Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Boston Review. O Henry Farrell καθηγητής διεθνών σχέσεων και δημοκρατίας στο Πανεπιστήμιο Τζον Χόπκινς.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 
Δημοσιεύθηκε την






Αυτή δεν είναι η δυστοπία που μας είχαν υποσχεθεί. Δεν μαθαίνουμε να αγαπάμε τον Μεγάλο Αδερφό, που ζει, αν πράγματι ζει, σε ένα σύμπλεγμα συστοιχιών διακομιστών, ψυχόμενος με περιβαλλοντικά φιλικές τεχνολογίες. Ούτε έχουμε παρασυρθεί από το Σόμα και τον υποσυνείδητο εγκεφαλικό προγραμματισμό σε μια θολό συγκατάθεση στις κοινωνικές ιεραρχίες.

Οι δυστοπίες τείνουν προς φαντασιώσεις απόλυτου ελέγχου, στις οποίες το σύστημα βλέπει τα πάντα, ξέρει τα πάντα, ελέγχει τα πάντα. Και ο κόσμος μας είναι πράγματι ένας κόσμος διάχυτης επιτήρησης. Τηλέφωνα και οικιακές συσκευές παράγουν σειρές δεδομένων, σαν θάλαμοι νέφους, υποδεικνύοντας τις επιθυμίες και τις συμπεριφορές μας σε εταιρείες όπως η Facebook, η Amazon και η Google. Ωστόσο η πληροφορία που έχει παραχθεί ως τώρα είναι ατελής και ταξινομείται από αλγόριθμους μηχανικής μάθησης που και οι ίδιοι κάνουν λάθη. Οι προσπάθειες αυτών των εταιρειών να χειραγωγήσουν τις επιθυμίες μας οδηγεί σε μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Γίνεται ακόμη δυσκολότερο για τις εταιρείες να διακρίνουν τη συμπεριφορά που θέλουν να αναλύσουν από τη χειραγώγηση, τη δική τους και άλλων.

Αυτό δεν μοιάζει με ολοκληρωτισμό εκτός και αν πράγματι κοιτάξεις πολύ έντονα. Όπως έχει προτείνει ο κοινωνιολόγος Kieran Healy, οι σαρωτικές πολιτικές κριτικές της νέας τεχνολογίας συχνά έχουν συγγενική ομοιότητα με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι υπέρμαχοι της Σίλικον Βάλεϊ. Και οι δυο υποθέτουν πως η τεχνολογία δουλεύει όπως διαφημίζεται, που δεν είναι απαραίτητα αλήθεια.

Οι τυπικές ουτοπίες και οι τυπικές δυστοπίες είναι η κάθε μια τέλεια κατά το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο. Ζούμε κάπου πιο μπερδεμένα – σε έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία αναπτύσσεται με τρόπους που κάνουν όλο και πιο δύσκολη τη διάκριση των ανθρώπινων όντων από τα τεχνητά πράγματα. Ο κόσμος που δημιούργησαν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα είναι λιγότερο σύστημα και περισσότερο οικολογία, ο πολλαπλασιασμός ανεπάντεχων νησίδων και οντοτήτων  που δημιουργήθηκαν και προσαρμόστηκαν για την εκμετάλλευση τους με δόλιους τρόπους. Τεράστιες εμπορικές αρχιτεκτονικές εποικίζονται από ημι-αυτόνομα παράσιτα. Απατεώνες έχουν χτίσει αλγόριθμους για να γράφουν ψεύτικα βιβλία από το μηδέν για να τα πωλούν στο Amazon, συνθέτοντας και τροποποιώντας κείμενα από άλλα βιβλία και διαδικτυακές πηγές όπως η Wikipedia, για να κοροϊδέψουν τους αγοραστές ή για να εκμεταλλευτούν τα παραθυράκια στο μηχανισμό αποζημίωσης του Amazon. Μεγάλο μέρος του οικονομικού συστήματος του κόσμου αποτελείται από bot – αυτοματοποιημένα συστήματα σχεδιασμένα να ψάχνουν διαρκώς τις αγορές για φευγαλέες ευκαιρίες κερδοσκοπίας. Λιγότερο εξελιγμένα προγράμματα βασανίζουν τα διαδικτυακά εμπορικά συστήματα όπως το eBay και το Amazon, περιστασιακά με εντυπωσιακές συνέπειες, όπως όταν δυο αντιμαχόμενα bot σε πλειστηριασμό έφτασαν την τιμή ενός βιβλίου βιολογίας στα 23.698.655,93 δολάρια (συν 3.99 για μεταφορικά).

Με άλλα λόγια, ζούμε στο μέλλον του Philip K. Dick, όχι σε εκείνο του George Orwell ή του Aldous Huxley. Ο Dick δεν ήταν καλύτερος προφήτης της τεχνολογίας από οποιονδήποτε συγγραφέα της επιστημονικής φαντασίας, και μάλλον ήταν χειρότερος από τους περισσότερους. Οι φανταστικοί του κόσμοι κολλάνε μεταξύ τους αταίριαστα κομμάτια της Καλιφόρνιας των δεκαετιών του 1950 και του 1960 με διαστημόπλοια, ναρκωτικά και κοινωνικές εικασίες. Ο Dick συνήθως έγραφε βιαστικά και για χρήματα υπό την επιρροή ναρκωτικών ή μιας πρόσφατης και επιτακτικής προσωπικής θρησκευτικής αποκάλυψης.

Ωστόσο, αυτό που συνέλαβε εφυώς ήταν η οντολογική ανησυχία ενός κόσμου στον οποίο το ανθρώπινο και το αν-ανθρώπινο (abhuman), το πραγματικό και το ψεύτικο, συγχέονται μεταξύ τους. όπως περιέγραψε ο Dick το έργο του (στο προλογικό δοκίμιο της συλλογής του I Hope I Shall Arrive Soon το 1985):

«Τα δυο βασικά θέματα που με γοητεύουν είναι ‘Τι είναι πραγματικότητα;’ και ‘Τι συνιστά το αυθεντικό ανθρώπινο ον;’. Στη διάρκεια των 27 ετών που δημοσιεύω μυθιστορήματα και ιστορίες έχω ερευνήσει αυτά τα δυο αλληλένδετα θέματα ξανά και ξανά».

Αυτές οι εμμονές είχαν κάποιες από τις ρίζες τους στην περίπλοκη και διαρκώς εξελισσόμενη προσωπική μυθολογία του Dick (στην οποία ήταν εντελώς πιθανό πως ο «πραγματικός» κόσμος ήταν ψεύτικος και πως όλοι ζούσαμε στη Παλαιστίνη κάποια στιγμή του 1ου αιώνα ΚΕ). Ήταν όμως βασισμένες επίσης σε ένα έντονο ενδιαφέρον για τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες η πραγματικότητα δομείται κοινωνικά. Ο Dick πίστευε πως όλοι ζούμε σε έναν κόσμο όπου «ψεύτικες πραγματικότητες  κατασκευάζονται από μέσα, κυβερνήσεις, μεγάλες πολυεθνικές, θρησκευτικές ομάδες, πολοιτικές ομάδες – και το ηλεκτρονικό υλικό είναι διαθέσιμο με το οποίο θα μεταδοθούν αυτοί ψευτο-κόσμοι απευθείας στο κεφάλι του αναγνώστη». Υποστήριζε:

«ο βομβαρδισμός ψυτο-πραγματικοτήτων αρχίζει να παράγει πλαστούς ανθρώπους πολύ γρήγορα, κίβδηλους ανθρώπους – το ίδιο ψεύτικους όσο τα δεδομένα που τους πιέζουν από όλες τις πλευρές. Τα δυο θέματα μου είναι στα αλήθεια ένα θέμα· ενώνονται στο σημείο αυτό. οι ψεύτικες πραγματικότητες θα δημιουργήσουν ψεύτικους ανθρώπους. Ή, οι ψεύτικοι άνθρωποι θα παράξουν ψεύτικες πραγματικότητες και μετά θα τις πουλήσουν σε άλλους ανθρώπους, μετατρέποντας τους τελικά σε πλαστογραφίες του εαυτού τους. έτσι καταλήγουμε με ψεύτικους ανθρώπους που επινοούν ψεύτικες πραγματικότητες και έπειτα τις πουλάνε σε άλλους ψεύτικους ανθρώπους».

