζευγάρια πριν παντρευτούν θα έπρεπε να περνάνε με επιτυχία ένα τεστ, έτσι ώστε σ’ αυτό το είδος νομικής συμφωνίας να μπορούν να συμμετέχουν μονάχα άνθρωπο. με τα κατάλληλα προσόντα. Με αυτήν την προϋπόθεση, βαχ δεν θα μπορούσαν να περάσουν το τεστ, το όποιο θα ήταν φτιαγμένο άπ’ τους νομοθέτες, θα αποθαρρύνονταν, κι έτσι θα προλαμβάνονταν μελλοντικά διαζύγια.

Πέρα από τη φανερή πλάνη του να πιστεύουμε ότι ακόμα περισσότεροι νόμοι θα αλλάξουν ότι έχουν προκαλέσει οι ήδη υπάρχοντες νόμοι, και συνακόλουθα ότι θα σώσουν τους ανθρώπους από τους εαυτούς τους, η πρόταση της ΕΟΓ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόπειρας να λυθεί το πρόβλημα της γυναικείας απελευθέρωσης με μέσα μονολιθικά και δοσμένα από τα πάνω, που μοιάζουν πολύ με τη φιλοδοξία της Μαρξίστριας Μπράνκα Μάγκας για «οικειοποίηση της κουλτούρας». Η ενστικτώδης παρόρμηση για εξαναγκασμό του κόσμου με εθνικούς νόμους, μοιάζει με την τάση για δημιουργία μιας επανάστασης με σκοπό την αλλαγή της ισορροπίας των δυνάμεων. Κάθε είδος αλλαγής σε μεγάλη κλίμακα θα βρει λόγους για να εξυπηρετήσει το δοκό του μεγαλεπήβολο αυταρχισμό. Επιπλέον, κάθε πλευρά δηλώνει πώς αυτό που είναι καλό για το σύνολο είναι καλό και για το άτομο, και επομένως, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οποιοδήποτε μέσα για την προώθηση των φιλοδοξιών της επανάστασης, σύμφωνα με το μοντέλο των μεγάλων επιχειρήσεων.

Αυτές οι ευκαιριακές προτάσεις μεγάλης κλίμακας έκαναν τον κόσμο να πιστέψει πώς υπάρχει πράγματι ένα μη-καταστασιακό Κίνημα Γυναικείας Απελευθέρωσης, ένας αληθινός στρατός που απαιτεί εθνικές αλλαγές. Τα μέσα ενημέρωσης διαιώνισαν αύτη την Ιδέα. Αλλά δεν υπάρχει φεμινιστικό κίνημα καθαυτό. Οι φεμινίστριες ανέκαθεν ήταν πολύ απασχολημένες με τη δουλειά τους σε προγράμματα με βάση την κοινότητα, μέσα σε οικογένειες, κομούνες, χώρους εργασίας κλπ., για να συγκεντρώσουν τις προσπάθειες τους στη δημιουργία μιας εικόνας η ταυτότητας για τους εαυτούς τους σα φεμινίστριες. Επιπλέον, όμως, μια μοναδική αρχή η εικόνα του κινήματος θα ήταν αντιπαραγωγική και θα έκανε τις γυναίκες να συγκρίνουν συνέχεια τη ζωή τους με αύτη τη γενική εικόνα, ελέγχοντας τον τρόπο ζωής τους και τη δουλειά τους για να βλέπουν Αν είναι σύμφωνες με το «ΚΙΝΗΜΑ».

Το «κίνημα» έχει, ταυτόχρονα, κριτικαριστεί για το γεγονός ότι δεν έχει συνοχή και πρόγραμμα. Ακριβώς. Αυτή είναι η ουσία. Η δύναμη του βρίσκεται στην ποικιλία ενδιαφερόντων και σκοπών μέσα στα πλαίσια των όποιων οι φεμινίστριες πραγματοποιούν και εφαρμόζουν την αλλαγή. Για τον ίδιο λόγο ό φεμινισμός δεν έχε: Αρχηγούς με την έννοια του λοχαγού. Δεν υπάρχει κάτι το συγκεκριμένο που να χρειάζεται καθοδήγηση. Δε σχεδιάζουμε καμιά επανάσταση. Οι γυναίκες κάνουν ότι μπορούν, όπου μπορούν. Δεν είμαστε ενοποιημένες, γιατί σα γυναίκες δεν βλέπουμε τον εαυτό μας σα μια τάξη που αγωνίζεται ενάντια σε κάποια άλλη. Δεν οραματιζόμαστε ένα γυναικείο απελευθερωτικό στρατό κινητοποιημένο ενάντια στην αντρική τυραννία. Η ενότητα για την ενότητα είναι η πεμπτουσία των κυβερνήσεων και η προσαρμογή αυτών των μεθόδων στο δικό μας αγώνα, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενισχύει τον φύλο-ταξικό ανταγωνισμό του τύπου «εμείς ενάντια σ’ αυτούς». Η ταύτιση με άλλους αγωνιστές μ’ αυτόν τον παρανοϊκό τρόπο ενθαρρύνει τον κτηνώδη ανταγωνισμό και διαιωνίζει την πάλη. Επιπλέον, η έμφαση στην ενότητα, μπορεί να οδηγήσει μονάχα σε μια αυτογνωσία γύρω από το τί κάνουμε σαν προσωπικότητες, τονίζοντάς έτσι τις ατομικές μας διαφορές και δημιουργώντας αντιδικίες πριν καλά-καλά αρχίσουμε να ασχολούμαστε σοβαρά με τα πρακτικά προβλήματα του σεξισμού.

