Loading...

Κατηγορίες

Σάββατο 17 Ιούλ 2021
Το πνεύμα του σκληρού πυρήνα και η νόσος ως τιμωρία
Κλίκ για μεγέθυνση




EUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ




17.07.2021, 18:30

 

 

Από τη στιγμή που η νόσος ή η αυξημένη πιθανότητα να νοσήσει κάποιος έρχεται σαν τιμωρία για τους ανεμβολίαστους, έχει χαθεί το παιχνίδι της πειθούς και των ηθικών επιχειρημάτων υπέρ της ανάγκης γενικής ανοσίας μέσω του εμβολιασμού. Πολύ δε περισσότερο όταν, πλέον, η προσφυγή στον καταναγκαστικό εμβολιασμό γίνεται με ποικίλες απειλές. Λέω «καταναγκαστικό» γιατί η κυβέρνηση γνωρίζει ότι έχει να κάνει με έναν σκληρό πυρήνα άρνησης των εμβολίων σ’ ένα πλαίσιο όπου τα όρια εγωισμού και αλτρουισμού παραμένουν ασαφή και δυσδιάκριτα - και αυτό, εν πολλοίς, με ευθύνη της ίδιας της κυβέρνησης.

Εν τω μεταξύ, στο ποσοστό των ανεμβολίαστων αυτή τη στιγμή περιλαμβάνονται πολλές επιμέρους ομάδες: είναι οι αρνητές του Covid-19, είναι οι αντιεμβολιαστές, είναι οι σκεπτικιστές, οι φοβικοί, οι ψεκασμένοι, αλλά και εκείνοι που έως σήμερα δυσκολεύονται να προσεγγίσουν τα εμβολιαστικά κέντρα και όσοι λόγω άλλων λόγων ή παθήσεων δεν επιτρέπεται να εμβολιαστούν.

Ετσι, οι καταιγιστικές προειδοποιήσεις που αφορούν γενικευτικά τους ανεμβολίαστους, δηλαδή, ότι αύριο όλοι θα νοσήσουν στην περίπτωση εκπλήρωσης του κακού σεναρίου για το επερχόμενο κύμα μέσω των παραλλαγών, έχουν ελάχιστη πρακτική αξία. Πρώτον, διότι με επιλογή της κυβέρνησης το Εθνικό Σύστημα Υγείας φθείρεται αντί να ενισχύεται - εκτός από την υποχρηματοδότησή του, η κυβέρνηση εξετάζει κλείσιμο νοσοκομείων, συγχωνεύσεις, συρρίκνωσή του, μεσούσης της πανδημίας. Δεύτερον, διότι οι διαχωρισμοί εμβολιασμένων-ανεμβολίαστων ανάγονται σε εργαλεία κοινωνικής μηχανικής και πόλωσης μέσω των οποίων η κριτική ή η μομφή για ολιγωρίες ή λάθη δεν θα στραφούν στην κυβέρνηση αλλά εξ ολοκλήρου στους νοσούντες.

Η διαχείριση μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων, όπως οι πανδημίες, για τον μετριασμό των δυσμενών συνεπειών τους στους ανθρώπους που δοκιμάζονται άμεσα ή έμμεσα σε όλα τα επίπεδα, προϋποθέτει μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Μάλιστα, μεγάλες συναινέσεις και «συμβόλαια» σε σχέση με τα γενικότερα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία και όχι μόνον σε σχέση με τα ζητήματα που σχετίζονται στενά με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τέτοιες συναινέσεις ουδέποτε εξασφάλισε η κυβέρνηση. Απεναντίας, έδειξε ως ένοχη του προπατορικού αμαρτήματος κάθε κοινωνική ομάδα που τόλμησε να αμφισβητήσει την ακραία νεοφιλελεύθερη, νεο-δεξιά και συντηρητική κυβερνητική πολιτική.

Κατηγόρησε την αντιπολίτευση για «υγειονομικό σαμποτάζ». Κατηγόρησε -και συνεχίζει να το κάνει- τους νέους ως φορείς υπερμετάδοσης, επιτέθηκε στον κόσμο της εργασίας, επιτέθηκε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, προετοίμασε την είσοδο της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια, καθιέρωσε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε μια φάση που δεν λειτούργησε το φυσικό σχολείο, έσπευσε να εξισώσει τα πτυχία των λογής ιδιωτικών κολεγίων με αυτά των Πανεπιστημίων, καθιέρωσε τις απευθείας αναθέσεις με ροές χρήματος από τα δημόσια ταμεία σε ημετέρους με υπερκοστολογήσεις, εργαλειοποίησε τις θέσεις των εμπειρογνωμόνων, πλήρωσε με τη λίστα Πέτσα το μιντιακό τοπίο ώστε να εξασφαλίσει πέπλο σιωπής για τα κακώς πεπραγμένα και φιλοκυβερνητική μεταχείριση κ.ά. – που όλα τους δημιουργούν οργή, απορίες, σύγχυση, αβεβαιότητα, πόλωση και συλλογική απελπισία. Κυρίως έσπευσε να επιδείξει εξωφρενική αλαζονεία, καταστρατηγώντας κάθε έννοια ηθικής, αλληλεγγύης και καλού παραδείγματος.

Η κυβέρνηση, αυτή η «κυβέρνηση των αρίστων» που κάνει σκοταδιστικούς εκσυγχρονισμούς στην εκπαίδευση, π.χ., καταργώντας από τα σχολικά προγράμματα τις κοινωνικές επιστήμες και προτάσσοντας τα Θρησκευτικά και την εθνικοπατριωτική χρήση της Ιστορίας, κάνει κάκιστη χρήση των δυνατοτήτων της επιτείνοντας τις αδυναμίες του έθνους και της πατρίδας. Εξέθρεψε τον χρήσιμο ανθρωπότυπο: τον «μακεδονομάχο» που προέκυψε αντιεμβολιαστής. Τον πιστό που δεν ερευνά, που υποπτεύεται και λοιδορεί την επιστήμη, τον πολιτικά αλλοτριωμένο, τον οπαδό της κλειδαρότρυπας, τον σουσουδιστή, τον υπήκοο, τον τζαμπατζή, τον κοινωνικό λαθρεπιβάτη. Αυτή η αποτυχημένη κυβέρνηση, «η καλύτερη κυβέρνηση όλων των εποχών», δίδαξε όλες τις παθολογίες ως αρετές.

Η κυβέρνηση, για να κάμψει τον σκληρό πυρήνα των αρνητών της πανδημίας, των θρησκόληπτων, των αντιεμβολιαστών και των ψεκασμένων, έσπευσε να ζητήσει την αρωγή της Εκκλησίας. Για ακόμα μια φορά η Εκκλησία νίκησε την Πολιτεία. Από τον Μακαριότατο και τους επισκόπους εισέπραξε θεϊκή φιλευσπλαχνία και προσευχές. Από την αρχή της πανδημίας η Εκκλησία είδε τον εαυτό της ως θύμα των μέτρων. Αντιτάχθηκε σ’ αυτά, απαίτησε και εξαιρέθηκε πρώτη από τις απαγορεύσεις, υπεραμύνθηκε της Θείας Κοινωνίας, έκανε εκστρατείες από τους άμβωνες κατά της μάσκας, κατά του κορονοϊού, κατά των επιστημόνων, κατά των εμβολίων – ακόμα και τώρα.

Και τι μένει; Μένει ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι με πολλά ερωτηματικά και με πολλά μέτωπα ανοιχτά. Και οι ποικίλες απειλές. Ξανά, με όλες τις ευθύνες «τακτοποιημένες», πάμε για «κανονικότητα». Οσοι θα νοσήσουν θα φταίνε οι ίδιοι και θα τους αξίζει κάθε κοσμική και θεϊκή τιμωρία.

 

πηγη: https://www.efsyn.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου