Απόσπασμα από την έκθεση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ολόκληρη η έκθεση εδώ στα ελληνικά και στα αγγλικά). Ο Ιάσονας Γουσέτης είναι επιστημονικός συνεργάτης της ΕλΕΔΑ
Ανατρέχοντας κανείς στη σχετική διαθέσιμη βιβλιογραφία, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι οι σχέσεις της αστυνομίας με την ακροδεξιά και το παρακράτος πάνε πολύ πίσω στο χρόνο. Εδώ, για λόγους οικονομίας, θα εστιάσουμε αποκλειστικά στη μεταπολίτευση και συγκεκριμένα στο πλέον πρόσφατο παρελθόν, όπου η ακροδεξιά απασχόλησε το σύνολο της κοινωνίας κάνοντας τη βίαιη εμφάνισή της στην κεντρική πολιτική σκηνή μέσω της εκλογής της Χρυσής Αυγής στο κοινοβούλιο.
Σε αντίθεση με άλλα θέματα που είδαμε προηγουμένως, το ενδιαφέρον στο ερώτημα που εξετάζουμε σε αυτό το κεφάλαιο είναι ότι, με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, η αναγνώριση των δεσμών αστυνομίας και ακροδεξιάς, καθώς και το δημοκρατικό έλλειμμα στην ΕΛΑΣ, αναγνωρίζονται, έστω και σε ένα βαθμό, έστω και ευκαιριακά, από τα πιο επίσημα χείλη.
Ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις του τότε Υπουργού Ανάπτυξης, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, στον τηλεοπτικό σταθμό Mega στις 30/6/2011, όπου, μιλώντας για την θητεία του ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, αφηγούνταν ότι:
«Παρέλαβα τον Οκτώβριο του 2009 μια αστυνομία πλήρως διαλυμένη […]. Φοβήθηκα εκείνη την εποχή για αυτό που υπήρχε στη χώρα […]. Σας παραπέμπω στο παρακράτος που υπήρχε τότε μέσα στην Αστυνομία, όταν οι Χρυσαυγίτες και μια σειρά φασιστοειδών συμμετείχαν σε μια σειρά από ενέργειες και βοηθούσαν την Αστυνομία, και τους διώξαμε από κει και πέρα μαζί με τον σημερινό αρχηγό της Αστυνομίας, τον έναν μετά τον άλλον».
Αντίστοιχα, την ίδια χρονιά, ο τότε Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Χρήστος Παπουτσής, μιλώντας στους αρχηγούς και αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, της Πυροσβεστικής και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και στο διοικητή και στελέχη της ΕΥΠ, έκανε λόγο για «εμφανές δημοκρατικό έλλειμμα στα Σώματα Ασφαλείας», διευκρινίζοντας – φυσικά – ότι τα περιστατικά αυθαιρεσίας που παρατηρούνται είναι μεμονωμένα, αρκούν, όμως, για να αμαυρωθεί η δημόσια εικόνα των σωμάτων ασφαλείας.
Οι διασυνδέσεις, οι καλές σχέσεις και οι κοινόχρηστοι ασύρματοι
Πράγματι, οι Υπουργοί δεν είχαν άδικο, τουλάχιστον όσον αφορά το δημοκρατικό έλλειμμα και τις σχέσεις της ΕΛΑΣ με την ακροδεξιά. Αυτό είχε, βέβαια, ήδη αναδειχθεί από σωρεία περιστατικών που έκαναν εμφανείς τις «εκλεκτικές συγγένειες» της αστυνομίας με την ακροδεξιά και το παρακράτος – όπως έχει καθιερωθεί να περιγράφεται στη σχετική βιβλιογραφία η τριγωνική αυτή σχέση. Ενδεικτικές είναι υποθέσεις όπως οι παρακάτω:
Το 1995 η Μέλπω Κωρωναίου ξυλοκοπείται άγρια από τον εν ενεργεία αστυνομικό και ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής, Βασίλη Αθανασόπουλο (άλλως «Χάρο»), σε αντιφασιστική διαδήλωση. Παρά το γεγονός ότι ο “Χάρος” καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε φυλάκιση δυόμισι ετών με αναστολή, έφτασε το 2006 να είναι διοικητής του ΑΤ Μεσσήνης. Στη συνέχεια αποσπάστηκε στη φρουρά του Μιχαλολιάκου και άλλων βουλευτών της Χρυσής Αυγής, μέχρι που το 2014 ανακοινώνεται ως υποψήφιος του ακροδεξιού κόμματος στο Δήμο Αθηναίων.
Σε άλλο περιστατικό, το 1998 ο Αντώνης Ανδρουτσόπουλος (άλλως «Περίανδρος»), υπαρχηγός της Χρυσής Αυγής, μαζί με άλλα μέλη της ναζιστικής οργάνωσης επιτίθεται σε τρία μέλη της αριστερής οργάνωσης ‘Νέο Αριστερό Ρεύμα’. Ο Δημήτρης Κουσουρής τραυματίζεται βαριά και εναντίον του “Περίανδρου” ασκείται δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο τελευταίος μένει ασύλληπτος από την αστυνομία μέχρι που εφτά χρόνια αργότερα, το 2005 παραδίδεται στις αρχές. Σύμφωνα με αποκαλύψεις της εφημερίδας Τα Νέα που έφεραν στο φως απόρρητο έγγραφο της ειδικής ομάδας της ΕΛΑΣ, ο «Περίανδρος» δεν συλλαμβάνονταν από την ΕΛΑΣ επειδή… υπήρχε εσωτερικό σαμποτάζ. Συγκεκριμένα σημειώνεται ότι “οι διασυνδέσεις της οργάνωσης με την Αστυνομία, αλλά και του ίδιου του «Περιάνδρου», καθιστούσαν αδύνατη τη σύλληψή του”. Το ίδιο έγγραφο, μάλιστα, αναφέρει ότι α) η οργάνωση διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και επαφές με αξιωματικούς της ΕΛΑΣ – εν ενεργεία και απόστρατους – αλλά και με απλούς αστυνομικούς, β) η αστυνομία τους προμήθευε με ασυρμάτους και κλομπ στο παρελθόν, στις μαζικές διαδηλώσεις, στις επετείους κυρίως της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αλλά και σε εκδηλώσεις του «αριστερίστικου και αναρχικού χώρου» για να εμφανίζονται ως «αγανακτισμένοι» πολίτες και να προκαλούν επεισόδια και γ) τα περισσότερα μέλη της Χρυσής Αυγής οπλοφορούσαν παράνομα.
Ως προς το δεύτερο σκέλος των αποκαλύψεων του απόρρητου εγγράφου που συνέταξε η ειδική ομάδα της ΕΛΑΣ, δηλαδή τη συνεργασία μεταξύ αστυνομίας και ακροδεξιών ομάδων σε διαδηλώσεις, επετείους και άλλες δημόσιες συναθροίσεις, αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν καταγραφεί, ακόμη και στον τηλεοπτικό και φωτογραφικό φακό, δεκάδες τέτοια περιστατικά. Η διάρκεια της σχέσης ακροδεξιάς και αστυνομίας είναι εμφανής από τις δεκαετίες στις οποίες απλώνονται τα περιστατικά. Ενδεικτικά αναφέρουμε μόνο μερικά από αυτά: την 17η Νοέμβρη 1995, εκατοντάδες μέλη της Χρυσής Αυγής σε στρατιωτικό σχηματισμό και συνοδευόμενα από τα ΜΑΤ και την ομάδα Ζ καταφθάνουν στο Πολυτεχνείο και το πολιορκούν προσπαθώντας να εισβάλουν «υπό τα επιδοκιμαστικά βλέμματα των αστυνομικών που απολαμβάνουν, αμέριμνοι, το διάλειμμά τους». Η πολιορκία του Πολυτεχνείου από την αστυνομία και την Χρυσή Αυγή γίνεται σε ζωντανή σύνδεση. Μια δεκαετία αργότερα, στην επέτειο των Ιμίων το 2008, μέλη της Χρυσής Αυγής καταγράφονται με καδρόνια στα χέρια να καταδιώκουν μαζί με τα ΜΑΤ αντιφασίστες διαδηλωτές στο κέντρο της Αθήνας και στη συνέχεια να σπεύδουν να καλυφθούν πίσω από τις ασπίδες των ανδρών της ΕΛΑΣ. Η σύμπραξη ΜΑΤ και ναζιστών αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, ενώ, σε μια από αυτές, κρανοφόρος χρυσαυγίτης στέκεται δίπλα στα ΜΑΤ με το στιλέτο ανά χείρας.68 Στις 9 Μαΐου 2009, πολυπληθής ομάδα μελών της Χρυσής Αυγής επιτίθεται με ασπίδες, ρόπαλα και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, υπό την κάλυψη και προστασία διμοιριών των ΜΑΤ, εναντίον των Ασιατών προσφύγων που στεγάζονται στο χώρο του Παλιού Εφετείου, στην Ομόνοια. Ταυτόχρονα, οι αντιφασιστικές ομάδες που παρευρίσκονται πλησίον, διαλύονται βιαίως.
Όπως, λοιπόν, προκύπτει από τα παραπάνω, οι Υπουργοί Χρυσοχοΐδης και Παπουτσής ορθώς διαπίστωναν ζητήματα παρακράτους, δημοκρατίας και διασύνδεσης της αστυνομίας με την ακροδεξιά. Θα ανέμενε κανείς, βέβαια, ότι ύστερα από αυτές τις διαπιστώσεις τους, η πολιτική, αν όχι η φυσική ηγεσία του σώματος, θα είχε λάβει τα μέτρα της. Ωστόσο, όπως είχε συμπληρώσει ο Χρυσοχοΐδης όταν ρωτήθηκε για το αν τα φαινόμενα αυτά είχαν πλέον σταματήσει, «τίποτα δεν αποκλείω, μπορεί να έχει ουρά το φαινόμενο…».
Η Χρυσή Αυγή στη Βουλή
Το 2012 η Χρυσή Αυγή εκλέγεται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και, όπως αποδείχθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το φαινόμενο, δεν είχε απλώς «ουρά» αλλά μάλλον ολόκληρο «σώμα» και «κεφάλι» με εξασφαλισμένη παρουσία στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ. Στο διάστημα του κοινοβουλευτικού της βίου, όχι μόνο δεν είδαμε μια «σοβαρότερη Χρυσή Αυγή», κατά τους ευσεβείς πόθους δημοσιολογούντων, αλλά, σύμφωνα με την κρίση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, είδαμε μια εγκληματική οργάνωση σε δράση. Το κρίσιμο, όμως, για την παρούσα ανάλυση, είναι ότι η εν λόγω εγκληματική οργάνωση, όσο ήταν στη Βουλή, όχι μόνο διατήρησε, αλλά ενίσχυσε τους προϋπάρχοντες δεσμούς της με την ΕΛΑΣ.
Τα περιστατικά βίας στα οποία πρωτοστάτησε η Χρυσή Αυγή από τις πρώτες μέρες εκλογής της κιόλας ήταν πάμπολλα. Με την εκλογή της δεν άλλαξε κάτι στη δράση της, τουναντίον τα ρατσιστικά πογκρόμ και οι επιθέσεις σε άτομα του αριστερού και αναρχικού χώρου συνεχίστηκαν αμείωτες, αν όχι αυξανόμενες, σε όλη την Ελλάδα. Ήταν, λοιπόν, απορίας άξιο πώς τα μέλη της Χρυσής Αυγής, κατά κανόνα, απέφευγαν τις συλλήψεις και τις προστριβές με τα όργανα της τάξης, δεδομένης της έντονης εγκληματικής τους δράσης. Η απάντηση, βέβαια, για ακόμη μια φορά βρίσκεται στις «πλάτες» που είχε η Χρυσή Αυγή στην ΕΛΑΣ. Αντί άλλης τεκμηρίωσης, μεταφέρουμε από το υπόμνημα της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής:
«Η τέλεση εγκληματικών πράξεων από τα μέλη της Χρυσής Αυγής χωρίς τον κίνδυνο της ποινικής δίωξης και τιμωρίας εξαρτιόταν εν πολλοίς από τη διασύνδεση με εκείνο το κομμάτι των κρατικών αρχών που θα έπρεπε να κινηθεί πρώτο για την εξιχνίαση τους, δηλαδή την Ελληνική Αστυνομία. Για το λόγο αυτό, η Χρυσή Αυγή είχε ιδιαίτερο συμφέρον και ανέπτυσσε ειδική δράση για την διεύρυνση της υποστήριξής της στο εσωτερικό των σωμάτων ασφαλείας (…) Κόμβος της διασύνδεσης ΕΛΑΣ και Χρυσής Αυγής ήταν οι αστυνομικοί που αποσπάστηκαν ως φρουροί βουλευτών της οργάνωσης μετά την είσοδό της στη Βουλή. Οι αστυνομικοί αυτοί ήταν συμπαθούντες της οργάνωσης και με τον τρόπο αυτό εξασφάλισαν την απόσπασή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, υπερέβησαν τα καθήκοντά τους και έδρασαν ως μέλη της, αξιοποιώντας τις πληροφορίες, τον οπλισμό και την κρατική εξουσία που διέθεταν. Απολύτως ενδεικτικά, αναφέρουμε τις εξής περιπτώσεις που στοιχειοθετούνται από τη δικογραφία [σσ. αναφέρονται 6 περιπτώσεις] (…) Στις πιο πετυχημένες περιπτώσεις δράσεων της Χρυσής Αυγής (…) η οργάνωση είχε εκ των προτέρων εξασφαλισμένη τη συνεργασία της διοίκησης του τοπικού αστυνομικού τμήματος, οπότε η ατιμωρησία ήταν δεδομένη».
Από ακριβώς αυτή τη βεβαιότητα ατιμωρησίας πήγαζε η αλησμόνητη φράση του Γιώργου Ρουπακιά, δολοφόνου του Παύλου Φύσσα, προς τον αστυνομικό που τον μετέφερε στο αστυνομικό τμήμα: «Είμαι της Χρυσής Αυγής. Είμαστε δικοί σας και μην το πείτε πουθενά». Και σε ακριβώς αυτή φράση συμπυκνώνεται η ειδική σχέση της ακροδεξιάς με την αστυνομία: διότι αυτή η φράση δεν λέγεται σε έναν επίορκο αστυνομικό τον οποίο γνωρίζει ο δολοφόνος και ελπίζει σε ειδική μεταχείριση. Αντιθέτως, αυτή η φράση λέγεται σε έναν αστυνομικό που δεν γνωρίζει και άρα στο πρόσωπο του τελευταίου αντανακλάται η αστυνομία ως θεσμός και ο δολοφόνος θεωρεί ότι οι πιθανότητες είναι με το μέρος του – ότι είναι δηλαδή κι αυτός «δικός τους».
Και πράγματι θα ήταν αρκετά πιθανό να ήταν «δικός τους» ή έστω συμπαθών. Ας το δούμε πρώτα εκλογικά: η Χρυσή Αυγή, προ των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2010 και των βουλευτικών του 2012, όπου τα ποσοστά της εκτινάχθηκαν, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 που ξεκίνησε να συμμετέχει σε εκλογικές διαδικασίες, σημείωνε επιδόσεις κάτω του 1%. Η παρουσία του κόμματος στον εκλογικό χάρτη ήταν τόσο ισχνή που είναι δύσκολο να γνωρίζουμε την απήχηση που είχε στους αστυνομικούς. Παρόλα αυτά, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι το 2012, τη στιγμή που η Χρυσή Αυγή σημείωνε επιδόσεις της τάξης του 7% στην κοινωνία, στις τάξεις των αστυνομικών απολάμβανε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, με τις σχετικές αναγωγές να δείχνουν ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένας στους δύο αστυνομικούς ψήφιζε το φασιστικό κόμμα. Ακόμη και στις εκλογές του 2015, όπου είχε ήδη δολοφονηθεί ο Παύλος Φύσσας και είχε ήδη ξεκινήσει η δίκη της Χρυσής Αυγής, οι Έλληνες αστυνομικοί παρέμεναν αμετακίνητοι στις επιλογές τους: σύμφωνα με τις αναλύσεις, το ποσοστό των αστυνομικών που ψήφισαν Χρυσή Αυγή και σε αυτές τις εκλογές κινούνταν μεταξύ 40-50%. Με δεδομένο ότι η πολιτική τοποθέτηση και η δράση της Χρυσής Αυγής, τουλάχιστον μετά το 2013 ήταν γνωστή σε όλο το πανελλήνιο, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι τα ποσοστά αυτά αντανακλούσαν σε ένα βαθμό την ιδεολογική τοποθέτηση ή και την πελατειακή σχέση μεγάλης μερίδας των αστυνομικών τη δεδομένη, τουλάχιστον, περίοδο με το ναζιστικό κόμμα.
Η ιδεολογική τοποθέτηση και οι πελατειακές εξαρτήσεις δεν ήταν δυνατό να μην αφήνουν το αποτύπωμά τους σε κάθε πεδίο της αστυνομικής δράσης. Από τις διασυνδέσεις μεταξύ Χρυσής Αυγής και αστυνομικών ή ακόμα και ολόκληρων αστυνομικών τμημάτων (όπως είδαμε στο υπόμνημα της πολιτικής αγωγής παραπάνω), μέχρι της προστασίας που απολάμβανε η εγκληματική οργάνωση στις κινητοποιήσεις της, σε επίπεδο «δρόμου», με τις δυνάμεις της αστυνομίας, σε πλείστες περιπτώσεις, να συντάσσονται με τα μέλη της Χρυσής Αυγής κατά του κοινού εχθρού που συνήθως είχε τη μορφή του αντιφασιστικού κινήματος.
Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπήρχαν αστυνομικοί που είχαν απεκδυθεί πλήρως του ρόλου και των υποχρεώσεων τους -διατηρώντας, όμως, τα εργαλεία και τα δικαιώματα που πηγάζουν εξ αυτών- και αφήνονταν πλήρως στην πολιτική τους τοποθέτηση: χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση (την οποία είδαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο) ήταν η σύλληψη και τα βασανιστήρια εναντίον 15 αντιφασιστών που στις 30 Σεπτεμβρίου του 2012 είχαν πραγματοποιήσει μοτοπορεία στο κέντρο της Αθήνας. Η συγκεκριμένη υπόθεση έφτασε μάλιστα στην βρετανική εφημερίδα Guardian ακριβώς λόγω της ακραίας βίας που είχαν ασκήσει οι αστυνομικοί στους συλληφθέντες αλλά και από τις ρητές αναφορές των πρώτων στο ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής. Σύμφωνα με την εφημερίδα που φιλοξένησε τις καταγγελίες των συλληφθέντων, οι αστυνομικοί, μεταξύ άλλων, τους χτυπούσαν, τους έκαιγαν με αναπτήρες, τους έκαναν ηλεκτροσόκ με taser και τους σημάδευαν με λέιζερ στα μάτια, ενώ τους αποστερούσαν κάθε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη αλλά και σε νερό, σε βαθμό που αναγκάστηκαν να πιούν από την τουαλέτα. Ταυτόχρονα, οι αστυνομικοί τους έβγαζαν βίντεο και τους απειλούσαν ότι θα τα δημοσιεύσουν στο διαδίκτυο και ότι θα δώσουν τις διευθύνσεις τους στη Χρυσή Αυγή, κι ακόμα ότι θα πεθάνουν όπως οι παππούδες τους στον εμφύλιο. Αν και οι 17 εμπλεκόμενοι αστυνομικοί αθωώθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το 2019, λίγα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2023, το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίκασε αποζημιώσεις στους τρεις συλληφθέντες που υπέβαλαν αγωγή για τα όσα έζησαν στον έκτο όροφο της ΓΑΔΑ, κάνοντας δεκτό ότι οι συλληφθέντες «είχαν καταστεί απανθρωποποιημένα έρμαια της ασυδοσίας που είχε επιτραπεί στα αστυνομικά όργανα που τους κακομεταχειρίζονταν και μάλιστα μέσα στη ΓΑΔΑ».
Οι κακοί στη φυλακή. Οι αστυνομικοί;
Θα ανέμενε κανείς ότι, μετά από τόσα καταγεγραμμένα περιστατικά συνεργασίας αστυνομικών με ακροδεξιά στοιχεία, τόσες αποκαλύψεις του Τύπου και απόρρητα έγγραφα της ΕΛΑΣ που έκαναν λόγο για διασυνδέσεις της Χρυσής Αυγής με την αστυνομία, έστω και μετά τη φυλάκιση και τελικά την καταδίκη των μελών της Χρυσής Αυγής, είχε έρθει ο καιρός η αστυνομία να απαλλαχθεί από τις «εκλεκτικές συγγένειες» της και να επέλθει η πολυσυζητημένη «αυτοκάθαρση» της ΕΛΑΣ. Άλλωστε, έπειτα από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, τον Σεπτέμβριο του 2013, στο πλαίσιο της διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης για τη διακρίβωση τυχόν τέλεσης αξιόποινων πράξεων από την Χρυσή Αυγή, είχε ήδη συντάξει πόρισμά στο οποίο, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις, που δεν αποκλείεται ο αριθμός τους να είναι μεγαλύτερος, άνδρες της Ελληνικής Αστυνομίας συνέδραμαν ή στην καλύτερη των περιπτώσεων ανέχονταν τα μέλη της οργάνωσης στη διάπραξη διαφόρων ποινικά επίμεμπτων πράξεων, στοιχείο που πρέπει να ελεγχθεί ενδελεχέστερα».
Πράγματι, η αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛΑΣ και συγκεκριμένα του Νίκου Δένδια που ήταν τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης ήταν άμεση. Τον Οκτώβριο του 2013, η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ, εκδίδει Ειδική Έκθεση σχετικά με την «ευρεία έρευνα» που πραγματοποίησε για την ενεργό εμπλοκή αστυνομικών στην έκνομη δραστηριότητα της Χρυσής Αυγής και τυχόν συμμετοχή τους στη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, ρατσιστικής βίας και διαφθοράς. Η έρευνα αυτή οδήγησε στη σύλληψη 15 αστυνομικών, 10 εκ των οποίων διασυνδέοντο άμεσα ή έμμεσα με την Χρυσή Αυγή και καταλήγει στο ότι «δεν πιστοποιήθηκε ύπαρξη συγκροτημένων ομάδων εν ενεργεία αστυνομικών, που να επιδιώκουν κοινό εγκληματικό σκοπό και να τελούν μεταξύ τους σε τέτοια σχέση ώστε να αισθάνονται έναντι αλλήλων, ως ενιαία μονάδα», ούτε και «συγκροτούνται ‘πυρήνες’ ή (αδιαφανείς) ‘φράξιες’ ή παρασυνταγματικοί πόλοι στην Ελληνική Αστυνομία, που στο σύνολό της αποτελεί πυλώνα της δημοκρατικής τάξης». Διαπιστώθηκαν, ωστόσο, «σύστοιχη αδράνεια δράσης συγκεκριμένων αστυνομικών (εξατομίκευση της ευθύνης), ατομική συμμετοχή σε αξιόποινες πράξεις – παράβαση καθηκόντων – καταχρηστική άσκηση εξουσίας».
Παρά την άμεση αντίδραση του Υπουργού και των Εσωτερικών Υποθέσεων, η προσπάθεια αυτή ήταν μάλλον προσχηματική. Όπως σχολίαζε ο Θανάσης Καμπαγιάννης, δικηγόρος της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής:
«Η έρευνα ‘αυτοκάθαρσης’ της ΕΛΑΣ ήταν μια παρωδία. Οι αρμόδιοι αστυνομικοί δεν φρόντισαν καν να δώσουν στη δημοσιότητα έναν αριθμό εμπλεκόμενων αστυνομικών, ο οποίος να αντιστοιχεί με τις αναρτημένες στο διαδίκτυο ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ. Η έρευνα Δένδια κινείται ανάμεσα, αφενός, στον ερασιτεχνισμό και τη γελοιότητα, αφετέρου στο θράσος λατινοαμερικάνικης Χούντας που επιχειρεί να συγκαλύψει τα εγκλήματα των κατασταλτικών της μηχανισμών».
Όπως αποδείχθηκε, πράγματι, ήταν άνθρακας ο θησαυρός. Πέραν των αναντιστοιχιών που στοιχειοθέτησε ο δικηγόρος της πολιτικής αγωγής ήδη από το χρόνο δημοσίευσης της εν λόγω έρευνας, εκ του αποτελέσματος φάνηκε ότι δεν υπήρχε καμία διάθεση αυτοκάθαρσης. Οι 15 συλλήψεις μερικά χρόνια αργότερα κατέληξαν σε δύο-τρεις καταδίκες αστυνομικών, ενώ, επιπλέον, οι αξιωματικοί που ήταν διοικητές αστυνομικών υπηρεσιών και στους οποίους αποδίδονταν συγκροτημένες σχέσεις με το νεοναζιστικό μόρφωμα ή ακόμα και ένταξη σε αυτό απαλλάχθηκαν. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς που είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα και είχαν απομακρυνθεί από τα πόστα τους λόγω των σχέσεων τους με τη Χρυσή Αυγή επανήλθαν στις θέσεις τους. Μεταξύ άλλων απαλλάχθηκε και ο διοικητής του ΑΤ Αττικής που είχε κατηγορηθεί ότι παρέπεμπε πολίτες που ζητούσαν τη συνδρομή αστυνομικών στη Χρυσή Αυγή, ενώ ταυτόχρονα αποθάρρυνε με δικαιολογίες ή απειλές μετανάστες που είχαν δεχθεί επιθέσεις από χρυσαυγίτες να καταγγείλουν το γεγονός.
Το πιο λυπηρό στοιχείο είναι ίσως ότι η προσχηματική και εκ του αποτελέσματος αναποτελεσματική έρευνα του 2013 είναι, εξ όσων γνωρίζουμε, και η μοναδική συγκροτημένη και στοχευμένη ενέργεια για τη διερεύνηση των σχέσεων αστυνομίας και ακροδεξιάς από τη συντεταγμένη πολιτεία μέχρι σήμερα. Παρά τη φυλάκιση και τελικά την καταδίκη των μελών της ναζιστικής οργάνωσης και παρά το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί ποικιλοτρόπως και πολλάκις η ύπαρξη τέτοιων σχέσεων, ουδεμία περαιτέρω ενέργεια έχει λάβει χώρα. Κι έτσι, η συνεργασία μεταξύ ακροδεξιών ομάδων και αστυνομίας φάνηκε να συνεχίζεται κανονικά, τόσο κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της δίκης της Χρυσής Αυγής, όσο και στη συνέχεια, μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε περιστατικά όπως τη συγκέντρωση ακροδεξιών της Λαϊκής Πατριωτικής Κίνησης στις 8 Απριλίου του 2016 στον Πειραιά, όπου επιτέθηκαν σε αντιφασιστική συγκέντρωση που διεξαγόταν παράλληλα και η αστυνομία, αφού επενέβη αδιακρίτως και προς τις δύο πλευρές, άφησε, κατά τη διάρκεια επέμβασής της, να συνεχιστεί η επίθεση των ακροδεξιών ή την επίθεση που δέχθηκε από ακροδεξιές ομάδες ο «Ελεύθερος Κοινωνικός Χώρος Σχολείο» στη Θεσσαλονίκη στις 25 Μαρτίου του 2021 και οι αστυνομικοί επέτρεπαν στους ακροδεξιούς να δρουν ανενόχλητοι. Αντίστοιχα, εξαιρετικά επικίνδυνο περιστατικό εκτυλίχθηκε την 1η Νοέμβρη 2023, όπου ακροδεξιοί, έπειτα από αντιφασιστικές συγκεντρώσεις στην Αθήνα, έκαναν επιθέσεις σε αντιφασίστες και ανυποψίαστους πολίτες εντός σταθμών του ΗΣΑΠ. Σύμφωνα με καταγγελίες αλλά και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, οι επιθέσεις αυτές έγιναν με την ανοχή της αστυνομίας, η οποία, όσο εκτυλίσσονταν τα επεισόδια, ήταν εκτός των σταθμών και, όταν αποφάσισε να επέμβει, συγκέντρωσε δυσανάλογα τις προσπάθειές της στη σύλληψη των μάλλον αμυνόμενων, εκείνη τη στιγμή, αντιφασιστών.
Είναι γεγονός πως τα περιστατικά αυτά πλέον δεν εκπλήσσουν. Η ιδεολογική συγγένεια που ένα σημαντικό μέρος των αστυνομικών νιώθει με την ακροδεξιά είναι μάλλον δεδομένη. Ακόμη και με την καταδίκη και την επί της ουσίας διάλυση της Χρυσής Αυγής, αυτή η συγγένεια βρίσκει τρόπους να εκφράζεται με συνέπεια. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στις εκλογές του 2023, οι αστυνομικοί επέλεξαν και πάλι να ψηφίσουν μαζικά ακροδεξιά, σε ένα ποσοστό της τάξης του 10-20%, η οποία, αυτή τη φορά, εκπροσωπούταν (μεταξύ άλλων) από το κόμμα των Σπαρτιατών.
Πάντως, σε αντίθεση με την ψήφο που είναι μυστική, ορισμένοι αστυνομικοί προβάλλουν δημόσια και περήφανα την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Όπως σημειώνει η δημοσιογραφική ομάδα «The Manifold», η οποία διεξήγαγε μια λεπτομερή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα για τα σύμβολα στις στολές της ΕΛΑΣ και εντόπισε μια σειρά από «παραδοσιακά» ακροδεξιά ή και νεοναζιστικά σύμβολα που προσαρμόζουν αστυνομικοί στην στολή τους, «η πρακτική αυτή, δηλαδή το να διατυμπανίζουν οι αστυνομικοί τις μισαλλόδοξες ιδεολογίες τους, μοιάζει ιδιαίτερα γενικευμένη και δείχνει ότι δεν αισθάνονται ούτε ότι οφείλουν υπακοή στους κανονισμούς του σώματός τους ούτε ότι φοβούνται πως θα ελεγχθούν από την ηγεσία τους». Κι αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Δηλαδή, όχι μόνο διαπιστώνουμε ξανά και ξανά τις «εκλεκτικές συγγένειες» στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ, όχι μόνο βλέπουμε την τακτική συνεργασία – ή και ταύτιση – αστυνομικών με την ακροδεξιά, αλλά γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει και καμία πρόθεση από την πολιτική και τη φυσική ηγεσία της ΕΛΑΣ, αυτά τα φαινόμενα να ελεγχθούν. Εν ολίγοις, μοιάζει ουδεμία πρόθεση να υπάρχει για να γίνει μια πραγματική αυτοκάθαρση της ΕΛΑΣ.
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
