Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 20 Μάρ 2021
Ο… κατήφορος
Κλίκ για μεγέθυνση






Γιάννης Μυλόπουλος


20/03/2021, 18:36
 

 

Η χώρα σήμερα πληρώνει με τραγικό τρόπο το τίμημα της αποτυχημένης κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας.

Με χιλιάδες νέα κρούσματα να διαπιστώνονται ημερησίως, με διασωληνωμένους ασθενείς στα νοσοκομεία να μη βρίσκουν πλέον κρεβάτι σε ΜΕΘ και με το κοντέρ των απωλειών να καταγράφει μισή εκατόμβη θανάτους καθημερινά, ενώ ακόμη είμαστε στην αρχή του τρίτου κύματος τα πανδημίας, η αποτυχία των μέτρων που ελήφθησαν, οι λάθος χειρισμοί και η απουσία εκείνων των μέτρων που έπρεπε να έχουν ληφθεί, είναι εμφανής παντού.

Μετά από 5 συνεχείς μήνες lockdown και μετά από την αλλεπάλληλη λήψη αυστηρών, αλλά όπως δείχνει η πραγματικότητα, απολύτως αναποτελεσματικών απαγορευτικών μέτρων, η χώρα πλήττεται από το χειρότερο κύμα της πανδημίας χωρίς προετοιμασία και χωρίς σχέδιο.

Τι δεν πήγε καλά και φτάσαμε ως εδώ;

Ο κατήφορος, χωρίς αμφιβολία, ξεκίνησε πέρσι το καλοκαίρι, όταν σε μια χώρα με σχεδόν μηδενικά κρούσματα, ο πρωθυπουργός με δική του πρωτοβουλία που ανακοίνωσε θριαμβευτικά από τη Σαντορίνη, άνοιξε τον τουρισμό χωρίς προϋποθέσεις, μέτρα, ελέγχους και προφυλάξεις στα σύνορα της χώρας. Τα οποία σύνορα έμειναν ανοικτά, αξίζει να υπενθυμιστεί, μέχρι τα μέσα του δεύτερου κύματος της πανδημίας, το Νοέμβριο.

Ό,τι ακολούθησε δεν ήταν παρά η πρακτική εφαρμογή της αρχής της ανεμπόδιστης διασποράς ενός ισχυρά μεταδιδόμενου ιού.

Με χιλιάδες κρούσματα στο εσωτερικό της χώρας, άρχισε η αδιέξοδη πορεία της λήψης και αναίρεσης διαδοχικών μέτρων, χωρίς καμία αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους. Και τι δεν ακούσαμε στο πλαίσιο της απελπισμένης, όσο και αναποτελεσματικής, με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την κρίση η κυβέρνηση, προσπάθειας να ληφθούν μέτρα που να εμποδίσουν τη μετάδοση του ιού. Ότι για λόγους μεταφυσικούς δεν μεταδίδεται στις εκκλησίες, ότι για λόγους που μόνον αντιεπιστημονικοί μπορούν να χαρακτηριστούν, μεταδίδεται πιο εύκολα σε σχολικές αίθουσες με λίγους, παρά με πολλούς μαθητές, ότι δεν μεταδίδεται στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς όπου καθημερινά συνωστίζονται χιλιάδες εργαζόμενοι, ότι δεν μεταδίδεται σε εργασιακούς χώρους, αλλά μόνον όταν περπατά κανείς τα απογεύματα και τα βράδια έξω, σε ανοικτούς χώρους.

Και πολλές άλλες ανοησίες, άλλοτε αποτέλεσμα άγνοιας και τις περισσότερες φορές σκόπιμης διαστρέβλωσης των πραγμάτων. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι κάθε φορά που αποτύγχανε ένα μέτρο στηριγμένο σε αυτές τις… μεταφυσικές θεωρίες δεν αναθεωρούνταν, αλλά αντικαθίστατο από ένα αυστηρότερο, στην ίδια όμως κατεύθυνση.

Κορυφαίο παράδειγμα η αναποτελεσματικότητα της οριζόντιας απαγόρευσης των βραδινών εξόδων, που όχι μόνο κουράζει τον πληθυσμό, αλλά επιβαρύνει και τους συνωστισμούς, καθώς μειώνει σημαντικά τον χρόνο εξόδου από τα σπίτια για αγορές, άθληση κλπ. Ενώ λοιπόν το μέτρο κρίθηκε αναποτελεσματικό, χτες, στα νέα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, αναίρεσαν μόνο την απαγόρευση απογευματινής εξόδου τα Σαββατοκύριακα, ενώ διατήρησαν την οριζόντια απαγόρευση εξόδου μετά τις 21.00’, με την άνοιξη να έρχεται απειλητικά, για λόγους ανεξερεύνητους…

Ξεχωριστή θέση στις ευθύνες για τη λάθος διαχείριση της υγειονομικής κρίσης έχει ασφαλώς η περίφημη θεωρία της ατομικής ευθύνης. Μπροστά σε ένα πανδημικό φαινόμενο, το οποίο μεταδίδεται εύκολα και γρήγορα και ενώ έχουν αναπτυχθεί διεθνώς συγκεκριμένες μέθοδοι αντιμετώπισης λοιμωδών ασθενειών που απαιτούν λήψη γενικευμένων μέτρων από την πολιτεία που αφορούν στην υγειονομική προστασία του κοινωνικού συνόλου, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά προσπαθούσαν να πείσουν τους Έλληνες ότι η ευθύνη προστασίας από την πανδημία είναι προσωπική, του καθενός ξεχωριστά. Και αν βέβαια εννοούσαν ότι παράλληλα με τα συλλογικά μέτρα, ο καθένας πρέπει να προσέχει για τον εαυτό του, δεν θα υπήρχε τίποτε κακό. Εδώ όμως η θεωρία της ατομικής ευθύνης αναπτύχθηκε για να απαλλαγεί η πολιτεία από τις ευθύνες της και να ενοχοποιηθούν οι πολίτες που δήθεν αρρώσταιναν επειδή δεν πρόσεχαν.

Πολλά μπορεί να γραφούν για το κυνήγι μαγισσών της κυβέρνησης εναντίον αφιλότιμων πολιτών, ιδίως νέων, που διέσπειραν επίτηδες τον ιό, όπως και για τα εβδομαδιαία πρωθυπουργικά διαγγέλματα με ύφος αυστηρό και επικριτικό. Το πιο χαρακτηριστικό όμως είναι ότι όσο λέγονταν και γίνονταν αυτά, ο ίδιος ο πρωθυπουργός συνελήφθη δύο φορές, μια στην Πάρνηθα και μια στην Ικαρία να παραβιάζει τους κανόνες ατομικής ευθύνης που ο ίδιος κήρυττε, επειδή, ως πρωθυπουργός, μπορούσε.

Εντωμεταξύ, το κράτος ούτε οργάνωνε τη συλλογική προστασία της δημόσιας υγείας, ούτε λάμβανε μέτρα για να περιορίσει τους συνωστισμούς στους δημόσιους χώρους, ούτε ενίσχυε το ΕΣΥ και τα νοσοκομεία με εξοπλισμούς και προσωπικό, ούτε έκανε εκτεταμένους ελέγχους και πολλά τεστ ώστε να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την εξάπλωση του ιού.

Ενώ η βασική οδηγία του ΠΟΥ εξ αρχής ήταν τεστ, τεστ, τεστ, οι σοφοί της ελληνικής κυβέρνησης έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κύπρος, με το 10% του πληθυσμού σε σχέση με την Ελλάδα, διεξάγει εξ αρχής 30.000 – 40.000 τεστ καθημερινά. Αν το ίδιο γίνονταν και στη χώρα μας, έπρεπε σε ημερήσια βάση να διεξάγονται 300.000 – 400.000 τεστ. Ενώ αυτό που συμβαίνει, είναι ότι στις καλές περιπτώσεις διεξάγονται μέχρι και 60.000, ενώ στις κακές, όπως την Τρίτη μετά την Καθαρά Δευτέρα, μόλις 12.500.

Το μόνο μέτρο που ήταν σε σωστή κατεύθυνση από όσα εξαγγέλθηκαν χτες, αν και πάρα πολύ καθυστερημένο και ημιτελές, ήταν αυτό της παροχής 4, έστω, δωρεάν γρήγορων τεστ στους πολίτες μηνιαία. Κι αυτό, ενώ έπρεπε να έχει εφαρμοστεί πολύ νωρίτερα και να έχει επεκταθεί ήδη σε όλους τους μαζικούς χώρους όπως σχολεία, βιομηχανίες, εργοστάσια, χώρους εργασίας, ΜΜΜ κλπ.

Ενώ λοιπόν η οδηγία είναι «αν θέλεις να διαχειριστείς μια δύσκολη κατάσταση πρέπει πρώτα να την γνωρίσεις μετρώντας την», (you cannot manage what you do not measure) εμείς εδώ στην Ελλάδα αντιμετωπίσαμε εδώ και ένα χρόνο τον κορονοϊό σαν ραντεβού στα… τυφλά.

Το χειρότερο, ίσως όλων, είναι η κυβερνητική άρνηση να προετοιμάσει τα δημόσια νοσοκομεία ενισχύοντας το ΕΣΥ με εξοπλισμούς και προσωπικό. Απίστευτα αντιεπιστημονικές θεωρίες, ειπωμένες από επίσημα χείλη, όπως του κυβερνητικού εκπροσώπου το Σεπτέμβριο και του υπουργού επικρατείας λίγο αργότερα, για πεταμένα λεφτά σε ΜΕΘ αν η κυβέρνηση άκουγε τον ΣΥΡΙΖΑ και για θανάτους που αυξάνουν με την αύξηση των ΜΕΘ, οδήγησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος της πανδημίας, όπως κατήγγειλαν διευθυντές του ΕΣΥ, το 80% των τότε θανάτων, 4.000 ασθενείς δηλαδή, να χάσουν τη ζωή τους επειδή δεν έβρισκαν κρεβάτι σε ΜΕΘ.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται σήμερα σαν φάρσα, αφού η κυβέρνηση δεν διδάχθηκε τίποτε από το πάθημά της. Έτσι, περισσότεροι από 100 ασθενείς σήμερα βρίσκονται διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ, αναζητώντας εναγωνίως κρεβάτι για την πρέπουσα φροντίδα.

Εντωμεταξύ η επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, παραμένει ακόμη μαγική εικόνα…

Η αρχή όποια κι αν είναι η ερώτηση η απάντηση είναι «αστυνομία», ίσχυσε κατ’ εξοχήν στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Αντί των ενδεδειγμένων και εξακριβωμένα αποτελεσματικών μέτρων που η κυβέρνηση έπρεπε να πάρει αλλά δεν το έκανε, προχώρησε στη διεθνή πρωτοτυπία να εφαρμόσει κατά της πανδημίας εκτεταμένα αστυνομικά μέτρα. Προφανώς σε εφαρμογή της αποτυχημένης θεωρίας της ατομικής ευθύνης.

Οι συνεχείς αστυνομικοί έλεγχοι στους δρόμους και τα αυστηρά πρόστιμα για όποιους δεν έστειλαν το σωστό sms, οι αστυνομικές έφοδοι και το άγριο ξύλο σε βάρος πολιτών προς εκφοβισμό στις πλατείες, όπως στη Ν. Σμύρνη, η ποινικοποίηση της ελεύθερης έκφρασης, όπως συνέβη με τον γιατρό από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη, που ερευνάται από την εισαγγελία γιατί είπε την αλήθεια για την ανυπαρξία ελεύθερων ΜΕΘ, εκθέτουν τη χώρα διεθνώς, καθώς υποβιβάζουν τα μέτρα αντιμετώπισης μιας σοβαρής υγειονομικής κρίσης σε επίπεδο αστυνομοκρατίας, βίας, στέρησης των ελευθεριών και εκφοβισμού.

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, δεν ισχύει ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί.  Αντίθετα, ισχύει ότι αυτό που η κυβέρνηση κάνει, είναι το μόνο που μπορεί.

Επιδίδεται δηλαδή σε κυνήγι μαγισσών, αναθέτοντας στην αστυνομία την αντιμετώπιση της πανδημίας, σαν αυτή να ήταν εγκληματίας .

Ή μάλλον σαν ο ιός να ήταν ταραξίας, αναρχικός ή τρομοκράτης και να επαναφέρει το νόμο 4.000 περί τεντιμποϊσμού.

Κατήφορος…
 

*Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 

Πηγή: Tvxs
πηγη: https://www.koutipandoras.gr

 
© Copyright 2011 - 2024 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου