Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New York Review. Ο Thomas Sheehan είναι επίτιμος καθηγητής θρησκευτικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Μπολόνια, 2 Αυγούστου 1980. Ήταν ένα ζεστό σαββατιάτικο πρωινό, το πρώτο Σαββατοκύριακο του παραδοσιακού μήνα διακοπών των Ιταλών, και χιλιάδες παραθεριστές σπρώχνονταν μεταξύ τους πηγαινοερχόμενοι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια. Μέσα σε εκείνο το θορυβώδες πλήθος, κάποιος σταμάτησε στη μέση της διαδρομής μεταξύ της αίθουσας αναμονής της δεύτερης θέσης και του κυλικείου, άφησε κάτω μια βαριά βαλίτσα και έφυγε γρήγορα από το σταθμό. Η βαλίτσα περιείχε πάνω από 20 κιλά εκρηκτικών, πιθανώς σταθερή νιτρογλυκερίνη, συνδεδεμένα με χρονοδιακόπτη. Στις 10:25 π.μ. ακριβώς εξερράγη, κομματιάζοντας το πλήθος, διαλύοντας τους τοίχους από οπλισμένο σκυρόδεμα και ρίχνοντας την οροφή πάνω σε εκατοντάδες πτώματα και ανθρώπινα μέλη.
Στα αιματοβαμμένα χαλάσματα, σωστικά συνεργεία προσπάθησαν για πάνω από δώδεκα ώρες να βγάλουν τους νεκρούς και τους ακρωτηριασμένους από τα ερείπια. Όσο επιχειρούσαν, ένας νεαρός νεοφασίστας μπήκε σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο στην άλλη άκρη της πόλης και κάλεσε την κορυφαία εφημερίδα της Μπολόνια. «Εδώ Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες (Nuclei Armati Rivoluzionari, NAR)», είπε. «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την έκρηξη στο σιδηροδρομικό σταθμό». Ο τελικός απολογισμός: ογδόντα πέντε νεκροί – ο μεγαλύτερος ένας ογδοντάχρονος άνδρας, ο μικρότερος ένα τρίχρονο παιδί – και πάνω από διακόσιοι τραυματίες.
Οκτώ εβδομάδες αργότερα, το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου, ένας νεαρός άνδρας, ο Gundolf Koehler, προσπάθησε να τοποθετήσει 3 κιλά εκρηκτικών σε έναν κάδο απορριμμάτων στην είσοδο του Οκτόμπερφεστ στο Μόναχο. Η βόμβα εξερράγη, σκοτώνοντας τον ίδιο και ακόμη δώδεκα ανθρώπους, τραυματίζοντας 215 άτομα. Στο σώμα του Koehler βρέθηκαν έγγραφα που τον συνέδεαν με την παράνομη παραστρατιωτική Ομάδα Πολεμικού Αθλητισμού (Wehrsportgruppe, WSG) του νεοναζί Karl-Heinz Hoffmann, ο οποίος αυτοαποκαλείται «πνευματικός απόγονος» του Adolf Hitler και ο οποίος έχει οργανώσει στρατιωτικές ασκήσεις στη νότια Γερμανία για τους οπαδούς του. Ο Hoffmann συνελήφθη μαζί με 24 από τους ακτιβιστές του, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
Μια εβδομάδα αργότερα, στο Παρίσι, μια βόμβα περίπου 13 κιλών εξερράγη μπροστά από τη συναγωγή της οδού Κοπέρνικ, όπου εκατοντάδες Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί για τη λειτουργία του Σαββάτου. Η βόμβα σκότωσε 4 άτομα και τραυμάτισε 13· αν είχε εκραγεί 20 λεπτά αργότερα, όταν θα είχαν τελειώσει οι λειτουργίες, θα είχε σκοτώσει δεκάδες πιστούς που έφευγαν από τη συναγωγή. Την ευθύνη για την ενέργεια ανέλαβε η Οργάνωση Ευρωπαίων Εθνικιστών (Faisceaux Nationalistes Européens, FNE), η ίδια ομάδα που είχε πυροβολήσει με πολυβόλα πέντε εβραϊκά κτίρια στο Παρίσι μια εβδομάδα νωρίτερα.
Αυτές οι τελευταίες νεοφασιστικές σφαγές έχουν ξυπνήσει τους Ευρωπαίους ώστε να δουν αυτό που πολλοί από αυτούς δεν είχαν αντιληφθεί: την ωρίμανση τα τελευταία πέντε χρόνια αυτού που οι αναλυτές αποκαλούν πλέον ευρωφασισμό – χαλαρά συνδεδεμένες αλλά πολιτικά ευθυγραμμισμένες νεοναζιστικές ομάδες, πολλές από τις οποίες είναι αφιερωμένες στην τρομοκρατία, όλες με στόχο να σώσουν την Ευρώπη από το δίδυμο κακό του καπιταλισμού και του μαρξισμού. Αν και τα μέλη τους είναι σχετικά λίγα, διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση και ορισμένοι έχουν πρόσβαση σε στρατόπεδα εκπαίδευσης στο Λίβανο. Σε συνέντευξη που έδωσε οκτώ ημέρες πριν από την έκρηξη στο Μόναχο, ο ηγέτης της PLO Abu Ayad αποκάλυψε πως στα τέλη του 1979 δύο μέλη της ομάδας του Hoffmann πιάστηκαν στο Λίβανο και του ομολόγησαν πως αυτοί και περίπου ακόμη τριάντα Ευρωπαίοι φασίστες εκπαιδεύονταν στο στρατόπεδο των Φαλαγγιστών στο Ακούρου, βορειοανατολικά της Βηρυτού. Οι Γερμανοί είπαν στον Ayad πως οι Ιταλοί σύντροφοί τους επρόκειτο να «ξεκινήσουν τις επιχειρήσεις τους με μια μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στην πόλη της Μπολόνια, επειδή κυβερνιέται από την Αριστερά».
Στις ευρωφασιστικές ομάδες περιλαμβάνονται το British Movement στην Αγγλία, η Fuerza Nueva (FN) στην Ισπανία, η Vlaamse Militanten Orde (VMO) στο Βέλγιο, η Terza Posizione και οι Nuclei Armati Rivoluzionari στην Ιταλία. Στη Γερμανία υπάρχουν 69 ακροδεξιές ομάδες (με περίπου 18000 μέλη συνολικά), εκ των οποίων οι 23 ένοπλες. Το 1979, σε αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον αυτών των γερμανικών ομάδων κατασχέθηκαν 66 κιλά εκρηκτικών, 125 χειροβομβίδες και περισσότερα από 175 όπλα. Στις 30 Ιανουαρίου 1980, την ημέρα που διαλύθηκε η Wehrsportgruppe του Hoffmann, η αστυνομία εισέβαλε στο οχυρωμένο αρχηγείο του στο Μέγαρο Ερμρόιτ κοντά στη Νυρεμβέργη και βρήκε από τουφέκια και χειροβομβίδες ως ένα πλήρως οπλισμένο στρατιωτικό όχημα.
Στη Γαλλία, εκτός από τις δύο αντίπαλες οργανώσεις που παρουσιάζονται ως υπέρ της τάξης και του νόμου, το Κόμμα των Νέων Δυνάμεων (Parti des forces nouvelles, PFN) και το Εθνικό Μέτωπο (Front national, FN) (poy μαζί συγκέντρωσαν περίπου 200000 ψήφους στις βουλευτικές εκλογές του 1978), η ριζοσπαστική δεξιά αποτελείται από δύο κύριες «αυτονομιστικές» ομάδες: Την Εθνική Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δράσης (Fédération d’action nationale et européenne, FANE) του Marc Fredricksen – το ένα τρίτο των μελών της φέρεται να είναι αστυνομικοί – και το Εθνικιστικό Επαναστατικό Κίνημα (Mouvement nationaliste révolutionnaire, MNR) του Jean-Gilles Malliarakis, ο οποίος επιδιώκει να προετοιμάσει τους οπαδούς του για «την ημέρα της μεγάλης εκκαθάρισης» στη Γαλλία. (Η ομάδα του κ. «Καθαριότητα» έχει περισσότερο εθνικιστικό προσανατολισμό, ενώ η ομάδα του Fredricksen ευρωπαϊκό.) Η FANE διαλύθηκε με διαταγή της γαλλικής κυβέρνησης τον περασμένο Σεπτέμβριο, αλλά αμέσως ανασυγκροτήθηκε ως Faisceaux Nationalistes Européens (FNE), με την ίδια ηγεσία και τα ίδια μέλη. Ο Fredricksen, ο οποίος πρόσφατα καταδικάστηκε σε δεκαοκτώ μήνες (δώδεκα με αναστολή) για άρθρα μίσους στο περιοδικό του Notre Europe, αρνείται πως η FNE είναι υπεύθυνη για τη βομβιστική επίθεση στη συναγωγή. Παραδέχεται ωστόσο πως «η επίθεση θα μπορούσε να προέρχεται από πρώην μέλη της FANE που σοκαρίστηκαν από την απαγόρευση της οργάνωσής τους».
Πιο δεξιά από την FNE και το MNR (κάποιοι θα έλεγαν: κρυφά συνδεδεμένες με αυτές) βρίσκονται ομάδες κρούσης όπως οι Honneur de la Police, Delta, Pieper και Odessa, υπεύθυνες για πάνω από εκατό τρομοκρατικές επιθέσεις το 1980 και τουλάχιστον τρεις δολοφονίες. Τέλος, υπάρχουν «πολιτισμιστές» όπως ο Alain de Benoist και τα μέλη της ομάδας GRECE (Groupement de Recherche et d’Études pour la Civilisation, Ομάδα Έρευνας και Μελέτης για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό), οι οποίοι προσπαθούν να διατυπώσουν μια νέα φιλοσοφία για την ακροδεξιά. Οι τελευταίοι καταδικάζουν τη βομβιστική επίθεση στη συναγωγή και καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να διαχωρίσουν «τη ρατσιστική, αντισημιτική ακροδεξιά από τη Νέα Δεξιά» και επιδιώκουν να αποδώσουν την ευθύνη για τον ρατσισμό στον αστισμό (bourgeoisisme) και τον Χριστιανισμό. Ωστόσο, ο de Benoist πιστεύει πως «ένας έξυπνος ρατσισμός, με αίσθηση εθνικότητας, είναι λιγότερο επιβλαβής από έναν ακραίο, ισοπεδωτικό, αφομοιωτικό αντιρατσισμό».
Στην Ιταλία η ακροδεξιά δραστηριοποιείται εδώ και καιρό και προστατεύεται καλά από τις αρχές, συμπεριλαμβανομένων των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών. Μια έκρηξη βόμβας το 1969 στο Μιλάνο (δεκαέξι νεκροί) αρχικά αποδόθηκε σε αναρχικούς, ένας από τους οποίους, υπό μυστηριώδεις συνθήκες, έπεσε και σκοτώθηκε από το παράθυρο του έκτου ορόφου ενός αστυνομικού τμήματος. Αργότερα, η σφαγή αποδόθηκε σε δύο νεοφασίστες, τον Franco Freda και τον Giovanni Ventura, καθώς και σε έναν πράκτορα των Μυστικών Υπηρεσιών (SID) με το όνομα Guido Giannettini. Ο Giannettini εγκατέλειψε τη χώρα, αλλά συνέχισε να εισπράτει επιταγές από τη SID για ένα ολόκληρο έτος. Αυτός και τρεις υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της SID φυλακίστηκαν τελικά για το σχεδιασμό της σφαγής, αλλά το ζήτημα της ενδεχόμενης συνέργειας υψηλόβαθμων στρατιωτικών και πολιτικών προσώπων δεν έχει ποτέ διευκρινιστεί επαρκώς.
Η πρόσφατη αναβίωση του νεοφασισμού στην Ιταλία περιλαμβάνει ένα ακόμη σκάνδαλο, το οποίο φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα της ιταλικής δικαιοσύνης. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον βοηθό εισαγγελέα της Ρώμης, Mario Amato, ο οποίος δολοφονήθηκε από νεοφασίστες τον περασμένο Ιούνιο, μόλις πέντε εβδομάδες πριν από τη σφαγή της Μπολόνια.
Από τα τέλη του 1977 έως την άνοιξη του 1980, ο Mario Amato ήταν ο μόνος δικαστής στη Ρώμη που διερευνούσε την κρυφή αναδιοργάνωση και τις τρομοκρατικές ενέργειες της ακροδεξιάς. Δεν ήταν ασφαλής δουλειά (ο προκάτοχός του στη θέση αυτή σκοτώθηκε από τα πυρά πολυβόλου σε έναν δρόμο της Ρώμης) ούτε ήταν ιδιαίτερα εύκολη. Από την μια, σε ολόκληρη την Ιταλία δεν υπήρχε και δεν υπάρχει ακόμη βάση δεδομένων για την δεξιά τρομοκρατία. Από την άλλη, οι προσπάθειες του Amato δεν έτυχαν καμίας απολύτως συνεργασίας – και μάλιστα αντιμετώπισε σημαντικά εμπόδια – από τον ανώτερο του, τον επικεφαλής εισαγγελέα της Ρώμης, Giovanni De Matteo.
Η φήμη του De Matteo ως εισαγγελέα είχε αμαυρωθεί από τη διοικητική του κακοδιαχείριση, την υποτιθέμενη συμμετοχή του σε συνωμοσία με τους αδελφούς Caltagirone (κατηγορούμενοι για κατάχρηση και φίλοι του Michele Sindona) και τους στενούς δεσμούς του με τον πρώην φασίστα Licio Gelli, ο οποίος είναι επικεφαλής της διαβόητης ακροδεξιάς μασονικής στοάς, Propaganda 2 (P2), στα μέλη της οποίας συγκαταλέγονται ανώτερα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών, του στρατού και της δικαιοσύνης. Υπό τον De Matteo, οι έρευνες για τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές παρεμποδίζονταν συνεχώς: οι φάκελοι για τις δραστηριότητές τους δεν έφευγαν ποτέ από το γραφείο του, ενώ κάθε στοιχείο που οδηγούσε στη Στοά P2 κολλούσε πάντα. Ο De Matteo αρνήθηκε ακόμη και να υπογράψει ένταλμα σύλληψης του νεαρού νεοφασίστα Alessandro Alibrandi – γιου δικαστή στη Ρώμη – ο οποίος είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω με παράνομο πιστόλι ενώ αντιστέκονταν στη σύλληψη, σε μια εποχή που ήδη ήταν υπό διερεύνηση για κλοπή χειροβομβίδων. (Ο Amato τον συνέλαβε και του αφαίρεσε το διαβατήριο. Αφού αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα με εγγύηση, ο Alibrandi απέκτησε νέο διαβατήριο με τη βοήθεια του πατέρα του και διέφυγε από τη χώρα, πιθανώς προς τον Λίβανο.) «Βρισκόμαστε πρακτικά στο κατώφλι ενός εμφυλίου πολέμου», ανέφερε ο Amato στο τον περασμένο Μάρτιο στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, «και συνεχίζουμε να δουλεύουμε έτσι. Είναι αδιανόητο!»
Παρ’ όλα αυτά, ο Amato συνέχισε να ερευνά και άρχισε να εντοπίζει στη δεξιά μερικές ανησυχητικές νέες τάσεις. Έπεσε πάνω σε ένα ντοσιέ των Μυστικών Υπηρεσιών (Πρωτόκολλο 7125, αρ. 21950, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 1976) που αποκάλυπτε την αναδιοργάνωση της φασιστικής ομάδας Ordine Nuovo (Νέα Τάξη), η οποία είχε απαγορευτεί το 1973 μετά από αρκετές δολοφονικές βομβιστικές επιθέσεις. Τα μέλη της Ordine Nuovo που δεν κατέφυγαν στην Ισπανία είχαν κρυφτεί πιο προσεκτικά και στη διάρκεια μιας λανθάνουσας περιόδου, άρχισαν να υιοθετούν τις τακτικές και τη ρητορική των αριστερών τρομοκρατών. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως προσπάθησαν να συνδεθούν με αριστερές ομάδες σε μια κοινή προσπάθεια να καταστρέψουν το Κράτος. Όπως έγραψε ο ακροδεξιός θεωρητικός Mario Guido Naldi: «Ένας επαναστάτης οποιασδήποτε τάσης είναι πιο κοντά μας από έναν συντηρητικό».
Ο Amato βρήκε επίσης στοιχεία πως ο παλιός φασίστας ακτιβιστής, ο Paolo Signorelli, καθηγητής γυμνασίου στη Ρώμη για τον οποίο υπήρχαν ύποπτος για τη δολοφονία του προκατόχου του Amato αλλά που δεν καταδικάστηκε ποτέ, συμμετείχε ενεργά στην αναδιοργάνωση του κινήματος. Μιμούμενο την ακροαριστερά, το κίνημα διαθέτει τόσο μια ημι-νόμιμη πτέρυγα που ονομάζεται Terza Posizione όσο και μια τρομοκρατική πτέρυγα που ονομάζεται, μεταξύ άλλων, Nuclei Armati Rivoluzionari (NAR). Το όνομα «Τρίτη Θέση» συνοψίζει την ιδεολογία του κινήματος – «ούτε καπιταλισμός ούτε κομμουνισμός, ούτε Κόκκινοι ούτε αντίδραση». Η Τρίτη Θέση φαίνεται να υποστηρίζει αυτό που ονομάζεται «ναζιστικός μαοϊσμός» και προσπαθεί να ευθυγραμμίσει την πολιτική της ένα φάσμα πολύ διαφορετικών μεταξύ τους προσωπικοτήτων όπως ο Hitler, ο Mao, ο Perón και ο Qadhafi. Τα συνθήματά της περιλαμβάνουν «Ζήτω η φασιστική δικτατορία του προλεταριάτου» και «Hitler και Mao ενωμένοι στον αγώνα».
Το 1978 το όνομα του Signorelli άρχισε να εμφανίζεται γύρω από εγκλήματα του NAR, όπως κλοπές όπλων από ιδιωτικά καταστήματα στη Ρώμη και ακόμη και μια επιδρομή σε στρατόπεδο που απέσπασε αρκετές κούτες χειροβομβίδων. Το 1979 ο Amato συνέλαβε δύο φορές τον Signorelli ως ύποπτο για τρομοκρατικές επιθέσεις στη Ρώμη: μία φορά μετά από μια αιματηρή επιδρομή σε έναν αριστερό ραδιοφωνικό σταθμό γυναικών, και ακόμη μία φορά έπειτα από μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων σε συμβολικούς στόχους – την Πλατεία του Καπιτωλίου του Μιχαήλ Άγγελου, τη φυλακή Ρετζίνα Κοέλι, το Υπουργείο Εξωτερικών και τα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Signorelli αφέθηκε ελεύθερος και τις δύο φορές αφού πρώτα ανακρίθηκε.
Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1980, δύο μήνες πριν δολοφονηθεί, ο Amato έκανε μια σημαντική ανακάλυψη. Στα μέσα Απριλίου, ένας νεοφασίστας που ονομάζονταν Massimi, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή για διάφορα εγκλήματα, είπε στον Amato πως ήταν παρών σε μια συνάντηση στο σπίτι του Signorelli στις 9 Δεκεμβρίου 1979, όταν καταστρώθηκαν σχέδια για την εκτέλεση κάποιου ύποπτου ως πληροφοριοδότη. (Και πράγματι, μια εβδομάδα αργότερα οι φασίστες προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πληροφοριοδότη, αλλά σκότωσαν κατά λάθος έναν αθώο άνδρα). Παρόντες στη συνάντηση εκείνη ήταν ο Signorelli, πέντε άλλοι φασίστες – και ο καθηγητής Aldo Semerari του Πανεπιστημίου της Ρώμης, διακεκριμένος εγκληματολόγος-ψυχολόγος που είχε άριστες σχέσεις με τον De Matteo και το προσωπικό του (ο ίδιος και ο De Matteo φέρονται να είναι αδελφοί στη Στοά P 2) και ο οποίος συχνά εργαζόταν ως σύμβουλος της δικαιοσύνης στη Ρώμη.
Πέρα από τα ακαδημαϊκά και νομικά του προσόντα, ο Aldo Semerari ήταν γνωστός για τα πολυτελή συμπόσια που διοργάνωνε συχνά με καλεσμένους δικαστές, αρχηγούς της αστυνομίας και βιομηχάνους στην πολυτελή του βίλα έξω από τη Ρώμη. Μετά το δείπνο, ο Semerari συνήθιζε να δείχνει στους καλεσμένους του αυτό που αποκαλούσε συλλογή του με τα «ένδοξα κειμήλια του παρελθόντος» – μια τεράστια συλλογή από ναζιστικές σημαίες, στολές και μετάλλια, μαζί με φωτογραφίες του Χίτλερ και της ακολουθίας του.
Με την υποτιθέμενη σύνδεση του Semerari με τον Signorelli και τα φασιστικά εγκλήματα, ο Amato είχε πλέον κάποια στοιχεία για αυτό που υποψιαζόταν εδώ και καιρό: πως η ακροδεξιά, σύμφωνα με τα λόγια του, «έχει συνδέσεις και παρακλάδια παντού», συμπεριλαμβανομένης της ιταλικής δικαιοσύνης. Και όμως, αφελώς, ο Amato παρουσίασε αμέσως τις πληροφορίες στον Giovanni De Matteo με επείγουσα παράκληση να τις διαβιβάσει στις αρμόδιες αρχές. Με αυτόν τον τρόπο, προφανώς υπέγραψε την ίδια του την θανατική καταδίκη. Ο De Matteo κράτησε το ντοσιέ για πάνω από μια εβδομάδα, υποτίθεται χωρίς να το διαβάσει, όπως ισχυρίστηκε αργότερα ενόρκως. Μέσα σε εκείνη την εβδομάδα ο Amato έμαθε έμμεσα ότι το περιεχόμενό του είχε διαρρεύσει – στους Paolo Signorelli και Aldo Semerari.
Στις 13 Ιουνίου 1980, ο Mario Amato υπέβαλε τις καταγγελίες του στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Χωρίς να αναφέρει ονομαστικά τον Semerari ή τον Signorelli, αποκάλυψε την ύπαρξη του φακέλου Massimi, κατήγγειλε την αμέλεια του De Matteo και επισήμανε προφητικά στοιχεία για μια επικείμενη τρομοκρατική επίθεση τεράστιων διαστάσεων. Δεν ανέφερε στο Συμβούλιο ένα από τα πράγματα που είχε αποκαλύψει ο Massimi: πως ο ίδιος ο Amato ήταν ο επόμενος στη λίστα των στόχων των φασιστών δολοφόνων. Ωστόσο, ανέφερε τους κινδύνους της δουλειάς του και τις δυσκολίες στην απόκτηση θωρακισμένου αυτοκινήτου. Τις τελευταίες εβδομάδες ο Amato είχε παρατηρήσει πως τον ακολουθούσαν συχνά δύο νεαροί με μοτοσικλέτα.
Ακριβώς δέκα ημέρες μετά την εμφάνισή του ενώπιον του Συμβούλου, καθώς περίμενε το λεωφορείο για να πάει από το σπίτι του στο γραφείο του, ο Mario Amato δέχτηκε επίθεση από πίσω και πυροβολήθηκε δύο φορές στο κεφάλι. Τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Giovanni De Matteo προήχθη σε πρόεδρο του Εφετείου.
Λαμβάνοντας υπόψη την αποδιοργάνωση των ιταλικών αστυνομικών αρχών και την κραυγαλέα πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης, φαίνεται ότι οι καταδίκες στην υπόθεση του Mario Amato και στη σφαγή της Μπολόνια – αν υπάρξουν – βρίσκονται χρόνια μακριά. Βεβαίως, έχουν γίνει κάποιες ενέργειες. Η δημόσια οργή για τη σκανδαλώδη προαγωγή του De Matteo έφτασε στο αποκορύφωμά της τον περασμένο Νοέμβριο, με αποτέλεσμα αυτός και ο βοηθός του, Raffaele Vessichelli, να τεθούν σε διαθεσιμότητα εν αναμονή της έρευνας, και τέσσερις νεοφασίστες δικηγόροι που εμπλέκονταν μαζί τους για τη διαρροή του φακέλου Massimi να συλληφθούν. Ομοίως, ο Semerari, ο Signorelli και μια σειρά νεοφασιστών κακοποιών βρίσκονται στη φυλακή εν αναμονή της δίκης τους. Αλλά έχει κανείς την εντύπωση ότι τέτοιες συλλήψεις μοιάζουν κάπως με αυτές στο τέλος της ταινίας Casablanca. «Συγκεντρώστε τους συνήθεις υπόπτους», κρατήστε τους για ανάκριση και τελικά αφήστε τους ελεύθερους. Έντεκα χρόνια μετά την έκρηξη βόμβας που σκότωσε 16 άτομα στο Μιλάνο, η δίκη των νεοφασιστών Freda και Ventura δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Elio Massagrande, ένας διαβόητος ακροδεξιός που κατηγορήθηκε για πολιτικά εγκλήματα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και τώρα κρύβεται στην Παραγουάη, αποκάλυψε σε ένα βραζιλιάνικο περιοδικό πως η φυγή του από την Ιταλία διευκολύνθηκε από έναν αρχηγό της αστυνομίας στη Μπολόνια.
Το 1976 και ξανά το 1978, δικαστές στη Ρώμη, το Τορίνο και το Μιλάνο έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο στη βιασύνη τους να αθωώσουν 196 νεοφασίστες για εγκλήματα που κυμαίνονταν από τη δολοφονία ενός αστυνομικού έως την «ανασύσταση του φασισμού». (Μετά τη δίκη στο Τορίνο, οι νεοφασίστες έφυγαν από την αίθουσα του δικαστηρίου κάνοντας τον ναζιστικό χαιρετισμό). Τα ονόματα πολλών από αυτούς αθωωμένους ακτιβιστές, που συχνά είναι παιδιά δικαστών και αστυνομικών, συνεχίζουν να εμφανίζονται και σε πρόσφατες έρευνες. Σίγουρα τον τελευταίο χρόνο οι καραμπινιέρι, υπό τον αμφιλεγόμενο στρατηγό Alberto Dalla Chiesa, έχουν κάνει δραματικά βήματα στην καταστολή των Κόκκινων Ταξιαρχιών (Brigate Rosse) και παρόμοιων ομάδων της αριστεράς. (Τον περασμένο Μάιο η αστυνομία συνέλαβε τρεις νεαρούς άνδρες, όλοι γιοι δημοσιογράφων, οι οποίοι είχαν δολοφονήσει έναν δημοσιογράφο ενάντια στη τρομοκρατία στο Μιλάνο και τραυματίσει έναν άλλο στη Ρώμη. Στις 3 Δεκεμβρίου, σε μια θεαματική επιχείρηση σε όλη την Ιταλία, οι καραμπινιέρι συνέλαβαν πολλούς από τους ηγέτες της ομάδας Πρώτη Γραμμή (Prima Linea)). Αναφορικά όμως με την φασιστική τρομοκρατία, οι ιταλικές αρχές φαίνεται πως έχουν μια ελαφρά τύφλωση στο δεξί μάτι.
Αν και η ακριβής δομή της Τρίτης Θέσης και του NAR παραμένει άγνωστη, δύο πράγματα ωστόσο είναι σαφή: πρώτον, ότι αντιπροσωπεύουν μια ριζοσπαστικοποίηση, σε στρατηγικό επίπεδο, της πολιτικής φιλοσοφίας του νόμιμου νεοφασιστικού κόμματος, του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (Movimento Sociale Italiano, MSI)· και, δεύτερον, πως αυτή η κοινή πολιτική φιλοσοφία εξακολουθεί να εμπνέεται από έναν από τους πιο πρωτότυπους και πνευματικά εκκεντρικούς φασίστες στοχαστές, τον Julius Evola (1898-1974).
Στα πολιτικά τους προγράμματα οι Ιταλοί νεοφασίστες δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον: δεν έχουν καμία καινούργια ιδέα από τότε που η Δημοκρατία του Σαλό του Μουσολίνι ναυάγησε κάτω από τις στάχτες του 2ου ΠΠ. Το MSI, το οποίο συγκεντρώνει περίπου το 7% του ιταλικού εκλογικού σώματος, εξακολουθεί να υποστηρίζει ένα οργανικό, εταιρικό κράτος υπό έναν χαρισματικό ηγέτη ο οποίος δεν θα επιδιώκει και ούτε θα χρειάζεται εκλογική συναίνεση, αλλά αντίθετα θα εκφράζει το «πνεύμα» του λαού του. Ένα τέτοιο κράτος θα κυβερνιόταν από μια «αριστοκρατία της ποιότητας», όχι από μια παλιομοδίτικη αριστοκρατία εξ αίματος, αλλά από μια ηγετική τάξη που θα καθιέρωνε την ανωτερότητά της ακριβώς με την κατάληψη της εξουσίας. (Ο «Μαύρος» Πρίγκιπας Junio Valerio Borghese, με τη συνεργασία ορισμένων υψηλόβαθμων στρατηγών, έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα για ένα τέτοιο πραξικόπημα στις αρχές της δεκαετίας του 1970).
Σήμερα οι κοινοβουλευτικοί φασίστες του MSI επιμένουν πως η εξουσία θα καταληφθεί μόνο με νόμιμα μέσα. Αλλά οι εξωκοινοβουλευτικοί εξτρεμιστές, όπως τα μέλη της Τρίτης Θέσης, παίρνουν τις ιδέες του MSI στα σοβαρά: αντιτίθενται στον «φασισμό με το σταυρωτό κοστούμι» και υποστηρίζουν την τρομοκρατία και τη βίαιη επανάσταση. Αν τα ίδια τα πολιτικά προγράμματα του MSI είναι αδιάφορα, η βία που μοιάζουν να γεννούν δεν είναι. Και παρόλο που το MSI, τουλάχιστον επίσημα, έχει καταδικάσει τέτοιου τύπου βία, δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει την προφανή συνέχεια μεταξύ του περιεχομένου των πολιτικών ιδεών του και της υλοποίησης αυτών των ιδεών στις δραστηριότητες ομάδων όπως η Τρίτη Θέση.
Σύμφωνα με τις πιο γενναιόδωρες ερμηνείες, οι Ιταλοί νεοφασίστες βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις επιταγές της ζωής σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο και αν την απεχθάνονται, και την παράξενη «μεταφυσική» (όπως την αποκαλούν) που κρύβεται πίσω από την πολιτική τους και η οποία, τουλάχιστον θεωρητικά, υποστηρίζει τη βία. Εδώ μπαίνει ο Julius Evola, τον οποίο ο ηγέτης του MSI, Giorgio Almirante, έχει αποκαλέσει ως «ο δικός μας Marcuse, αλλά καλύτερος». Το να διαβάσει κανείς τον Evola σημαίνει να κάνει ένα ταξίδι μέσα από μια παράξενη και συναρπαστική ζούγκλα αρχαίων μυθολογιών, ψευδοεθνολογίας και υπερβατικού μυστικισμού, που αρκεί για να κάνει οποιονδήποτε «ταξιδευτή της συνείδησης» της νότιας Καλιφόρνιας να αισθανθεί άνετα. Το εκπληκτικό είναι πως οι βουλευτές του MSI και οι μαχητές της Τρίτης Θέσης παίρνουν αυτή τη μυθική μεταφυσική απολύτως στα σοβαρά ως βάση για τις πολιτικές ή τρομοκρατικές τους ενέργειες. Χωρίς να διαβάσεις τον Evola δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί ο βουλευτής του MSI Pino Rauti ψηφίζει όπως ψηφίζει, όπως δεν θα μπορούσες να κατανοήσεις τις ενέργειες του Toni Negri χωρίς να γνωρίζεις τον Karl Marx. Ούτε, χωρίς να κατανοήσεις τον Evola, θα μπορούσες να καταλάβεις την ιδεολογική ένταση εντός του Ευρωφασισμού μεταξύ των υποστηρικτών της Νέας Δεξιάς του de Benoist και των οπαδών αυτού που ονομάζεται Παραδοσιοκρατία.
Ενώ ο de Benoist είναι νιτσεϊκός νομιναλιστής που βλέπει τον κόσμο ως κενό οντολογικού νοήματος και πιστεύει πως μόνο η βούληση για εξουσία θεσπίζει κανόνες, ο Evola αυτοαποκαλείται «πνευματιστής» που βλέπει την πραγματικότητα ως ιεραρχικά ταξινομημένη από το Ιερό προς τα κάτω σε μια είδος «μεγάλης αλυσίδας του Είναι». Η ιερή, ιεραρχική του οπτική του κόσμου οδηγεί στη μεταφυσική του αιτιολόγηση της «Αυτοκρατορίας» ως της ορθής μορφής διακυβέρνησης (το 1972 πρότεινε μια βισμαρκική μοναρχία ως πρότυπο για την Ιταλία), ενός εκσυγχρονισμένου «συστήματος καστών» (όπου «ο καθένας διατηρεί τη θέση του στην συνολική τάξη» επειδή «ο Θεός απονέμει σε καθένα την κατάλληλη θέση του») στην οικονομική τάξη, και ενός «πνευματικού ρατσισμού» βασισμένου στην «υπερβατική ανδροπρέπεια» ως ιδανικού στην κοινωνική τάξη. Το έργο του Evola, Synthesis of the Doctrine of Race (1941), το οποίο ο Mussolini έχρισε ως επίσημη δήλωση της ιταλικής πολιτικής και το οποίο εξακολουθεί να πωλείται σε δεξιά βιβλιοπωλεία της Ρώμης, αντιτίθεται στον απλά βιολογικό ρατσισμό του ναζισμού και προχωρά ένα βήμα παραπέρα: την υπαγωγή του απαιτούμενου βιολογικού υλικού (δηλαδή της Άριας φυλής) σε μια πνευματικά ανυψωτική μορφή που το ανάγει στο Ιερό. Αυτό το φιλοσοφικό τέχνασμα δεν κρύβει σχεδόν καθόλου τον αντισημιτισμό του Evola: οι Εβραίοι ασκούν μια «διαβρωτική, διαλυτική επίδραση στο κοινωνικό και το πολιτιστικό πεδίο» και «αντιπροσωπεύουν την χαρακτηριστική αντι-φυλή».
Στηρίζει τη «μεταφυσική» του σε μια κυκλική θεωρία της ιστορίας που βασίζεται στις Τέσσερις Εποχές της ινδουιστικής μυθολογίας. Εδώ βρίσκουμε τη θεωρητική αιτιολόγηση της βίας, και ίσως της τρομοκρατίας, ως απαραίτητου μέσου για την καταστροφή του σύγχρονου και εντελώς παρακμιακού κόσμου (που εκπροσωπείται τόσο από την Αμερική όσο και από τη Ρωσία), ο οποίος έχει θυσιάσει το Ιερό στο υλικό, την αρχή της Αυτοκρατορίας σε εκείνη της δημοκρατίας, το σύστημα καστών σε ένα κοινωνικό χάος όπου «οι άνθρωποι μπορούν να πάνε όπου θέλουν», και τον πνευματικό ρατσισμό σε μια ψευδο-ελευθερία του «απελευθερωμένου σκλάβου και του δοξασμένου παρία». Δεν γνωρίζω κανέναν άλλο σύγχρονο στοχαστή που η απόρριψη του της ιστορίας και του σύγχρονου κόσμου να είναι τόσο απόλυτη και τόσο δηλητηριώδης. Για τον Evola ζούμε στην Τέταρτη Εποχή, την Κάλι Γιούγκα (Kali Yuga), που το μόνο καλό που έχει είναι πως αποτελεί το προοίμιο της κατακλυσμιαίας Πραλάγια (Pralaya) ή διάλυσης που με τη σειρά της θα οδηγήσει πίσω στη Χρυσή Εποχή (Satya Yuga). Ο απόλυτα οπισθοδρομικός χαρακτήρας της «μεταφυσικής της ιστορίας» του Evola είναι αυτό που τοποθετεί τον συντηρητισμό του έτη φωτός μακριά από, ας πούμε, αυτόν του William F. Buckley στην πιο αριστοκρατική και αντιδραστική του μορφή. Ξέχνα τον ύπουλο σοσιαλισμό: για τον Evola η διάλυση του σύγχρονου κόσμου ξεκίνησε κάπου μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα πΧ, δηλαδή με την αρχή της τρέχουσας Κάλι Γιούγκα.
Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό το να πούμε πως ο Pino Rauti ψηφίζει την εβολική μεταφυσική στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Ιταλίας, αλλά σε μια συνέντευξη που μου έδωσε τον περασμένο Νοέμβριο μου επιβεβαίωσε κάθε υποψία. Αν και δεν ελπίζει να ανασυνθέσει το ινδουιστικό σύστημα των καστών ακριβώς όπως ήταν, φαίνεται να πιστεύει πως υπάρχει ένας Μεσαίωνας στο μέλλον της Ιταλίας. Στο βιβλίο του Οι Ιδέες που Άλλαξαν τον Κόσμο (Le idee che mossero il mondo, το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από μια μακροσκελή και πολύ κακή αντιγραφή του Επανάσταση κατά του Σύγχρονου Κόσμου του Evola), ο πρώην δημοσιογράφος Rauti παρουσιάζει τον ιππότη της μεσαιωνικής ιπποσύνης -στην τρέχουσα ενσάρκωσή του, τον στρατιώτη των SS – ως πρότυπο πολίτη στο οργανικό κράτος που θα έφτιαχνε με πρότυπο την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η πρόκληση σήμερα, μας λέει, είναι η ίδια με την εποχή του Καρλομάγνου και του Όθωνα Α΄: «Είτε η Ευρώπη θα προχωρήσει μπροστά, θα αποκτήσει εδάφη, δύναμη, ζωτικό χώρο και μεγαλείο απωθώντας τον σλαβικό κόσμο, είτε αυτός ο κόσμος θα εντείνει την επίθεσή και την πίεση του, ακολουθούμενος ίσως από κοντά από τις κινεζικές ορδές».
Όλα αυτά θα μπορούσαν τελικά να είναι αστεία αν δεν ήταν το γεγονός πως μεγάλος αριθμός Ιταλών νέων τα πιστεύει. Οι κελτικοί σταυροί, οι σβάστικες και οι διπλοί πελέκεις τους είναι ζωγραφισμένα παντού στους τοίχους των συνοικιών της ανώτερης μεσαίας τάξης της Ρώμης. Το περασμένο καλοκαίρι, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, πάνω από 3000 ακροδεξιοί νεαροί συγκεντρώθηκαν στα βουνά του Αμπρούτσο στη συγκέντρωση του Μετώπου Νεολαίας (Fronte della Gioventù) του Rauti, που ονομάζεται Campo Hobbit, για να συζητήσουν για πολιτική, μεταφυσική και νορβηγική μυθολογία. (Ναι, έχουν οικειοποιηθεί ακόμη και τον Tolkien. Η τριλογία του για εκείνα τα αξιαγάπητα ανθρωπάκια που πολεμούν για το Καλό ενάντια στο Κακό διαβάζεται από νεαρούς νεοφασίστες ως μυθολογική εισαγωγή στο Mein Kampf). Ο Rauti κατανοεί μάλιστα, όπως μου είπε, γιατί ένας νέος όπως ο Alessandro Alibrandi μπορεί να κουβαλάει ένα πιστόλι με τους σειριακούς αριθμούς σβησμένους: εν τέλει, οι νεαροί ακροδεξιοί πρέπει να υπερασπίζονται τον εαυτό τους σε πόλεις όπως η Ρώμη, όπου οι αριστεροί ακτιβιστές είναι παντού. Και μην ξεχνάς, συνέχισε, πως ο Mario Amato ψήφιζε το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η Ιταλία διανύει τη χειρότερη περίοδο της από τον 2ο ΠΠ. Ο πληθωρισμός έχει ξεπεράσει το 20%, οι νέοι δεν μπορούν να βρουν δουλειά, το πολιτικό σύστημα είναι τόσο ασταθές όσο το έδαφος κάτω από τα φτωχά χωριά του νότου που πρόσφατα σείστηκε και στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους θα μπορούσαν να είχαν σωθεί αν η ιταλική γραφειοκρατία είχε απλώς κάνει τον κόπο να θεσπίσει ένα από καιρό αναγκαίο πρόγραμμα πολιτικής προστασίας. Η τεσσαρακοστή κυβέρνηση της χώρας, που μόλις ανέλαβε, έχει ήδη υπονομευθεί από το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της δημοκρατίας, μια υπόθεση που αφορά 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από μη καταβληθέντες φόρους από πετρέλαιο και εκατομμύρια δολάρια σε προμήθειες προς κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Η απάτη πάει πίσω ως το 1974, όταν ο Giulio Andreotti, τότε υπουργός άμυνας, βοήθησε να διοριστεί ο στρατηγός Raffaele Giudice στη διοίκηση της ιταλικής Φορολογικής Φρουράς (Guardia di Finanza), της στρατιωτικοποιημένης φορολογικής αστυνομίας. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο Giudice συνωμότησε με τον μεγιστάνα καυσίμων Bruno Musselli και δεκάδες άλλους σε μία από τις απλούστερες αλλά πιο κερδοφόρες φορολογικές απάτες. Στην Ιταλία, το ίδιο πετρελαϊκό προϊόν χρησιμοποιείται τόσο για τη θέρμανση σπιτιών όσο και για την κίνηση φορτηγών ντίζελ, αλλά το πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο είναι χρωματισμένο για να διακρίνεται η χρήση του, φορολογείται με συντελεστή πενήντα φορές χαμηλότερο από αυτόν του καυσίμου ντίζελ. Ο Bruno Musselli και άλλοι βιομήχανοι πετρελαίου άλλαξαν τις χρωστικές ουσίες και τα αντίστοιχα έγγραφα σε τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, προκειμένου να φορολογηθεί με τον χαμηλότερο συντελεστή, και στη συνέχεια το πούλησαν σε βενζινάδικα ως καύσιμο φορτηγών, αποφεύγοντας έτσι φόρους ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Με τη σειρά τους, ο Musselli και οι συνεργάτες του κατέβαλαν εκατομμύρια δολάρια (το ακριβές ποσό δεν είναι γνωστό) σε διάστημα περίπου τεσσάρων ετών στον στρατηγό Giudice, στον στενό συνεργάτη του στρατηγό Donato lo Prete και τον Sereno Freato, τον έμπιστο σύμβουλο του Aldo Moro, για να τους πείσουν να κάνουν τα στραβά μάτια στη φοροδιαφυγή. (Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του Moro από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, ο Musselli προσφέρθηκε να πληρώσει λύτρα 25 εκατομμυρίων δολαρίων για την απελευθέρωση του πολιτικού). Ο Giudice ενδέχεται επίσης να είχε εμπλακεί σε ένα επικερδές σχέδιο εισαγωγής λιβυκού πετρελαίου σε τιμές χαμηλότερες από αυτές του ΟΠΕΚ με αντάλλαγμα την πώληση ιταλικών όπλων στον Qadhafi.
Το 1978 το σκάνδαλο ήρθε στο φως σε μια επαρχιακή εφημερίδα της βόρειας Ιταλίας, αλλά συγκαλύφθηκε με διακριτικό τρόπο. Ακόμη και ο πρόεδρος της οικονομικής επιτροπής της Γερουσίας έκρυβε μια αστυνομική αναφορά για την απάτη για πάνω από επτά μήνες. Όταν ένας σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος στη Ρώμη, ο Mino Pecorelli, έμαθε για το σκάνδαλο, άρχισε να δημοσιεύει κάποια άρθρα στο περιοδικό του, OP, αλλά μάλλον εξαγοράστηκε από μια ενδιαφερόμενη ομάδα ατόμων που περιλάμβανε τον χριστιανοδημοκράτη γερουσιαστή Claudio Vitalone, τον δικαστή Carlo Testi και τον στρατηγό Donato lo Prete της Φορολογικής Φρουράς. Ο Pecorelli, ο οποίος είχε εξαιρετικές πηγές εντός των μυστικών υπηρεσιών, ισχυρίστηκε πως γνώριζε για εμπλοκές στο σκάνδαλο του πετρελαίου που οδηγούσαν στον Giulio Andreotti και τον Sereno Freato. Μετά από γενναιόδωρες δωροδοκίες, τα άρθρα του Pecorelli σταμάτησαν. Όταν τα χρήματα εξαντλήθηκαν, απείλησε και πάλι να δημοσιοποιήσει τις πληροφορίες του. Στις 20 Μαρτίου 1979, ενώ καθόταν στο αυτοκίνητό του σε ένα σκοτεινό δρόμο της Ρώμης, δέχτηκε δύο σφαίρες στο στόμα και πέθανε. Η δολοφονία έγινε με τον τρόπο «sasso in bocca» της Μαφίας – μια πέτρα τοποθετήθηκε στο στόμα του νεκρού για να δείξει πως δεν θα μιλήσει ξανά πλέον. Πάνω από εκατό άτομα έχουν συλληφθεί σε σχέση με το σκάνδαλο, και στις αρχές Δεκεμβρίου ο υπουργός Βιομηχανίας, Antonio Bisaglia, παραιτήθηκε ενόψει των σφοδρών κατηγοριών πως είναι εμπλεκόμενος σε αυτό. Ο Bruno Musselli έχει φύγει από τη χώρα. Ο Giulio Andreotti διακηρύσσει την αθωότητά του για οποιοδήποτε έγκλημα. Ο στρατηγός Raffaele Giudice, ο οποίος βρίσκεται τώρα στη φυλακή, λέει και αυτός πως είναι αθώος. Ο Giudice και ο Musselli είναι μέλη της Μασονικής Στοάς P 2.
Στην πολιτική, αυτή η δυστυχή και όμορφη χώρα μοιάζει όλο και περισσότερο με το Andrea Doria: κατασκευασμένη εξαρχής με ελαττώματα, με τα ελαττώματά της κρυμμένα για λόγους εξουσίας και χρήματος, με τεράστιο δυναμικό να καταστρέψει αθώες ζωές. Η Ιταλία είναι γόνιμο έδαφος για μεσσιανικούς τρομοκράτες που θα διορθώσουν όλα τα βαθιά ριζωμένα κακά της πατώντας μια σκανδάλη ή ρυθμίζοντας ένα χρονόμετρο. Μήπως τελικά ο Mussolini είχε δίκιο; «Δεν είναι αδύνατο να κυβερνήσεις τους Ιταλούς», είχε παρατηρήσει κάποτε. «Είναι απλά μάταιο».
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
