Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 19 Ιαν 2024
Στον βωμό της δήθεν επιτάχυνσης της ποινικής δίκης θυσιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου
Κλίκ για μεγέθυνση






Γιάννης Ηρειώτης

 





Το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του Ποινικου Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι βαθιά αντιεπιστημονικό και οπισθοδρομικό

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τροποποίηση του Ποινικου Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προϊόν αγνώστων συντακτών, αποδοκιμάστηκε έντονα από το σύνολο του νομικού κόσμου. Και τούτο δικαίως, καθώς πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά αντιεπιστημονικό και οπισθοδρομικό.

Όσον αφορά στον Ποινικό Κώδικα, το νομοσχέδιο εστιάζει εμμονικά στην «αυστηροποίηση» και την δήθεν καταπολέμηση της ατιμωρησίας, επιδιώκοντας την φυλάκιση των πολιτών ακόμα και για ήσσονος σημασίας πλημμελήματα. Αντίστοιχα, στο πεδίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις φαίνεται να έχουν ως μοναδικό τους στόχο την «πολυπόθητη» επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας, θυσιάζοντας όμως βασικές εγγυήσεις και δικαιώματα του κατηγορούμενου. Η υποτιθέμενη «ταχύτητα» και η «οικονομία της δίκης» αναγορεύονται σε αυτοσκοπό, με την «περικοπή» δικαστικών συνθέσεων, την μεταφορά ύλης από πολυπρόσωπα σε μονοπρόσωπα δικαστήρια, την περιστολή ενδίκων μέσων και βοηθημάτων (λ.χ. αύξηση ορίων εκκλητού) και εν γένει δικαιωμάτων των διαδίκων, την απευθείας παραπομπή υποθέσεων προς εκδίκαση με ελλιπή προεργασία, καθώς και τον περιορισμό του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσεται φυσικά και η εισπρακτικής λογικής επαναφορά ή αύξηση παραβόλων για την άσκηση δικαστικών πράξεων και εν γένει δικονομικών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται σημαντικά το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη και να δημιουργούνται διάδικοι δύο «ταχυτήτων».

Αναλυτικότερα, βασική τροποποίηση του νομοσχεδίου συνιστά κατ’ αρχάς η κατάργηση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με συνέπεια οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων να δικάζονται πλέον από το ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο με αρχαιότερο πρόεδρο. Επί της ουσίας, «αναιρείται» ο δεύτερος βαθμός, αφού η υπόθεση δικάζεται εκ νέου από δικαστήριο ακριβώς ίδιου βαθμού και κατά συνέπεια πλήττεται η δίκαιη δίκη.

Ιδιαιτέρως προβληματική είναι, βεβαίως, και η σχεδιαζόμενη σημαντική ενίσχυση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων έναντι αυτής του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Η εκδίκαση κακουργημάτων, η καταδίκη για τα οποία μπορεί να οδηγήσει σε πολυετείς καθείρξεις, από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο καλείται -αποκλειστικά αυτό- να αποφασίσει για την τύχη του κατηγορουμένου, θα πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, όπως εσφαλμένα επιχειρείται.

Οι ίδιες ενστάσεις, αφορούν και στην προτεινόμενη ριζική αύξηση της ύλης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο καθίσταται αρμόδιο για την εκδίκαση όλων των πλημμελημάτων, εκτός από την ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας και τα αδικήματα σχετικά με την υπηρεσία (12 ο Κεφάλαιο Π.Κ.). Αντί της προηγούμενης τριμελούς σύνθεσης, ένας μόνον δικαστής θα είναι επιφορτισμένος με την εκδίκαση ακόμα και σοβαρών πλημμελημάτων, η καταδίκη για τα οποία δύναται πλέον να οδηγήσει τον δράστη στην φυλακή (!), λαμβανομένων υπ΄όψιν των προτεινόμενων αλλαγών στον Ποινικό Κώδικα.

Η μεταφορά ύλης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο Μονομελές έχει βέβαια ως αποτέλεσμα να περιορίζεται δραματικά και η προκαταρκτική εξέταση επί πλημμελημάτων. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος θα δικάζεται χωρίς να έχει προηγηθεί καμία προέρευνα της υπόθεσής του και χωρίς να έχει εκθέσει τις θέσεις του. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι, αντί της οικονομίας της δίκης, τα ακροατήρια των Πλημμελειοδικείων θα «φορτωθούν» με ακόμα περισσότερες υποθέσεις.

Σημαντικά ζητήματα εγείρει και η πρόβλεψη του Νομοσχεδίου περί κατ’ εξαίρεση μόνο εξέτασης στο ακροατήριο των αστυνομικών και λοιπών προανακριτικών υπαλλήλων που κατέθεσαν στην προδικασία και η αντ’ αυτής ανάγνωση των προδικαστικών τους καταθέσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ο κατηγορούμενος στερείται της δυνατότητας ουσιαστικής εξέτασης ενός βασικού μάρτυρα κατηγορίας, γεγονός που αντιβαίνει ευθέως στα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ενώ αυξάνεται ο κίνδυνος καταδίκης της χώρας μας από το Ε.Δ.Δ.Α., λόγω παραβίασης της Ε.Σ.Δ.Α.

Περαιτέρω, βασική τροποποίηση του σχεδίου νόμου αποτελεί ο δραστικός περιορισμός της διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων και η αντ’ αυτής παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δι’ απευθείας κλήσης του Εισαγγελέως με σύμφωνη γνώμη Προέδρου Εφετών. Ο τρόπος αυτός «ταχείας» παραπομπής επεκτείνεται πλέον σε πολλά σοβαρά κακουργήματα, μεταξύ των οποίων τα κοινώς επικίνδυνα κακουργήματα (εμπρησμοί, πλημμύρες κλπ.), αλλά και στα κακουργήματα κατά των συγκοινωνιών και τηλεπικοινωνιών.

Τέλος, με τις σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου ανοίγει ο δρόμος για δευτεροβάθμιες δίκες, χωρίς την επ’ ακροατηρίω εξέταση μαρτύρων, αφ΄ης στιγμής δίνεται η δυνατότητα στον Εισαγγελέα να μην κλητεύει κανέναν μάρτυρα της πρωτοβάθμιας δίκης, αν κρίνει ότι η υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί με μόνη την ανάγνωση των καταθέσεών τους.

Τα παραπάνω, βέβαια, όχι μόνο δεν καταφέρνουν να επιτύχουν τον εξαγγελλόμενο σκοπό της «επιτάχυνσης», αλλά οδηγούν τελικά στην υποβάθμιση της ποινικής δίκης και στην παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Ο Γιάννης Ηρειώτης είναι δικηγόρος –  Αντιπροέδρος Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων

www.koutipandoras.gr

 
Copyright © 2011 - 2024 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου