Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 06 Ιούν 2021
Debra Bergoffen: (Από)Εμφυλοποιώντας την Ευαλωτότητα, το Νόημα του Βιασμού Άνδρα από Άνδρα
Κλίκ για μεγέθυνση







Δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Symposium
18. Η Debra Bergoffen είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο George Mason και Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο στην Ουάσιγκτον και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστηρας

 

Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν πιστεύεις πως μπορούν να συμβούν σε ένα άνδρα




Άνδρας, θύμα βιασμού στην Ουγκάντα

 

 

Η γενοκτονία στη Ρουάντα και η εθνοκάθαρση/γενοκτονία στη πρώην Γιουγκοσλαβία έβαλαν νέο πρόσωπο πάνω στον ετεροφυλόφιλο βιασμό σε καιρό πολέμου και τη σεξουαλική βία. Αν και οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί μεταξύ εκείνων που θεωρούνται λάφυρα πολέμου όσο υπάρχει πόλεμος, και έχουν διεκδικηθεί και οικειοποιηθεί ως περιουσία από τους στρατούς των κατακτητών, στις γενοκτονίες στη Ρουάντα και στη πρώην Γιουγκοσλαβία οι στρατοί δεν περίμεναν πρώτα να κερδίσουν το πόλεμο για να αρπάξουν τις γυναίκες του εχθρού ως επίδειξη της ισχύος τους. Στρατιώτες επιτέθηκαν με βιαιότητα στις γυναίκες για να αποκτήσουν στρατιωτικό πλεονέκτημα. Ο ετεροφυλόφιλος βιασμός, η σεξουαλική υποδούλωση και, σε κάποιες περιπτώσεις, η δια της βίας γονιμοποίηση των γυναικών εμφανίστηκαν σαν ιδιαίτερη στρατιωτική στρατηγική.

Η εμφάνιση αυτής της στρατηγικής δεν ήταν τυχαία. Δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι μια εκδήλωση μεταξύ άλλων αυτού που ο Michel Foucault και ο Giorgio Agamben περιγράφουν ως την πολιτική της βιοεξουσίας. Τόσο ο Foucault όσο και ο Agamben αναγνωρίζουν την βιοπολιτική ως κεντρικό σημείο της νεωτερικότητας. Αν και ο Foucault θεωρεί αυτή τη πολιτική ως απομάκρυνση από το παρελθόν και ο Agamben την αντιλαμβάνεται ως ριζωμένη στο παρελθόν, αναφέροντας την Πολιτική του Αριστοτέλη για να στηρίξει τη θέση του, οι περιγραφές τους για αυτή τη πολιτική ταιριάζουν. Ο Foucault μας λέει πως οι βιοπολιτικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τις ζωτικές δυνάμεις ενός λαού χρησιμοποιούνται επίσης για την αφαίρεση ζωής όταν αυτό θεωρείται αναγκαίο για να εξασφαλίσουν την υγεία του κοινωνικού σώματος. Αυτός ο μοντέρνος τρόπος πολιτικής αλλάζει το χαρακτήρα του πολέμου. Ο Foucault γράφει, «πραγματοποιούμενος για λογαριασμού της ύπαρξης του καθενός, ολόκληροι οι πληθυσμού κινητοποιούνται για το σκοπό της εκτεταμένης σφαγής στο όνομα της ζωτικής αναγκαιότητας…. Η γενοκτονία είναι πράγματι το όνειρο των σύγχρονων δυνάμεων». Έτσι, «ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένα ζώο που η πολιτική του θέτει την ύπαρξη του ως ζωντανό ον υπό αμφισβήτηση».

Αναλύοντας τις πραγματικότητες της βιοεξουσίας ο Agamben διακρίνει πως ένα από τα βασικά του γνωρίσματα είναι η διαρκής της ανάγκη να διακρίνει μεταξύ των ζωών εκείνων που περιλαμβάνονται μέσα στο ηθικό και πολιτικό πεδίο, την αυθεντική ζωή, από τις ζωές που στερούνται ηθικής και πολιτικής αξίας. Έτσι η βιοπολιτική μετατρέπεται σε θανατοπολιτική, μια πολιτική όπου η φροντίδα για το βιοπολιτικό σώμα ενός κράτους περιλαμβάνει τις αποφάσεις για τον εντοπισμό της ζωής που μπορεί να σκοτωθεί.

Τόσο ο Foucault όσο και ο Agamben χρησιμοποιούν την έννοια της βιοπολιτικής για να αποκωδικοποιήσουν το γενοκτονικό Τρίτο Ράιχ και με αυτό το τρόπο μας κατευθύνουν προς το να δούμε την εθνοκάθαρση/γενοκτονία στην πρώην Γιουγκοσλαβία μέσα από μια βιοπολιτική ματιά. Αν και ο Foucault μας ενημερώνει για τη σχέση μεταξύ της σεξουαλικής πολιτικής και των βιοπολιτικών κινήτρων με το να τοποθετεί την ανάλυση του για την βιοπολιτική στο τέλος του πρώτου τόμου της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας, ο Agamben συνδέει την βιοπολιτική με τη σεξουαλική βία στην προσοχή που δίνει στα στρατόπεδα βιασμού στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Αναγνωρίζει σε αυτά τα στρατόπεδα την μεταμόρφωση του σώματος που γεννά, προικισμένο με την δύναμη να τοποθετεί ένα παιδί στη πολιτική και ηθική ζωή ενός έθνους, σε βιασμένο σώμα που δημιουργεί γυμνή ζωή – μια ζωή δίχως ηθική ή πολιτική αξία.

Μεταθέτοντας τη φράση εθνοκάθαρση, ο όρος που ο Σερβοβόσνιοι χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν τους πολιτικούς στόχους και τις στρατιωτικές στρατηγικές τους, μέσα στην κατηγορία της βιοπολιτικής, διαπιστώνων πως ενώ ο όρος είναι απαράδεκτος στο βαθμό που αποκρύπτει τις γενοκτονικές πραγματικότητες της Σερβοβοσνιακής εκστρατείας, είναι αποκαλυπτικός στο βαθμό που εκθέτει το λειτουργικό σύνδεσμο μεταξύ φαινομενικά καλοηθών βιοπολιτικών πρακτικών (οι εκστρατείες για το AIDS για παράδειγμα) που δικαιολογούνται με όρους εξασφάλισης της υγείας και της ευημερίας ενός λαού και της βιοπολιτικής επιθετικότητας που στοχεύει στην εξασφάλιση σεκταριστικών εθνικιστικών συμφερόντων. Επιπλέον, όταν οι στρατηγικές εθνοκάθαρσης υλοποιούνται μέσα από τρομοκρατικές σεξουαλικές πρακτικές η έμφυλη φύση των εγχειρημάτων της βιοπολιτκής γίνεται εμφανής. Έτσι η βία του καλοήθους προσώπου των έμφυλων κωδίκων που συμβολίζουν τους άνδρες ως άτρωτους προστάτες των αδύναμων/ευάλωτων γυναικών τώρα αποκαλύπτεται. Όπως η ιδεολογία της υγείας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει μέτρα διατήρησης της ζωής όπως και για την νομιμοποίηση την εξολόθρευση των ζωών εκείνων που θεωρούνται μολυσμένων/μολυσματικών, η ιδεολογία των έμφυλων προστατών/προστατευόμενων κωδίκων μπορούν να χειραγωγηθούν για να μεταμορφώσουν την δύναμη για προστασία στο δικαίωμα της άρνησης προστασίας και στην άδεια για την άσκηση δίχως όρια εξουσίας. Καθώς η βιοπολιτική μετατρέπεται σε θαντοπολιτική, η αρρενωπή-θηλυκή προστάτη-προστατευόμενου συμμαχία μπορεί να γίνει ένα σαδιστικό ζεύγος τυράννου-θύματος όπου η αρρενωπότητα ισοδυναμεί με τη άδεια για βιασμό.

Ο Foucault και ο Agamben κάνουν ξεκάθαρο πως οι προσταγές της βιοπολιτικής θα προκαλέσουν γενοκτονικό πόλεμο ανεξάρτητα από το αν οι έμφυλοι κώδικες των προστατών κυριαρχούν. Αν και ο Agamben πιστεύει πως οι γενοκτονίες αναπόφευκτα οδηγούν στα στρατόπεδα βιασμών, δεν θεωρώ πως οι προσταγές της βιοξεουσίας θα δημιουργήσουν εκστρατείες ετερόφυλου βιασμού δίχως την παρουσία έμφυλες ιδεολογίες προστάτη-προστατευόμενου, γιατί η αποτελεσματικότητα αυτής της συγκεκριμένης γενοκτονικής στρατηγικής βασίζεται στην μοχθηρή εκμετάλλευση αυτών των έμφυλων ταυτοτήτων.

Η βία στη καρδιά του προστάτη-προστατευόμενου, άνδρα-γυναίκας, έμφυλων κωδίκων – τους τρόπους με τους οποίους αυτοί οι κώδικες  δομούν μια έμφυλη τάξη κυριαρχίας και υποταγής είναι προσεκτικά κρυμμένη ως μια καλοήθης εσωτερική συμφωνία. Δικαιολογείται με όρους  της φυσικής δύναμης  των ανδρών και της φυσικής αδυναμίας των γυναικών· όπως επιβάλλεται από την εξουσία των ανδρών πάνω στις γυναίκες που διέταξε ο Θεός, ή ως αντανάκλαση της φυσικής επιθυμίας του άνδρα να προσφέρει καταφύγιο σε μια γυναίκα ή της συμπληρωματικής επιθυμίας μιας γυναίκας να αναζητήσει καταφύγιο σε ένα άνδρα. Για όσο οι γυναίκες δεν παρεκτρέπονται, η σχέση μεταξύ προστασίας και κυριαρχίας παραμένει κρυφή. Αν, ωστόσο, μια γυναίκα δράσει με τρόπους που γίνονται αντιληπτοί ως παραίτηση από το δικαίωμα της σε προστασία, ανακαλύπτει πως η δύναμη για προστασία είναι επίσης η δύναμη για καταστροφή. Όταν αυτή η εξουσία χρησιμοποιείται εσωτερικά, κατηγορείται για τη βία που ακολουθεί (ήταν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, ντύθηκε προκλητικά, το ζητούσε) και η έμφυλα τάξη παραμένει άθικτη. Η αρρενωπότητα του και η θηλυκότητα της επιβεβαιώνονται στην απόφαση πως η ασφάλεια της εξαρτάται από την αποδοχή από πλευρά της των όρων της προστασίας του. Ως εκείνη που υπακούει στο νόμο του είναι ασφαλής. Ως εκείνη που δεν το κάνει, είναι θύμα.

Στο πόλεμο αυτό αλλάζει. Τώρα η ασφάλεια της και εκείνη των παιδιών της δεν εξαρτάται από την υπακοή της στους κανόνες της θηλυκότητας αλλά στην αρρενωπή του θέση, στην δύναμη και την εξουσία του να είναι και να επιβάλει το νόμο. Εξαρτάται από την ικανότητα των ανδρών της κοινότητας της να την προστατεύσουν από τους εχθρικούς άνδρες. Εξαρτάται από την ικανότητα των ανδρών της να είναι άνδρες. Στο βαθμό που η κοινοτική συνοχή ενός λαού βασίζεται στον επικυρώνουν συμβολικά τις ταυτότητες τους οι άνδρες και οι γυναίκες, η αποσταθεροποίηση αυτών των ταυτοτήτων θα απειλήσει, αν δεν καταστρέψει, τον κοινωνικό ιστό.

Στο σχεδιασμό της εκστρατείας εθνοκαθαρτικών βιασμών η διοίκηση των Σερβοβόσνιων χρησιμοποίησε τους έμφυλους κώδικες προστάτη-προστατευόμενου προς όφελος της. αναγνώρισαν τις Βόσνιες Μουσουλμάνες γυναίκες ως κλειδί για την συνοχή και τη ζωή της κοινωνίας τους. Καταστρέφοντας τις Μουσουλμάνες γυναίκες  θα κατέστρεφε την Μουσουλμανική κοινότητα. Για να καταστρέψει τις γυναίκες , ωστόσο, οι Σερβοβοσνιακές δυνάμεις έπρεπε να περάσουν από τους Μουσουλμάνους άνδρες. Επειδή οι Σερβοβόσνιοι επέμεναν πως έκαναν εθνοκάθαρση και όχι γενοκτονία, οι άνδρες έπρεπε να καταστραφούν με τρόπο που θα κρατούσε ζωντανό το ψέμα. Ακολούθησε μια σεξουαλική εκστρατεία τρομοκρατίας που θα κατέστρεφε τους άνδρες δίχως να τους σκοτώσει απαραίτητα.. αυτό δεν σημαίνει πως οι άνδρες δεν δολοφονούνταν όταν δεν υπήρχε ανησυχία για την διαιώνιση του μύθου της εθνοκάθαρσης· οι αποδείξεις φόνου και σφαγών αφθονούν.

Μια βιασμένη γυναίκα είναι μέρος μιας τριάδας. Επιβεβαιώνει την αρρενωπότητα των βιαστών της και ευνουχίζει τους άνδρες της κοινότητας της. ο βιασμός της είναι απόδειξη του γεγονότος πως οι άνδρες «της» δεν ήταν «αρκετά άνδρες» για να την προστατέψουν. Ένας άνδρας που δεν μπορεί να προστατέψει μια γυναίκα δεν είναι άνδρας. Καθώς η συμβολική του ταυτότητα και εξουσία καταστρέφεται, οι γυναίκες της κοινότητας του γίνονται άστεγες. Τώρα ανήκουν στις εγκαταστάσεις και στα στρατόπεδα του εχθρού. Είναι στην μεταφορά της εξουσίας της προστασίας στους εχθρούς άνδρες που δεν μπορούν/αρνούνται να προστατέψουν, η βία του κώδικα του έμφυλου προστάτη αποκαλύπτεται. Μόνο εκείνος με την δύναμη να καταστρέψει έχει την δύναμη να προστατέψει. Πως χρησιμοποιείται αυτή η δύναμη, αν βιαστούν ή όχι οι γυναίκες, θα καθοριστεί από τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης.

Οι καταδίκες για βιασμούς που απονεμήθηκαν από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Ρουάντα (ICTR) και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) αμφισβήτησαν την ισχύ αυτών των κωδίκων έμφυλων προστατών. Οι βιασμένες γυναίκες αρνήθηκαν την έμφυλη θέση τους ως παθητικούς δέκτες της προστασίας των ανδρών. Ανέλαβαν την τύχη τους και μίλησαν με τις δικές τους φωνές. Τα δικαστήρια, καταδικάζοντας τους βιαστές για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όχι για παραβίαση του ανδρικού καθήκοντός τους να προστατέψουν τις γυναίκες, και με το να βρει τους στρατιώτες ένοχους για καταπάτηση του δικαιώματος των γυναικών για σεξουαλική αυτοδιάθεση, ακύρωσε τους έμφυλους κώδικες προστάτη-προστατευόμενου. Η απόφαση τους έδειξε την συνέργεια των κωδίκων αυτών στην στρατηγική ετεροφυλόφιλων βιασμών.

Πρόσφατα δημοσιοποιημένες μαρτυρίες για βιασμών άνδρα από άνδρα σε καιρό πολέμου δείχνουν, ωστόσο, πως οι δίκες και οι αποφάσεις του ICTR και του ICTY δίνοντας χώρο στις γυναίκες να κινηθούν έξω από την θηλεοποιημένη θέση τους ως προστατευόμενων-από-άνδρες δεν απελευθέρωσε τους άνδρες από τον αρρενωπό κώδικα του προστάτη. Αυτές οι μαρτυρίες σεξουαλικών επιθέσεων άνδρα σε άνδρα στη διάρκεια του πολέμου δείχνουν πως η εμφυλοποίηση των ανδρών ως αρρενωπών προστατών των αδύναμων γυναικών όπου οι γυναίκες κινδυνεύουν να γίνουν θύματα της ανδρικής εξουσίας αν δεν συμμορφωθούν με τους νόμους του προστάτη είναι ακόμη σε ισχύ. Δείχνουν πως οι αποφάσεις του ICTY και του ICTR, δίνοντας μια διέξοδο στις γυναίκες από αυτή την έμφυλη ιδεολογία, δεν κατόρθωσαν να εκριζώσουν την εξουσία του πάνω στους άνδρες.

Η στρατηγική γενοκτονικού ετεροφυλόφιλου βιασμού και η πρακτική βιασμού ανδρών από άνδρες στις εμπόλεμες ζώνες έχουν αυτό το κοινό – κάνουν ξεκάθαρο πως η θέση ενός ατόμου στο έμφυλο καθεστώς προστάτη-προστατευόμενου βασίζεται σε όρους υλικής σεξουαλικής ευαλωτότητας και όχι βιολογίας. Ένας άνδρας που βιάζεται ευνουχίζεται και θηλεοποιείται. Το βιασμένο και το βιάσιμο σώμα, το σώμα που είναι ευάλωτο στην σεξουαλική επίθεση, είναι γυναικείο σώμα, ότι και αν δείχνουν τα γεννητικά του όργανα. Ένας άνδρας δεν είναι απλά εκείνο με πέος. Ένας άνδρας είναι εκείνος που μπορεί να χρησιμοποιήσει το πέος του ως όπλο, που μπορεί να βιάσει.

Η προσοχή μου στράφηκε στο φαινόμενο του βιασμού άνδρα από άνδρα στο πόλεμο από ένα άρθρο στις 17 Ιουλίου 2011 στον Observer, «Ο Βιασμός των Ανδρών» από τον Will Storr. Στο άρθρο αυτό ο Storr περιγράφει τις συνεντεύξεις του με άνδρες θύματα βιασμού στην Ουγκάντα και τις συζητήσεις με τους ψυχολόγους που τους συμβουλεύουν. Περιγράφει επίσης τις αντιδράσεις, στις αναφορές για βιασμούς άνδρα από άνδρα, των υπηρεσιών του ΟΗΕ, ΜΚΟ και γυναικείων οργανώσεων. Οι μαρτυρίες των ανδρών αμφισβητούν συγκεκριμένες αντιλήψεις της αρρενωπής έμφυλης υποκειμενικότητας, γιατί το γεγονός πως βιάστηκαν καταστρέφει το μύθο της σεξουαλικοποιημένης αρρενωπής απροσβλητότητας. Μεταφέροντας την εμπειρία τους του να βιάζονται και τις επιπτώσεις του στην αίσθηση του εαυτού τους, ωστόσο, οι βιασμένοι άνδρες υποτάσσονται σε αυτό το γνώρισμα της αρρενωπής εμφυλοποίησης.

Οι βιασμένοι άνδρες λένε πως έχουν καταστραφεί ως άνδρες. Αν ήταν πραγματικοί άνδρες λένε, δεν θα είχαν βιαστεί. Η άρνηση της διεθνούς κοινότητας να αναγνωρίσει αυτούς τους βιασμούς, συμβάλλοντας στη σιωπή που τους περικλείει, εξασφαλίζει την δύναμη της έμφυλης ιδεολογίας προστάτη-προστατευόμενου. Για όσο αγνοούνται αυτοί οι βιασμοί και παραμένουν αόρατοι, η ιδέα πως μόνο οι γυναίκες κινδυνεύουν να βιαστούν θα κυριαρχεί. Με ειρωνικό τρόπο η αναγνώριση της παγκόσμιας εμβέλειας του ετεροφυλόφιλου βιασμού αυτή η ιδεολογία θα ενισχύεται.

Ο ετεροφυλόφιλος βιασμός σε περίοδο πολέμου δεν αγνοείται πλέον ως ανύπαρκτος ή ασήμαντος. Πλέον αναγνωρίζεται ευρέως, αναλύεται, και ποινικοποιείται. Ο βιασμός άνδρα από άνδρα στο πόλεμο παραμένει ένα καλά φυλαγμένο μυστικό. Αν και πλέον επιμένουμε οι μαρτυρίες βιασμένων γυναικών  να ακούγονται και να λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν. Δεν έχουμε ακόμα ακούσει και αναγνωρίσει τις μαρτυρίες των βιασμένων ανδρών. Γνωρίζοντας πως τα λόγια τους θα καταδικάσουν τους ίδιους, όχι τους βιαστές τους, αυτοί οι άνδρες κρύβουν τις ουλές τους δημόσια, καθώς ζουν τις πληγωμένες τους ζωές ιδιωτικά. Η ντροπή τους, η συμπεριφορά τους ως απάντηση σε αυτή τη ντροπή, και η άρνηση της διεθνούς κοινότητας να ζητήσουν ευθύνες από τους θύτες επαναλαμβάνοντας την ιστορία του ετεροφυλόφιλου βιασμού σε καιρό πολέμου. Το νόημα αυτής της εξελισσόμενης ιστορίας, είναι διαφορετικό ωστόσο από εκείνο της παλιότερης και εκτυλισσόμενης ιστορίας.

Η αναδιατύπωση του νοήματος του ετεροφυλόφιλου βιασμού σε περίοδο πολέμου είναι μια ιστορία νομιμοποίησης της γνωσιολογικής ικανότητας της γυναίκας, της καθιέρωσης του δικαιώματος της γυναίκας να καθορίζει και να διαμορφώνει το νόημα της εμπειρίας της – είναι μια μαρτυρία της αναγνώρισης του βιασμού ως κάτι που ορίζεται με όρους του τι συμβαίνει στο σώμα μιας γυναίκας, όχι κάτι που ορίζεται από τις προθέσεις ενός άνδρα ή από την ανδρική αντίληψη της γυναικείας επιθυμίας. Με λίγα λόγια, είναι μια ιστορία γυναικών που καθιέρωσαν το δικαίωμα τους να αναγνωρίζονται ως υποκείμενα. Η σιωπή γύρω από τον βιασμό άνδρα από άνδρα σε καιρό πολέμου αναφέρεται σε μια διαφορετική ατζέντα. Αφορά στη διατήρηση του μύθου του άνδρα ως άτρωτου, ως απόλυτου υποκειμένου – εκείνον που η υποκειμενικότητα του στηρίζει εκείνη της γυναίκας. αν ένας βιασμένος άνδρας βλέπει τον εαυτό του και αντιμετωπίζεται από τους άλλους ως γυναίκα, αν ο βιασμός μετατρέπει έναν άνδρα, το κυρίαρχο υποκείμενο, σε γυναίκα, στο αμφισβητήσιμο υποκείμενο/εκείνο που η υποκειμενικότητα του είναι  υπό αμφισβήτηση, τότε οι άνδρες δεν μπορούν να ισχυριστούν όπως η υποκειμενικότητα τους είναι αναπαλλοτρίωτη. Πιο δραματικά, αν ένας άνδρας γίνεται γυναίκα με το να βιάζεται, τότε οι γυναίκες παράγονται από άνδρες.

Αυτή η αναθεώρηση του μύθου της κατασκευής της γυναίκας δείχνει πως οι φεμινίστριες, στη κριτική τους των έμφυλων ιδεολογιών, έχουν επηρεαστεί επίσης από αυτές τις έμφυλες ιδεολογίες, γιατί σημειώνοντας την δύναμη του βιασμού να καθιερώνει τους άνδρες ως άνδρες και να κατασκευάζει τις γυναίκες από άνδρες δοκιμάζει την καθιερωμένη φεμινιστική υπόθεση πως η πατριαρχία λειτουργεί με το να θέτει τη γυναίκα ως το Άλλο του άνδρα έτσι ώστε η υποκειμενικότητα της να προέρχεται από τη δική του. Δείχνει πως μέσα στη πατριαρχία είναι η θηλυκή υποκειμενικότητα είναι που στηρίζει το ανδρικό υποκείμενο και πως η ταυτότητα του προέρχεται από τη δική της. Μόλις αναγνωρίσουμε πως ένας άνδρας που βιάζεται από άνδρα βλέπει τον εαυτό του, και τον βλέπουν και οι άλλοι, ως γυναίκα, πρέπει να διαβάσουμε το «Κάποια δεν γεννιέται αλλά γίνεται γυναίκα» της Beauvoir ως κάτι που ισχύει και στα άτομα που γεννήθηκαν με ανδρικό όσο και σε εκείνα που γεννήθηκαν με θηλυκά σώματα. Πρέπει να το διαβάσουμε με ένα τρόπο που αναγνωρίζει πως κάποιος γίνεται γυναίκα με το να βιαστεί ή με το να αναγνωριστεί ως βιάσιμος – πως στερούμενος της δύναμης να προστατέψει τον ίδιο ή άλλους από βιασμό ένας άνδρας δεν μπορεί να ισχυριστεί πως είναι άνδρας.

Η Monique Wittig παραθέτει το «Κάποια δεν γεννιέται αλλά γίνεται γυναίκα» της Beauvoir για να στηρίξει το επιχείρημα της πως θηλυκά που έχουν  απορρίψει τις ετεροφυλόφιλες συμβάσεις και έτσι την εξάρτηση τους στους άνδρες δεν είναι γυναίκες. Η θέση της ήταν πως οι λεσβίες, απορρίπτοντας την εξάρτηση τους από τους άνδρες, είναι στην καλύτερη θέση για να εκθέσουν το ψέμα του μύθου της γυναίκας. Η ανάλυση της ωστόσο, συνέδεε ακόμη εκείνους που γίνονταν/μπορούσαν να γίνουν γυναίκες με εκείνες που είναι βιολογικά γυναίκες. Το φαινόμενο του στρατιωτικού βιασμού άνδρα από άνδρα (και βιασμού άνδρα από άνδρα στη φυλακή) δείχνει πως δε υπάρχει σχέση μεταξύ του να γίνεσαι γυναίκα και να είσαι βιολογικά γυναίκα. Συγκρίνοντας τη θέση της Wittig πως οι αφέντες υπάρχουν μόνο για όσο υπάρχουν σκλάβοι, βλέπω πως η εμπειρία, οι επιπτώσεις, και τα κίνητρα του βιασμού άνδρα από άνδρα δείχνουν πως δεν είναι η υποκειμενικότητα του που στηρίζει τη δική της, αλλά πως η δική της σταθεροποιεί τη δική του. Η ταυτότητα του ως άνδρα εξαρτάται από την αποδοχή της εξάρτησης της από εκείνον. Περισσότερο από το να απελευθερώσει την ίδια από την υποταγή με την άρνηση της την έμφυλη εξαρτημένη θέση της, μια γυναίκα που απορρίπτει την ιδέα πως χρειάζεται να προστατεύεται από ένα άνδρα καταστρέφει την θέση του άνδρα ως του απόλυτου υποκειμένου. Η πατριαρχική αρρενωπότητα, ένα σύστημα ανδρικής εξουσίας και προνομίου, βασίζεται στο ότι αυτός καθιερώνει πως δεν είναι αυτή και στη συνέχει μεταφράζει αυτό το «δεν» σε μια ακλόνητη ταυτότητα που μεταφέρει ζωή και νόημα σε εκείνη. Εκείνος δεν έχει ανάγκη να προστατευτεί. Εκείνος μπορεί να προστατεύσει εκείνη. Εκείνος δεν μπορεί να βιαστεί. Εκείνος μπορεί να βιάσει εκείνη. Η δύναμη του αρνητικού ως σεξουαλική πολιτική.

Ακούγοντας άνδρες θύματα βιασμού δείχνει πως δυο βιβλικές μαρτυρίες της δημιουργίας των δυο φύλων χρειάζονται να αναγνωστούν ως η διαφορά μεταξύ της διαφοράς των φύλων πριν και μετά την «Πτώση». Πριν την «Πτώση» τα δυο φύλα ζούσαν μαζί ως σύντροφοι, έτσι η μαρτυρία «δημιουργήθηκαν ως ίσα». Μετά την πτώση, ωστόσο, ως τιμωρία για την βρώση του απαγορευμένου καρπού, η σεξουαλική διαφορά γίνεται η διαφορά όπου ο Αδάμ αναλαμβάνει το έργο της παροχής και της προστασίας της Εύας, και η Εύα αναλαμβάνει την γέννηση της επόμενης γενιάς. Στο σημείο αυτό η μαρτυρία της «ιστορίας του πλευρού»  εμφανίζεται ως δηλωτική της υποταγής της σε εκείνον. Οι μαρτυρίες των βιασμένων ανδρών, με άλλα λόγια, δείχνουν πως αν και αρσενικό και θηλυκό υπήρχαν στην Εδέμ, δεν υπήρχε άνδρας και γυναίκα. Δείχνουν πως ο Αδάμ δεν έγινε άνδρας μέχρι που έγινε ο προστάτης της Εύας. Κατανοώντας αυτές τις ιστορίες δημιουργίας μέσα από τις φωνές των βιασμένων ανδρών μας δείχνουν γιατί, αν και οι κυριαρχούμενες από τους άνδρες μπορεί τώρα να είναι πρόθυμες να αντιμετωπίσουν την διάδοση του ετεροφυλόφιλου βιασμού, δεν είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τις πραγματικότητες του βιασμού άνδρα από άνδρα. Ο ετεροφυλόφιλος βιασμός μπορεί να διωχθεί και να ποινικοποιηθεί δίχως απαραίτητα να απειληθούν οι παραδοσιακές έμφυλες ταυτότητες ή οι καθιερωμένες  ιεραρχίες της εξουσίας. Ο βιασμός άνδρα από άνδρα όχι. Είτε καταδικαστεί είτε όχι ένας ετεροφυλόφιλος βιαστής καταδικαστεί, η ανδρική του υπόσταση παραμένει ασφαλής. Μια γυναίκα που καταθέτει εναντίον του βιαστή της μαρτυρά την θηλυκότητα της και την αρρενωπότητα του βιαστή της.  ήταν ως γυναίκα που βιάστηκε και ήταν ως άνδρας που ο βιαστής της της επιτέθηκε. Καταδικάζεται επειδή εξέφρασε την επιθετικότητα του έξω από τις ορισμένες δομές της απάτης της αρρενωπής προστασίας. Επειδή ο βιασμός είναι τόσο στενά συνδεδεμένος με την παθητικότητα, την αδυναμία, και τη θυματοποίηση, ένας βιασμένος άνδρας δεν μπορεί να πει πως βιάστηκε επειδή είναι άνδρας. Ούτε μπορεί να επιμείνει, αφού παραδεχτεί πως βιάστηκε, πως είναι άνδρας.

Η ιδέα που ο βιασμός είναι ανδρικό προνόμιο ήταν, μέχρι πρόσφατα, ήταν κωδικοποιημένος στον ορισμό του βιασμού του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών των Ηνωμένων Πολιτειών (FBI). Τον Δεκέμβριο του 2011, υπό την πίεση τοπικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου και γυναικείων οργανώσεων, το FBI άλλαξε τον ορισμό του για το βιασμό από την «σαρκική επαφή με γυναίκα ενάντια στην θέληση της» στην «διείσδυση του κόλπου ή του πρωκτού με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικείμενο, ή την στοματική διείσδυση με το σεξουαλικό όργανο άλλου ατόμου, δίχως την συναίνεση του θύματος». Μέχρι το Δεκέμβριο του 2011, το FBI δεν θεωρούσε τον εξαναγκασμό σε πρωκτικό ή στοματικό σεξ, την διείσδυση με ένα αντικείμενο, την διείσδυση ενός άνδρα σε έναν άλλο βιασμό. Αυτός ο ορισμός και οι πράξεις που απέκλειε το έκαναν ξεκάθαρο: Οι άνδρες μπορούν να βιάσουν. Οι γυναίκες όχι. Οι γυναίκες μπορούν να βιαστούν. Οι άνδρες όχι.

Με ειρωνικό τρόπο το άρθρο του Storr επιβεβαιώνει τον προηγούμενο ορισμό του βιασμού του FBI. Δείχνει πως η πρόσφατη νομική αλλαγή δεν έχει αλλάξει την καθημερινή αντίληψη για το βιασμό. Αν και οι περιπτώσεις βιασμού άνδρα από άνδρα στο πόλεμο μοιάζουν να διαψεύδουν τα προηγούμενα κριτήρια του FBI, οι άνδρες που μιλούν με όρους του ότι έγιναν γυναίκες τα επιβεβαιώνουν. Η ντροπή που φέρουν αυτοί οι άνδρες είναι διαφορετική από την ντροπή που περιγράφουν οι βιασμένες γυναίκες. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες καταστρέφονται, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Μια βιασμένη γυναίκα απογυμνώνεται από την αξιοπρέπεια της ύπαρξης της αλλά όχι από την συμβολική της ταυτότητα. Ένας βιασμένος άνδρας αποστερείται την συμβολική του αξία καθώς και την ακεραιότητα της ύπαρξης του. Δεν είναι πλέον άνδρας. Αν ήταν άνδρας δεν θα είχε βιαστεί. Αυτό είναι που λένε οι άνδρες στον Storr. Νομικά, ένας άνδρας μπορεί να βιαστεί. Υπαρξιακά και συμβολικά, δεν μπορεί.

Ο Storr τοποθετεί τις συνεντεύξεις του με τους βιασμένους άνδρες στην Ουγκάντα μέσα στο πλαίσιο της έρευνας της Lara Stemple, Male Rape and Human Rights, και το έργο του Προγράμματος Προσφυγικού Δικαίου του Πανεπιστημίου του Μακερερέ (RLP). Βρίσκει δυο δυνάμεις που λειτουργούν για τη διατήρηση του μυστικού του βιασμού άνδρα από άνδρα στη περίοδο του πολέμου. Η πρώτη προέρχεται από τα θύματα που ντρέπονται πολύ να μιλήσουν. Η δεύτερη αφορά τη πολιτική του βιασμού. Η έρευνα της Stemple δείχνει πως ενώ ο σεξουαλική βία άνδρα σε άνδρα είναι διαδεδομένη στο πόλεμο σε όλο το κόσμο, από τις 4076 ΜΚΟ που ασχολούνται με τη σεξουαλική βία μόλις το 3% αναφέρουν την ανδρική εμπειρία. Από όσες το κάνουν, αναφέρεται φευγαλέα. Η πετυχημένη καμπάνια του Ιδρύματος Feminist Majority «Rape is Rape», που στόχευε την αλλαγή του ορισμού του βιασμού του FBI έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πραγματικότητες του βιασμού και θα καθιέρωνε πιο λογικά κριτήρια για την αναφορά και τη δίωξη του βιασμού, ακολουθεί αυτό το μοτίβο. Ήταν σιωπηλή για της πραγματικότητες του βιασμού άνδρα από άνδρα. Στην επικοινωνία της με γυναικείες οργανώσεις η αίτηση υπογράφονταν «Για τις Ζωές των Γυναικών». Αντικατοπτρίζοντας το γεγονός πως οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες στο να βιαστούν, αγνοούσε το γεγονός πως και οι άνδρες είναι θύματα βιασμού. Ακολουθώντας αυτό το μοτίβο, ο Chris Dolan του RLP αναφέρει πως όταν το RLP παρουσίασε το ντοκιμαντέρ του «Gender Against Men” άνθρωποι σε πολύ γνωστούς διεθνείς οργανισμούς προσπάθησαν να το εμποδίσουν. Το αποδίδει αυτό και τη διεθνή νοοτροπία γενικότερα στο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος της διεθνούς βοήθειας. Πιστεύει πως οι γυναικείες ομάδες και οι ΜΚΟ φοβούνται πως προσφέροντας πόρους για τους βιασμένους άνδρες θα αφαιρέσει πόρους που τώρα είναι διαθέσιμοι για τις γυναίκες και θα καταστρέψει το φεμινιστικό έργο των τελευταίων αρκετών δεκαετιών με το να βγάλει ξανά το ζήτημα του ετεροφυλόφιλου βιασμού από την διεθνή και εγχώρια ατζέντα.

Κάποιες από τις διαδικτυακές αντιδράσεις στο άρθρο του Storr δείχνουν πως οι φόβοι αυτοί δεν είναι αβάσιμοι αναγκαία. Μας θυμίζουν πως η αντίδραση είναι ζωντανή και ενεργή, και πως οι φεμινιστικές «νίκες» κάθε άλλο παρά ασφαλείς είναι. Τα περισσότερα σχόλια επιδοκιμάζουν τον Storr, για την περιγραφή του φορτίου που τοποθετεί πάνω στους άνδρες, τις οικογένειες και τις κοινότητες τους, και για την αναγνώριση των συνθηκών που τον επιτρέπουν. Βλέπουν αυτή την κακοποίηση των ανδρών ως κομμάτι του μεγαλύτερου προβλήματος της βίας σε καιρό πολέμου που έχει αποχαλινωθεί και το καταδικάζουν. Μερικοί σχολιαστές ωστόσο, βλέπουν την σιωπή γύρω από τους βιασμούς ανδρών σε περιόδους πολέμου, ως απόδειξη του φεμινιστικού πολέμου κατά των ανδρών. Κατηγορούν τις ΜΚΟ πως εκπροσωπούν τα μισανδρικά γνωρίσματα των κουλτουρών τους. Όταν ένας αναγνώστης [Requisitename] ρωτά, «Γιατί η εχθρικότητα προς τις φεμινίστριες…;», ένας άλλος [Urjokingrigh] απαντά,

«Οι φεμινίστριες πράγματι δεν ευθύνονται για τον βιασμό των ανδρών. Έχουν όμως συμβάλλει σημαντικά στην άποψη πως οι άνδρες μπορούν να είναι μόνο θύτες, ποτέ θύματα…. Ήταν ιδιαίτερα εχθρικές στην ιδέα πως άνδρες ή γυναίκες σε λεσβιακές σχέσεις μπορούσαν να είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας – πιθανώς επειδή αυτό… [απείχε] από την ιδέα πως οι γυναίκες από φυσικού τους κατέχουν το ηθικό πλεονέκτημα».

Ένας άλλος αναγνώστης, ο [Daddycool] απαντά στην παρατήρηση της υπουργού εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Hilary Clinton, πως οι γυναίκες ήταν πάντοτε τα βασικά θύματα του πολέμου με το παρακάτω: «Αυτή η μαλακία με ενοχλεί συνέχεια…ο άντρας και ο γιος σου βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν και εσύ είσαι το βασικό θύμα. Ίσως αν υπήρχε καλύτερη προστασία για τον άνδρα και το γιο σου δεν θα ήσουν καν θύμα. Εντελώς ιδιοτελής (αλλά κοντόφθαλμη) ατζέντα». Ο Freespechoneeach αντιδρά στο άρθρο υποσχόμενος πως θα τραβήξει την προσοχή σε «κάθε εμφανή περίπτωση μισανδρίας σε όλα τα μέσα και άλλο δημόσιο λόγο» και θα «προστατέψει, θρέψει και αναπτύξει την επίγνωση της δικής μου υποταγής μέσα στην σύγχρονη μισανδρική κουλτούρα».

Δεν πιστεύω πως μπορούμε να αγνοήσουμε αυτό το μισογυνισμό, και με δεδομένο τον αριθμό των αναρτήσεων που απορρίφθηκαν επειδή δεν ανταποκρίνονταν στα πρότυπα ευγένειας του ιστότοπου, πιστεύω πως είναι πολύ πιο διαδεδομένος από ότι δείχνουν οι αναρτήσεις. Αν, ωστόσο, επιτρέψουμε στο φόβο μας αυτού του μισογυνισμού να επηρεάσει την έμφυλη πολιτική μας θα προδώσουμε τις φεμινιστικές μας αρχές. Θα κάνουμε καλύτερα να ακούσουμε τον σχολιαστή [Murehwa] ‘όταν γράφει: «Νομίζω, πως εμείς, ως άνδρες, δεν προετοιμαστήκαμε ποτέ να είμαστε θύματα βιασμού…. Έτσι ώστε η θυματοποίηση που υποτίθεται αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες, συμβαίνει σε έναν άνδρα, είναι δύσκολο να φανταστούμε ποια κοινωνία θα το έκανε αυτό σε έναν άνδρα. Για αυτό δεν έχουμε καμιά προστασία για αυτούς τους άνδρες». Συμφωνώντας με τον Murehwa, θα πρόσθετα επίσης πως δεν έχουμε προστασία για τους άνδρες, επειδή εξ ορισμού, οι άνδρες δεν χρειάζονται να προστατευθούν. Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως ο Murehwa και ο Urjokingrigh εντοπίζουν το ίδιο εμπόδιο στην αναγνώριση της μάστιγας του βιασμού άνδρα από άνδρα – την ιδέα πως οι άνδρες δεν μπορούν να είναι θύματα. Η διαφορά μεταξύ τους βρίσκεται στην άποψη τους για την πηγή αυτής της ιδέας – φεμινίστριες ή κυρίαρχους κώδικες αρρενωπότητας. Η Stemple, μιλώντας για την δύναμη αυτής της ιδέας με όρους κοινωνικής ανατροφής (έναν άλλο τρόπο αναγνώρισης της δύναμης των έμφυλων κωδίκων), σημειώνει την διπλή επίδραση αυτής της ανατροφής όταν λέει στον Storr:

«Αγνοώντας τον βιασμό των ανδρών όχι μόνο παραμελεί τους άνδρες, βλάπτει επίσης και τους άνδρες με την ενίσχυση μιας αντίληψης που εξισώνει το ‘θηλυκό’ με το ‘θύμα’, υποσκάπτοντας έτσι την ικανότητα μας να δούμε τις γυναίκες ως δυνατές και ισχυροποιημένες. Με τον ίδιο τρόπο, η σιωπή για τους άνδρες θύματα ενισχύει νοσηρές προσδοκίες για τους άνδρες και την υποτιθέμενη ατρωσία τους».

Οι άνδρες στην Ουγκάντα που βιάστηκαν περιγράφουν το τίμημα που πληρώνουν για αυτές τις νοσηρές προσδοκίες. Ένας αναφέρει σε ένα ψυχολόγο του RLP: «Πονάω». Της δείχνει την γεμάτη πύον κομπρέσα που φορά. Μετά προσθέτει: «Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν πιστεύεις πως μπορούν να συμβούν σε έναν άνδρα». Ένα άλλο θύμα βιασμού λέει στον Storr πως αν ο αδερφός του ανακαλύψει πως βιάστηκε δεν θα τον θεωρεί πλέον ως άνδρα. Οι σύζυγοι εγκαταλείπουν τους βιασμένους συζύγους τους λέγοντας: «Αν μπορεί να βιαστεί, ποιος θα προστατέψει εμένα;». Με τα λόγια ενός αξιωματούχου του RLP: «Στην Αφρική κανένας άνδρας δεν επιτρέπεται να είναι ευάλωτος». Δεν πιστεύω πως αυτή η αντίληψη περιορίζεται στην Αφρική.

Καθώς διαβάζω αυτές τις μαρτυρίες βλέπω πως οι μαρτυρίες της ταπεινωμένης αρρενωπότητας  τους είναι τόσο απόδειξη της φυγής των ανδρών από την ευαλωτότητα όσο και της συνέργειας των γυναικών σε αυτή τη φυγή, ως ένδειξη του γεγονότος πως δίχως γυναίκες να προστατέψουν ή να βιάσουν, όπως σε κάποιους καταυλισμούς στο πόλεμο (και στις φυλακές) οι άνδρες δεν μπορούν να είναι άνδρες. Αν οι γυναίκες δεν είναι διαθέσιμες για την εδραίωση της αρρενωπότητας των ανδρών, θα κατασκευαστούν. Με δεδομένες κάποιες απαντήσεις στο άρθρο του Storr πρέπει να είμαι ξεκάθαρη. Δεν κατηγορώ όλους τους άνδρες ως βιαστές. Δεν ισχυρίζομαι πως οι άνδρες αλλά όχι οι γυναίκες είναι επιθετικοί ή/και βίαιοι. Δεν λέω πως οι γυναίκες είναι ηθικά ανώτερες από τους άνδρες. Λέω πως οι πατριαρχικοί έμφυλοι κώδικες ταυτίζουν την αρρενωπότητα με την ατρωσία και μεταφράζουν αυτή την αφηρημένη έννοια  με την φαινομενικά καλοήθη δύναμη για προστασία και την κακοποιητική εγκληματική δύναμη για βιασμό.

Οι άνδρες μαθημένοι στο μύθο της αρρενωπότητας έχουν ανατραφεί να πιστεύουν πως η ευαλωτότητα είναι γνώρισμα θηλυκής αδυναμία και όχι ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όσο αυτός ο μύθος μένει στη θέση του, ο βιασμός ενός άνδρα θα τον μετατρέπει σε μη άνδρα. Η δύναμη αυτού του μύθου φαίνεται στο γεγονός πως οι ‘άνδρες που είναι πρόθυμα να μιλήσουν είναι πρόθυμα να το κάνουν μόνο με μυστικότητα. Πιστεύουν πως θα ταπεινωθούν για το ότι δεν είναι άνδρες αν ο βιασμός τους δημοσιοποιηθεί. Με δεδομένη την δύναμη αυτής της άποψης και τους τρόπους με τους οποίους έχει επιβεβαιωθεί από τις εμπειρίες τους, αυτοί οι άνδρες χρειάζεται να στηριχθούν όχι μόνο με ιατρικούς και ψυχολογικούς τρόπους αλλά με τρόπους που αναγνωρίζουν τους έμφυλους κανόνες και που αμφισβητούν αυτούς τους κανόνες επιβεβαιώνοντας την κοινή μας ανθρώπινη ευαλωτότητα. Πρέπει να πούμε σε αυτούς τους άνδρες και στις κοινότητες τους και στις δικές μας πως το να είσαι ευάλωτος σημαίνει να είσαι άνθρωπος, πως δεν είσαι λιγότερο άνδρας αν είσαι ευάλωτος, και πως η ταυτότητα σου ως άνδρας είναι άκυρη για όσο εξασφαλίζεται από την ευαλωτότητα των γυναικών. Περισσότερο ριζοσπαστικά ίσως, πρέπει να τους πούμε πως αν το να είσαι ευάλωτος σημαίνει να είσαι γυναίκα, τότε είναι καιρός να είσαι περήφανος πως είσαι γυναίκα.

Όσο κρίσιμο είναι να αναλύσουμε την διάκριση, την καταπίεση, και την βία κατά των γυναικών κανονικοποιημένη και δικαιολογημένη από τις έμφυλες κοινωνίες προστατών-προστατευόμενων, οι τρόποι με τους οποίους αυτές οι κοινωνίες βλάπτουν τους άνδρες πρέπει να τονιστούν πιο έντονα. Οι φεμινίστριες το έχουν προωθήσει ως ζήτημα αρχής. Τα θύματα βιασμού άνδρα από άνδρα δίνουν υπόσταση στο επιχείρημα με τρόπους που είναι δύσκολο να αγνοηθούν από άνδρες και γυναίκες. Οι μαρτυρίες των ανδρών αυτών δείχνουν πως το ζήτημα του βιασμού πρέπει να αναδιατυπωθεί. Πρέπει να παρουσιαστεί με τους όρους των τρόπων που τιμωρεί, τρομοκρατεί και κατασκευάζει γυναίκες. Προσεγγισμένο με αυτό το τρόπο, δηλαδή, ως μια θηριωδία που διαστρέφει και μειώνει το νόημα της σεξουαλικότητας μας και της ευαλωτότητας μας, το φαινόμενο του βιασμού άνδρα από άνδρα εμφανίζεται ως το σημείο που διασταυρώνονται θεωρία και πράξη. Μόλις δούμε τους τρόπους  με τους οποίους η πρακτική του βιασμού άνδρα από άνδρα, υπό την παρούσα διαμόρφωση των φύλων, μεταμορφώνει τους άνδρες σε γυναίκες, μόλις κατανοήσουμε πως αυτός είναι ο σκοπός των βιασμών, και μόλις αναγνωρίσουμε αυτούς τους βιασμούς ως συμβάντα στον αποκλειστικά ανδρικό πεδίο των στρατιωτικών μονάδων (και φυλακών), θα δούμε επίσης πως οι άνδρες μπορούν να είναι άνδρες μόνο με την παρουσία βιάσιμων γυναικών. Αν οι γυναίκες  δεν είναι βιολογικά παρούσες, θα κατασκευαστούν. Από την οπτική αυτή, ο ένοχος δεν είναι κάποιου είδους έμφυτη αρρενωπή επιθετικότητα αλλά ένα έμφυλο σύστημα που ταυτίζει την εξουσία να υποτάσσει σεξουαλικά με την αρρενωπή υποκειμενικότητα. Αναγνωρίζοντας αυτό είναι η αναγνώριση πως οι σε καιρό πολέμου ετεροφυλόφιλος βιασμός και ο βιασμός άνδρα από άνδρα θα είναι μαζί μας μέχρι να απονομιμοποιήσουμε το έμφυλο σύστημα προστάτη-προστατευόμενου που συνδυάζει την ιδέα της ευαλωτότητας με την εικόνα του θύματος, και αναγνωρίζει την επιθυμία για προστασία και την ευαλωτότητα που χρειάζεται προστασία ως ενδείξεις της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας της ανθρώπινης συνθήκης.

πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com

 

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου