Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Barcelona Metròpolis 136. Ο Enzo Traverso είναι ιστορικός, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ.
Δημοσιεύθηκε την
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Πριν από πενήντα χρόνια, ο θάνατος του Franco δημιούργησε μια διπλή αίσθηση: από την μια, μια δικαιολογημένη ελπίδα για μια πιθανή μετάβαση στη δημοκρατία στην Ισπανία· από την άλλη, την διάχυτη πεποίθηση πως η εποχή του φασισμού είχε τελειώσει. Αυτό δεν ήταν λάθος, το τέλος όμως του ιστορικού φασισμού δεν σημαίνει το τέλος του φασισμού του ίδιου. Ο 21ος αιώνας αποκάλυψε νέες μορφές φασισμού, διαφορετικών από τους παλιούς, αλλά το ίδιο επικίνδυνους και θανάσιμους για τη δημοκρατία.
Η μεταμόρφωση του φασισμού ίσως να αναγγέλθηκε με την δικτατορία του Pinochet στη Χιλή, που αναπαρήγαγε πολλά χαρακτηριστικά της φασιστικής βίας, συμπεριλαμβανόμενων των στρατοπέδων συγκέντρωση, και προανήγγειλε μια νέα εποχή νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Στην Ευρώπη, αφού κατέστρεψε την αριστερά και τα εργατικά συνδικάτα, ο φασισμός προσπάθησε να ενσωματώσει την εργατική τάξη στο σύστημα εξουσίας του υιοθετώντας απολυταρχικές πολιτικές πρόνοιας. Στη Χιλή, ο Pinochet συνδύασε την βαρβαρότητα μιας στρατιωτικής δικτατορίας με την αγριότητα μιας κοινωνίας αγοράς.
Το γεγονός παραμένει πως, ανεξάρτητα από τις γενεαλογίες τους, ένα νέο κύμα αυταρχισμού, ακροδεξιών κινημάτων και κυβερνήσεων αναδύεται σε παγκόσμια κλίμακα, φέρνοντας ξανά στο επίκεντρο το ζήτημα του φασισμού. Ο Donald Trump, ο Javier Milei, ο Viktor Orbán και η Marine Le Pen δεν παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως φασίστες, ακόμη και η Giorgia Meloni, η οποία δεν έκρυψε ποτέ το θαυμασμό της για τον Mussolini, εγκατέλειψε κάθε αναφορά στο φασισμό όταν έγινε αρχηγός της κυβέρνησης. Δημιουργούν, ωστόσο, ένα σύμπλεγμα που, παρά κάθε εμφανή και αναμφισβήτητη διαφορά, θυμίζει ενστικτωδώς το φασισμό.
Ίσως αντιμετωπίζουμε ένα είδος «μεταφασισμού», μια έννοια που αναφέρεται τόσο στην ιστορική απόσταση από το κλασικό φασισμό όσο και σε μια σημαντική αλλαγή στα ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του. Αντίθετα με τους φασίστες ηγέτες του 20ου αιώνα που απεχθάνονταν ανοιχτά την δημοκρατία, η μεταφασιστική ρητορική δεν είναι αντιδημοκρατική. Τα νέα ακροδεξιά κόμματα και κυβερνήσεις αποδέχονται το θεσμικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Θέλουν να καταστρέψουν τη δημοκρατία από μέσα, όχι από έξω. Είναι απειλή για την δημοκρατία, δεν συμπεριφέρονται όμως όπως ο ιστορικός φασισμός. Αμφισβητούν την κλασική διάκριση μεταξύ φασισμού και δημοκρατίας, σε μια εποχή που η ίδια η δημοκρατία μοιάζει εξουθενωμένη, απαξιωμένη, λεηλατημένη και απογυμνωμένη από τις αυθεντικές της αρχές.
Ο J.D. Vance – αντιπρόεδρος των ΗΠΑ – ταξιδεύει στο Μόναχο για να εξισώσει την ελευθερία με την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD, Alternative für Deutschland)· η Giorgia Meloni υπερασπίζεται την ιταλική δημοκρατία ενάντια σε μια απειλή που ενσαρκώνεται από τον αντιφασισμό· όλες οι δυτικές κυβερνήσεις υπερασπίζονται το Ισραήλ ως μια δημοκρατική νησίδα περικυκλωμένη από σκοταδιστές βάρβαρους και στηρίζουν μια γενοκτονία στο όνομα του της καταπολέμησης του αντισημιτισμού· προωθούν ρατσιστικά και ξενοφοβικά μέτρα για να υπερασπιστούν την δημοκρατία από τον Ισλαμικό φονταμενταλισμό· και επαναλαμβάνουν την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ενώ εξαπολύουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές εκστρατείες εναντίον μεταναστών, μερικές φορές εκτοπίζοντάς τους σε αυτό που ισοδυναμεί με σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η γλώσσα τους έχει αλλάξει το νόημα των λέξεων μέσω μιας οργοευλιανής μεταμόρφωσης.
Μια Απόλυτα Συντηρητική Μορφή Μεταφασισμού
Παραδόξως, η «καινοτομία» αυτής της αναδυόμενης ακροδεξιάς είναι ο συντηρητισμός της. Στο τέλος του 1ου ΠΠ, ο φασισμός είχε μια έντονη ουτοπική διάσταση. Παρουσίαζε τον εαυτό του ως επανάσταση, μιλούσε για το Νέο Άνθρωπο, το χιλιετές Ράιχ και ούτω καθεξής. Ο φασισμός έλεγε πως ο κόσμος κατέρρεε και πρόσφερε μια εναλλακτική για το μέλλον. Με άλλα λόγια, είχε έναν ουτοπικό ορίζοντα. Σήμερα, ο μεταφασισμός είναι απόλυτα συντηρητικός. Προειδοποιεί για την «μεγάλη αντικατάσταση» που απειλεί το Δυτικό πολιτισμό και προτίθεται να υπερασπιστεί τις παραδοσιακές αξίες: οικογένεια, κυριαρχία, εθνικές κουλτούρες, «Ιουδαιοχριστιανικό» πολιτισμό και τα λοιπά.
Σε γενικές γραμμές, αυτά τα κινήματα έχουν χάσει την ικανότητα τους να εμπνέουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν ένα διαφορετικό μέλλον· υπόσχονται την αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας (οικονομική, πολιτική, κοινωνική και ψυχολογική ασφάλεια). Ακόμα και το σύνθημα του Donald Trump, «Κάντε την Αμερική Ξανά Μεγάλη», το πιο σημαντικό για τους οπαδούς του, δεν είναι ένα σύνθημα κατάκτησης αλλά μια επιθυμία για επιστροφή σε μια χαμένη χρυσή εποχή, όταν οι ΗΠΑ ήταν ισχυρή και ευημερούσα. Ενώ οι ΗΠΑ ονειρεύονται τον Καναδά και τη Γροιλανδία για να ενισχύσουν τη θέση τους ως υπερδύναμη, έχει εγκαταλείψει τις πρότερες ηγεμονικές τους φιλοδοξίες. Το όνειρο της εγκαθίδρυσης μιας παγκόσμιας τάξης των ΗΠΑ έχει εγκαταλειφθεί.
Αυτό που είναι καινούριο – και θυμίζει την τη δεκαετία του 1930 – είναι η ικανότητα του μεταφασισμού να βρουν ένα οργανικό δεσμό μεταξύ των οικονομικών ελίτ, όπως έδειξε εντυπωσιακά η τελετή ορκωμοσίας του Trump. Ίσως το πιο πιθανό σενάριο για τα επόμενα χρόνια είναι μια απολυταρχική μορφή του νεοφιλελευθερισμού· σήμερα, έχουν γίνει αξιόπιστος συνομιλητής των οικονομικών ελίτ στην ΕΕ, τις ΗΠΑ και επίσης σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Φυσικά είναι δύσκολο να προβλέψουμε πόσο θα κρατήσει αυτή η νέα συμμαχία μεταξύ μεταφασισμού και νεοφιλελευθερισμού. Στην ΕΕ, είμαστε ακόμη πολύ μακριά από την ολιγαρχική εξουσία που αναδύεται στις ΗΠΑ υπό τον Trump, αλλά υπάρχει μια παρόμοια τάση. Αυτό που μοιάζει πολύ ξεκάθαρο είναι πως οι νεοφιλελεύθερες ελίτ δεν επιθυμούν ένα «απόλυτο κράτος» όπως η Ιταλία του Mussolini, η Γερμανία του Hitler ή η Ισπανία του Franco· ο σκοπός τους είναι μια κατάσταση εξαίρεσης που αναστέλλει τη δημοκρατία με την εγκαθίδρυση της δικής τους εξουσίας, μια πολιτική εξουσία βασισμένη στην αρχή της «αυτονομίας του κεφαλαίου», που είναι διαφορετική από την «αυτονομία του πολιτικού» που θεωρητικοποιήθηκε από φασίστες ιδεολόγους όπως ο Carl Schmitt. Ο μεταφασισμός είναι «αποφασιστικός» (βλ. Decisionism) στο βαθμό που απεχθάνεται τα κοινοβούλια, κυβερνά με διατάγματα και αμφισβητεί πολλούς συνταγματικούς νόμους, αλλά ο απολυταρχισμός του μεταρρυθμίζεται και διορθώνεται από τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Ο Carl Schmitt συναντά τον Friedrich von Hayek.
Η Συμμαχία Μεταξύ Ακροδεξιάς και Ελίτ
Η στρατηγική στροφή ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Στο παρελθόν, οι ακροδεξιοί ηγέτες αποκήρυτταν την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Σήμερα, η συμμαχία μεταξύ λαϊκίστικων ακροδεξιών κινημάτων και παγκόσμιων ελίτ κυριαρχεί παντού. Αυτό που περιγράφεται εδώ είναι η συμμαχία των φτωχότερων με τα πλουσιότερα στρώματα της κοινωνίας. Αυτό ήταν μάλλον το πιο μεγάλο επίτευγμα του μεταφασισμού: το να κερδίσει τόσο τη στήριξη μεγάλων κομματιών της εργατικής τάξης και την εμπιστοσύνη των παγκόσμιων ελίτ.
Η ριζοσπαστική δεξιά βασίζεται στο κλασικό λαϊκίστικο παράδειγμα των «καλών» ανθρώπων που στέκονται ενάντια στις διεφθαρμένες ελίτ, αλλά έχει αναμορφώσει το αφήγημα. Στο παρελθόν, οι «καλοί» άνθρωποι αναφέρονταν σε μια εθνοτικά ομοιογενή κοινότητα (ανθρώπους ριζωμένους στη γη) απέναντι στις «επικίνδυνες τάξεις» των μεγάλων πόλεων. Μετά το τέλος του κομμουνισμού, η ηττημένη εργατική τάξη, υπό την επίθεση της αποβιομηχάνισης ενσωματώθηκε εκ νέου στην ενάρετη εθνική κοινότητα. Οι «κακοί» άνθρωποι του μεταφασιστικού φαντασιακού – μετανάστες, Μουσουλμάνοι και μαύροι των περιχώρων, μαντυλοφορούσες γυναίκες, ναρκομανείς και περιθωριακοί – συγχωνεύονται με τις αργόσχολες τάξεις (όχι απαραίτητα πλούσιες) που υιοθετούν απελευθερωμένες συνήθειες: μποέμ, φεμινίστριες, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, αντιρατσιστές, οικολόγοι, υπερασπιστές των δικαιωμάτων των μεταναστών και διαδηλωτές ενάντια στην γενοκτονία στη Γάζα.
Στην άλλη άκρη του φάσματος, οι «καλοί» άνθρωποι είναι εθνικιστές, αντιφεμινιστές, ομοφοβικοί, ξενοφοβικοί και ανοιχτά εχθρικοί στην οικολογία, τη σύγχρονη τέχνη και τους διανοούμενους. Όπως εύστοχα πρότεινε ο Michel Feher, η συνέχεια μεταξύ του παλιού εθνικισμού, του φασισμού και του μεταφασισμού έντοπίζεται σε μια διαρκή φανταστική διάκριση μεταξύ «παραγωγών» και «παρασίτων»: οι πρώτοι ενάρετοι εργαζόμενοι και εργαζόμενες που τους εκμεταλλεύονται αναίσχυντα οι δεύτεροι, μια ετερογενής ομάδα που περιλαμβάνει τόσο οικονομικές ελίτ όσο και μετανάστες που επωφελούνται από τη κοινωνική ασφάλιση και τις υπηρεσίες πρόνοιας στις χώρες που τους φιλοξενούν. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ο εθνικιστικός και ο φασιστικός λόγος απεικόνιζε αυτή τη «παρασιτική» μπουρζουαζία ως Εβραϊκή· σήμερα γίνεται αντιληπτή ως κοσμοπολίτική και διεθνιστική.
Το μεταφασιστικό φαντασιακό ωστόσο – κυρίως η αντίληψη του για τη σεξουαλικότητα – είναι πιο περίπλοκο από ό,τι μπορεί να αφήνει να εννοηθεί ο στιγματισμός των «αντιμοντέλων» και η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Παρά το νεοσυντηρητικό του χαρακτήρα, ο μεταφασισμός δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια απλή επιστροφή στα βικτοριανά στερεότυπα. Αναδυόμενος σε κοινωνίες της αγοράς διαμορφωμένες από τον κτητικό ατομισμό, ο μεταφασισμός έχει απομακρυνθεί από τον φασιστικό ιδανικό τύπο και, σε πολλές περιπτώσεις, διεκδικεί τη κληρονομιά του Διαφωτισμού. Στην μετα-απολυταρχική εποχή των ανθρώπινων δικαιωμάτων αυτό του προσδίδει μια εγκυρότητα. Ο μεταφασισμός δεν δικαιολογεί το πόλεμο του εναντίον του Ισλάμ με τα παλιά, πλέον απαράδεκτα, επιχειρήματα του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού και του δογματικού φυλετισμού, αλλά αντίθετα με τη δική του ερμηνεία του Διαφωτισμού. Η Marine Le Pen, ο Viktor Orbán και η Giorgia Meloni επιδιώκουν να υπερασπιστούν τους Ευρωπαίους από τους μετανάστες, αλλά επίσης ισχυρίζονται πως υπερασπίζονται τις γυναίκες από τον ισλαμικό σκοταδισμό. Η ομοφοβία και ο ισλαμοφοβικός ομο-εθνικισμός συνυπάρχουν με αυτή την εξελισσόμενη ριζοσπαστική δεξιά.
Στην Ολλανδία, ο φεμινισμός και τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων έγιναν τα λάβαρα μιας βίαιης ξενοφοβικής εκστρατείας εναντίον της μετανάστευσης και των Μουσουλμάνων, αρχικά με ηγέτη τον Pim Fortuyn, που ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλος, και στη συνέχεια από το διάδοχο του, τον Gert Wilders, υπερασπιστή των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων. Η Alice Weidel, η επικεφαλής του AfD, είναι λεσβία που ορκίζεται την αφοσίωση της στην παραδοσιακή οικογένεια και είναι αντίθετη με τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών. Σήμερα, η κληρονομιά του Διαφωτισμού επαναπλαισιώνεται σε μια νέα εκδοχή Οριενταλισμού, βασισμένη σε μια νέα διχοτομημένη αντίληψη του κόσμου που τοποθετεί το πολιτισμό, τον ορθολογισμό, τη πρόοδο και την ελευθερία ενάντια στη βαρβαρότητα, το φανατισμό και το σκοταδισμό.
Η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ φασισμού και μεταφασισμού μάλλον εντοπίζεται στις θέσεις τους για το κράτος. Ο φασισμός γεννήθηκε μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (ΣτΜ: 1ο ΠΠ), την εποχή της εμφάνισης του απόλυτου κράτους, του τέλους του laissez-faire καπιταλισμού και της έναρξης του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία: κεϋνσιανισμός, το New Deal, ο φασισμός και τα σοβιετικά πενταετή πλάνα ανήκουν στην ίδια περίοδο του κρατισμού. Ο μεταφασισμός εμφανίστηκε σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, μια εποχή μεσσιανισμού της ελεύθερης αγοράς και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Τα απολυταρχικά του χαρακτηριστικά συνυπάρχουν με τη λατρεία της κοινωνίας των αγορών.
Στο πλαίσιο αυτό, η υποστήριξη των οικονομικών ελίτ έρχεται με υψηλό τίμημα: την εγκατάλειψη του κρατισμού. Πριν ανέβουν στην εξουσία, ούτε ο Mussolini αλλά ούτε και ο Hitler απολάμβαναν στήριξη από τις οικονομικές και βιομηχανικές ελίτ των χωρών τους που να συγκρίνεται, έστω και επιφανειακά, με εκείνη που δέχτηκε ο Donald Trump από πολλούς Αμερικάνους δισεκατομμυριούχους ή που η Marine Le Pen έλαβε από την μιντιακή αυτοκρατορία που ελέγχει ο Vincent Bolloré. Με πολλούς τρόπους, οι παγκόσμιες ελίτ θυμίζουν τους «υπνοβάτες» στα πρόθυρα του 1914, οι φύλακες της «Ευρωπαϊκής Συμφωνίας» που έπεσαν στη καταστροφή δίχως να συνειδητοποιήσουν τι συνέβαινε.
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αντιμετώπιζαν την άνοδο του φασισμού με ένα μίγμα ακατανοησίας και εφησυχασμού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την μη επέμβαση της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου Πολέμου, και τις παραχωρήσεις τους στον Hitler στο Συνέδριο του Μονάχου το 1938. Μια παρόμοια ασάφεια υπάρχει ακόμη. Όπως επισημαίνει εύστοχα ο Wolfgang Streeck, ο οικονομικός και πολιτισμικός κοσμοπολιτισμός των παγκόσμιων ελίτ γέννησε, αντιδραστικά, «μια μορφή αντιελιτισκού εθνικισμού από τα κάτω», βασισμένου στη διάκριση που αναφέρθηκε παραπάνω σε «παραγωγούς» και «παράσιτα». Ο μεταφασισμός προσφέρει πολιτική έκφραση σε αυτή τη πικρία, ενώ ταυτόχρονα κερδίζει εγκυρότητα και αξιοπιστία στα μάτια των ίδιων των οικονομικών και βιομηχανικών ελίτ. Είναι δύσκολο να πούμε για πόσο θα είναι σε θέση να συμφιλιώνει αυτές τις αντιφατικές τάσεις.
Από τη δεκαετία του 1990, δηλαδή από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τόσο αριστερές όσο και δεξιές κυβερνητικές δυνάμεις έχουν αγκαλιάσει το νεοφιλελευθερισμό ως ένα είδος pensée unique. Αυτό δημιουργεί τη βασική προϋπόθεση πίσω από την εντυπωσιακή άνοδο της ακροδεξιάς, που επιτέλους παρουσιάστηκε ως εναλλακτική. Σύμφωνα με την Wendy Brown, η ριζοσπαστική δεξιά είναι η αντιδημοκρατική αντίδραση στη διαδικασία της «ακύρωσης της δημοκρατίας» που υλοποιεί ο νεοφιλελευθερισμός. Σε ένα πασίγνωστο αφορισμό από το 1939, ο Max Horkheimer έγραφε: «Αν δεν θες να μιλάς για τον καπιταλισμό, τότε θα πρέπει να σιωπάς για το φασισμό». Σήμερα, μπορούμε να πούμε: «Αν δεν θες να μιλάς για το νεοφιλελευθερισμό, θα πρέπει να σιωπάς για το μεταφασισμό». Ο νεοφιλελευθερισμός και ο μεταφασισμός όμως δεν είναι συνώνυμα· είναι μάλλον αβέβαιοι σύμμαχοι.
https://geniusloci2017.wordpress.com/2026/01/19/new_fascism/