Πέρα απ’ την Εθνική Οργάνωση Γυναικών, ό φεμινισμός, αρχίζει στο σπίτι και γενικά δεν προχωράει παραπέρα απ’ τα όρια της κοινότητας.

Οι μαμές και οι μάγισσες που ασκούσαν τις τέχνες των βοτάνων και της θεραπείας, έχουν μία σημαντική παρουσία στην ατομικιστική παράδοση μας. Μέσα στις οικογένειες, οι γυναίκες διαδίδανε πληροφορίες για τη διάγνωση της εγκυμοσύνης, την αποφυγή της σύλληψης, την θεραπεία των μολύνσεων, το σταμάτημα της αιμορραγίας, το πως να προλαβαίνουν τις κράμπες και να ελαφραίνουν τον πόνο. Αθόρυβα, καμιά φορά με μυστηριώδη τρόπο, οι γυναίκες φρόντιζαν άρρωστα παιδιά και φίλους, χωρίς να δίνουν πολλές λεπτομέρειες για τη θεραπεία που εφάρμοζαν. Η αποτελεσματικότητα τους ενέπνεε δέος και φόβο και κατά καιρούς διακινδύνευαν τη γελοιοποίηση, δεν κάθονταν όμως να εξηγήσουν ή να μυθοποιήσουν το τι ακριβώς έκαναν, απλώς το έκαναν. ΟΙ μυστηριώδεις περιγραφές που έχουν διατηρηθεί γύρω από τις μεθόδους που ακολουθούσαν οι μαμές, μια εμπειρική γνώση που μεταδίδονταν από μάνα σε κόρη, σήμερα αποδοκιμάζονται σαν «παραμύθια που διηγούνται οι γριές».

Οι σημερινές φεμινίστριες διατηρούν αυτήν την ιδιαίτερη παράδοση» μια και τα θέματα που αφορούν την υγεία έχουν έρθει στην επιφάνεια σαν το πρωταρχικό μέλημα του κινήματος. Σε όλη τη χώρα έχουν ξεφυτρώσει διάφορες ομάδες με συγκεκριμένα προγράμματα, με σκοπό να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ανάγκες της περιοχής για εκτρώσεις, έλεγχο των γεννήσεων, τεστ εγκυμοσύνης και παροχή γενικότερης ιατρικής φροντίδας. Προηγούμενα οι γυναίκες είχαν περιορισμένα {μέσα και έπρεπε να βασίζονται στον πατερναλισμό των γιατρών. Οι νέες ομάδες γυναικών ανακάλυψαν ότι υπάρχουν πολλές συνηθισμένες ιατρικές εξετάσεις και άλλες εξυπηρετήσεις, που μπορούν να γίνουν με Ασφάλεια και με ελάχιστο κόστος, η και δωρεάν, Από τις ίδιες τις γυναίκες.

Στο γυναικείο κέντρο της γειτονιάς μας έχει οργανωθεί ακριβώς μια τέτοια ομάδα η όποια παρέχει διάφορες εξυπηρετήσεις, παραπέμπει π.χ. γυναίκες σε ειδικούς γιατρούς για εκτρώσεις και δίνει καθημερινά στην κοινότητα πληροφορίες γύρω από θέματα υγείας, Ανάλογα με τις ανάγκες. Οι γυναίκες της ομάδας αυτής βλέπουν τις δραστηριότητές τους σαν λύση στα προβλήματα διαμέσου της κοινοτικής δράσης, υπολογίζοντας τις ανάγκες των γυναικών και καταλήγοντας στους πιο αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων με τα {μέσα που διαθέτουν. Υπάρχουν πράγματα που έχουμε μάθει και που είναι {μέσα στις δυνατότητές μας να τα εφαρμόσουμε, καθώς και περιπτώσεις τις οποίες πρέπει να παραπέμψουμε σε γιατρούς. Τα τεστ εγκυμοσύνης γίνονται πολύ απλά και δωρεάν από εθελόντριες του κέντρου. Οι περιπτώσεις εκτρώσεων, παραπέμπονται σε έναν πολύ ικανό και προσεκτικά επιλεγμένο γιατρό, που παίρνει ελάχιστα χρήματα. Ακόμα, έχουμε συντάξει ένα κατάλογο με τις φθηνότερες και καλύτερες κλινικές αφροδισίων νοσημάτων, που τον μοιράζουμε. Το πεδίο δράσης και οι φιλοδοξίες της ομάδας μας υπαγορεύονται αποκλειστικά από τα συμφέροντα των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μας. Συνεργαζόμαστε με ενθουσιασμό με άλλες ομάδες στην αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών, Αλλά δεν έχουμε σκοπό να επεκταθούμε. Έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε, που δε μας μένει καιρός να κάνουμε μια ανάλυση η μια πολιτική, ούτε να σταματήσουμε για να παρατηρήσομε τί γίνεται.

Που πάμε από ’δω και πέρα;

Ποια είναι η κατεύθυνση μας άπ’ το σημείο αυτό; Ανέκαθεν οι φεμινίστριες δεν έτρεφαν καμιά εκτίμηση στις ερωτήσεις του τύπου «γιατί;», οι οποίες αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο των αντρών συντρόφων μας. Το βιβλίο της Καίητ Μίλλετ «Σεξουαλική Πολιτική», λογουχάρη, δέχτηκε άγρια επίθεση από τους κριτικούς, επειδή ξοδεύει όλες αυτές τις σελίδες χωρίς να διατυπώσει μια θεωρία για τους λόγους ύπαρξης του σεξισμού. Η αδιαφορία μας για θεωρητικολογίες ερμηνεύεται σαν ένα παράξενο ελάττωμα. Και βέβαια. Το ίδιο και η δυσπιστία μας για τη λογική και για εκείνο που χωρίς ενδοιασμούς εμφανίζεται σαν το Γνωστό σε κάθε κατάσταση. Μας λένε ότι δεν μπορούμε να «Επιχειρηματολογούμε σοβαρά» και πιθανότατα είναι αλήθεια ότι αποφεύγουμε αυτό το είδος του παιχνιδιού με τις λέξεις. Είναι γεγονός όμως ότι δεν έχουμε κανένα συμφέρον σ’ αυτό το παιχνίδι. Η ΓΝΩΣΗ και η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, σε σχέση με το γυναικείο ζήτημα, είναι τόσο φανερά ξένες προς τα συμφέροντά μας, που σπάνια κρύβεται η γυναικεία έλλειψη σεβασμού για τις τέχνες της διανόησης. Στην πραγματικότητα, οι γυναίκες φαίνεται να θεωρούν την αντρική πίστη σ’ αυτές τις διαδικασίες σαν ένα είδος πρόληψης, επειδή δε φαίνεται να υπάρχει εμφανής σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτές τις τέχνες και τη διατήρηση της ζωής, που είναι το βασικό γυναικείο μέλημα.

ΟΙ γυναικείες ασχολίες έχουν βασικά σαν επίκεντρο τις διαδικασίες επιβίωσης, τη συλλογή πόρων, τη διατροφή, το ντύσιμο και τη στέγαση των παιδιών και γενικά την αντιμετώπιση ζωτικών αναγκών σε καθημερινή βάση. Τις ενέργειες μας πρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε αναγκαστικά, για να βρίσκουμε τρόπους να τα «βγάζομε πέρα» στα ζητήματα που ξεκινάνε Από τα ουσιαστικά μας καθήκοντά. Η παρατήρηση και η αξιολόγηση της καθημερινής ρουτίνας θα πρέπει να απασχολεί εκείνους που τεμπελιάζουν, εκείνους που έχουν λιγότερες ευθύνες, δηλαδή τους άντρες. Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο που δείχνει καθαρά την απατηλή σημασία με την όποια οι άντρες περιβάλλουν τη δουλειά τους: Ο αρχηγός της οικογένειας λέει στους φίλους του: «Εγώ παίρνω τις μεγάλες αποφάσεις στην οικογένεια, όπως, π.χ., Αν η Ερυθρά Κίνα πρέπει να γίνει δεκτή στον ΟΗΕ, και η γυναίκα μου παίρνει τις μικρές, όπως π.χ., αν χρειαζόμαστε καινούργιο αυτοκίνητο και σε ποιο σχολείο πρέπει να πάνε τα παιδιά».

Οι γυναίκες επειδή δεν έχουν πάγια συμφέροντα στις θεωρητικές υποθέσεις και τις επιπτώσεις τους και συνακόλουθά, καμιά εξάσκηση στις τέχνες της λεκτικής κυριαρχίας, δεν πρόκειται εύκολά να προσελκυσθούν απ’ την περίπλοκη τεχνική της. Αντίθετα, ακόμα και μικρά κορίτσια, αξιολογώντας τη μοίρα τους, αποχτούν, σχεδόν αυτόματα, δυσπιστία για τη θεωρητική πλευρά των καταστάσεων (όπως η Λούσυ στο Πίνατς) και βασίζονται στο μυαλό τους και στο ένστικτο της στιγμής για να λύσουν επείγοντα πρακτικά προβλήματα. Οι γυναίκες δείχνουν δυσπιστία στη λογική και τις τυπικότητες της, με τον ίδιο τρόπο που οι φτωχοί δείχνουν δυσπιστία στους λαβύρινθους της νομοθεσίας μας. Καλυμμένοι από τη μυθοποίηση και οι δύο θεσμοί λειτουργούν ενάντιά στα συμφέροντά τους.

Η σφαίρα των συμφερόντων μας, η φροντίδα των ουσιαστικών αναγκών μας σα γυναίκες, έχει υποτιμηθεί με τέτοια σταθερότητα και επιμέλεια που δεν υπάρχει πιά σχεδόν καμία πράξη μας που ν£ θεωρείται σημαντική. Όταν η κουβέντα μας περιστρέφεται γύρω από τους ανθρώπους και τα προβλήματα, αποκαλείται κουτσομπολιό· η δουλειά μας, επειδή κατ’ ανάγκη είναι μονότονη και στρέφεται γύρω από το σπίτι, δεν θεωρείται δουλειά, και όταν ζητάμε βοήθεια γι’ αυτήν, αυτό ονομάζεται γκρίνια. Το να μην είμαστε διατεθειμένες να συζητήσουμε λογικά θεωρείται διασκεδαστικό και ποτέ κανείς δεν σκέφτεται να μας ρωτήσει αν, πρώτα-πρώτα, θα θέλαμε να μπλέκουμε σε τέτοιες ανταγωνιστικές παραξενιές.

Αυτά που οι άλλοι θεωρούν μειονεκτήματα πρέπει να μάθουμε να τα βλέπουμε σαν πλεονεκτήματα, σαν μια άμεση προσέγγιση της ζωής και των προβλημάτων της, που ξεκινάει από τη συγκεκριμένη κατάσταση του κάθε ατόμου. Πρέπει να μάθουμε να εκτιμάμε κι άλλους τρόπους «γνώσης» πέρα απ’ τους παραδοσιακούς, καθώς και να οξύνουμε τις αισθήσεις μας και να επιταχύνουμε τις αντιδράσεις μας στις καταστάσεις που βρισκόμαστε κάθε φορά.

Φεμινισμός σημαίνει να βρίσκουμε νέους τρόπους αντιμετώπισης των παραδοσιακών καταστάσεων, όχι να αντιμετωπίζουν αυτό που αποκαλείται νέο κίνημα με παραδοσιακούς τρόπους. Είναι λάθος μας να συζητάν την αξία του αγώνα μας αυτό θα σήμαινε ότι μπήκαμε σ’ αυτόν με τη θέληση μας θα άφηνε δηλαδή, να εννοηθεί δα γινόταν ένας αγώνας στον όποιο συμφωνήσαμε να πάρουμε μέρος, κι ότι θα υπήρχε ένας κυρίαρχος νικητής και ένας εξουσιαζόμενος νικημένος.

Το να βρίσκουμε επιχειρήματα υπέρ του φεμινισμού είναι μια μορφή έκκλησης, σαν να είμαστε μια ανίσχυρη τάξη που ζητάει δύναμη ή μια εταιρία που πουλάει με δόσεις και ψάχνει για αγοραστές. Φεμινισμός σημαίνει απόρριψη όλων των όρων που μάς προσφέρονταν για να νομιμοποιηθούμε σαν ένα αξιοσέβαστο κοινωνικό κίνημα, και αναπροσδιορισμό των πραγματικών μας συμφερόντων όταν τα ικανοποιούμε. Έτσι, όταν η αδιαφορία μας για την επιθετικότητα αποκαλείται «παθητικότητα» και η από μέρους μας αποφυγή της συστηματικής οργάνωσης αποκαλείται «αφέλεια», πρέπει να συμφωνούμε ολόψυχα. Πώς αλλιώς, δηλαδή, μπορείς να κάνεις οτιδήποτε;

https://geniusloci2017.wordpress.com/