Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Cultural and Social History 8. Ο Πολυμέρης Βόγλης είναι ιστορικός και καθηγητής κοινωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου 1967, παράξενοι θόρυβοι ξύπνησαν τους κατοίκους των αστικών κέντρων. Ήταν ο ήχος στρατιωτικών φορτηγών και αρμάτων στους δρόμους και, στη συνέχεια, ο ήχος στρατιωτικών εμβατηρίων στο ραδιόφωνο. Μια φωνή στο ραδιόφωνο ανακοίνωσε πως ο στρατός είχε αναλάβει την εξουσία για να σώσει τον ελληνικό λαό από τους δημαγωγούς και τους ανατρεπτικούς. Το πραξικόπημα του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου στις 21 Απριλίου 1967 προκάλεσε σοκ, λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις εκλογές που, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, θα κέρδιζε η Ένωση Κέντρου. Υπήρχαν φήμες για πιθανό πραξικόπημα, αλλά πολύ λίγοι τις πίστευαν και σχεδόν κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο. Επτά χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν τις πρώτες ημέρες, ενώ ένας άνθρωπος, ο Παναγιώτης Ελής, δολοφονήθηκε ενώ βρισκόταν υπό κράτηση. Οι συνταγματάρχες ανέστειλαν τα άρθρα του Συντάγματος που εγγυόντουσαν τις πολιτικές ελευθερίες· καταστάληκε η ελευθερία της έκφρασης· επιβλήθηκε λογοκρισία στον Τύπο· απαγορεύτηκαν τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα· και απαγορεύτηκαν οι διαδηλώσεις. Τους επόμενους μήνες πολλοί άνθρωποι, ιδίως φοιτητές, εγκατέλειψαν τη χώρα και οργάνωσαν εκστρατείες κατά της δικτατορίας σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Όσοι συνέχισαν να ζουν στην Ελλάδα γνώριζαν πως δεν υπήρχε διέξοδος: αν ήθελαν να πολεμήσουν τη δικτατορία, έπρεπε να δημιουργήσουν αντιστασιακές οργανώσεις. Ιδρύθηκαν κρυφά τυπογραφεία και οι ακτιβιστές πολυγραφούσαν φυλλάδια, τα οποία μοιράζονταν προσεκτικά από χέρι σε χέρι ή απλώς τα σκορπούσαν στους δρόμους κατά τη διάρκεια της νύχτας, έκαναν γκράφιτι στους τοίχους, εγκαθιστούσαν μεγάφωνα για να μεταδίδουν συνθήματα για λίγα λεπτά και κρέμαγαν πανό σε δημόσια κτίρια. Μερικοί αγωνιστές προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα: τοποθετούσαν βόμβες για να ξεκινήσουν τον ένοπλο αγώνα κατά της δικτατορίας ή αυτό που ονόμαζαν «δυναμική αντίσταση».
Το ζήτημα της πολιτικής βίας βαρύνεται με διαφορετικές έννοιες και αφορά μια ποικιλία ιστορικών πλαισίων, καθεστώτων, κινήτρων, παραγόντων, πεποιθήσεων, μορφών δράσης, οργανωτικών δομών και στόχων. Η πολιτική βία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ενιαίο φαινόμενο σε όλες τις ηπείρους και σε όλες τις εποχές. Το παρόν άρθρο δίνει προτεραιότητα στην ανάλυση της πολιτικής βίας σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (αυτό της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα) και εστιάζει στις αφηγήσεις που χρησιμοποιούν οι αγωνιστές για να αναδείξουν την εμπειρία της ένοπλης αντίστασης ενάντια σε ένα δικτατορικό καθεστώς. Η χρήση της βίας δεν δικαιολογούνταν από επαναστατικές ιδέες, αλλά αποτελούσε μάλλον μια συγκεκριμένη μορφή αντίδρασης σε ένα αυταρχικό καθεστώς. Η πολιτική βία ήταν μια μορφή δράσης καθώς και μια διαδικασία για τις ομάδες και τα άτομα που εμπλέκονταν. Αφορούσε διαφορετικές ομάδες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, μερικές από τις οποίες καταδίκαζαν τη χρήση της βίας στην αρχή, αλλά αργότερα αποφάσισαν να συμπεριλάβουν στο ρεπερτόριό τους και βίαια μέσα. Άλλες ομάδες άρχισαν να συνδυάζουν βίαια και μη-βίαια μέσα, ενώ μετά το 1970 οι ένοπλες ομάδες ριζοσπαστικοποιήθηκαν καθώς έβλεπαν τη βία ως τρόπο ανατροπής όχι μόνο της δικτατορίας αλλά και του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά.
Στο πρώτο μέρος του άρθρου εξετάζω τις ομάδες της αντιπολίτευσης, επισημαίνοντας τα πολιτικά χαρακτηριστικά και τις ιδέες τους και συγκρίνοντάς τις με άλλες παρόμοιες ομάδες στη Δυτική Ευρώπη. Το δεύτερο μέρος διερευνά την υποκειμενικότητα των ακτιβιστών που συμμετείχαν σε αυτές τις ομάδες και χρησιμοποίησαν βίαια μέσα. Το παρόν άρθρο βασίζεται σε συνεντεύξεις με οκτώ αγωνιστές από επτά διαφορετικές οργανώσεις. Όλοι εκτός από δύο από τους ερωτηθέντες ήταν ενεργοί στις ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, συνελήφθησαν για τοποθέτηση βομβών, βασανίστηκαν, καταδικάστηκαν και εξέτισαν ποινές φυλάκισης που κυμαίνονταν από λίγους μήνες έως αρκετά χρόνια. Οι αφηγήσεις τους είναι πολύτιμες, διότι αφορούν πτυχές της υποκειμενικότητας των ακτιβιστών που σπάνια παρέχουν οι αρχειακές πηγές. Σε αυτό το άρθρο επισημαίνω τρεις πτυχές και τις συζητώ ξεχωριστά. Η πρώτη σχετίζεται με τις ατομικές διαδρομές των αγωνιστών και τις εμπειρίες τους πριν από τη δικτατορία και τον ένοπλο αγώνα. Οι αφηγήσεις τονίζουν την καταστολή και τον συντηρητισμό των ετών μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και την πολιτική αναταραχή των αρχών της δεκαετίας του 1960 ως καθοριστικές για τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας των ακτιβιστών. Η δεύτερη αφορά τη γλώσσα που χρησιμοποιούν για να συζητήσουν τη βία, και συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιούν τη χρήση της πολιτικής βίας. Ταυτόχρονα, το ζήτημα της νομιμότητας τους επιτρέπει να διακρίνουν τη διαφορά τους από άλλες ένοπλες ή τρομοκρατικές ομάδες στη Δυτική Ευρώπη και στην Ελλάδα. Στο τελευταίο μέρος, στρέφομαι στην πλαισίωση της εμπειρίας τους, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτούν και στο νόημα που αποδίδουν στην πολιτική τους αφοσίωση και στις δράσεις τους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Σε αυτή την ανάλυση, η «εμπειρία» και το «πλαίσιο» είναι αλληλένδετα. Μέσα από τις αφηγήσεις των ακτιβιστών δεν αποκτούμε πρόσβαση στην «πραγματική» εμπειρία, αλλά μάλλον στον τρόπο με τον οποίο αυτή η εμπειρία πλαισιώθηκε «τότε» και «τώρα», και έτσι η προφορική ιστορία μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε «πώς παράγονται οι αντιλήψεις για τον εαυτό (των υποκειμένων και τις ταυτότητές τους)».
- I. Ο Κόσμος Των Ομάδων Της Αντιπολίτευσης
Το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967 οι Έλληνες φοιτητές στο Παρίσι οργάνωσαν την πρώτη τους διαδήλωση. Μετά τη διαδήλωση οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα και ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φοιτητών απευθύνθηκε στο ακροατήριο υπό βροντερά χειροκροτήματα: «Η χούντα ήρθε στην εξουσία με τη δύναμη των όπλων, και θα φύγει μόνο με τη δύναμη των όπλων». Στις 27-28 Μαΐου 1967, έναν μήνα μετά το πραξικόπημα, Έλληνες φοιτητές που σπούδαζαν στο εξωτερικό συναντήθηκαν για ένα συνέδριο στο Παρίσι ώστε να συζητήσουν την κατάσταση στην Ελλάδα και τι μπορούσαν να κάνουν ενάντια στη δικτατορία. Η απόφαση του 1ου Συνεδρίου Ελλήνων Φοιτητών του Εξωτερικού διακήρυξε ότι: «Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία είναι ταυτόχρονα αγώνας ενάντια στη μοναρχία και στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τους υποκινητές και υποστηρικτές αυτής της δικτατορίας. Η ανατροπή της δικτατορίας, η οποία επιβλήθηκε στην Ελλάδα με τη βία, απαιτεί τη χρήση οποιωνδήποτε μέσων, βίαιων ή μη βίαιων, που είναι απαραίτητα για την επίτευξη αυτού του στόχου». Το ερώτημα αν η αντιπολίτευση πρέπει να χρησιμοποιήσει βίαια ή μη βίαια μέσα μετατράπηκε σε δίλημμα που χάραξε την πρώτη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των διαφορετικών ομάδων που αγωνίζονταν ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς. Πολύ σύντομα η διαχωριστική γραμμή έγινε λιγότερο σαφής από ομάδες που συνδύαζαν βίαια και μη βίαια μέσα, και αργότερα η χρήση βίας συντονίστηκε με διαφορετικές ιδεολογικές προοπτικές.
Η κύρια αντιστασιακή οργάνωση της Αριστεράς ήταν το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), που ιδρύθηκε λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα από μέλη της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (το οποίο είχε κηρυχθεί παράνομο από το 1947). Το 1968 το τελευταίο διασπάστηκε στο παραδοσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), πιστό στη Σοβιετική Ένωση, και στο ρεφορμιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού (ΚΚΕ Εσωτερικού). Το παραδοσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα καταδίκασε τη «δυναμική αντίσταση» καθ’ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ το ρεφορμιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα άλλαξε τη θέση του. Το 1968 το ΚΚΕ Εσωτερικού ήταν απολύτως σαφές στην αντίθεσή του στη χρήση βίας: «Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και την Αριστερά, είναι γνωστή η παλιά θέση πως οι μεμονωμένες ενέργειες και η ατομική τρομοκρατία είναι ακατάλληλα μέσα στον αγώνα για την απελευθέρωση». Ένα χρόνο αργότερα, ωστόσο, η θέση είχε αλλάξει. Δεν ήταν πλέον δίλημμα, αλλά αντίθετα η κατάσταση απαιτούσε έναν συνδυασμό «ατομικής και συλλογικής αντίστασης, μαχητικής και καθημερινής αντίστασης». Με άλλα λόγια, «τολμηρές, μαχητικές μορφές αντίστασης» έπρεπε να συνοδεύουν μορφές «που να διευκολύνουν την ευρύτερη συμμετοχή του λαού».
Η ιδέα της χρήσης βίαιων μέσων κατά της δικτατορίας δεν περιοριζόταν στην Αριστερά. Αντίθετα, οργανώσεις που προέρχονταν από το Κέντρο, όπως η Δημοκρατική Άμυνα και το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ), ήταν λιγότερο επιφυλακτικές ως προς τη χρήση βίας σε σύγκριση με την καθιερωμένη Αριστερά, η οποία έφερε το φορτίο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Η αποδοχή της βίας αποτυπώνεται στη «Διακήρυξη Βασικών Αρχών» της Δημοκρατικής Άμυνας, στην οποία δεσμευόταν «να οργανώσει κάθε μορφή αγώνα στις πόλεις και να προχωρήσει σε μορφές ένοπλης αντίστασης μόλις οι αντικειμενικές συνθήκες είναι κατάλληλες». Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1970, ο ηγέτης του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (και μελλοντικός πρωθυπουργός) Ανδρέας Παπανδρέου υποστήριξε ότι «μόνο η ενεργητική και δυναμική αντίσταση μπορεί να προσφέρει αποδεκτές λύσεις» και τόνισε την ανάγκη να «οργανωθεί ο στρατός της αντίστασης». Ο ριζοσπαστισμός του Κέντρου αντανακλούσε την επιρροή και την επίδραση των αντικαπιταλιστικών ιδεολογιών και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον Τρίτο Κόσμο κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Οι περισσότερες ομάδες της αντιπολίτευσης χαρακτήριζαν τον αγώνα κατά της δικτατορίας ως εκστρατεία για την εθνική απελευθέρωση και θεωρούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες υπεύθυνες για το πραξικόπημα. Η εισαγωγή ενός φυλλαδίου για τον υπόγειο μηχανισμό του ΠΑΚ αναφέρει:
«Η ουσία του ελληνικού προβλήματος είναι απλή. Η χώρα μας είναι μια χώρα υπό κατοχή. Και η κατοχή αυτή είναι αμερικανική… Δεν θα έχουμε δημοκρατία στην Ελλάδα χωρίς την πραγματική, ουσιαστική, άνευ όρων απελευθέρωση από τα δεσμά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας. Για τον λόγο αυτό ο αγώνας μας είναι αγώνας για εθνική απελευθέρωση».
Από τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο η παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στην ελληνική πολιτική είχε τροφοδοτήσει τον αντι-αμερικανισμό της αντιπολίτευσης. Αυτού του είδους η ρητορική, κάθε άλλο από το να είναι ιστορικά ακριβής, ξεσήκωνε τα πατριωτικά συναισθήματα του πληθυσμού και συνέδεε τα γεγονότα στην Ελλάδα με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε άλλα μέρη του κόσμου, και ειδικότερα στο Βιετνάμ και τη Λατινική Αμερική.
Οι περισσότερες ένοπλες ομάδες πριν το 1969 δεν ισχυρίζονταν, ανοιχτά τουλάχιστον, πως πρεσβεύαν μια επαναστατική ιδεολογία ή πως εκπροσωπούσαν μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη· στόχος τους ήταν η ανατροπή της δικτατορίας, η αποκατάσταση της δημοκρατίας και η ανεξαρτησία από την αμερικανική παρέμβαση. Μεταξύ των πρώτων ομάδων ήταν οι Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης (ΔΕΑ), ένα αποκεντρωμένο δίκτυο πυρήνων παρά μια ομάδα, η οποία, αν και αριστερή, παρουσιάζονταν ως «εθνικό κίνημα των Ελλήνων, που συνεχίζει τις ένδοξες παραδόσεις του έθνους μας». Η περίπτωση της Φοιτητικής Πάλης ήταν διαφορετική. Ήταν ομάδα αντίστασης που ιδρύθηκε από τροτσκιστές φοιτητές στη Θεσσαλονίκη το 1967 και η κύρια δραστηριότητά της ήταν η διανομή φυλλαδίων. Η Φοιτητική Πάλη ήταν από τις ελάχιστες ομάδες στην Ελλάδα εκείνη την εποχή που επηρεάστηκε άμεσα από τα γεγονότα του 1968. Αντηχώντας τα μηνύματα του 1968, κάλεσαν την ελληνική νεολαία να γίνει μέρος της «διεθνούς επαναστατικής νεολαίας» και να συμμετάσχει στην «παγκόσμια επανάσταση» ενάντια στον δυτικό καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, καθώς και στον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό στην Ανατολική Ευρώπη. Η ομάδα κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη για δύο χρόνια και έγινε αρκετά ισχυρή. Την άνοιξη του 1969 μετονομάστηκε σε Λαϊκή Πάλη και αποφάσισε να αρχίσει να τοποθετεί βόμβες, αλλά τα μέλη της συνελήφθησαν την ημέρα που είχαν ορίσει για την τοποθέτηση βομβών στη Θεσσαλονίκη.
Οι ένοπλες ομάδες συνέχισαν τη δραστηριότητά τους μετά το 1970, αλλά υπήρξε μια αλλαγή στην ιδεολογία τους και στη ρητορική του ένοπλου αγώνα. Ενώ κατά την περίοδο 1967-1969 ο στόχος αυτών των ομάδων ήταν η ανατροπή της δικτατορίας, κατά την περίοδο 1970-1973 ορισμένες ομάδες είδαν τη βία ως μέσο για την επίτευξη επαναστατικής αλλαγής στην Ελλάδα. Η χρήση της βίας έγινε ένας τρόπος για να καταδειχθεί η διαφορά μεταξύ της επαναστατικής και της Παλαιάς Αριστεράς και έτσι να εδραιωθεί μια ξεχωριστή πολιτική ταυτότητα. Η επιρροή του Che Guevara, των λατινοαμερικανικών επαναστατικών κινημάτων και των ομάδων «ένοπλου αγώνα» στη Δυτική Ευρώπη έγινε πιο εμφανής στις αναλύσεις τους, αν και όχι στις πράξεις τους. Ο ιδεολογικός ριζοσπαστισμός της δεύτερης περιόδου αντανακλούσε μια βαθιά απογοήτευση με την κατάσταση στην Ελλάδα, δηλαδή τη σταθερότητα του καθεστώτος, την αποτυχία της Παλαιάς Αριστεράς και την αδράνεια της κοινωνίας. Σε ορισμένες ομάδες της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε ένα χάσμα μεταξύ ριζοσπαστικών και μετριοπαθών πτερύγων, όπως η δημιουργία της ριζοσπαστικής ομάδας Άρης στο πλαίσιο του Ρήγα Φεραίου, της νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού. Στόχος του Άρη δεν ήταν μόνο η ανατροπή της δικτατορίας, αλλά και η εγκαθίδρυση της «λαϊκής εξουσίας, θεμελιωμένης από το υποκείμενο της τελικής αναμέτρησης, τον κυρίαρχο και οπλισμένο λαό». Στο ίδιο πνεύμα, αυτές οι ομάδες στράφηκαν εναντίον των καθιερωμένων κομμάτων και υποστήριξαν πως η πτώση της δικτατορίας θα αποκαθιστούσε απλώς το πολιτικό status quo πριν από το 1967. Το Κίνημα 20ης Οκτώβρη υποστήριζε πως αυτό που επιθυμούσαν τα καθιερωμένα πολιτικά κόμματα δεν ήταν μια σύγκρουση, αλλά μάλλον ένας συμβιβασμός με τη δικτατορία, ώστε να υπάρξει μια σταδιακή παράδοση της εξουσίας, κρατώντας τον λαό σε απόσταση.
Η πιο ενεργή περίοδος των ένοπλων ομάδων ήταν μεταξύ 1967 και 1969, όταν περίπου εκατό βόμβες εξερράγησαν μπροστά από δημόσια κτίρια, υπουργεία, στρατιωτικούς συλλόγους, τράπεζες και ξενοδοχεία· αυτοκίνητα, αγάλματα και υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας έγιναν επίσης στόχοι. Στη δεύτερη περίοδο, παρά την ιδεολογική τους ριζοσπαστικοποίηση, δεν υπήρξε πραγματική ποιοτική αλλαγή στις πρακτικές των ένοπλων ομάδων. Οι ακτιβιστές λάμβαναν κάθε προφύλαξη ώστε να μην υπάρξουν θύματα και, με λίγες εξαιρέσεις, τα κατάφεραν. Δίχως τη στήριξη ενός κινήματος διαμαρτυρίας και σε μια κατάσταση συνεχούς αστυνομικής επιτήρησης, οι ομάδες αυτές γίνονταν σχετικά εύκολοι στόχοι όταν ενέτειναν τις δραστηριότητές τους ή είχαν φιλόδοξα σχέδια. Οι περισσότερες ομάδες συνελήφθησαν από την αστυνομία, και τα μέλη τους βασανίστηκαν κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, δικάστηκαν από στρατιωτικά δικαστήρια και καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές. Οι συλλήψεις και οι δίκες τους έτυχαν μεγάλης (αρνητικής) δημοσιότητας στις εφημερίδες, και απέκτησαν μυθική υπόσταση στους κύκλους της αντιπολίτευσης. Η ασυμμετρία μεταξύ των πράξεών τους και της σημασίας τους στον λογοκριμένο Τύπο έδειξε πόσο σημαντικό ήταν για το καθεστώς να επιβεβαιώσει τη δύναμή του να τιμωρεί και την ικανότητά του να εξαλείφει κάθε μορφή αντίστασης.
Για πολλούς ακτιβιστές, η βία φαινόταν ο κατάλληλος τρόπος για να ευαισθητοποιήσουν τον λαό κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η λογική της «ένοπλης προπαγάνδας» ήταν παρόμοια με εκείνη πολλών ομάδων «ένοπλης πάλης» της Άκρας Αριστεράς στη Δυτική Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 – της λεγόμενης πρώτης γενιάς, που περιλάμβανε τις Brigate Rosse και Prima Linea στην Ιταλία ή τις Rote Armee Fraktion και Bewegung 2 Juni στη Δυτική Γερμανία. Υπήρχαν, ωστόσο, δύο σημαντικές διαφορές. Η πρώτη ήταν το διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Λόγω της δικτατορίας, η αντιπολίτευση στερήθηκε των νόμιμων μέσων δράσης που παρείχαν τα δημοκρατικά καθεστώτα στη Δυτική Ευρώπη. Με άλλα λόγια, για πολλούς ακτιβιστές στην Ελλάδα η χρήση βίας δεν ήταν απαραίτητα θέμα ιδεολογικής πεποίθησης, και για τον λόγο αυτό συμμετείχαν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Δεύτερον, στη Δυτική Ευρώπη οι λεγόμενες ομάδες «ένοπλης πάλης» προέκυψαν από κινήματα διαμαρτυρίας. Οι στόχοι τους σχετίζονταν με τα ζητήματα των κινημάτων, και οι ένοπλες ομάδες παρουσιάζονταν ως η αιχμή του δόρατος αυτών των κινημάτων. Σκοπός των ενεργειών τους ήταν να αποδείξουν ότι «τα βίαια μέσα ήταν πιο αποτελεσματικά από τα μη βίαια, και έτσι να κερδίσουν την υποστήριξη των ακτιβιστών του κινήματος». Οργανωτικά είχαν δεσμούς με τα κοινωνικά κινήματα, και οι δομές τους ήταν περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτές σε νέα μέλη. Από την άλλη πλευρά, επειδή αλληλοεπιδρούσαν με τα κινήματα διαμαρτυρίας (και μερικές φορές ανταγωνιζόμενες άλλες ένοπλες ομάδες), η τύχη τους γινόταν αβέβαιη όταν το κίνημα έχανε τη δύναμή του. Απομονωμένες και παλεύοντας για την επιβίωσή τους στο πλαίσιο της αστυνομικής καταστολής, οι ενέργειές τους μπορούσαν να κλιμακωθούν και οι μορφές βίας να γίνουν πιο επιθετικές και θανατηφόρες: από βόμβες σε ληστείες τραπεζών, μετά σε απαγωγές και τελικά σε δολοφονίες. Αυτή ήταν μια πορεία που δεν ακολουθήθηκε από τις ένοπλες ομάδες στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
- II. Μεγαλώνοντας Μετά Τον Εμφύλιο Πόλεμο
Όλοι όσοι συμμετείχαν στην αντίσταση κατά της δικτατορίας μεγάλωσαν στη σκιά του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου και της ήττας της Αριστεράς. Μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου η δημοκρατία δεν καταργήθηκε, όπως στην Ισπανία, αλλά η κρατική καταστολή κατά της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 ήταν τρομακτική. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες στις αναμνήσεις τους αποκαλύπτουν διάφορες πτυχές καταστολής και σιωπής στην οικογενειακή τους ιστορία από την παιδική τους ηλικία. Οι αριστεροί γονείς κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου «εξαφανίστηκαν» για κάποιο διάστημα, με την έννοια ότι βρισκόντουσαν στη φυλακή, στην εξορία ή κρυβόταν. Ο Γιώργος Ρωμαίος (γενν. 1947) ήταν ήδη πέντε ετών όταν είδε τον πατέρα του για πρώτη φορά, και αυτό συνέβη στο πιο ακατάλληλο μέρος: την αίθουσα του στρατοδικείου. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος που εντάχθηκε στους αριστερούς αντάρτες κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και μετά την Απελευθέρωση καταδικάστηκε και φυλακίστηκε μέχρι το 1953. Ο Αντώνης Σωτηράκος (γενν. 1946), γιος ενός προοδευτικού ιερέα, είχε την πρώτη του «επαφή», όπως την αποκαλεί, με την αστυνομία σε ηλικία δέκα ετών, όταν κατηγορήθηκε ψευδώς ότι έσπασε μια δημοτική βρύση· έξι χρόνια αργότερα, το 1962, συνελήφθη από την αστυνομία για συμμετοχή σε διαδήλωση και αποβλήθηκε από το γυμνάσιο επειδή φορούσε μια κονκάρδα με το σύμβολο της ειρήνης. Για τα άτομα που προέρχονταν από αριστερές οικογένειες ήταν ευκολότερο να δημιουργήσουν μια συνέχεια μεταξύ της δικής τους πορείας και του οικογενειακού τους υπόβαθρου, ειδικά της συμμετοχής των γονιών τους στην Αντίσταση – μια συνέχεια βασισμένη στην πολιτική διάκριση και την αστυνομική καταστολή. Ωστόσο, δεν προέρχονταν όλοι οι αγωνιστές από αριστερές οικογένειες. Ο Γιώργος Γλύνος (γ. 1946) μεγάλωσε σε μια δεξιά, θρησκευόμενη, μεσοαστική οικογένεια, και ο θείος του είχε σκοτωθεί από τους κομμουνιστές στον Εμφύλιο Πόλεμο. Οι ριζοσπαστικές ιδέες τον οδήγησαν να αμφισβητήσει την εξουσία των γονιών του και έτσι να δημιουργήσει μια ρήξη ή μια ασυνέχεια με το παρελθόν. Μιλάει για τη:
«γοητεία που ασκούσε πάνω του η απαγορευμένη Αριστερά, οι ιδέες που αμφισβητούσαν το κατεστημένο και όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Άρχισα να διαφωνώ πρώτα με τη γιαγιά μου, και μετά με τον μπαμπά και τη μαμά μου, δηλαδή στο σπίτι. Όπως έλεγε αργότερα ο κόσμος, ξεκινάς την επανάσταση στο σπίτι και μετά προχωράς προς τα έξω».
Το οικογενειακό υπόβαθρο, όπως και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, προσφέρουν κάποιες ενδείξεις για τις ατομικές πορείες τους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξηγήσει τις επιλογές που έκαναν οι αγωνιστές. Πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική κατεύθυνση για να ξετυλίξουμε τις πτυχές της υποκειμενικότητας, δηλαδή να διερευνήσουμε τη θέση των «γεγονότων» στις αφηγήσεις των αγωνιστών και τον σκοπό που εξυπηρετούν. Ο ιστορικός δεν πρέπει να επικεντρώνεται στις «αντικειμενικές αιτίες», αλλά στην προσωπική αφήγηση, στον τρόπο με τον οποίο το άτομο δίνει νόημα στη ζωή του και στο πώς η μνήμη μετατρέπει τη ζωή σε μια αφηγημένη ιστορία. Από την άποψη αυτή, οι αφηγήσεις των αγωνιστών δημιουργούν τις δικές τους συνέχειες και ασυνέχειες. Η μνήμη επιδιώκει να κατασκευάσει μια συνέχεια, προκειμένου να δημιουργήσει την αίσθηση ενός σταθερού και συνεκτικού εαυτού. Ο στόχος του ιστορικού είναι να αναλύσει την αλληλεπίδραση μεταξύ συνέχειας και ασυνέχειας, διότι, όπως επισήμανε η Luisa Passerini, «για να ενεργοποιήσει κανείς μια πραγματική συνέχεια, κατάλληλη για την εποχή, πρέπει να περάσει από την ασυνέχεια». Για τον Γλύνο, η ρήξη με την οικογένειά του καθιέρωσε μια συνέχεια με τα μεταγενέστερα χρόνια του, όταν ως φοιτητής στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών της Αθήνας εντάχθηκε στις Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης και στην Ακροαριστερά. Αυτή η ρήξη μεταφέρθηκε γρήγορα από το σπίτι στη δημόσια σφαίρα με τη μορφή μιας κίνησης που αμφισβητούσε τον κοινωνικό και πολιτικό συντηρητισμό της εποχής:
«Άρχισα να διαβάζω εφημερίδες. Στην αρχή αγόραζα Τα Νέα [κεντρώα εφημερίδα] και τη διάβαζα στο λεωφορείο. Αργότερα βρήκα το θάρρος να αγοράσω την Αυγή [αριστερή εφημερίδα], για να προκαλέσω τους ανθρώπους στο λεωφορείο, που έβλεπαν έναν μαθητή γυμνασίου να διαβάζει την Αυγή. Ήταν μια μορφή σύγκρουσης, αλλά και θάρρους. Ένας νεαρός, δεκαοκτώ ετών, που διάβαζε την Αυγή στο λεωφορείο, τότε ήταν… είχε πολύ ισχυρό συμβολισμό. Θυμάμαι την πρώτη φορά που την αγόρασα και την διάβασα κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν καταλάβαινα τι διάβαζα, γιατί ήμουν πολύ νευρικός. Ο τρόπος που με κοίταζαν οι άνθρωποι… και τους κοίταζα κι εγώ άγρια. Δεν διάβαζα την εφημερίδα, μάλλον προσποιούμουν ότι τη διάβαζα».
Από την άλλη πλευρά, για τον Τριαντάφυλλο Μηταφίδη (γενν. 1947) η συνέχεια βρίσκεται στη σύνδεση με την οικογένειά του, που ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (ο πατέρας του ήταν οικοδόμος, η μητέρα του κεντήτρια) και μεγάλωσε σε μια φτωχή γειτονιά της Θεσσαλονίκης, η οποία ταυτόχρονα ήταν προπύργιο της ακροδεξιάς. Αποβλήθηκε από το σχολείο δύο φορές, την πρώτη φορά επειδή μοίρασε φυλλάδια που υποστήριζαν μια απεργία των εκπαιδευτικών και τη δεύτερη φορά επειδή, αν και ήταν επιμελητής, επέτρεψε στους συμμαθητές του να ζωγραφίσουν πολιτικά σύμβολα στον πίνακα. Το περιστατικό μαρτυρά την πολιτικοποίηση της νεολαίας και την καταστολή των αρχών της δεκαετίας του 1960, αλλά στην αφήγησή του τονίζει μια σχεδόν γραμμική συνέχεια στη ζωή των ανθρώπων:
«Μια μέρα ήμουν με κάποιον άλλο, ο οποίος έγινε ασυρματιστής, τώρα είναι συνταξιούχος, ήμασταν οι επιμελητές της τάξης. Τα παιδιά ήταν στην τάξη και ζωγράφιζαν. Ένας από αυτούς, που ήταν παπαδοπαίδι σε μια κοντινή εκκλησία, ζωγράφισε [στον πίνακα] ένα σφυροδρέπανο και ένας άλλος, που έγινε υψηλόβαθμος αστυνομικός, ζωγράφισε – είναι ενδεικτικό, ο ένας έγινε συνδικαλιστής και ο άλλος υψηλόβαθμος αστυνομικός – ζωγράφισε μια σβάστικα. Ο δάσκαλος θρησκευτικών μας κατήγγειλε και πήγε στον διευθυντή, ο οποίος ήταν κάποιος που δεν μπορείς να περιγράψεις. Επειδή προερχόμασταν από αριστερή οικογένεια, μας απέδωσε το σκίτσο του σφυροδρέπανου. Αποβληθήκαμε από το σχολείο για ‘εγκατάλειψη του πόστου μας’, σαν να ήμασταν στο στρατό, για απόκρυψη της αλήθειας, και μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα. Όλα αυτά συνέβησαν το ’65 κατά τη διάρκεια της ‘αποστασίας’, οι αποστάτες ήταν στην εξουσία, ο Παπανδρέου είχε πέσει νωρίτερα, νωρίτερα στα γεγονότα του Ιουλίου του ’65. Επίσης έγινε δίκη, επειδή αυτά ήταν τα λεγόμενα απαγορευμένα σύμβολα εκείνη την εποχή. Πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα και οι συμμαθητές μας αντέδρασαν· αρνήθηκαν να μπούνε στις τάξεις».
Επανειλημμένα στις αφηγήσεις των ακτιβιστών οι προσωπικές εμπειρίες συνδέονται με πολιτικά γεγονότα, τα οποία σηματοδοτούν τη ροή του χρόνου στην ατομική μνήμη. Τα γεγονότα του Ιουλίου του 1965 είναι σαφώς μια τέτοια περίπτωση. Στις 15 Ιουλίου 1965 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ανάγκασε τον πρωθυπουργό και ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιο Παπανδρέου να παραιτηθεί και η δεξιά προσπάθησε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση με αποστάτες από την Ένωση Κέντρου (για τον λόγο αυτό τα γεγονότα του Ιουλίου ονομάστηκαν «αποστασία»). Για ένα μήνα η Ένωση Κέντρου, η Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά και φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις διοργάνωσαν διαδηλώσεις, ενώ οι πιο ριζοσπάστες κάλεσαν σε «αυθόρμητες» συγκεντρώσεις ενάντια στην παρέμβαση του βασιλιά στην κυβέρνηση και για την αποκατάσταση της εκλεγμένης κυβέρνησης. Πολλές από αυτές τις διαδηλώσεις κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και εκατοντάδες άνθρωποι συνελήφθησαν· ένας φοιτητής, ο Σωτήρης Πέτρουλας, σκοτώθηκε από την αστυνομία. Οι τεράστιες διαδηλώσεις, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, τα οδοφράγματα και οι βόμβες μολότοφ, οι συγκρούσεις εντός της Αριστεράς (ανεξάρτητες αριστερές ομάδες επέκριναν την Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά για τη μετριοπαθή πολιτική της γραμμή κατά τη διάρκεια των γεγονότων) δημιούργησαν ένα εντελώς νέο πλαίσιο εμπειρίας: οι ακτιβιστές χρησιμοποίησαν βία χωρίς να αισθάνονται ενοχή, επειδή θεωρούσαν ότι ήταν νόμιμη. Στις 20 Αυγούστου 1965 οι ταραχές έγιναν πολύ βίαιες, και η Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά υποστήριξε ότι οι συγκρούσεις στήθηκαν από την αστυνομία και προβοκάτορες. Ο Αντώνης Σωτηράκος, ωστόσο, υιοθετεί μια διαφορετική οπτική: «Πιστεύω πως [οι πυρκαγιές] ξεκίνησαν από προβοκάτορες. Αλλά εκείνη την εποχή δεν μας ένοιαζε ποιος άναψε τις φωτιές. Το μόνο που είχαμε στο μυαλό μας ήταν πώς να δείρουμε έναν μπάτσο». Σε παρόμοιο πνεύμα, ο Στέργιος Κατσαρός, μετέπειτα μέλος της Λαϊκής Πάλης, σχολιάζει στις αναμνήσεις του την επίδραση που είχαν οι συγκρούσεις της 20ης Αυγούστου 1965 στην υποκειμενικότητα και τη φαντασία του:
«Δεν είναι μικρό πράγμα για έναν επαναστάτη να συμμετέχει σε μια εξέγερση. Δεν υπάρχει άλλη ικανοποίηση για αυτόν από το να βρίσκεται στους δρόμους, να πιάνει ένα κομμάτι ξύλο, μια πέτρα ή ένα μολότοφ, να περιβάλλεται από το πλήθος, να αγκαλιάζεται και να αφομοιώνεται. Να νιώθει ότι είναι ένα μικρό κύτταρο μιας γιγαντιαίας γροθιάς που κάνει τους μπάτσους να τρέχουν. Είναι σαν οργασμός. Μόνο όσοι δεν έχουν ερωτευτεί πραγματικά δεν μπορούν να νιώσουν αυτή την υπέρτατη έκρηξη ευτυχίας. Όλα αυτά σε μια διεγερτική ατμόσφαιρα από οδοφράγματα, φωτιές, δακρυγόνα και μολότοφ, με το πλήθος να φωνάζει «Κυρίαρχος ο λαός» όσο πιο δυνατά μπορεί».
Ο Κατσαρός χρησιμοποιεί μια μεταφορά περιγράφοντας τη σύγκρουση με την αστυνομία ως jouissance. Ήταν σαν μια νέα πηγή ηδονής, η ηδονή της δράσης και της υπέρβασης. Η δράση ανασυντέθηκε σε ένα συλλογικό υποκείμενο, την επιθυμία να ενσωματωθεί και να ανήκει σε μια συλλογικότητα ανθρώπων με τις ίδιες ιδέες, αξίες και ανάγκες. Σε αυτό το απόσπασμα περιγράφεται η στιγμή της υπέρβασης του εαυτού και της ταύτισης με τον άλλον, το ανώνυμο πλήθος φοιτητών και εργατών, μια διαδικασία που δεν εξάλειψε την υποκειμενικότητα αλλά την μεταμόρφωσε μέσω της επαναστατικής δράσης. Η υπερβατικότητα, από την άλλη, υποκινούνταν από την οργή εναντίον της αστυνομίας (και αυτού που αντιπροσώπευε) και πήρε τη μορφή αμφισβήτησης των καθιερωμένων κανόνων, χώρων, θέσεων. Το καινούργιο τον Ιούλιο του 1965 ήταν πως το πλήθος δεν διαλύθηκε μετά την επίθεση της αστυνομίας, αλλά αντεπιτέθηκε. Για λίγες ώρες οι ρόλοι και οι θέσεις είχαν αλλάξει. Η παρομοίωση της υπερβατικότηας με την απόλαυση δείχνει σε ποιο βαθμό η βία τροφοδοτούσε τη φαντασία σχετικά με τις ιδιότητες του αρσενικού επαναστάτη. Μπορεί κανείς να διαβάσει το απόσπασμα του Κατσαρού, κυριολεκτικά, ως έπαινο της βίας. Ωστόσο, αυτό που καθόρισε την ανάμνησή του για τα γεγονότα του Ιουλίου 1965 ήταν η αντίθεση με τη δική του εμπειρία στα επόμενα χρόνια. Μετά το 1967 δεν υπήρχε πλέον η συλλογική βία των διαδηλώσεων, αλλά μεμονωμένες πράξεις βίας, ενώ τα πλήθη αντικαταστάθηκαν από απομονωμένες αντιστασιακές οργανώσεις.
III. Το Πλαίσιο Της Ένοπλης Αντίστασης
Όταν στις 21 Απριλίου 1967 διαδόθηκε η είδηση για το πραξικόπημα, σχηματίστηκαν οι πρώτες ομάδες αντίστασης. Η σχεδόν άμεση απόφαση να ξεκινήσει ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία φαινόταν σε πολλούς η μόνη κατάλληλη αντίδραση. Την ίδια μέρα με το πραξικόπημα, μια ομάδα νεαρών διανοουμένων και τεχνοκρατών, που είχαν χαλαρούς δεσμούς με την Ένωση Κέντρου, αποφάσισε να ιδρύσει μια ομάδα με την ονομασία Δημοκρατική Άμυνα. Μεταξύ των ιδρυτικών μελών της Δημοκρατικής Άμυνας ήταν ο Γεράσιμος Νοτάρας (γ. 1936), ο οποίος είχε διδακτορικό στις πολιτικές επιστήμες από το Πανεπιστήμιο της Λοζάνης και εκείνη την εποχή ήταν ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών στην Ελλάδα. Για τον ίδιο: «Λοιπόν, είναι προφανές. Όταν κάποιος έρχεται και σου επιβάλλεται, τι θα κάνεις; Θα περιμένεις για μια πολιτική γραμμή;» Και προσθέτει:
«Για εμάς ήταν ξεκάθαρο από την αρχή, και αυτή ήταν η μεγάλη δυσκολία στις διαπραγματεύσεις με το ΠΑΜ. Το ΠΑΜ, δικαιολογημένα, επειδή έφερε το βάρος του Εμφυλίου Πολέμου, τόσο για τα μέλη του όσο και για την κοινή γνώμη, του ήταν πολύ πιο δύσκολο να πάρει μια τέτοια απόφαση. Εμείς δεν είχαμε αυτό το φορτίο. Η συντριπτική πλειοψηφία μας προερχόταν από το Κέντρο και από την πολιτική ανάλυση που κάναμε ξέραμε ότι όποιος έρχεται με όπλο, θα φύγει μόνο υπό την απειλή όπλου. Οτιδήποτε άλλο είναι ψέμα. Αν θέλεις πραγματικά να τους ξεφορτωθείς – αλλιώς συμβιβάζεσαι και τους αφήνεις να διατηρηθούν στην εξουσία. Αυτό ήταν απολύτως σαφές και ομόφωνο από την αρχή. Επομένως, δεν αντιμετωπίσαμε το δίλημμα αν θα το κάνουμε ή όχι… Το δίλημμα ήταν περισσότερο αν μπορούσαμε».
Αυτό που θεωρεί «προφανές» ο Νοταράς, την αντίσταση στη δικτατορία, και τον ένοπλο αγώνα ειδικότερα, απαιτεί στην πραγματικότητα περαιτέρω συζήτηση. Ο Νοτάρας, όπως και όλοι οι άλλοι που μίλησαν, μιλάει από τη σκοπιά κάποιου που θεωρεί τη απόφασή του δικαιολογημένη και τις πράξεις του στο παρελθόν συνεπείς με τις ιδέες, τις αξίες και την ταυτότητά του σήμερα. Δεν μετανιώνουν για τις πράξεις τους μέσα από μια οδυνηρή διαδικασία αυτοανασκόπησης και μιας νέας συνειδητοποίησης. Αυτή είναι μια βασική διαφορά σε σχέση με την πλειοψηφία των ακτιβιστών τρομοκρατικών ομάδων στη Δυτική Ευρώπη, όπως οι γυναίκες κρατούμενες που έδωσαν συνέντευξη στην Luisa Passerini και οι οποίες αποστασιοποιήθηκαν από τις πράξεις τους στο παρελθόν.
Ταυτόχρονα, οι συνεντεύξεις αποκαλύπτουν επίσης τις εντάσεις μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος. Υπάρχει μια ορισμένη ανησυχία στις αφηγήσεις τους να αποστασιοποιηθούν από τις μεταγενέστερες εξελίξεις στην Ελλάδα, συγκεκριμένα την εμφάνιση οργανώσεων «ένοπλου αγώνα» μετά το 1974. Για παράδειγμα, ο Νίκος Μάνιος (γενν. 1947), μέλος του Κινήματος 20 Οκτώβρη, λέει: «Για όλες τις βόμβες που τοποθετήσαμε, χωρίς εξαίρεση, αναλάβαμε την ευθύνη πριν από την έκρηξή τους. Κάτι που ορισμένες οργανώσεις που προσποιούνται ότι είναι επαναστατικές και παρόμοια συνεχίζουν να κάνουν. Αλλά το κάνουν μετά». Το να δημιουργούν μια συνέπεια για τον εαυτό τους μεταξύ τότε και τώρα δεν σημαίνει ότι δημιουργούν μια συνέχεια μεταξύ του ένοπλου αγώνα τότε και της τρομοκρατίας σήμερα. Αντίθετα, κανένας από τους ερωτηθέντες δεν συμμετείχε σε ένοπλες ομάδες μετά την πτώση της δικτατορίας, αλλά οι δολοφονίες και οι βόμβες της «Επαναστατικής Οργάνωσης 17 Νοεμβρίου» κράτησαν τα ζητήματα της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας στο δημόσιο διάλογο. Για πολλά χρόνια η αστυνομία υποστήριζε πως οι ρίζες αυτής της ομάδας βρισκόταν στους κύκλους της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και πολλοί από τους ακτιβιστές εκείνης της εποχής ανακρίθηκαν ξανά και ξανά από την αστυνομία. Τελικά, τα μέλη της «Επαναστατικής Οργάνωσης 17 Νοεμβρίου» συνελήφθησαν το 2002 και καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές· ο φερόμενος ως ηγέτης της, Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ανήκε στην πραγματικότητα σε μια ομάδα με έδρα τη Γαλλία που υποστήριζε τον ένοπλο αγώνα κατά της δικτατορίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Επομένως, το ζήτημα της τρομοκρατίας επηρεάζει τις αναμνήσεις και τις αφηγήσεις των ερωτηθέντων σχετικά με τον ακτιβισμό τους στο παρελθόν. Η ανάλυσή μου θα επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο οι αγωνιστές νοηματοδοτούν τις πράξεις τους, ή αυτό που οι θεωρητικοί των κοινωνικών κινημάτων αποκαλούν «διαδικασία πλαισίωσης», δηλαδή τις κοινές έννοιες και ορισμούς που αποδίδουν οι άνθρωποι στις πράξεις τους προκειμένου να τις νομιμοποιήσουν. Μια τέτοια ανάλυση μπορεί να ρίξει φως στις πράξεις, τα κίνητρα, τις ιδέες και τα συναισθήματα των αγωνιστών και να αναδείξει πτυχές της υποκειμενικότητάς τους, ιδίως τη σχέση μεταξύ των πράξεων τους στο παρελθόν και της επανεκτίμησής τους στο παρόν.
Αυτή η διαδικασία πλαισίωσης αφορά τη νομιμότητα της βίας: οι ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι ο ένοπλος αγώνας ήταν τότε νόμιμος επειδή στρεφόταν εναντίον μιας δικτατορίας. Εμείς, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε τη νομιμότητα δεδομένη, αλλά αντίθετα να τη χρησιμοποιήσουμε ως αφετηρία για να μελετήσουμε τις αφηγήσεις τους. Εάν η αντίσταση σε ένα αυταρχικό καθεστώς είναι νόμιμη, το ζήτημα των μέσων που θα χρησιμοποιήσει η αντίσταση για να επιτύχει αυτόν τον στόχο είναι πιο αμφιλεγόμενο. Στην πραγματικότητα, όπως έχουμε ήδη δει, στην Ελλάδα οι αντιστασιακές ομάδες ήταν διχασμένες ως προς το ζήτημα της βίας. Αντί να εξετάσω θεωρητικά το ερώτημα αν η βία είναι νόμιμη εναντίον μιας δικτατορίας, θα στραφώ στις συνεντεύξεις για να διερευνήσω πώς οι ακτιβιστές αποδίδουν νομιμότητα στις πράξεις τους.
Ο Γιώργος Γλύνος δραστηριοποιήθηκε τους πρώτους έξι μήνες μετά το πραξικόπημα ως μέλος των Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης, όταν ο πληθυσμός βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση σοκ και φόβου και οι αντιστασιακές ομάδες μόλις άρχιζαν να οργανώνονται. Ο Γιώργος Ρωμαίος πήγε στην Ιταλία μετά το πραξικόπημα για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο του Μιλάνου. Συμμετείχε σε ελληνικές φοιτητικές επιτροπές κατά της δικτατορίας και έγινε μέλος του Ρήγα Φεραίου, της νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού. Σταδιακά απογοητεύτηκε με τη γραμμή του κόμματος στο ζήτημα της βίας και, μαζί με άλλα μέλη, σχημάτισε την ομάδα Άρης. Και οι δύο στις συνεντεύξεις τους επιμένουν ότι στόχος τους ήταν να πυροδοτήσουν ένα μαζικό κίνημα που θα ανέτρεπε τη δικτατορία και πως συνδύαζαν βίαια και μη βίαια μέσα.
«Η προηγούμενη μαθητεία μας στην Αριστερά μας είχε βοηθήσει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούσαμε να ανατρέψουμε μια κυβέρνηση με βόμβες, να αλλάξουμε το σύστημα κ.λπ. Οι βόμβες και οι δυναμικές δράσεις αποτελούν διαδικασία αφύπνισης. Αυτές οι δράσεις πρέπει να συνδυάζονται με μια διαδικασία προπαγάνδας, επικοινωνίας, στρατολόγησης κ.λπ., που θα στήριζε το μαζικό κίνημα. Εκείνη την εποχή αυτό το πράγμα έπαιζε αυτόν τον ρόλο, ο κόσμος άκουγε τις βόμβες και έλεγε ότι κάτι γινόταν, κάποιος είναι εναντίον της χούντας. Αντιμετώπιζε τον φόβο, αν θέλετε, του τρομαγμένου ελληνικού λαού. Το παράδειγμά μας ακολούθησαν αργότερα και άλλοι· η Δημοκρατική Άμυνα, ο Καραγιώργας, ο Σιμίτης, έκαναν παρόμοια πράγματα, ένα τμήμα του ΚΚΕ Εσωτερικού. Υπήρξε διάσπαση στο ΚΚΕ Εσωτερικού, ο Ρήγας Φεραίος διασπάστηκε και το ένα κομμάτι ονομάστηκε, πώς το λέγανε; Άρης. Ο Άρης του Ρήγα Φεραίου. Εννοώ ότι οι δυναμικές δράσεις είχαν νόημα τότε».
Ο Γιώργος Ρωμαίος έχει να πει αυτό:
«Η ηγεσία έλεγε πως εμείς ξεκινάμε έναν μακροπρόθεσμο αγώνα, δουλεύοντας σαν μυρμήγκια όπως έλεγαν, για να οργανώσουμε τον κόσμο, να αφυπνίσουμε τη συνείδησή του ώστε να χτίσουμε ένα μαζικό κίνημα, ικανό να στηρίξει μια μεγάλη απεργία ή, δεν ξέρω, μια μαζική κινητοποίηση για την ανατροπή της χούντας. Εμείς, όταν λέω ‘εμείς’ εννοώ την πλειοψηφία των απλών μελών και των στελεχών του Ρήγα Φεραίου τότε, γιατί ήμασταν όλοι νέοι και είχαμε διαφορετικές απόψεις για το θέμα αυτό. Χωρίς να υποτιμάμε τη σημασία ενός μαζικού κινήματος, λέγαμε ότι όταν έχεις ένα καθεστώς που υποστηρίζεται από ξένες δυνάμεις και καταπιέζει τον λαό κ.λπ., είναι σαν μια ξένη κατοχή κατά κάποιον τρόπο και, υπό τέτοιες συνθήκες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα αγώνα, ακόμη και οι ένοπλες μορφές αγώνα. Αυτό δεν σημαίνει πως ξεκινάμε έναν ανταρτοπόλεμο, αλλά ότι αυτά τα δύο πράγματα πρέπει να συμβαδίζουν. Με άλλα λόγια, η δουλειά προς την κατεύθυνση ενός μαζικού κινήματος πρέπει να συνοδεύεται από κάποιες δυναμικές ενέργειες, ας πούμε».
Η σχέση μεταξύ νομιμότητας και βίας είναι κρίσιμη στη συλλογιστική των ερωτηθέντων. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι αγωνιστές σχετικά με τη βία είναι διαφωτιστικές. Απορρίπτουν (όπως έκαναν τότε) τον όρο «ανταρτοπόλεμος» επειδή συνδεόταν με τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο και αντ’ αυτού χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «δυναμική αντίσταση» ή «δυναμικές ενέργειες». Επιπλέον, υποβαθμίζουν την αποτελεσματικότητα των βίαιων μέσων και των ένοπλων ομάδων. Αντίθετα, υπογραμμίζουν ότι η άποψή τους τότε ήταν πως μόνο μια μαζική κινητοποίηση θα μπορούσε να ανατρέψει τη δικτατορία και πως ασχολούνταν επίσης με άλλες αντιστασιακές, μη βίαιες δραστηριότητες, όπως η διανομή φυλλαδίων, το κρέμασμα πανό και η διαβίβαση πληροφοριών σε επιτροπές στη Δυτική Ευρώπη σχετικά με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ωστόσο, η πολιτική βία ήταν «σημαντική τότε», με το «τότε» να αναφέρεται στα έτη 1967-74. Η χρήση βίας ήταν νόμιμη εναντίον ενός παράνομου καθεστώτος. Ήταν παράνομο όχι μόνο επειδή ήρθε στην εξουσία με τη δύναμη των όπλων, αλλά και επειδή ήταν σαν «ξένη κατοχή», υποστήριζε τότε η αντίσταση. Ο αγώνας κατά της δικτατορίας ήταν, επομένως, ταυτόχρονα αγώνας για την εθνική απελευθέρωση – δεν είναι τυχαίο πως το όνομα της ομάδας Άρης παραπέμπει στον Άρη Βελούχιωτη, τον ηγέτη των ανταρτών της Αντίστασης. Με αυτόν τον τρόπο, ο αγώνας κατά της δικτατορίας καταγράφηκε στην πατριωτική φαντασία και δημιούργησε συνέχειες με την ένοπλη Αντίσταση κατά της κατοχής του Άξονα τη δεκαετία του 1940. Ειδικά όσοι προέρχονταν από αριστερές οικογένειες πίστευαν ότι συνέχιζαν τον αγώνα των πατέρων και των μητέρων τους στην Αντίσταση, ανακαλύπτοντας εκ νέου τον χαμένο κρίκο μεταξύ των δύο γενεών. Η σημαντική διαφορά ήταν πως η Αντίσταση μπορούσε να ισχυριστεί ότι εκπροσωπούσε τον ελληνικό λαό λόγω της μαζικής συμμετοχής στις οργανώσεις της, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μετά τις μαζικές συλλήψεις τις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, μόνο μερικές χιλιάδες άνθρωποι εντάχθηκαν στις αντιστασιακές οργανώσεις και σημαντικά λιγότεροι στις ένοπλες ομάδες. Η αναγνώριση του Δικαιώματος να πολεμήσει κανείς τη δικτατορία δεν μπορούσε να κρύψει το γεγονός ότι πολύ λίγοι άνθρωποι πολεμούσαν πραγματικά. Σε άλλες χώρες οι ακτιβιστές δεν εμπλέκονταν σε τρομοκρατικές ενέργειες επειδή πίστευαν ότι αυτές δεν αντανακλούσαν τη βούληση του λαού. Στην Ελλάδα οι ακτιβιστές απέφευγαν αυτό το ζήτημα, υποστηρίζοντας πως η βούληση του λαού δεν μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα. Η νομιμοποίηση των ενεργειών τους βασιζόταν στην προϋπόθεση ότι ενεργούσαν στο όνομα και για λογαριασμό του λαού – μέρος μιας ιδεολογίας που έβλεπε τις «μάζες» τόσο ως αντικείμενα όσο και ως υποκείμενα της χειραφέτησης. Ενεργώντας ως πρωτοπορία, πίστευαν ότι οι βόμβες μπορούσαν να «ξυπνήσουν» την κοινωνία και να πυροδοτήσουν ένα μαζικό κίνημα. Αυτό διαπιστώνεται από έναν αναμφισβήτητο ανταγωνισμό μεταξύ των οργανώσεων της αντιπολίτευσης σχετικά με το ποια ιδρύθηκε πρώτη και ποια έδωσε το παράδειγμα για τη «δυναμική αντίσταση». Από αυτή την άποψη, η πραγματική πηγή νομιμότητας ήταν η ίδια η αντιπολίτευση. Το επιχείρημα του Γλύνου είναι ότι η ιδέα της ένοπλης αντίστασης ήταν ευρέως διαδεδομένη στους κύκλους της αντίστασης (συμπεριλαμβανομένου του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη) και, ως εκ τούτου, νόμιμη.
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι ακτιβιστές θεωρούν τις ενέργειές τους νόμιμες μέχρι σήμερα, και αυτός αφορά τις μορφές βίας. Οι ενέργειές τους ήταν ένοπλες, αλλά η βία τους ήταν μάλλον συμβολική. Οι βόμβες είχαν μικρή καταστροφική δύναμη (οι ακτιβιστές που διαφωνούσαν με τα βίαια μέσα αποκαλούσαν αυτές τις βόμβες «πυροτεχνήματα») και, το πιο σημαντικό, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποφύγουν θύματα, κάτι που αποτελεί μια ακόμη σημαντική διαφορά από τις τρομοκρατικές ομάδες στη Δυτική Ευρώπη ή στην Ελλάδα μετά το 1974. Ο φόβος ότι αθώοι άνθρωποι ενδέχεται να τραυματιστούν τους έκανε να ακυρώνουν επιχειρήσεις την τελευταία στιγμή. Δυστυχώς, μερικοί άνθρωποι τραυματίστηκαν από βόμβες και τέσσερις σκοτώθηκαν εκείνα τα χρόνια. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1970 ο Γιώργος Ρωμαίος, μέλος της ομάδας Άρης, μαζί με άλλα τρία άτομα προσπάθησε να τοποθετήσει βόμβα μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Η βόμβα εξερράγη πρόωρα, σκοτώνοντας δύο μέλη της ομάδας — τον Γιώργο Τσικούρη, Κύπριο, και τη Maria-Elena Angeloni, Ιταλίδα. Ο Ρωμαίος και ένα άλλο άτομο επέζησαν, αλλά δεν ξαναμίλησαν ποτέ για το τι συνέβη εκείνη την ημέρα:
«Τον είδα μια φορά κάπου, σε μια εκδήλωση που διοργάνωσε ο σύλλογος αρχιτεκτόνων, καθώς είναι και αυτός αρχιτέκτονας. Δεν μιλήσαμε, δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή αυτά τα πράγματα ήταν πρόσφατα… Δεν συνέβη. Ούτε συζητήσαμε διεξοδικά το θέμα, ούτε ανταλλάξαμε εμπειρίες, απόψεις, αναμνήσεις κ.λπ. Δεν συνέβη. Και ξέρεις κάτι; Δεν θέλαμε να μιλήσουμε για αυτά τα πράγματα. Επειδή από πολλές απόψεις ήταν… Κατ’ αρχάς, ήταν ένα βάρος, ας πούμε. Για πολλά χρόνια το κουβαλούσα μέσα μου… ότι ήμουν υπεύθυνος για τους θανάτους τους. Καταλαβαίνετε τώρα… ίσως ο Κ. ένιωθε το ίδιο. Δεν θέλαμε να μιλήσουμε για αυτό το περιστατικό. Κοιτάζοντας πίσω, βλέπω πως δεν ήταν έτσι, αλλά δεν μπορείς να εξηγήσεις τα πάντα λογικά. Όταν βλέπεις τους άλλους εκατό μέτρα μακριά, όταν βλέπεις τον καπνό και τη φλόγα, ας πούμε, δεν είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί».
Οι περισσότεροι ακτιβιστές μιλούν για τις πράξεις τους με υπερηφάνεια και αυτοπεποίθηση ή αυτοσαρκασμό. Η αφήγηση του Ρωμαίου δεν έχει αυτόν τον τόνο. Ο θάνατος των δύο συντρόφων του ήταν μια τραυματική εμπειρία που προκάλεσε θλίψη και πόνο, και το βάρος της ευθύνης εξακολουθεί να επηρεάζει τη μνήμη και την αφήγησή του. Η αμηχανία στην αφήγησή του αποκαλύπτει πως η ανάμνηση αυτού του γεγονότος είναι οδυνηρή, και μπορεί κανείς να διακρίνει ένα βαθύ αίσθημα λύπης. Στην πραγματικότητα, αν και συνέχισε να είναι πολύ ενεργός στην αντιπολίτευση κατά της δικτατορίας, δεν αναμίχθηκε ποτέ ξανά σε παρόμοιες ενέργειες. Έτσι, το ζήτημα της νομιμότητας συνδέεται με τις ατομικές εμπειρίες και με το βαθμό στον οποίο αυτές οι ενέργειες ήταν σύμφωνες με τις ιδέες, τις αξίες και την ταυτότητα των αγωνιστών.
- IV. Πράξεις Έναντι Λέξεων
Στη διάρκεια της δικτατορίας, οι ακτιβιστές δεν μπορούσαν να παραδεχτούν την προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στη δικτατορία. Αντίθετα, οι βόμβες αποτελούσαν μια προσπάθεια να δείξουν πως υπήρχε αντίσταση ενάντια στη δικτατορία. Οι βόμβες ήταν ένας τρόπος να προσελκύσουν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης (ειδικά των ξένων πρακτορείων Τύπου, τα οποία στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ήταν εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος). Επιπλέον, τα νέα για την έκρηξη κάποιας βόμβας έφταναν με ευκολία στους Έλληνες που δραστηριοποιούνταν σε επιτροπές κατά της δικτατορίας στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίοι με τη σειρά τους ενημέρωναν το κοινό μέσω των δικτύων που είχαν αναπτύξει σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Ρώμη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο, η Στοκχόλμη, αλλά και η Τεργέστη, το Μιλάνο, το Μόναχο, η Κολωνία και το Αμβούργο. Τύπωναν περιοδικά και εφημερίδες, διοργάνωναν συναντήσεις, εκστρατείες ενημέρωσης και συναυλίες, συγκέντρωναν χρήματα και παρείχαν υλικοτεχνική υποστήριξη στις κρυφές ομάδες στην Ελλάδα. Οι ακτιβιστές γνώριζαν πως μόνο μέσω των βομβών μπορούσαν να κάνουν την αντίσταση «ορατή». Η δημοσιότητα δημιούργησε στο εξωτερικό έναν φανταστικό κόσμο αναπτυσσόμενης αντίστασης στην Ελλάδα και στο εσωτερικό ώθησε τους ακτιβιστές να συνεχίσουν και να εντείνουν τις δράσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια αυξανόμενη σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και μια ασυμφωνία μεταξύ προθέσεων και αποτελεσμάτων.
Οι ακτιβιστές που ζούσαν στην Ελλάδα υποστηρίζουν πως είχαν μια πιο «ρεαλιστική» προσέγγιση σε σύγκριση με τους Έλληνες του εξωτερικού. Στα απομνημονεύματα και τις συνεντεύξεις υπάρχει μια πολύ σαφής διαφορά μεταξύ των «θεωρητικών» και των «πρακτικών», η οποία συμπίπτει, στις περισσότερες αν όχι σε όλες τις περιπτώσεις, με τη διαφορά μεταξύ εκείνων που ζούσαν στο εξωτερικό και εκείνων που ζούσαν στην Ελλάδα. Επιπλέον, στην περίπτωση των μεγάλων αντιπολιτευτικών οργανώσεων, η διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού αντανακλούσε τη διαφορά μεταξύ της βάσης και της ηγεσίας. Πολλοί αγωνιστές στις αφηγήσεις τους παρουσιάζουν τη ρεαλιστική τους προσέγγιση στο ζήτημα της βίας ως μια μορφή κριτικής προς τους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Η αμφισβήτηση της εξουσίας τους στο εξωτερικό ήταν ένας τρόπος για να εδραιωθεί η ανεξαρτησία της δράσης, το περιθώριο ελιγμών ανεξάρτητα από την ηγεσία και η μεταφορά της λήψης αποφάσεων στα μέλη των ομάδων. Όταν ο Δημοσθένης Δώδος (γεν. 1948), φοιτητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και μέλος του Ελληνικού Δημοκρατικού Κινήματος, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τη Δημοκρατική Άμυνα, ταξίδεψε στη Γερμανία και τη Γαλλία, ανακάλυψε αυτή τη διαφορετική πραγματικότητα:
«Όταν έφτασα εκεί [στη Γερμανία] τον Ιούλιο του 1968, ήταν η εποχή που ο Παπανδρέου είχε μόλις αρχίσει να μιλάει για ανταρτοπόλεμο, για να ξεκινήσει ένας ανταρτοπόλεμος στην Ελλάδα. Και εμείς είμαστε έκπληκτοι, ας πούμε, άναυδοι εδώ [στην Ελλάδα]. Τι λέει αυτός ο άνθρωπος; Είχα πάντα την άποψη ότι, ξέρετε, παιδιά, κάποια στιγμή θα μας πιάσουν. Λοιπόν, αν είναι να πάμε φυλακή, τότε πρέπει να κάνουμε κάτι σοβαρό, όχι επειδή σκορπίσαμε μερικά κομμάτια χαρτιού στους δρόμους. Οπότε αν θέλετε βόμβες, εδώ είμαι. Αν όχι, τότε αφήστε με ήσυχο. Δεν ασχολούμαι με χαρτιά, απλά για να τα πετάω. Λοιπόν, οι βόμβες είναι εντάξει, αλλά όχι ανταρτοπόλεμος. Και ο άλλος μας ρωτούσε, γιατί δεν ξεκινάτε τον ανταρτοπόλεμο;»
Στο ίδιο πνεύμα, ο Αντώνης Σωτηράκος, μέλος των Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης, πιθανώς της πρώτης ομάδας που έβαλε βόμβες τον Ιούλιο του 1967, εξηγεί τις ενέργειές του:
«Τότε πιστεύαμε πως αυτή [η δυναμική αντίσταση] ήταν ο μόνος τρόπος που μπορούσε να παρακινήσει τον υπόλοιπο λαό να κάνει κάτι, πως η χούντα δεν ήταν άτρωτη. Οι διαδηλώσεις στο εξωτερικό ήταν καλές, τα συναυλίες επίσης, αλλά δεν είχαν αντίκτυπο στη χούντα. Όποιος ζει εδώ και παλεύει είναι διαφορετικό πράγμα. Και ένας τρόπος να δείξεις πως υπάρχεις ήταν αυτές οι εκρήξεις».
Ωστόσο, θα ήταν απλουστευτικό να δημιουργηθεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών υπήρχαν οργανωτικά δίκτυα, ροή ιδεών και ανθρώπων μεταξύ της Ελλάδας και άλλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Στην πράξη, πολλοί ακτιβιστές που ζούσαν στο εξωτερικό ταξίδευαν στην Ελλάδα μεταφέροντας φυλλάδια, φωτοτυπίες και εκρηκτικά για να βοηθήσουν τις αντιστασιακές ομάδες. Έτσι θεωρώ πως οι συνεντεύξεις δείχνουν προς μια διαφορετική κατεύθυνση, συγκεκριμένα το νόημα και τη σημασία του ένοπλου αγώνα ενάντια στη δικτατορία. Οι ακτιβιστές στις συνεντεύξεις τους μιλούν επανειλημμένα για την επείγουσα ανάγκη να «κάνουν κάτι». Υπήρχε μια βαθιά έλλειψη πίστης στην αποτελεσματικότητα της κρυφής προπαγάνδας. «Το ερώτημα ήταν», λέει ο Γεράσιμος Νοτάρας, «χαρτοπόλεμος, χαρτοπόλεμος, τι θα γίνει με τον χαρτοπόλεμο;». Όπως και οι άλλοι με τους οποίους μίλησα, έδινε προτεραιότητα στη δράση έναντι των ατελείωτων ιδεολογικών συζητήσεων και των πολιτικών μανιφέστων, στις πράξεις έναντι των λέξεων. Επιπλέον, όταν αναφέρονται σε δραστηριότητες της αντιπολίτευσης, υποστηρίζουν την ανωτερότητα του ένοπλου αγώνα σε σύγκριση με άλλες μορφές ακτιβισμού. Ποιο ήταν το νόημα που απέδιδαν στις πράξεις τους;
Όλοι οι συνομιλητές μου ισχυρίζονται πως οι δράσεις τους εξυπηρετούσαν διάφορους σκοπούς. Έδειχναν πως το καθεστώς ήταν ευάλωτο και πως ο καθένας μπορούσε εύκολα να ταράξει τον κρατικό μηχανισμό· έδειχναν πως υπήρχαν ομάδες ανθρώπων που είχαν ξεφύγει από τη σύλληψη και την αστυνομική επιτήρηση και δεν φοβόντουσαν να πολεμήσουν το καθεστώς· τέλος, μέσω αυτής της πρακτικής καθιέρωσαν μια ξεχωριστή πολιτική ταυτότητα, η οποία ανταγωνιζόταν εκείνες τις αντιστασιακές οργανώσεις που αποκήρυσσαν τα βίαια μέσα. Ο στόχος τους, όπως έχουμε ήδη δει, ήταν να «πυροδοτήσουν» ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, ούτε τα βίαια ούτε τα μη βίαια μέσα αντίστασης κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα κίνημα ενάντια στη δικτατορία. Η αδράνεια της ελληνικής κοινωνίας (τουλάχιστον μέχρι το 1972-73) έφερε τους ακτιβιστές σε μια επισφαλή κατάσταση, μια κατάσταση αδυναμίας και απομόνωσης. Ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης ήταν μέλος της Σπουδαστικής Πάλης, μιας αντιστασιακής ομάδας που διέδιδε αντιδικτατορική προπαγάνδα. Περιγράφει το αίσθημα απομόνωσης που οδήγησε τον ίδιο και την ομάδα του να εξετάσουν τη χρήση βίαιων μέσων το 1969:
«Η στροφή προς τη δυναμική αντίσταση ήρθε… επειδή η δικτατορία συνεχιζόταν, όλοι είχαν κυριευτεί από φόβο και είπαμε πως έπρεπε να το αλλάξουμε αυτό, να σπάσουμε αυτόν τον φόβο. Πήγαμε ακόμη πιο πέρα, μιλούσαμε για ένοπλο αγώνα κ.λπ., για κάθε λογής πράγματα. Βρήκαμε κάποια μέσα [δηλ. εκρηκτικά], πέρα από αυτά που είχαμε από τον Κατσάρο. Εν τω μεταξύ, και αυτό έχει να κάνει με αυτό που με ρώτησες πριν, το κίνημα του Μάη του ’68 ήταν σε ύφεση και η υποχώρηση του κινήματος γέννησε αυτό το φαινόμενο στη Γερμανία, τη στροφή προς την ατομική τρομοκρατία. Μπορείς να φανταστείς πόσο πιο εύκολο ήταν να συμβεί αυτό εδώ, με αυτή την κατάσταση καταστολής. Προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή με ανθρώπους στο εξωτερικό, είχαμε διαφωνήσει με την παλιά φρουρά στην Αθήνα επειδή είχαμε δημιουργήσει μια οργάνωση-βιτρίνα με τους Μαοϊκούς και άλλους. Προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή με το εξωτερικό, τους στείλαμε τα φυλλάδιά μας – είχαν δημιουργήσει τη Διεθνή Εργατική Ένωση, ξεκίνησαν στο εξωτερικό και αργότερα ήρθαν εδώ. Προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή… Ήταν η απομόνωση, η παράταση της δικτατορίας, που μας ώθησε…»
Η επανάληψη της φράσης «προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή» τονίζει αυτή την αίσθηση απομόνωσης. Ταυτόχρονα, η αναφορά στην απομόνωση αποτελεί επίσης μέρος μιας διαδικασίας «πλαισίωσης» που του επιτρέπει τις συγκρίσεις μεταξύ της Ελλάδας και της Δυτικής Γερμανίας. Για τον ίδιο, η πολιτική βία δεν ήταν θέμα ιδεολογικής πεποίθησης, αλλά μάλλον αποτέλεσμα της αποτυχίας τους να υπονομεύσουν το καθεστώς με μη βίαια μέσα. Ο Τάσος Δαρβέρης ανήκε στην ίδια ομάδα με τον Μηταφίδη. Στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα, ο Δαρβέρης, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1999, προβάλλει έναν ακόμη λόγο για την στροφή προς τις ένοπλες ενέργειες:
«Η Αντίσταση ήταν απλώς ουτοπική, και αυτό ήταν κάτι που τα ευρύτερα στρώματα της Αριστεράς και των δημοκρατών γενικότερα είχαν αποδεχτεί. Αυτό ήταν βολικό για πολλούς ανθρώπους, επειδή ισοδυναμούσε με θεωρητικοποίηση της αδράνειάς τους. Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι ίσχυε. Η πραγματικότητα βρισκόταν μπροστά στα μάτια σου κάθε μέρα: οι άνθρωποι πήγαιναν στη δουλειά όπως πάντα και ο τρόπος ζωής της συντριπτικής πλειοψηφίας δεν είχε αλλάξει σε σύγκριση με τα χρόνια πριν τη δικτατορία. Δεν υπήρχε αντίδραση [προς το καθεστώς] πέρα από τα ραδιοκύματα των ξένων ραδιοφωνικών σταθμών, μερικά φυλλάδια κακής ποιότητας που τυχαία μπορεί να έπεφταν στα χέρια σου, τα νέα μιας σύλληψης που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα… Και αν κοίταζες βαθιά μέσα σου, θα διαπίστωνες ότι ο μόνος λόγος που σε έκανε να αντισταθείς στη δικτατορία ήταν εκείνο το αίσθημα προσωπικής ακεραιότητας, που από καιρού εις καιρόν φώναζε ότι ήταν ντροπή, αν κάποτε είχες πιστέψει σε κάτι, να αφήσεις αυτό το ‘κάτι’ να τσαλαπατηθεί κάτω από τη μπότα των συνταγματάρχων».
Το να «κάνει» αντίσταση ήταν ένας τρόπος να ανασυνθέσει τη δική του υποκειμενικότητα. Απογοητευμένος από την αδράνεια της κοινωνίας, ο Δαρβέρης θεωρούσε τον ακτιβισμό ως τρόπο για να διεκδικήσει τη δική του ικανότητα δράσης ή να αποκαταστήσει μια ορισμένη αίσθηση «προσωπικής ακεραιότητας» που είχε χαθεί. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο «μαζικό κίνημα», αλλά μόνο η ανάγκη να αντιμιλήσει ή, μάλλον, να αντισταθεί. Τα κίνητρα ήταν αυτοαναφορικά και σχετίζονταν με την κατασκευή του εαυτού. Από το μυθιστόρημά του προκύπτουν δύο πτυχές της υποκειμενικότητας που ανασυνέθεσε ο ένοπλος αγώνας και που μπορούν να εντοπιστούν και στις συνεντεύξεις. Η πρώτη πτυχή αφορά την κατασκευή της αρρενωπότητας. Όταν οι συνεντευξιαζόμενοι μιλούν για τις βόμβες που ετοίμασαν και τοποθέτησαν, αναφέρονται στο θυμό, την υπερηφάνεια, το «κότσια», το να είναι ενεργητικοί, εφευρετικοί και τολμηροί – ιδιότητες που αποδίδονται στην ανδρική ταυτότητα και επιτέλεση. Η δεύτερη πτυχή της υποκειμενικότητάς τους είναι η αλληλεξάρτηση μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού. Η στάση του Δαρβέρη είναι παρόμοια με εκείνη των ακτιβιστών του 1968 στη Δυτική Ευρώπη, που χαρακτηριζόταν από «υψηλό βαθμό ατομικής δέσμευσης και προσωπικής εμπλοκής». Οι ακτιβιστές που ήταν σε ένοπλες ομάδες μοιράζονταν την αίσθηση πως ήταν ατομική ευθύνη και καθήκον τους να πολεμήσουν το καθεστώς, και με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να ανασυγκροτηθούν ως πολιτικά υποκείμενα. Η ισχυρή προσήλωση βοήθησε τους ακτιβιστές να ξεπεράσουν την απογοήτευση, την διστακτικότητα ή τους φόβους σχετικά με τις ενέργειές τους και έκανε την υποκειμενικότητά τους πιο άκαμπτη, επειδή η συμμετοχή σε ένοπλες ομάδες απαιτούσε επαγρύπνηση και μυστικότητα. Ο υψηλός κίνδυνος που συνδέεται με την τοποθέτηση βομβών και η δημοσιότητα που απέκτησαν αυτές οι ενέργειες τους έκανε επίσης να θεωρούν αυτή τη μορφή ακτιβισμού ανώτερη από τα μη βίαια μέσα, δηλαδή τον «χαρτοπόλεμο».
Στις αφηγήσεις των ακτιβιστών μπορεί κανείς να διακρίνει απογοήτευση όχι για τις ενέργειές τους, αλλά για την αποτελεσματικότητά τους. Ο Γιώργος Κίσσονας (γεν. 1932), μέλος του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος στη Δυτική Γερμανία και υπεύθυνος για την επικοινωνία με ένοπλες ομάδες στην Ελλάδα, είναι ο πιο πικραμένος από τους ερωτηθέντες. Μιλώντας για την άρνησή του να παραβρίσκεται στη δεξίωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου, αναφέρει:
«Κάθε χρόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μου στέλνει πρόσκληση να παρευρεθώ στη δεξίωση που πραγματοποιείται στο Προεδρικό Μέγαρο. Η πρόσκληση αναφέρει ‘για την αποκατάσταση της δημοκρατίας’. Κάθε φορά που τη βλέπω, θυμώνω. Δεν έχω πάει ποτέ. Το πρώτο ερώτημα είναι: τι είδους δημοκρατία είχαμε πριν [το πραξικόπημα] και την αποκαταστήσαμε; Το δεύτερο, και πιο σημαντικό, ποιος την αποκατέστησε; Εμείς; Όχι, δυστυχώς, ο Ecevit το έκανε. Λοιπόν, τι γιορτάζουμε; Για να γιορτάσουμε την επιστροφή του Καραμανλή; Ας το γιορτάσουμε, δεν έχω αντίρρηση. Αλλά την αποκατάσταση της δημοκρατίας; Με τη μισή Κύπρο».
Η παρατήρηση του Κίσσονα πως δεν υπάρχει λόγος να γιορτάσουμε την αποκατάσταση της δημοκρατίας δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της δεν έχει συμφιλιωθεί με το πρόσφατο παρελθόν της, και ειδικότερα με τη συμβιβαστική στάση της απέναντι στη δικτατορία. Ένα φοιτητικό κίνημα δεν εμφανίστηκε παρά μόνο στα τέλη του 1972 και κορυφώθηκε με την Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο 1973, η οποία καταστάληκε βίαια από το καθεστώς. Το φοιτητικό κίνημα θεωρούσε τους ακτιβιστές των ένοπλων ομάδων ως «ήρωες», αλλά ήταν ένα εντελώς νέο φαινόμενο: μια διαφορετική ηλικιακή ομάδα, αυθόρμητες, καινοτόμες πρακτικές, αδύναμοι δεσμοί με τις αντιστασιακές πολιτικές οργανώσεις και μαζική απήχηση, τουλάχιστον μεταξύ των νέων. Το φοιτητικό κίνημα δεν κατάφερε να ανατρέψει το καθεστώς, και λίγες ημέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης τον Γεώργιο Παπαδόπουλο διαδέχθηκε ένας σκληροπυρηνικός, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Το στρατιωτικό καθεστώς κατέρρευσε τελικά τον Ιούλιο του 1974, όταν ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην Κύπρο. Ο Αντώνης Λιάκος, ιστορικός και μέλος της Λαϊκής Πάλης, ο οποίος, όπως και οι σύντροφοί του Μηταφίδης και Δαρβέρης, φυλακίστηκε για τις δραστηριότητές του, θυμάται πως ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1970 υπήρχε μεταξύ των ακτιβιστών «ένα διάχυτο αίσθημα πως η αναμενόμενη επανάσταση δεν είχε έρθει και πως ο καιρός της είχε περάσει». Μια αίσθηση απογοήτευσης παραμένει μέχρι σήμερα, επειδή ούτε οι βόμβες ούτε ο λαός ανέτρεψαν τη δικτατορία. Αν και αισθάνονται πως οι ενέργειές τους τότε ήταν δικαιολογημένες, ο τόνος τους δεν είναι αυτάρεσκος. Η απογοήτευση υποδηλώνει πως υπάρχει μια απόσταση από το παρελθόν, η οποία αποτελεί πηγή αυτοστοχασμού, ενός νέου είδους συνειδητοποίησης, σχετικά με το νόημα και τον αντίκτυπο του ακτιβισμού στην κοινωνία τότε και σήμερα.
Μετά το 1968, πολλές οργανώσεις στη Δυτική Ευρώπη είδαν την πολιτική βία ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, τη «σπίθα» που θα έθετε την κοινωνία σε κίνηση. Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, αλλά σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο. Οι αναφορές των ακτιβιστών στην Ιταλία, τη Δυτική Γερμανία ή την Ελλάδα ήταν παρόμοιες, συγκεκριμένα ο Guevara και ο Marighella, η Κούβα και το Βιετνάμ, αλλά η κρίσιμη διαφορά είναι πως οι ένοπλες ομάδες στην Ελλάδα δεν εμφανίστηκαν παρά μόνο μετά το πραξικόπημα και όχι από πριν. Οι συνταγματάρχες επέβαλαν μια αδίστακτη δικτατορία που στέρησε τους Έλληνες από τα μέσα νόμιμης αντιπολίτευσης, και έτσι για τους ακτιβιστές κάθε μορφή αντιπολίτευσης ήταν νόμιμη και δίκαιη. Οι βόμβες πίστευαν πως θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη δικτατορία, και πως ταυτόχρονα αυτές οι ενέργειες ήταν ένας τρόπος να ανασυγκροτηθούν ως πολιτικά υποκείμενα. Το ερώτημα της νομιμότητας της βίας είναι εμφανές στις αναμνήσεις τους και στον τρόπο με τον οποίο δίνουν νόημα στο παρελθόν τους. Για τον λόγο αυτό, σε αντίθεση με πρώην τρομοκράτες στη Γερμανία ή την Ιταλία, δεν εκφράζουν λύπη για τις πράξεις τους, αλλά μάλλον αισθάνονται δικαιωμένοι – σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό το γεγονός πως το κράτος μετά το 1974 αναγνώρισε τη συμβολή όλων αυτών των αγωνιστών. Η ανάμνηση είναι μια διαδικασία αυτοστοχασμού και επεξεργασίας της εμπειρίας του παρελθόντος. Στην περίπτωση των Ελλήνων ακτιβιστών, ο αυτοστοχασμός, δηλαδή η σύνδεση της υποκειμενικότητας του παρελθόντος με εκείνη του παρόντος, αφορά τη θέση του ριζοσπαστισμού του παρελθόντος στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και του παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας.
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
