Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Bulletin of Anarchist Research (UK) 24. Ο Sharif Gemie είναι ακτιβιστής και καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Ουαλίας.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Δημοσιεύθηκε την

Το «νόημα» είναι ένας σπάνιος πόρος και γίνεται ακόμη πιο σπάνιος. – Jürgen Habermas

 

Πρόλογος

Άρχισα να διαβάζω Habermas την άνοιξη του 1990 και από τότε περιμένω να διαβάσω μια αναρχική ερμηνεία του έργου του. Καθώς δεν έχει γραφτεί καμιά – πέρα από κάποια αινιγματικά σχόλια της Karen Goaman – ανέλαβα ο ίδιος αυτό το έργο. Όλα όσα ακολουθούν είναι σε πολύ πρώιμο στάδιο, αλλά θα τα θεωρήσω «επιτυχία» αν προκαλέσουν τις απαντήσεις άλλων ανθρώπων.

Αρχίζω εξηγώντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρήχθη το έργο του Habermas, γιατί φαίνεται πως η σημασία του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κατάσταση ενός ορισμένου κύκλου συζητήσεων κατά τη στιγμή της παρέμβασής του.

I.

Άκουσα πρώτη φορά για τον Habermas κατά τη διάρκεια ενός ερευνητικού σεμιναρίου για ένα δοκίμιο, την Μεταμοντέρνα Κατάσταση (La condition postmoderne: rapport sur le savoir) του Jean-Francois Lyotard. Το δοκίμιο, το οποίο είχε τη μορφή μιας κομψής αλλά ουσιαστικά πολεμικής αντίκρουσης της σκέψης του Habermas, με ενόχλησε πάρα πολύ. Βρήκα το ύφος του Lyotard επιτηδευμένο, τη σκέψη του μάλλον επιδεικτική παρά πραγματικά ριζοσπαστική και την πολιτική του ελιτίστικη. Η συζήτησή μας ξεκίνησε με την εξέταση ενός συγκεκριμένου σημείου: Τον ισχυρισμό του Lyotard πως η αναζήτηση συνοχής στην πολιτική ήταν μια ουσιαστικά φασιστική παρόρμηση. Προς έκπληξή μου, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο σεμινάριο το θεώρησαν αυτό δεδομένο και δεν ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν αυτό το σημείο. Η αντίδραση μου ήταν να μάθω περισσότερα για τον συγγραφέα που επέκρινε ο Lyotard.

Σήμερα, οι ριζοσπάστες πολιτικοί και πολιτιστικοί φιλόσοφοι μοιάζουν να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα: τους Γερμανούς (που ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό διάφορες εκδοχές της Κριτικής Θεωρίας) και τους Γάλλους. Ωστόσο υπάρχει κάποιο κοινό έδαφος που μοιράζονται και τα δύο στρατόπεδα: και τα δύο έχουν διαμορφωθεί από τη «γλωσσική στροφή» της φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. Αυτή η φράση φαίνεται να σημαίνει πολλά πράγματα. Από μία έννοια, όπως ακριβώς οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα έβλεπαν τα μαθηματικά ως το βασικό μοντέλο της επιστήμης πάνω στο οποίο θα μπορούσαν και θα έπρεπε να οικοδομηθούν όλες οι άλλες μορφές ορθολογικής σκέψης, έτσι και σήμερα οι περισσότεροι φιλόσοφοι δίνουν στη γλωσσολογία μια παρόμοια θέση. Κατά συνέπεια, οι σύγχρονοι φιλόσοφοι δίνουν μεγάλη έμφαση στο ρόλο που διαδραματίζει η γλώσσα στην ενεργό διαμόρφωση εννοιών, νοοτροπιών, ακόμη και πολιτισμών. Η ιδέα αυτή οδηγείται στο λογικό άκρο της από τους (κυρίως Γάλλους) μεταδομιστές και αποδομητές, οι οποίοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα στην πραγματικότητα δημιουργεί – «τα κείμενα μιλούν σε κείμενα» – ενώ οι συγγραφείς είναι απλώς πειθήνια πιόνια στις ευρύτερες κινήσεις κάποιας τεράστιας γλωσσολογικής ανάπτυξης.

Η «γλωσσική στροφή» περιλάμβανε μια σειρά από άλλα ζητήματα. Έχοντας προτείνει πως η γλωσσολογία θα λειτουργούσε ως ένα είδος βασικού μοντέλου, στη συνέχεια έγινε αναγκαίο να οριστεί αυτό το μοντέλο με μεγαλύτερη ακρίβεια. Αρχικά, το έργο που παρήγαγε ο Ferdinand Saussure στις αρχές του 20ου αιώνα φάνηκε ζωτικής σημασίας: Ο Saussure διέκρινε μεταξύ της απλής «ομιλίας» – του είδους των εκφράσεων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην καθημερινή επικοινωνία – και της «γλώσσας» η οποία είναι βασίζεται πάνω σε βαθύτερες γραμματικές δομές. Το μοντέλο αυτών των δομών ήταν αυτό που ενθουσίασε το πρώτο κύμα των στοχαστών του δομισμού: υποστήριζαν πως οι λέξεις, τα γεγονότα, οι τελετουργίες και ακόμη και τα άτομα δεν είχαν νόημα από μόνα τους, αλλά μπορούσαν να κατανοηθούν ως μέρος βαθύτερων δομών. Συγγραφείς όπως ο Levi-Strauss και ο Roland Barthes, που παρήγαγαν το κύριο μέρος του έργου τους στις δεκαετίες του 1950 και του ’60, χρησιμοποίησαν αυτού του είδους έννοιες στις αντίστοιχες μελέτες τους για την ανθρωπολογία και τη λογοτεχνική κριτική.

Ωστόσο, το δεύτερο και το τρίτο κίνημα της «γλωσσικής στροφής» παρήγαγαν διαφορετικά μοντέλα της γλώσσας. Ενώ ο Saussure, ο Levi-Strauss και ο Barthes είχαν όλοι, με διαφορετικούς τρόπους, ακολουθήσει ένα είδος ορθολογικής προσέγγισης μέσω της οποίας η μελέτη μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη του νοήματος, οι μεταδομιστές και οι αποδομητές – όπως ο Derrida – αμφισβήτησαν την ερμηνεία της φύσης της γλώσσας. Ενώ αποδέχονταν την άποψη πως η γλώσσα διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην κατασκευή κοινωνικών ταυτοτήτων και πολιτισμού, υποστήριζαν πως ήταν ένα ασυνάρτητο, παράλογο και παραπλανητικό μέσο. Η λογική – βασισμένη σε γλωσσικές μορφές – δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανακάλυψη του νοήματος, επειδή δεν υπάρχει νόημα, δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από το κείμενο: ο ρόλος του αναγνώστη είναι να αποκρυπτογραφήσει, να ξεπεράσει την προσπάθεια του κειμένου να επιβάλει νόημα σε έναν κόσμο που είναι ουσιαστικά δίχως νόημα.

II.

Ιδέες αυτού του είδους αποτελούν ξεκάθαρα μια εξελιγμένη πρόκληση για τις πολιτικές βεβαιότητες που παρουσίαζαν οι μεγάλες ιδεολογίες του 19ου αιώνα και αντανακλούν την αίσθηση αβεβαιότητας που ένιωθαν πολλοί ακαδημαϊκοί στον μεταπολεμικό κόσμο. Η σκέψη αυτή έχει χαρακτηριστεί ως «μεταμοντέρνα»: οι βεβαιότητες που επιδίωξε ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα και οι πολιτικοί του κληρονόμοι (φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός … και αναρχισμός;) κρίθηκαν περιττές και έτσι απορρίφθηκαν.

Η σκέψη του Habermas είναι σε μεγάλο βαθμό κατάρριψη της μεταμοντέρνας σκέψης. Οι ρίζες του βρίσκονται στην Κριτική Θεωρία τύπου Σχολής της Φρανκφούρτης (Fromm, Marcuse, Adorno, Horkheimer), αλλά απομακρύνεται από αυτές προτείνοντας την επανεκτίμηση της ορθολογιστικής κληρονομιάς και αναπτύσσοντας μια σύνθετη, διττή επιχειρηματολογία. Πρώτον, απέναντι στους μεταμοντερνιστές υποστηρίζει απλώς ότι ο ορθολογισμός είναι εφικτός. Εξαντλητικά – ακόμη και υπερβολικά εξαντλητικά! – ο Habermas συζητά και αναλύει διαφορετικούς τρόπους και ερμηνείες του ορθολογισμού. Το μοντέλο του επιθυμητού ορθολογισμού που προκύπτει από τα έργα του απέχει πολύ από τον ατομικιστικό εργαλειακό λόγο που επικρίνει ο Adorno: ο Habermas υποστηρίζει πως η ποιότητα του «ορθολογισμού» δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που ανήκει χονδροειδώς σε κάποιον μεμονωμένο ομιλητή ή δρώντα, αλλά γνώρισμα που μπορεί να είναι παρόν μόνο μέσω της κατασκευής του από πολλούς συμμετέχοντες σε ένα διάλογο. Με άλλα λόγια, η ορθολογικότητα μπορεί να είναι η ποιότητα μιας συζήτησης, αλλά όχι ενός μόνο ομιλητή. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως το επιχείρημα του Habermas δεν είναι ότι η ορθολογικότητα είναι ένα καθολικό χαρακτηριστικό που μοιράζονται όλες οι επικοινωνίες, αλλά απλώς πως είναι δυνατόν να φανταστούμε συνθήκες κατά τις οποίες καθίσταται βιώσιμη: οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν αναγκαστικά έναν βαθμό σχετικής ισότητας μεταξύ των ομιλητών.

Ο Habermas διαφέρει από τους περισσότερους στοχαστές του μεταμοντερνισμού στο ότι εστιάζει στην πραγματική ομιλία και όχι στους αφηρημένους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας. Αν και αυτό δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αναρχική» αντίληψη, δείχνει πως υπάρχει ένας δημοκρατικός χαρακτήρας που συχνά απουσιάζει από τη συνειδητά ελιτίστικη σκέψη που προκύπτει από στην έμφαση του μεταμοντερνισμού στους αφηρημένους γραμματικούς κανόνες. Υπάρχουν επίσης ομοιότητες με τις ιδέες του Chomsky για τις βασικές, βιολογικές ανθρώπινες δυνατότητες να εκφράζονται μέσω του λόγου.

Μια απάντηση σε αυτά τα επιχειρήματα του Habermas θα ήταν να πούμε πως αυτό είναι προφανές: δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να ξοδέψουμε περίπου 400 και πλέον σελίδες για να επεξεργαστούμε το θέμα. Τέτοια σχόλια αγνοούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάζεται ο Habermas: επιδιώκει να συζητήσει με τους μεταμοντέρνους λέξη προς λέξη, και όχι απλώς να αντικρούσει τους ισχυρισμούς τους.

Ο Habermas αναπτύσσει τις ιδέες του για να προτείνει μια επανεπεξεργασία του μαρξισμού. Σύμφωνα με τον Habermas, ο Marx αποδέχθηκε την αρχική πρόταση του Hegel (και του Διαφωτισμού) πως ο Λόγος είναι το ουσιαστικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Η διαφορά του με τον Hegel βρίσκεται στο γεγονός πως, αντί να θεωρεί πως ο Λόγος εκφράζεται καλύτερα μέσω της συνειδητής ενασχόλησης των ανθρώπων με «καθολικούς», φιλοσοφικά προσανατολισμένους, νόμους, ο Marx θεώρησε την εργασία ως μορφή δημιουργικού εξορθολογισμού. Ο Habermas διαφωνεί με τον Marx σε αυτό το σημείο και υποστηρίζει πως η κεντρική ιδιότητα στην οποία θα πρέπει να δώσουμε έμφαση είναι η ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν δομές επικοινωνίας. Πολλά από τα ιστορικά σκίτσα που παρουσιάζει είναι προσπάθειες να ανιχνεύσει την ανάπτυξη των κοινωνιών – που τις αντιλαμβάνεται ως δομές επικοινωνίας – από την αυγή του πολιτισμού μέχρι σήμερα. Το σημείο στο οποίο δίνει έμφαση ο Habermas είναι η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της κοινωνικής οργάνωσης. Χωρίς να ρομαντικοποιεί τις πρώιμες ανθρώπινες κοινωνίες, ο Habermas θεωρεί πως χαρακτηρίζονται από μια ενότητα, ένα είδος πολιτισμικής συναίνεσης. Αυτή η ενότητα κατακερματίζεται όλο και περισσότερο μέσω της ανάπτυξης ενός ξεχωριστού κυρίαρχου στρώματος, που λειτουργεί σύμφωνα με έναν διαφορετικό τύπο επικοινωνιακών πρακτικών σε σχέση με την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ο Habermas ιχνηλατεί την ανάπτυξη αυτού του κυρίαρχου στρώματος. Από τους σχεδόν οικογενειακούς κανόνες του πρώιμου πολιτισμού, αναπτύχθηκε μια πιο αφηρημένη, λιγότερο εξατομικευμένη έννοια του  νόμου. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα η κοινωνία έγινε πιο περίπλοκη: στη θέση ενός απλού διττού μοντέλου κράτους και κοινωνίας, ή δημόσιου και ιδιωτικού, μια τρίτη σφαίρα ανθρώπινης δραστηριότητας – ένα «σύστημα» στο λεξιλόγιο του Habermas – κάνει την εμφάνιση της: η οικονομία. Ο σύγχρονος καπιταλισμός θεωρείται ως μια βαθιά καινοτόμα ρήξη με τα μεσαιωνικά πρότυπα, καθώς πρόκειται για ένα απολιτικό και ανήθικο σύστημα, το οποίο δικαιολογεί την ανάπτυξή του με αναφορά στο φυσικό δίκαιο. Ο Habermas υποστηρίζει πως η μόνιμη κρίση εντός του καπιταλιστικού κόσμου επικεντρώνεται γύρω από τη νομιμοποίηση του κράτους και της οικονομίας μέσα σ’ αυτό το πολιτικο-πολιτισμικό πλαίσιο. Από τη μία πλευρά, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς κρατική παρέμβαση· από την άλλη πλευρά, τη στιγμή που το κράτος παρεμβαίνει, η οικονομική σφαίρα χάνει τον φαινομενικά απολιτικό της χαρακτήρα και επομένως γίνεται επιρρεπής σε πιο διαρκείς και διχαστικούς συλλογικούς αγώνες. Η «λύση» που υιοθετούν οι δυτικές κοινωνίες είναι ένα είδος μόνιμης διαχείρισης της κρίσης: υπάρχει η τάση να ταλαντεύονται μεταξύ της κρατικής παρέμβασης και της ρητορικής της ελεύθερης αγοράς, ενώ άλλες κοινωνικές-δομικές τακτικές αναπτύσσονται για να εκτονώσουν κάθε λανθάνουσα ταξική πάλη. (Οι μαρξιστικές ρίζες του Habermas φαίνονται σε αυτή την προσπάθεια του να εξηγήσει γιατί το προλεταριάτο δεν έχει εξεγερθεί). Οι δυτικές κοινωνίες περνούν από μια διαδικασία περαιτέρω κατακερματισμού, κατά την οποία σχεδόν όλες οι πτυχές της ζωής διαμερισματοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέπεται η συνειδητοποίηση του συνόλου των κοινωνικών προβλημάτων.

III.

Το έργο του Habermas γίνεται πιο ασαφές όταν προχωρεί στην εξέταση λύσεων. Ο ισχυρισμός του είναι ότι το πρόταγμα της νεωτερικότητας – μια ορθολογική κοινωνία, βασισμένη σε συνεκτικούς, καθολικά κατανοητούς και αποδεκτούς κανόνες – εξακολουθεί να παραμένει η καλύτερη ελπίδα για το ανθρώπινο γένος. Είναι σαφές πως ο φιλελεύθερος καπιταλισμός απέτυχε να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο, και οι «μικτές» οικονομίες που ακολούθησαν λειτούργησαν απλώς ως προσωρινές λύσεις. Η σκέψη του Habermas φαίνεται να εμπεριέχει τη δυνατότητα ότι κάποια νέα πολιτική δύναμη θα πάρει τη θέση της νεωτερικότητας, αλλά δεν είναι σαφές αν αυτό θα είναι ένα καλύτερο είδος φιλελευθερισμού, ένας ανανεωμένος μαρξισμός ή κάποια εντελώς νέα μορφή κοινωνικού κινήματος.

Η αντιεξουσιαστική ρητορική που χρησιμοποιεί η αποδόμηση και άλλοι μεταμοντέρνοι φαίνεται να υποδηλώνει μια σύνδεση με τον αναρχισμό: ωστόσο, η ομοιότητα είναι μόνο επιφανειακή. Η άρνηση του μεταμοντερνισμού να δεχτούν ακόμη και τη δυνατότητα ορθολογικής συζήτησης μας αφήνει με έναν κόσμο στον οποίο η πολιτική φιλοσοφία έχει εκπέσει απλά σε πολιτική της εξουσίας. Ενώ αυτό μπορεί να φαίνεται μια ελκυστικά κυνική εξήγηση για πολλές ακαδημαϊκές καριέρες, αποτυγχάνει εντελώς να παρουσιάσει – ή ακόμη και να επιτρέψει – μια μορφή σκέψης μέσα στην οποία μπορούν να γεννηθούν ριζοσπαστικά σχέδια. Η πιο μετρημένη και προσεκτική φιλοσοφία που παρουσιάζει ο Habermas φαίνεται να επιτρέπει τουλάχιστον τη δυνατότητα μιας σημαντικής ριζοσπαστικής φιλοσοφίας.

Στο συγγραφικό του έργο ο Habermas δεν κάνει σχεδόν καμία αναφορά στον αναρχισμό. Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση με μια μορφή αναρχικής σκέψης στην σημασία που δίνει στη σημασία των καθημερινών μορφών επικοινωνίας. Σε πολλά αποσπάσματα του φαίνεται να αντηχούν οι ελπίδες του Godwin για τις δυνατότητες των ανθρώπων να δρουν και να δημιουργούν με ορθολογικό τρόπο. Φυσικά, η εξελιγμένη πολιτική φιλοσοφία του Habermas δεν διαθέτει την αφελή αισιοδοξία που χαρακτηρίζει το έργο του Godwin. Δεν θεωρεί – σε αντίθεση με τον Godwin – πως υπάρχει κάπου εκεί έξω μια μη προβληματική πραγματικότητα η οποία μπορεί απλώς να κατανοηθεί με διανοητική προσπάθεια, αλλά – όπως ο Godwin – θεωρεί πως οι προσπάθειες να συζητηθεί, να κατανοηθεί και να καθοριστεί το νόημα αποτελούν ουσιαστικό μέρος μιας ριζοσπαστικής ατζέντας για την αλλαγή της κοινωνίας.

πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com