Απόσπασμα από το βιβλίο Talking Back: Thinking Feminist, Thinking Black (South End Press, 1989). Η bell hooks (1952-2021) ήταν ακτιβίστρια, ακαδημαϊκός και συγγραφέας.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Ζώντας και μεγαλώνοντας όταν ήμουν παιδί στο Χόπκινσβιλ του Κεντάκι, που βρίσκεται κοντά στο Φορτ Κάμπελ πίστευα πως ο στρατός αποτελούνταν κυρίως από μαύρους άνδρες. Όποτε έβλεπα στρατιώτες, αυτοί ήταν μαύροι. Άκουγα τους μεγάλους να μιλούν για τους μαύρους άνδρες που κατατάσσονται στο στρατό για να βρουν δουλειά, για να βρουν την αξιοπρέπεια που έρχεται με την ύπαρξη ενός σκοπού στη ζωή. Έλεγαν, «καλύτερα να είσαι στο στρατό παρά να περιφέρεσαι στους δρόμους». Ωστόσο, ο πατέρας μου προειδοποιούσε τις κόρες του να μην κάνουν σχέσεις με στρατιώτες, λέγοντάς μας πως «ήξερε πώς ήταν αυτοί οι άνδρες – είχε πάει στο στρατό». Υπήρχε μια όψη της εμπειρίας του να υπηρετεί μεταξύ των αμιγώς μαύρων φροντιστών που εργάζονταν στις γραμμές ανεφοδιασμού στη διάρκεια του 2ου ΠΠ που τον είχε αλλάξει βαθιά. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να ταξιδέψει σε νέα μέρη, σε «ξένες» χώρες. Μια ανεξήγητη, ανομολόγητη πλευρά αυτής της εμπειρίας τον έκανε να μένει κοντά στο σπίτι του. Μπορώ να θυμηθώ την έκπληξή μου όταν ανακάλυψα φωτογραφίες του με στολή, φωτογραφίες τραβηγμένες σε ξένα μέρη για τα οποία δεν μίλησε ποτέ. Ωστόσο, κρατούσε πάντα στο δωμάτιό του μια φωτογραφία των μαύρων ανδρών της διμοιρίας του στο 537ο Τάγμα. Όταν ήμασταν παιδιά, ψάχναμε συχνά τα πρόσωπα αυτών των μαύρων ένστολων ανδρών αναζητώντας τον. Στην ηλικία των 61 ετών, ταξίδεψε στην Ιντιάνα για να συναντήσει ξανά τους συντρόφους του από το στρατό, να θρηνήσει τους νεκρούς, να θρηνήσει πως καμία μάχη δεν έφερε το τέλος του πολέμου.
Πριν από δέκα χρόνια, ή λίγο παραπάνω, όταν έκανα για πρώτη φορά αίτηση για να μπω στο κολέγιο, ένα σχολείο είχε μια ειδική υποτροφία για συγγενείς ανδρών που είχαν πολεμήσει στον 1ο ΠΠ. Τότε ήταν που ρώτησα τον παππού μου, τον μπαμπά Gus, αν είχε πολεμήσει στο πόλεμο. Η φωνή του όταν απάντησε ήταν τραχιά και εκνευρισμένη, λέγοντας: «Όχι. δεν είχα σχέση με το πόλεμο. Γιατί να πολεμήσω σε οποιονδήποτε πόλεμο. Όχι, δεν πολέμησα ποτέ στο πόλεμο κανενός». Από την παιδική μου ηλικία και μέχρι την ενηλικίωσή μου, δέσποζε στο τοπίο του ανδρισμού ως ένας άνδρας που ζούσε πραγματικά ειρηνικά και αρμονικά με τους γύρω του – η βία απλά δεν ήταν απλώς ο τρόπος του. Η επίμονη αντιπολεμική του στάση, όπως και η αντιπολεμική στάση άλλων Νότιων μαύρων ανδρών της κοινότητά μας, οι οποίοι εξέφραζαν πολύ έντονα τα συναισθήματά τους για τον μιλιταρισμό (τονίζοντας την αντίφαση του να πρέπει οι μαύροι άνδρες να υπηρετούν σε πολέμους, να πεθαίνουν γι’ αυτή τη χώρα, γι’ αυτή τη δημοκρατία, η οποία θεσμοθέτησε τον ρατσισμό και τους στερούσε την ελευθερία), με εντυπωσίασε. Η στάση τους μας έδειξε πως δεν βλέπουν δόξα στον πόλεμο όλοι οι άνδρες, πως όλοι οι άνδρες που πολεμούν σε πολέμους δεν πιστεύουν απαραίτητα πως οι πόλεμοι είναι δίκαιοι, πως οι άνδρες δεν είναι εγγενώς ικανοί να σκοτώνουν ή πως ο μιλιταρισμός είναι το μόνο δυνατό μέσο ασφάλειας. Σκέφτομαι συχνά αυτούς τους μαύρους άνδρες όταν ακούω δηλώσεις που υπονοούν πως στους άνδρες αρέσει ο πόλεμος, πως οι άνδρες επιθυμούν τη δόξα του θανάτου στον πόλεμο.
Πολλές γυναίκες που υποστηρίζουν τον φεμινισμό θεωρούν πως ο μιλιταρισμός αποτελεί παράδειγμα των πατριαρχικών αντιλήψεων περί ανδρισμού και του δικαιώματος των ανδρών να κυριαρχούν επί των άλλων. Για αυτές τις γυναίκες, ο αγώνας κατά του μιλιταρισμού είναι αγώνας κατά της πατριαρχίας. Η Rena Patterson στο δοκίμιό της «Ο μιλιταρισμός και η παράδοση του ριζοσπαστικού φεμινισμού» υποστηρίζει: «Το να αποτρέψουμε τον πόλεμο σημαίνει να πολεμήσουμε την ανδρική εξουσία, να εκθέσουμε και να αψηφήσουμε την υποκρισία της αρρενωπότητας και να αναγνωρίσουμε και να δράσουμε ενάντια στις βασικές αρχές που λειτουργούν σε όλους τους τομείς της πατριαρχικής-καπιταλιστικής κοινωνίας». Παρουσιάζοντας την ανθολογία Ain‘t no where we can run: Handbook for women on the nuclear mentality που περιέχει δοκίμια της, η Susan Koen γράφει:
«Είναι η πεποίθησή μας πως η τυραννία που δημιουργείται από τις πυρηνικές δραστηριότητες είναι απλώς η πιο πρόσφατη και σοβαρή εκδήλωση μιας κουλτούρας που χαρακτηρίζεται σε κάθε της εκδοχή από την κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Για το λόγο αυτό, η παρουσία της πυρηνικής νοοτροπίας στον κόσμο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μόνο μέρος ενός συνόλου, όχι ως ένα μεμονωμένο ζήτημα. Ελπίζουμε να γίνει αντιληπτό πως ο διαχωρισμός του ζητήματος των πυρηνικών εργοστασίων και των όπλων από την κυρίαρχη πολιτιστική, κοινωνική και πολιτική προοπτική της κοινωνίας μας οδηγεί σε περιορισμένη κατανόηση του προβλήματος και με τη σειρά του περιορίζει το εύρος των πιθανών λύσεων. Πιστεύουμε πως εκείνες οι ανδροκρατούμενες δομές που ελέγχουν την κοινωνική δομή και τις σχέσεις μας είναι άμεσα υπεύθυνες για τη διάδοση των πυρηνικών εργοστασίων και όπλων. Η πατριαρχία είναι η ρίζα του προβλήματος και οι επικείμενοι κίνδυνοι που δημιουργεί η πυρηνική νοοτροπία χρησιμεύουν για να στρέψουν την προσοχή μας στο βασικό πρόβλημα της πατριαρχίας».
Εξισώνοντας τον μιλιταρισμό με την πατριαρχία, οι φεμινίστριες αυτές συχνά αναπτύσσουν τα επιχειρήματά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να υπονοούν πως το να είσαι άνδρας είναι συνώνυμο της εξουσίας, της επιθετικότητας και της θέλησης να κυριαρχείς και να ασκείς βία στους άλλους και πως το να είσαι γυναίκα είναι συνώνυμο της αδυναμίας, της παθητικότητας και της θέλησης να φροντίζεις και να επιβεβαιώνεις τις ζωές των άλλων. Παρόλο που αυτά μπορεί να είναι στερεοτυπικά πρότυπα που βιώνουν πολλοί άνθρωποι, αυτού του είδους η δυαδική σκέψη είναι επικίνδυνη· αποτελεί βασικό ιδεολογικό συστατικό της λογικής που διαμορφώνει και προωθεί την κυριαρχία στη δυτική κοινωνία. Ακόμη και όταν αντιστρέφεται και χρησιμοποιείται για έναν ουσιαστικό σκοπό, όπως ο πυρηνικός αφοπλισμός παραμένει επικίνδυνη, γιατί ενισχύει την πολιτισμική βάση του σεξισμού και άλλων μορφών ομαδικής καταπίεσης. Υποδηλώνοντας πως οι γυναίκες και οι άνδρες είναι εγγενώς διαφορετικοί κατά κάποιο άκαμπτο και απόλυτο τρόπο, υπονοεί πως οι γυναίκες λόγω του φύλου μας δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην στήριξη και διατήρηση του ιμπεριαλισμού (και του μιλιταρισμού που εξυπηρετεί την διατήρηση της ιμπεριαλιστικής εξουσίας) ή άλλων συστημάτων κυριαρχίας. Οι γυναίκες που κάνουν αυτές τις υποθέσεις είναι συχνά λευκές. Οι μαύρες γυναίκες είναι πιθανότερο να αισθάνονται πως οι λευκές γυναίκες υπήρξαν απόλυτα βίαιες και μιλιταριστικές στη στήριξη και συντήρηση που παρείχαν στον ρατσισμό.
Αντί να αποσαφηνίζουν προς τις γυναίκες την δύναμη που ασκούμε προς τη διατήρηση των συστημάτων κυριαρχίας και να προτείνουν στρατηγικές αντίστασης και αλλαγής, οι περισσότερες συζητήσεις περί φεμινισμού και μιλιταρισμού σήμερα αντίθετα μπερδεύουν ακόμη περισσότερο το ρόλο των γυναικών. Σε συμφωνία με τη σεξιστική σκέψη, οι γυναίκες περιγράφονται ως αντικείμενα αντί για υποκείμενα. Απεικονιζόμαστε όχι ως δραστήριες και ακτιβίστριες που, όπως και οι άνδρες, κάνουμε πολιτικές επιλογές, αλλά ως παθητικοί παρατηρητές που δεν αναλαμβάνουν καμιά ευθύνη για διατήρηση και διαιώνιση του σημερινού αξιακού συστήματος της κοινωνίας μας, το οποίο πριμοδοτεί την βία και την κυριαρχία ως το πιο αποτελεσματικό εργαλείο εξαναγκαστικού ελέγχου στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση, μια κοινωνία που οι αξίες της προωθούν τον πόλεμο. Οι συζητήσεις για τον φεμινισμό και τον μιλιταρισμό που δεν αποσαφηνίζουν για τις γυναίκες τους ρόλους που διαδραματίζουμε σε όλο το εύρος και την πολυπλοκότητά τους, δημιουργούν την εικόνα πως όλες οι γυναίκες είναι κατά του πολέμου, πως οι άνδρες είναι ο εχθρός. Αυτό αποτελεί διαστρέβλωση της γυναικείας πραγματικότητας, όχι αποσαφήνιση, όχι επαναπροσδιορισμό.
Υποτιμώντας με αυτό το τρόπο το ρόλο που έχουν παίξει οι γυναίκες κατασκευάζει αναγκαστικά μια λανθασμένη αντίληψη της γυναικείας εμπειρίας. Χρησιμοποιώ τη λέξη υποτίμηση επειδή φαίνεται πως η πρόταση ότι οι άνδρες έχουν δημιουργήσει τον πόλεμο και την πολιτική του πολέμου αντιπροσωπεύει την άρνηση του να δούμε τις γυναίκες ως ενεργά πολιτικά όντα, ακόμη και αν μπορεί να είμαστε σε ρόλους υποδεέστερους των ανδρών, και η υπόθεση πως το να θεωρείται κανείς κατώτερος ή υποτακτικός καθορίζει αναγκαστικά τι πραγματικά είναι ή πώς πρακτικά διαιωνίζει ένα σεξιστικό μοτίβο που αρνείται τις «δυνάμεις των αδύναμων», όπως το ονομάζει η Elizabeth Janeway. Ενώ θεωρώ σημαντικό για τους υποστηρικτές του φεμινιστικού κινήματος να ασκούν συνεχώς κριτική στην πατριαρχία, θεωρώ επίσης σημαντικό να εργαστούμε για να αποσαφηνίσουμε τη πολιτική συμμετοχή των γυναικών και να μην αγνοήσουμε τη δύναμή μας να επιλέξουμε στο να είμαστε υπέρ ή κατά του μιλιταρισμού.
Όταν ακούω δηλώσεις όπως «οι γυναίκες είναι ο φυσικός εχθρός του πολέμου», είμαι πιστεύω πως προωθούμε μια απλουστευτική άποψη για τη γυναικεία ψυχοσύνθεση, για την πολιτική μας πραγματικότητα. Πολλές γυναίκες ακτιβίστριες ενάντια στο πόλεμο υποστηρίζουν πως οι γυναίκες ως μητέρες ή ως εν δυνάμει μητέρες ανησυχούν αναγκαστικά περισσότερο για τον πόλεμο από τους άνδρες. Το συμπέρασμα είναι πως οι μητέρες είναι αναγκαστικά υπέρ της ζωής. Η Leslie Cagan, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα South End Press News, επιβεβαιώνει πως οι γυναίκες που συμμετέχουν σε δράσεις για τον αφοπλισμό συχνά λένε πως επειδή γεννούν παιδιά έχουν μια «ιδιαίτερη σχέση και ευθύνη για την επιβίωση του πλανήτη». Η Cagan υποστηρίζει, και δικαίως, πως αυτή είναι μια «επικίνδυνη οπτική» επειδή «εστιάζει στη βιολογία της γυναίκας και τείνει να ενισχύει τη σεξιστική αντίληψη πως η γυναικεία φύση ισούται με τη μητρότητα». Η ίδια εξηγεί:
«Μπορεί κάποιες, ακόμη και πολλές, γυναίκες να παρακινούνται στον ακτιβισμό από την ανησυχία για τα παιδιά τους. (Μπορεί επίσης να είναι ένας παράγοντας για ορισμένους πατέρες που δεν θέλουν να δουν ούτε τα παιδιά τους να ανατινάζονται σε έναν πυρηνικό πόλεμο!) Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί μια τόσο στενή και περιοριστική οπτική. Είναι περιοριστική επειδή λέει πως η σχέση της γυναίκας με ένα τόσο σημαντικό ζήτημα όπως το μέλλον του πλανήτη μας στηρίζεται σε ένα μοναδικό βιολογικό γεγονός».
Οι υπέρμαχοι του φεμινισμού που ανησυχούν για τον μιλιταρισμό πρέπει να τονίσουν πως οι γυναίκες (ακόμη και εκείνες που έχουν παιδιά) δεν είναι εγγενώς περισσότερο στοργικές ή λιγότερο βίαιες. Πολλές γυναίκες που είναι μητέρες είναι πολύ βίαιες. Πολλές γυναίκες που είναι μητέρες, είτε μόνες τους, είτε με άνδρες, έχουν διδάξει στα αρσενικά και θηλυκά παιδιά τους να βλέπουν την μάχη και άλλες μορφές βίαιης επιθετικότητας ως αποδεκτούς τρόπους επικοινωνίας που έχουν μεγαλύτερη αξία από την τρυφερή ή στοργική αλληλεπίδραση. Παρόλο που οι γυναίκες συχνά αναλαμβάνουν έναν ρόλο φροντίδας και επιβεβαίωσης της ζωής στη σχέση τους με τους άλλους, η επιτέλεση αυτού του ρόλου δεν σημαίνει απαραίτητα πως εκτιμούν ή σέβονται αυτόν τον τρόπο σχέσης όσο μπορεί να σέβονται την καταπίεση των συναισθημάτων ή την εκδήλωση εξουσίας μέσω της βίας. Οι φεμινίστριες πρέπει να τονίσουν πως οι γυναίκες που επιλέγουν (είτε εμπνέονται από τη μητρότητα είτε όχι) να καταγγείλουν τη βία, την κυριαρχία και την απόλυτη έκφρασή της – τον πόλεμο – είναι πολιτικά σκεπτόμενες και κάνουν πολιτικές επιλογές. Αν οι γυναίκες που αντιτίθενται στον μιλιταρισμό συνεχίσουν να υπονοούν, είτε άμεσα ή έμμεσα, πως υπάρχει μια έμφυτη προδιάθεση στις γυναίκες να μισούν τη βία, κινδυνεύουν να ενισχύσουν τον ίδιο τον βιολογικό ντετερμινισμό που υπήρξε το ιδεολογικό οχυρό του αντιφεμινισμού.
Το σημαντικότερο είναι πως, υπονοώντας ότι οι γυναίκες είναι από τη φύση τους μη βίαιες, οι αντιπολεμικοί ακτιβιστές αποκρύπτουν την πραγματικότητα ότι οι μάζες των γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αντιιμπεριαλίστριες, δεν είναι κατά του μιλιταρισμού και, μέχρι να αλλάξει το αξιακό τους σύστημα, πρέπει να θεωρηθεί πως προσκολλώνται, όπως και τα αρσενικά ανάλογα τους, σε μια οπτική περί ανθρώπινων σχέσεων που αγκαλιάζει την κοινωνική κυριαρχία σε όλες τις μορφές της. Ο ιμπεριαλισμός και όχι η πατριαρχία είναι το βασικό θεμέλιο του μιλιταρισμού. Πολλές κοινωνίες στον κόσμο που κυβερνώνται από άνδρες δεν είναι ιμπεριαλιστικές. Ούτε είναι παράδοξο σε λευκές ρατσιστικές κοινωνίες, όπως η Νότια Αφρική, η Αυστραλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, σεξιστές άνδρες να υποστηρίζουν τις συνεχείς προσπάθειες εξίσωσης της κοινωνικής θέσης των λευκών γυναικών και των λευκών ανδρών για την ενίσχυση της λευκής υπεροχής. Σε όλη την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών σημαντικές λευκές γυναίκες που μόχθησαν για τα δικαιώματα των γυναικών δεν ένιωσαν καμία αντίφαση μεταξύ αυτής της προσπάθειας και της υποστήριξής τους στις προσπάθειες των λευκών δυτικών ιμπεριαλιστών να ελέγξουν τον πλανήτη. Συχνά υποστήριζαν πως περισσότερα δικαιώματα για τις λευκές γυναίκες θα τους επέτρεπαν να υποστηρίξουν καλύτερα τον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, πολλές λευκές γυναίκες που ήταν μαχητικές υποστηρίκτριες της γυναικείας απελευθέρωσης ήταν φιλοϊμπεριαλίστριες. Βιβλία όπως το Western Women in Eastern Lands της Helen Barret Montgomery, που εκδόθηκε το 1910 για να καταγράψει πενήντα χρόνια γυναικείας εργασίας σε ξένες ιεραποστολές, δείχνει πως αυτές οι γυναίκες δεν έβλεπαν καμία αντίφαση ανάμεσα στις προσπάθειές τους να επιτύχουν τη χειραφέτηση του γυναικείου φύλου και την υποστήριξή τους στην ηγεμονική εξάπλωση των δυτικών αξιών και τη δυτική κυριαρχία στον πλανήτη. Ως ιεραπόστολοι αυτές οι γυναίκες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία λευκές, ταξίδευαν στις ανατολικές χώρες όχι ως στρατός, αλλά ωστόσο οπλισμένες με ψυχολογικά όπλα που βοηθούσαν στη διαιώνιση της λευκής υπεροχής και του λευκού δυτικού ιμπεριαλισμού. Στην καταληκτική δήλωση του έργου της η Helen Montgomery λέει:
«Τόσες πολλές φωνές μας καλούν, απαιτούν την υποταγή μας, που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε την καλύτερη. Να επιδιώξουμε πρώτα να φέρουμε τη βασιλεία του Χριστού στη γη, να ανταποκριθούμε στην ανάγκη που είναι πιο οδυνηρή, να βγούμε στην έρημο για εκείνο το αγαπημένο και μπερδεμένο πρόβατο που ο βοσκός έχασε από το κοπάδι, να μοιραστούμε όλα μας τα προνόμια με τους μη προνομιούχους και την ευτυχία μας με τους δυστυχισμένους, να δώσουμε τη ζωή μας, αν χρειαστεί, στο δρόμο του Χριστού, να δούμε τη δυνατότητα μιας λυτρωμένης γης, αδιαίρετης, αμόλυντης, αδιατάρακτης να αναπαύεται στο φως του ένδοξου Ευαγγελίου του ευλογημένου Θεού, αυτή είναι η αποστολή του γυναικείου ιεραποστολικού κινήματος».
Όπως και ορισμένες σύγχρονες φεμινίστριες, αυτές οι λευκές γυναίκες ήταν σίγουρες πως είχαν τη φυσική προδιάθεση να προσφέρουν στοργή και φροντίδα, αν και σε αυτή την περίπτωση ήταν σε μη λευκές χώρες και όχι σε αντιπολεμικές προσπάθειες.
Ισχύει ακόμη πως οι άνδρες περισσότερο από τις γυναίκες, και οι λευκοί άνδρες περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα, υποστηρίζουν τον μιλιταρισμό και διαδίδουν τον ιμπεριαλισμό· πως οι άνδρες εξακολουθούν να διαπράττουν την πλειονότητα των βίαιων πράξεων στον πόλεμο. Ωστόσο, αυτός ο έμφυλος διαχωρισμός του ρόλου μεταξύ των δύο φύλων δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι γυναίκες σκέφτονται διαφορετικά από τους άνδρες σχετικά με τη βία ή πως θα ενεργούσαν σημαντικά διαφορετικά αν ήταν στην εξουσία. Ιστορικά, σε περιόδους εθνικής κρίσης, οι γυναίκες πολεμούν σε μάχες σε παγκόσμιο επίπεδο και δεν δείχνουν καμία προδιάθεση να είναι λιγότερο βίαιες. Το σημαντικότερο ο πόλεμος δεν περιλαμβάνει απλώς την αρένα της μάχης. Οι πόλεμοι υποστηρίζονται από άτομα σε διάφορα μέτωπα. Ιδεολογικά, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ανατραφεί ώστε να πιστεύουμε πως ο πόλεμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος. Στην καθημερινή μας ζωή, τα άτομα που έχουν αποδεχτεί παθητικά αυτή την κοινωνικοποίηση ενισχύουν συστήματα αξιών που υποστηρίζουν, ενθαρρύνουν και αποδέχονται τη βία ως μέσο κοινωνικού ελέγχου. Αυτού του είδους η αποδοχή αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική πάλη και για την υποστήριξη του μιλιταρισμού που συμβάλλει σ’ αυτή την πάλη. Οι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες διδάσκονται τις ίδιες ιδέες και αξίες με τους άνδρες, παρόλο που ο σεξισμός μας αναθέτει διαφορετικούς ρόλους. Στο τέλος ενός δοκιμίου που συζητά τη συμμετοχή των γυναικών στις πολεμικές προσπάθειες, με τίτλο «Η κουλτούρα στο αίμα μας», η Patty Walton αναφέρει:
«Συμπερασματικά, οι γυναίκες δεν έχουν πολεμήσει σε πολέμους εξαιτίας την υλικής μας συνθήκης και όχι επειδή είμαστε εκ φύσεως πιο ηθικές από τους άνδρες ή λόγω οποιουδήποτε βιολογικού περιορισμού εκ μέρους μας. Η εργασία των γυναικών υποστηρίζει τόσο τις πολεμικές όσο και τις ειρηνικές δραστηριότητες μιας κοινωνίας. Και η υποστήριξή μας πρόκυπτε πάντα από την ιδιαίτερη κοινωνικοποίησή μας ως γυναίκες. Στην πράξη, η κοινωνικοποίηση των γυναικών και των ανδρών συμπληρώνει τις ανάγκες του πολιτισμού στον οποίο ζούμε. Οι άντρες δεν είναι πιο έμφυτα επιθετικοί από ό,τι οι γυναίκες είναι παθητικές. Έχουμε κουλτούρα πολέμου, μπορούμε να έχουμε κουλτούρα ειρήνης».
Ο έμφυλος διαχωρισμός των ρόλων στην εργασία συχνά σήμαινε πως ως γονείς, οι γυναίκες υποστηρίζουν την πολεμική προσπάθεια ενσταλάζοντας στο μυαλό των παιδιών την αποδοχή της κυριαρχίας και τον σεβασμό στη βία ως μέσο κοινωνικού ελέγχου. Η μετάδοση αυτών των αξιών είναι τόσο κεντρικής σημασίας για τη δημιουργία ενός μιλιταριστικού κράτους όσο και ο συνολικός έλεγχος των ανδρών από μικρές, κυρίαρχες ομάδες που επιμένουν πως οι άνδρες πάνε στο πόλεμο και επιβραβεύουν τις προσπάθειές τους. Όπως οι άνδρες, έτσι και οι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες εκπαιδεύονται παρακολουθώντας ατελείωτες ώρες τηλεόρασης να γίνονται μάρτυρες της βίας χωρίς να αντιδρούν. Για να καταπολεμήσουμε τον μιλιταρισμό πρέπει να αντισταθούμε στην κοινωνικοποίηση και την πλύση εγκεφάλου μέσα στον πολιτισμό μας, που μας διδάσκει την παθητική αποδοχή της βίας στην καθημερινή ζωή, που μας διδάσκει πως μπορούμε να εξαλείψουμε τη βία με τη βία. Σε μια μικρή αλλά σημαντική κλίμακα θα πρέπει όλοι μας να παρακολουθούμε αυτά που βλέπουν στην τηλεόραση τα παιδιά μας και εμείς. Δεδομένου ότι οι αστές γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες επωφελούνται από την ιμπεριαλιστική κατάκτηση ως καταναλώτριες, πρέπει να καταναλώνουμε λιγότερο και να υποστηρίζουμε την αναδιανομή του πλούτου ως έναν τρόπο για να τερματιστεί ο μιλιταρισμός. Οι γυναίκες που αντιτίθενται στον μιλιταρισμό πρέπει να είναι πρόθυμες να αποσύρουν κάθε υποστήριξη προς τον πόλεμο, γνωρίζοντας πολύ καλά πως μια τέτοια άρση στήριξης ξεκινά αναγκαστικά με μια μεταμόρφωση στις ψυχές μας, που μετατρέπει την παθητική αποδοχή της βίας ως μέσο κοινωνικού ελέγχου σε ενεργητική αντίσταση.
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