Στα βιβλία του Dick, το πραγματικό και το μη πραγματικό επιμολύνουν το ένα το άλλο, έτσι ώστε γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακρίνεις τη διοαφορά μεταξύ τους. οι κόσμοι των νεκρών και των ζωντανών ενώνονται στο Ubik (1969), οι εμπειρίες ενός διαταραγμένου παιδιού επηρεάζουν το κόσμο γύρω του στο Martian Time-Slip (1964) και οι συναινετικές βασισμένες στα ναρκωτικά ψευδαισθήσεις γίνονται το όχημα για μια χωροκτητική εξωγήινη νοημοσύνη στο The Three Stigmata of Palmer Eldritch (1965). Στο Do Androids Dream of Electric Sheep? (1968) και στο «Second Variety» (1953) κακόβουλα ανδροειδή παριστάνουν τους ανθρώπους· εξωγήινοι κάνουν το ίδιο στο «The Hanging Stranger» (1953) και στο «The Father-Thing» (1954)· και μεταλλαγμένοι στο «The Golden Man» (1954).

Αυτό το ενδιαφέρον για τους μη πραγματικούς κόσμους και τους μη πραγματικούς ανθρώπους οδήγησε σε μια ακόλουθη ανησυχία για την αυξανόμενη δυσκολία διάκρισης μεταξύ τους. Εργοστάσια βγάζουν ψεύτικα αμερικάνικα κειμήλια στο The Man in the High Castle (1962), αντικατοπτρίζοντας το πρόβλημα του να ζεις σε ένα κόσμο που στη πραγματικότητα δεν είναι ο αληθινός. Επιχειρηματίες κατασκευάζουν όλο και πιο ανθρώπινα ανδροειδή στο Do Androids Dream of Electric Sheep?, με τη δικαιολογία πως αν δεν το κάνουν θα το κάνουν οι ανταγωνιστές τους. Το να εξακριβώσεις τι είναι αληθινό και τι όχι δεν είναι εύκολο. Επιστημονικά εργαλεία όπως η διάσημη δοκιμασία Βόιτ-Καμπφ στο Do Androids Dream of Electric Sheep? (και στο Blade Runner, την ταινία του Ridley Scott το 1982 που βασίστηκε στο βιβλίο) δεν λειτουργούν πολύ καλά, αφήνοντας μας με λιγότερα από την ελπίδα σε κάποια μυστική δύναμη – το I Ching, τον Θεό σε σπρέι, μια Αρειανή μάγισσα του νερού – να μας οδηγήσει πίσω προς το πραγματικό.

Ζούμε στο κόσμο του Dick – αλλά με ελάχιστη ελπίδα για μια θεϊκή παρέμβαση ή εισβολή. Ο κόσμος όπου επικοινωνούμε και αλληλεπιδρούμε από απόσταση γεμίζει όλο και περισσότερο με αλγόριθμους που μοιάζουν ανθρώπινοι, αλλά δεν είναι – ψεύτικοι άνθρωποι δημιουργούνται από ψεύτικες πραγματικότητες. Όταν ο ιστότοπος Ashley Madison, μια σελίδα γνωριμιών για ανθρώπους που θέλουν να απατήσουν τους συζύγους τους, παραβιάστηκε, αποκαλύφθηκε πως δεκάδες χιλιάδες από τις γυναίκες στη σελίδα ήταν ψεύτικα «fembot» προγραμματισμένα να στέλνουν εκατομμύρια μηνύματα σε άνδρες πελάτες, ώστε να τους ξεγελάσουν ώστε να πιστεύουν πως περικυκλώνονται από τεράστιο αριθμό πιθανών σεξουαλικών συντρόφων.

Τα προβλήματα αυτά είναι πιθανότερο να επιδεινωθούν καθώς ο φυσικός κόσμος και ο κόσμος της πληροφορίας γίνονται όλο και περισσότερο αλληλοδιαπερατοί σε ένα Internet of Things (που δεν δουλεύουν). Πολλές πτυχές του μελλοντικού κόσμου του Τζο Τσιπ στο Ubik μοιάζουν τρομερά ξεπερασμένα στα σύγχρονα μάτια: ο αρχαϊκός ρόλος των γυναικών, η υπόθεση πως σχεδόν όλοι καπνίζουν. Όμως η πόρτα στο διαμέρισμα του Τζο – που τσακώνεται μαζί του και αρνείται να ανοίξει επιδή δεν την έδωσε το απαραίτητο φιλοδώρημα – μοιάζει ζοφερά αληθινό. Κάποιος, κάπου, το προτείνει αυτό ως βιώσιμο επιχειρηματικό πλάνο στη Y Combinator ή στους επενδυτές του Μένλο Παρκ.

Η εισβολή του μη πραγματικού στο πραγματικό είχε συνέπειες για την πολιτική. Οι παραισθητικές πραγματικότητες των κόσμων του Dick – η εμφατική θρησκεία του Do Androids Dream of Electric Sheep?, οι γεννημένοι από ναρκωτικά κόσμοι του The Three Stigmata of Palmer Eldritch, το ημι-βουδιστικό βασίλειο του θανάτου στο Ubik – βιώνονται συνήθως από πολλούς ανθρώπους, όπως οι τηλεοπτικές εκπομπές της Αμερικής του Dick. Όμως καθώς τα τηλεοπτικά δίκτυα έδωσαν τη θέση τους στο Διαδίκτυο, έγινε εύκολο για τους ανθρώπους να δημιουργήσουν το δικό τους προσωπικό μίγμα πηγών. Η επιβεβλημένη μιντιακή συναίνεση που απεχθάνονταν ο Dick έχει θρυμματιστεί σε μια μυριάδα διαφορετικών πραγματικοτήτων, η κάθε μια με τις δικές της μερικώς κοινές υποθέσεις και γεγονότα. Μερικές φορές αυτό δημιουργεί τραγωδία ή σχεδόν τραγωδία. Ο εξαπατημένος οπλοφόρος που εισέβαλε στην πιτσαρία Comet Ping Pong στην Ουάσιγκτον είχε πεισθεί από διαδικτυακές συνωμοσιολογικές σελίδες πως ήταν το συντονιστικό κέντρο για το κύκλωμα παιδικής πορνείας της Hillary Clinton.

Αυτού του είδους του είδους θρυμματισμένοι κόσμοι είναι πιο εύκολο να δεχτούν την εισβολή του μη-ανθρώπινου. Πολλοί λογαριασμοί του Twitter είναι bot, συχνά με τα ονόματα και τις κλεμμένες φωτογραφίες από απίθανα όμορφες νεαρές γυναίκες, που προσπαθούν να πασάρουν το ένα ή το άλλο προϊόν (μια πρόσφατη ακαδημαϊκή έρευνα βρήκε πως μεταξύ 9 και 15% του συνόλου των λογαριασμών του Twitter είναι μάλλον ψεύτικοι). Τα bot του Twitter διαφέρουν σε πολυπλοκότητα, από αυτοματοποιημένους λογαριασμούς που δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το αναμεταδίδουν αυτό που έχουν πει άλλα bot ως περίπλοκους αλγορίθμους που χρησιμοποιούν τις λεγόμενες «Sybil attacks,», δημιουργώντας ψεύτικες ταυτότητες σε peer-to-peer δίκτυα για να εισβάλουν σε συγκεκριμένους οργανισμούς ή να υπονομεύσουν συγκεκριμένους τύπους συζήτησης.

Το Twitter απέτυχε να γίνει πραγματικό μαζικό μέσο, αλλά παραμένει ιδιαίτερα σημαντικό στην πολιτική, μιας και εκεί στρέφονται πολλοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλες ελίτ για να ενημερωθούν. Ένα ερευνητικό εγχείρημα αναφέρει πως περίπου το 20% των μετρήσιμων πολιτικών συζητήσεων γύρω από την τελευταία προεδρική εκλογή προήλθε από bot. Οι άνθρωποι μοιάζουν να μην είναι ικανότεροι στο να ανιχνεύουν bot από το πόσο ικανοί εμφανιζόμαστε στο μυθιστόρημά του Dick στο να ανιχνεύουμε ανδροειδή: οι άνθρωποι είναι το ίδιο πιθανό στο να αναμεταδώσουν το μήνυμα ενός bot ως το μήνυμα ενός άλλου ανθρώπινου όντος. Το πιο διαβόητο περιστατικό, ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ πρόσφατα αναμετέδωσε ένα κολακευτικό μήνυμα που φαίνεται ότι προήλθε από ένα bot που συνδέεται στενά με ένα δίκτυο άλλων bot, που πιστεύεται από κάποιους πως ελέγχεται από τη ρωσική κυβέρνηση και χρησιμοποιείται για προπαγανδιστικούς λόγους.

Στα μυθιστορήματα του ο Dick ενδιαφέρονταν στο να δει πως οι άνθρωποι αντιδρούν όταν η πραγματικότητα τους αρχίζει να καταρρέει. Ένας κόσμος στον οποίο το πραγματικό αναμιγνύεται με το ψεύτικο, έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να πει που αρχίζει το ένα και που αρχίζει το άλλο, είναι ώριμος για παράνοια. Η πιο τοξική συνέπεια της χειραγώγησης των κοινωνικών δικτύων, είτε από τη ρωσική κυβέρνηση ή από άλλους, μπορεί να μην έχει να κάνει σε τίποτα από την επιτυχία της ως προπαγάνδας. Αντίθετα, είναι πως σπέρνει μια υπαρξιακή καχυποψία. Οι άνθρωποι απλά δεν γνωρίζουν πλέον τι και ποιον να πιστέψουν. Οι φήμες που διαδίδονται από τα bot του Twitter συγχωνεύονται σε άλλες φήμες για την πολυάριθμη παρουσία των bot του Twitter , και το αν αυτό ή εκείνο σπρώχνονται από κακοήθεις αλγόριθμους αντί για πραγματικούς ανθρώπους.

Αυτού του είδους τα διαδεδομένα ψέματα είναι ιδιαίτερα εκρηκτικά όταν συνδυάζονται με τη θρυμματισμένη μας πολιτική. Ο αγαπημένος όρος των φιλελεύθερων για το μηχανισμό της δεξιάς προπαγάνδας, «ψευδείς ειδήσεις», έχει στραφεί εναντίον τους από τους συντηρητικούς, που αντιμετωπίζουν τις κανονικές ειδήσεις ως προπαγάνδα και ως εκ τούτου τις αγνοούν. Αντίθετα μπορεί να είναι ευκολότερο για πολλούς ανθρώπους στην φιλελεύθερη αριστερά να κατηγορήσουν τη ρωσική προπαγάνδα για την τελευταία προεδρική εκλογή από το να δεχτούν πως πολλοί ψηφοφόροι είχαν πολύ διαφορετική αντίληψη της Αμερικής από αυτούς.

Ο Dick είχε άλλες εμμονές – πιο αξιοσημείωτα με τη πολιτική του Richard Nixon και τον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν είναι δύσκολο να τον φανταστούμε να γράφει ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει έναν ανώριμο και αρπακτικό μεγιστάνα (μισό Άρνι Κοτ και μισό Τζόρι Μίτσελ) που γίνεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ, κρυφή ρωσική πολιτική χειραγώγηση, την εισβολή απαλλαγμένων από ενσυναίσθηση ρομποτικών νοημοσύνων που υποδύονται τους ανθρώπους, και μια κατάρρευση της κοινής μας αντίληψης του τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο.

Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία πιθανώς να μην ενώνονταν απόλυτα, αλλά όπως στα καλύτερα μυθιστορήματα του Dick, το όλο ίσως να λειτουργούσε με κάποιο τρόπο. Αντίθετα, είναι στις ασυνέπειες των μυθιστορημάτων του Dick μπου μπορεί να βρεθεί η σωτηρία (ακόμη και στα πιο παρανοϊκά του διατηρεί την αίσθηση του χιούμορ). Προφανώς είναι λιγότερο εύκολο να δει το αστείο κάποιος όταν ζει μέσα του. Οι δυστοπίες μερικές φορές μπορεί να είναι μελαγχολικά αστείες – αλλά σπάνια από μέσα τους.

πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com