«Εμείς είμαστε ο λαός. Εσείς ποιοι είστε;»
Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε συνέδριο του ΑΚP
(Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης)
«Ο λαϊκισμός ως ιδεολογία μπορεί να είναι ελκυστικός, αλλά δεν μπορεί, από μόνος του, να γίνει το κονίαμα, η συγκολλητική δύναμη, μιας κοινωνίας. Είναι εξαιρετικά αβαθής, έχει ισχνό πυρήνα (thin-centered). Έχει ανάγκη, και το κάνει, να προσκολληθεί σε μια ανώτερη, πυκνή ιδεολογία. Ακριβώς όπως το παράσιτο, αναζητεί έναν ξενιστή, οποιονδήποτε ξενιστή, για να επιβιώσει. Όπως η ακρίδα εφορμά στις καλλιέργειες. Ομάδες υψηλού κινδύνου για να δεχτούν την επιδρομή του λαϊκισμού είναι η συντηρητική και η σοσιαλιστική ιδεολογία. Η συντηρητική ιδεολογία έχει πολλά στοιχεία εχθροπάθειας. Οι μετανάστες, οι «άλλοι», οι ξένοι, το διαφορετικό. Η σοσιαλιστική ιδεολογία, ιδίως στην αρχαϊκή μαρξιστικολενινιστική εκδοχή της, εμπεριέχει το ταξικό μίσος και την περιφρόνηση προς την «αστική» δημοκρατία. Ακριβώς λόγω αυτών των εκλεκτικών συγγενειών, ο λαϊκισμός επικάθεται σε αυτές τις ιδεολογίες ξενιστές όχι εξωπαρασιτικά αλλά ενδοπαρασιτικά».
Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Λαϊκισμός και Εξουσία: Η ελληνική περίπτωση,
Κύκλος Ιδεών για την εθνική ανασυγκρότηση
Η συζήτηση σχετικά με τον «λαϊκισμό» ή τους «λαϊκισμούς» (αυταρχικός λαϊκισμός, δημοκρατικός λαϊκισμός κοκ), τον ορισμό τους, τα χαρακτηριστικά τους, τις εκφάνσεις τους, τις καταβολές τους, τους εκπροσώπους τους, την επιρροή τους ή την εν γένει θέση τους στα κινήματα, νέα ή παλαιότερα, στις δομές της εξουσίας, στο κοινοβουλευτικό σύστημα ή στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο και μάλιστα διεξάγεται με μεγαλύτερη ένταση.
Δεν είναι αμελητέες οι περιπτώσεις, που ο «λαϊκισμός» περιγράφεται, όχι ως μια πολιτική στρατηγική μέσω της οποίας ένας ηγέτης επιδιώκει να ασκήσει ή ασκεί την κυβερνητική εξουσία βασιζόμενος στην «άμεση και αδιαμεσολάβητη, μη θεσμοθετημένη υποστήριξη από μεγάλο αριθμό κυρίως μη οργανωμένων οπαδών, αλλά ως ένα «νέο» σύστημα εξουσίας, που έρχεται να σαρώσει τον «παλιό» πολιτικό κόσμο, με την ανάδυση μιας «αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας», και επίσης, ότι «τείνει σε ένα καθεστώς που δεν σέβεται το κράτος δικαίου και αγνοεί τα θεσμικά αντίβαρα».
Ο «λαϊκισμός» εμφανίζεται να εξυψώνει τον «αμόλυντο λαό» και να γιγαντώνεται από τις «διαψευσθείσες υποσχέσεις της ίδιας της δημοκρατίας». Φυσικά, οι κήνσορες και θεράποντες της φιλελεύθερης δημοκρατίας ξεχνούν να μνημονεύσουν στην αντιπαράθεση τους με τους εκπροσώπους του «λαϊκισμού», ότι όχι μόνο το «φαινόμενο» αποτελεί σάρκα από την σάρκα του «συστήματος», που υπερασπίζονται, αλλά ότι, όπως κάθε εξουσιαστική διαιρετική τομή, δεν αμφισβητεί αλλά ενδυναμώνει την κρατική επιβολή στο σύνολό της. Η έξαρση, άλλωστε, του «φαινομένου» ιστορικά συνδέεται με την «κρίση» μιας εκδοχής της κρατικής διαχείρισης και την ανάγκη ξεπεράσματός της.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι η «λαϊκιστική λαίλαπα» των αρχών του 19ου αιώνα ξέσπασε μετά από μια παρατεταμένη οικονομική «κρίση», καθώς από την δεκαετία του 1870 η αμερικανική οικονομία εισήλθε σε μια μακρά περίοδο στασιμότητας, κατά την οποία οι μισθοί έπεφταν, με τον αγροτικό πληθυσμό να πλήττεται ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα την επικράτηση σφοδρής δυσαρέσκειας απέναντι στους κατοίκους των πόλεων. Η κοινωνική οργή ενάντια στις ελίτ των αστικών κέντρων οξύνθηκε από το οικονομικό κραχ του 1893, το οποίο εξαπλώθηκε από τον τραπεζικό τομέα στην ευρύτερη οικονομία, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη μια τεχνολογική επανάσταση, με τους σιδηρόδρομους, τα ατμόπλοια, τους τηλέγραφους, το ηλεκτρικό φως, και ενώ παράλληλα παλιοί τρόποι εργασίας αφανίζονταν με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο δημιουργούνταν νέα επαγγέλματα. Η βίαιη μετάβαση στην «νέα εποχή» προϋπέθετε ότι τα άμεσα και ορατά οφέλη κατανέμονταν πολύ άνισα, ενώ όπως συνήθως επενδυτές έκαναν τεράστιες περιουσίες, πολύς κόσμος έβλεπε το εισόδημά του να κατρακυλά, με τον περισσότερο κόσμο να πιστεύει ότι οι εκλεγμένοι πολιτικοί κατευθύνονταν από ειδικά συμφέροντα, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε μια ευρέως διαδεδομένη καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στους μετανάστες.
Ο 20ος αιώνας έχει χαρακτηριστεί από μαρξιστές και μη ως ο αιώνας της ταξικής αντιπαράθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ενώ εν γένει η ιστορία των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών «διαβάζεται» ως ακολουθία κυρίαρχων διαιρετικών τομών, αντιθέσεων μεταξύ καθολικισμού και προτεσταντισμού, μεταξύ περιφέρειας και κέντρου, μεταξύ γεωργικής οικονομίας και βιομηχανίας κ.ο.κ..
Όπως υποστηρίζει ο Michael Zürn (διευθυντής του τμήματος Διεθνούς Διακυβέρνησης στο Επιστημονικό Κέντρο Κοινωνικής Έρευνας στο Βερολίνο), όταν οι γραμμές σύγκρουσης χάσουν την καθοριστική τους ισχύ, οι παλιές αντιθέσεις δεν εξαφανίζονται ολοκληρωτικά, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται και αντικατοπτρίζονται στα κομματικά συστήματα, ενώ το σχήμα Αριστερά/Δεξιά που προέκυψε από αυτή την ταξική αντιπαράθεση θα κυριαρχούσε σύντομα σε όλα τα κομματικά συστήματα των δυτικών δημοκρατιών: «Τα απομεινάρια παλιών διαιρετικών τομών έχασαν τη σημασία τους και η νέα αυτή διαιρετική τομή πήρε ακόμη και διεθνή διάσταση με τη σύγκρουση Ανατολής-Δύσης. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν τα γεγονότα και οι εξελίξεις που καταδεικνύουν την εμφάνιση μιας νέας κοινωνικής γραμμής σύγκρουσης. Στη Γερμανία για παράδειγμα, η συζήτηση για τους πρόσφυγες δεν διεξήχθη καθόλου κατά μήκος της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η καγκελάριος ενός συντηρητικού κόμματος τάχθηκε υπέρ του ανοίγματος των συνόρων και δέχτηκε κριτική από πολλές πλευρές. Η εκστρατεία για την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε. επικράτησε ενάντια στη θέληση των ηγετών του συντηρητικού και του εργατικού κόμματος» (Heinrch Boll Stiffung, Θεσσαλονίκη, 11-1-2019, Ο αυταρχικός λαϊκισμός εναντίον της ανοιχτής κοινωνίας – μια νέα διαιρετική τομή; Μια οικονομική, πολιτισμική και πολιτική ανάλυση).
Μ’ απλά λόγια, τα περί «διάβρωσης των θεσμών» από τον «παραλογισμό» του «λαϊκισμού», ο οποίος ως παρεκτροπή της δημοκρατίας αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας, η εξύψωση της περιβόητης πολιτικής ορθότητας και του ορθού λόγου που αποτελεί και την βασική αφήγηση των ποικιλώνυμων φορέων της πολιτικής «σοβαρότητας» και «υπευθυνότητας» ως κληρονόμων του Διαφωτισμού, βρίσκονται τόσο μακριά από την πραγματικότητα, όσο η γη από την Ήλιο. Και όμως, αυτοί οι ίδιοι που τα επικαλούνται είναι εκείνοι που συνεχώς και με κάθε αφορμή προτάσσουν το κράτος εξαίρεσης ως λύση στις αλληλοδιαδεχόμενες «κρίσεις» που ξεσπούν δήθεν ανεξέλεγκτα και απρόβλεπτα, κυβερνούν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ενώ χαρακτηρίζουν τις εκλογές κερκόπορτα του λαϊκισμού επεμβαίνοντας στο αποτέλεσμα όταν δεν είναι το επιθυμητό σε αυτούς (βλ. ακύρωση εκλογών στην Ρουμανία κ.λπ.).
Άλλο τόσο κίβδηλη, φυσικά, είναι η μάχη των «λαϊκιστών» αλά Τραμπ ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές ελίτ και τους πεφωτισμένους τεχνοκράτες του νέου ψηφιακού κόσμου προς υπεράσπιση των καταπιεσμένων πλειοψηφιών ή, όπως χαρακτηρίζονται, του «απαίδευτου και καθυστερημένου όχλου» λόγου χάριν της Λευκής Αμερικής. Σε κάθε περίπτωση, ας κρατήσουμε το γεγονός ότι η υπεράσπιση των «παλιών» ταυτοτήτων θα συνεχιστεί απέναντι στον κοσμοπολιτισμό των ελίτ, οπότε είναι ως επί το πλείστον οι «εθνικές» ενότητες, στη κρατική τους θέσμιση, αυτές που θα εξακολουθήσουν να παρέχουν το πεδίο ηθικής και πολιτικής αναφοράς.
Όσο για την όξυνση της «διαμάχης», ας μην υπάρχει αμφιβολία, ότι συνδέεται άμεσα με την πολεμική φρενίτιδα, που αφορά ένα παγκόσμιο μέτωπο το οποίο διαρκώς διευρύνεται, όπως και την αναδιανομή της κυριαρχικής ισχύος, αλλά για το ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε.
Συσπείρωση Αναρχικών
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.264, Νοέμβριος 2025
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com

