Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 01 Δεκ 2021
James Martel: Αντιφετιχισμός. Σημειώσεις Πάνω στη Σκέψη του Walter Benjamin
Κλίκ για μεγέθυνση

 

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Critical Legal Thinking. Ο James Martel είναι συγγραφέας και καθηγητής του τμήματος πολιτικών επιστημών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο.



Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Δημοσιεύθηκε την 1 Δεκεμβρίου, 2021



Αν και ο Walter Benjamin δεν αναφέρει πάντοτε άμεσα την έννοια του πολιτικού φετιχισμού, μπορεί να θεωρηεθί πως αυτή η ιδέα βρίσκεται κάτω από οτιδήποτε γράφει. Η έννοια της «φαντασμαγορίας» του Benjamin, αυτού του μιάσματος της στρέβλωσης που περνά για πραγματικότητα στην εποχής μας, είναι βασικά μια θέση πάνω στον πολιτικό – μεταξύ άλλων μορφών – φετιχισμό. Για τον Benjamin, αυτή η μαζική πρακτική του φετιχισμού έχει και πολιτικο-οικονομική και θεολογική προέλευση. Βραχυπρόθεσμα η φαντασμαγορία είναι παραφυάδα του φετιχισμού του εμπορεύματος και της εμφάνισης του καπιταλισμού. Πηγαίνοντας πιο βαθιά, ο φετιχισμός είναι για τον Benjamin αποτέλεσμα της πτώσης του Αδάμ, όσο και της λιγότερο αναφερόμενης Εύας. Ο Benjamin μας λέει πως ενώ στον παράδεισο, ο Αδάμ είχε μια άμεση και αδιαμεσολάβητη σχέση με τα αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί (η δουλειά του ήταν να τους δώσει ονόματα που μπορούσαν να εκφραστούν), μετά την πτώση, τα ανθρώπινα όντα έχασαν τη σύνδεση τους με την απλή, αυταπόδεικτη αλήθεια. Στο «Περί γλώσσας λαο της γλώσσας του ανθρώπου», ο Benjamin γράφει:

«Η γνώση στην οποία παρασύρει το φίδι, εκείνη του καλού και του κακού, είναι απερίγραπτη. Είναι μάταιη με την βαθύτερη έννοια…. Η γνώση του καλού και του κακού απαρνιέται το όνομα· είναι γνώση από τα έξω, η αδημιούργητη μίμηση του δημιουργικού κόσμου».

Για τον Benjamin, η πτώση αντιπροσωπεύει την επιλογή από τα ανθρώπινα όντα της ψεύτικης γνώσης («την γνώση στην οποία παρασύρει το φίδι») πάνω από την θεία αλήθεια. Καθώς αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη διαφυγή παρά στην αναπαράσταση, στην «αδημιούργητη μίμηση του δημιουργικού κόσμου». Η αναπαράσταση είναι η ανθρώπινη προσπάθεια να αναπαραχθεί ή να αντικατασταθεί η θεία αλήθεια. Αντί τέτοιας αλήθειας, δεν παράγει παρά μόνο αποτυχία. Ο φετιχισμός είναι η άρνηση ή ανικανότητα να δουν αυτή την αποτυχία.

Για τον Benjamin, η φαντασμαγορία που προκύπτει από ένα τέτοιο φετιχισμό αποτελεί αυτό που περνά για αλήθεια σε κάθε δυνατή διάσταση. Προβάλουμε το φετιχισμό μας σε αντικείμενα του κόσμου, στην ουσία σκλαβώνουμε τους εαυτούς μας μέσω της στάσης μας απέναντι τους. Από αυτό το φετιχισμό, δημιουργείται μια ολόκληρη πολιτική τάξη. Ο Benjamin μας λέει στην «Κριτική της Βίας» πως ακόμη και οι βάσεις του νόμου και της κυριαρχίας, τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της πολιτικής μας τάξης, είναι παραδείγματα αυτού που αποκαλεί «μυθική βία». Αυτές οι νομικές και πολιτικές πρακτικές υποτίθεται πως βασίζεται σε αντικειμενικές αλήθειες (είτε θεϊκής, φυσικής ή επιστημονικής φύσης) αλλά στην πράξη είναι απλά κενές προβολές, εφαρμογές  όχι του πραγματικού νόμου αλλά ωμής βίας με νομική και πολιτική μεταμφίεση.

Για τον Benjamin, ακόμη και ο ίδιος ο χρόνος (όπως τον αντιλαμβανόμαστε) προέρχεται από την φαντασμαγορία. Η αίσθηση της προόδου, του χρόνου που μας φέρνει προς ένα αληθινό και τέλειο μέλλον, όπως και εσχατολογίες που δομούν την προσωρινότητα μας, είναι όλα προϊόντα του φετιχισμού. Για τον Benjamin, αν και οι καπιταλιστικοί πολιτισμικοί θεσμοί όπως η μόδα επιμένουν συνεχώς πως κάθε στιγμή είναι εντελώς διαφορετική από όλες εκείνες πέρασαν πριν, ζούμε σε ένα αμετάβλητο και στατικό κόσμο, μια κατάσταση ύπαρξης που ο Benjamin αποκαλεί απλά «κόλαση».

Για τον Benjamin, δεν υπάρχει διαφυγή από την φαντασμαγορία· δεν υπάρχει αλήθεια για να αποκαλυφθεί κάτω από το φετίχ, δεν υπάρχει παντοτινή «ελευθερία» από την επιρροή της. για το λόγο αυτό, για τον Benjamin, είμαστε όλοι φετιχιστές ως ένα βαθμό. Η μοναδική διαφορά μεταξύ του ανιφετιχιστή και του φετιχιστή – και αυτή είναι σημαντική – είναι πως για τον Benjamin, αντιφετιχιστής αναγνωρίζει και αναζητά ακόμη την αποτυχία της αναπαράστασης. Είναι αυτή η αποτυχία, η έκθεση της ευαλωτότητας, η πλαστότητα και ακόμη και η απιθανότητα της αναπαράστασης, στην οποία ενδιαφέρεται ο αντιφετιχιστής για να κάνει την μέγιστη ζημιά στην φαντασμαγορία.

Οι ήρωες του Benjamin, εκείνους που θεωρεί ότι έχουν αντισταθεί καλύτερα στον φετιχισμό, είναι σίγουρα ένα παράξενο σύνολο. Το ενδιαφέρον του στην αποτυχία τον έλκει προς τους χαμένους της ιστορίας, τους απογοητευμένους αριστερούς, τους ξεπουλημένους, τους μπεκρήδες που έβρισκε στην περιφέρεια της δύναμης και της πολιτικής εξουσίας. Το ενδιαφέρον του για τον Charles Baudelaire, τον Γάλλο ποιητή του 19ου αιώνα, πηγάζει από την άποψη του πως ο Baudelaire είχε εξαγοραστεί πλήρως και ηττηθεί από την φαντασμαγορία ακόμη και αν τα ποιήματα του αποκαλύπτουν την φύση των ίδιων ακριβώς φαντασμάτων. Για τον Benjamin, όσο περισσότερο ένα πρόσωπο σαγηνεύονταν από το φάντασμα, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπήρχε να εμπλακεί σε σημαντική, και διαρκή υπονόμευση από τα μέσα.

Ο Benjamin επίσης ενδιαφέρονταν επίσης ιδιαίτερα για τους Γερμανούς μπαρόκ δραματουργούς τουβγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγωγω ύστερου 16ου αιώνα. Το μέγιστο έργο του, Η Προέλευση του Γερμανικού Δράματος εστίασε σ’ αυτούς τους συγγραφείς επειδή, κατά την άποψη του, ήταν τόσο αποτυχημένοι θεατρικοί συγγραφείς. Αν και επιθυμούσαν, όπως οι σύγχρονοι τους Shakespeare και Calderón, να γράψουν υπερβατικά έργα που μετέφεραν κύρος και κυρίαρχης μεγαλοπρέπεια μπροστά από μια μεταβαλλόμενη και εύθραυστη πολιτική τάξη, αυτοί οι θεατρικοί συγγραφείς, μας λέει ο Benjamin, απέτυχαν απόλυτα. Τα έργα τους ήταν τόσο βαριά, τόσο υπερπροσδοριοσμένα από σκηνικά και κακά σενάρια, που μπορούμε να διαβάσουμε την αποτυχία με ένα τρόπο που καλύπτεται από την ικανότητα του Shakespeare και του Calderón. Ακόμη και οι λέξεις των Γερμανών συγγραφέων προδίδουν την ίδια τους την αφοσίωση στην φετιχοποίηση την κυρίαρχη εξουσία. Ο Benjamin μας λέει: «Η γλώσσα του μπαρόκ συνταράσσεται διαρκώς από την εξέγερση των τμημάτων που την αποτελούν».

Αυτή η εξέγερση για τον Benjamin εκτείνεται σε κάθε αντικείμενο, κάθε σήμα, ακόμη και στους εαυτούς μας. κατά την άποψη του, κάθε αντικείμενο παραμένει σε μια κατάσταση μετάνοιας· είναι η μόνο η υποκειμενική μας παρερμηνεία του κόσμου που μας οδηγεί στο να τον φετιχοποιήσουμε. Έτσι τα αντικείμενα αντιστέκονται και αψηφούν από τη φύση τους την αναπαράσταση που τους επιβάλουμε. Αν μπορούμε να μάθουμε να είμαστε σύμμαχοι με αυτή την εξέγερση, να δουλέψουμε με τον υλικό κόσμο αντί να προσπαθούμε να τον υποβάλλουμε σε αυτό που ο Benjamin αποκαλεί «τον θρίαμβο της υποκειμενικότητας και την εγκατάσταση μιας αυθαίρετης αρχής πάνω στα πράγματα», μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε την αποτυχία που βλέπουμε γύρω μας, μπορούμε να επιδιώξουμε να υπονομεύσουμε παρά να προωθήσουμε τον φετιχισμό που μας περιβάλλει.

Αυτό, έτσι, μας δείχνει το πρόγραμμα του Benjamin για τον αντιφετιχισμό· ζητά, όχι για την κατά μέτωπο επίθεση ή για την μόνιμη καταστροφή του φαντάσματος, αλλά μάλλον κάτι πιο συνωμοτικό (όπως όταν ο Benjamin γράφει για τον Baudelaire πως «συνωμοτεί με την ίδια την γλώσσα. Υπολογίζει τις επιπτώσεις της βήμα προς βήμα»). Το ενδιαφέρον του Benjamin για την αναπαράσταση συχνά παίρνει μορφές που μοιάζουν απολίτικες ή μυστικές (που μπορεί ίσως να επιτρέψει να εξηγήσει γιατί δεν λήφθηκε πάντα στα σοβαρά ως πολιτικός στοχαστής). Όμως το ενδιαφέρον του Benjamin για την τέχνη και το κινηματογράφο παραμένει ιδιαίτερα πολιτικό επειδή, κατά την άποψη του, μέσα από την τέχνη μετέχουμε σε αναπαραστατικές δραστηριότητες, εργαζόμαστε να αποκαλύψουμε και να υπονομεύσουμε τον φετιχισμό που ενυπάρχει σε όλες τις μορφές αναπαράστασης, περιλαμβανομένων των πολιτικών μορφών. Το ενδιαφέρον του για την θεολογία έχει μια παρόμοια πολιτική πτυχή επειδή για τον Benjamin, ακόμη και ο πιο φαινομενικά κοσμικός θεσμός, όπως το σύγχρονο κράτος και οι σύγχρονες κοινωνικές μορφές, είναι οι ίδιες διαμορφωμένες από βαθιές θεολογικές επιρροές (με την πτώση να είναι η βασική δύναμη στη διαμόρφωση μας). Για να αντιμετωπίσουμε την απόκρυφη θεολογία που βρίσκεται κάτω από τον φαντασμαγορικό κόσμο μας, χρειαζόμαστε μια απαντητική, αντιφετιχιστική θεολογία που προσφέρει ο Benjamin (σύμφωνα με αυτό που αποκαλεί την «θεϊκή βία» του Θεού που καταστρέφει τις μυθικές μορφές αναπαράστασης και δεν αφήνει τίποτα -καμιά αλήθεια – στο πέρασμα της).

Κατά κάποιο τρόπο, ακόμη και ο όρος «αντιφετιχισμός» είναι παραπλανητικός ως προς την περιγραφή του τι κάνει ο Benjamin στο βαθμό που ο ίδιος ο όρος υπονοεί την καταστροφή ή διαγραφή του φετιχισμού, την πιθανότητα της οριστικής του εξαφάνισης. Όπως ήδη σημειώθηκε, για τον Benjamin, στο μετά-τη-πτώση κράτος μας, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε απόλυτα ελεύθεροι από την σαγήνη του φετιχισμού ούτε από τις επιπτώσεις του. Το «αντί» στη περίπτωση αυτή μπορεί καλύτερα να αναγνωστεί όχι τόσο ως άρνηση ή καταστροφή του φετιχισμού αλλά περισσότερο ως μια εμπλοκή, μια υπονόμευση και ένας αγώνας με τις καταστροφικές επιρροές του.

Ο Benjamin μας δίνει μια γλώσσα να σκεφτούμε πως να εμπλακούμε με και εναντίον του φετιχισμού όταν μιλά για το πως να ερμηνεύσουμε την 6η Εντολή εναντίον του φόνου. Με δεδομένο πως ο νόμος αυτός μοιάζει να έρχεται από το θεό, κινδυνεύει να χρησιμεύσει μόνο ως ένα ακόμη φετίχ στο όνομα του Θεού, ένας νόμος που μοιάζει αναμφισβήτητος και που πρέπει πάντα να είναι ομοιόμορφα και σταθερά εφαρμοσμένος. Στην «Κριτική της Βίας», ο Benjamin γράφει πως:

«[Αυτή η εντολή] υπάρχει όχι ως κριτήριο κρίσης, αλλά ως οδηγία για τις πράξεις προσώπων ή κοινοτήτων που πρέπει να παλέψουν με αυτή σε απομόνωση και σε, εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναλάβουν την ευθύνη για την αγνόηση της».

Στην πραγματικότητα, στο αρχικό γερμανικό κείμενο, η γλώσσα είναι ακόμη πιο έντονη. Ο όρος «αγνοώ» προσπαθεί να μεταφράσει τον γερμανικό όρο «absuzehen» που κυριολεκτικά σημαίνει να γυρίσεις την πλάτη σου σε κάτι. Έτσι δεν είναι αδιαφορία αλλά μια πραγματική εγκατάλειψη που μας συμβουλεύει εδώ ο Benjamin (αν και μόνο κατά περιπτώσεις). Μπορούμε να δούμε πως όπως με όλες τις περιπτώσεις που λέγεται πως αντιπροσωπεύουν τις προθέσεις του Θεού, αυτή η εντολή επίσης δεν πρέπει να γίνεται άκριτα δεκτή. Πρέπει να «παλέψουμε» με αυτή και μερικές φορές, πρέπει να γυρίσουμε την πλάτη μας σ’ αυτή. Παλεύουμε. Εμπλεκόμαστε. Αισθανόμαστε την σαγήνη του φετίχ αλλά αντιστεκόμαστε σε αυτό και το υπονομεύουμε από μέσα. Μερικές φορές εγκαταλείπουμε το φετίχ αλλά δεν μπορούμε ποτέ να το ξεχάσουμε (να το αγνοήσουμε), γιατί θα επιστρέψει κρυφά με την μορφή μιας αίσθησης απόδρασης από τον φετιχισμό, ακόμη και από την αναπαράσταση συνολικά.

Ο αντιφετιχισμός του Benjamin έτσι δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις ή λύσεις μια και έξω. Παραμένει εντοπισμένος και τμηματικός. Σε κάθε δεδομένη στιγμή μπορεί να συμμετέχουμε και  με διαφορετικές στρατηγικές στον φετιχισμό, από ότι σε άλλες στιγμές. Με το τρόπο αυτό, μας προσφέρει ένα τρόπο να αντισταθούμε στη γοητεία της δύναμης και της εξουσίας που πάει μέχρι κάτω, από την υψηλότερη εκδήλωση ως πολιτικής κυριαρχίας, στην χαμηλότερη και πιο συνηθισμένη μορφή αντιπροσώπευσης. Αν και μια τέτοια πολιτική δεν θα λύσει ποτέ τα βασικά προβλήματα της αναπαράστασης (με την πολιτική, θεολογική και γλωσσολογική έννοια) μας επιτρέπει να παραμείνουμε σχετικά απροσδιόριστοι από το φάντασμα, από την συνθήκη μας ως μετά-την-πτώση υποκείμενα.

πηγη: https://geniusloci2017.wordpress.com

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου