Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 12 Ιούν 2013
Έφυγε ο Ανδρέας Νασιόπουλος, ο Δάσκαλος
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

 

Τη Δευτέρα 13 Μαΐου έφυγε από τη ζωή ‘ο Δάσκαλος’ σε ηλικία 95 ετών. Από την Πέμπτη 16 Μαΐου αναπαύεται στο Α΄ Κοιμητήριο Πατρών.

Αξέχαστε και σεβαστέ πατέρα οργάνωσες άλλο ένα πανηγύρι και μας φώναξες σήμερα πάλι κοντά σου. Ήλθαμε όλοι, συγγενείς και φίλοι. Σε τούτο το πανηγύρι, όπου βουβά τα χείλη και αμήχανα τα βλέμματα διαπιστώνουν το έλλειμμα της ανθρώπινης μοίρας και αναζητούν το σύνορο ανάμεσα στην ανθρώπινη ανημποριά και το θεϊκό πεπρωμένο είναι θολό το τοπίο, αλλά στο δρόμο για τα επέκεινα της Αχερουσίας που ήδη πορεύεσαι νομίζω σου πρέπουν περισσότερα τραγούδια.

Πατέρα φεύγεις νικητής. Πραγματοποίησες τους στόχους σου. Μας αφήνεις όμως ένα δυσβάσταχτο κενό. Πιάσε πρώτος τον τσάμικο όπως τον έπιανες πάντα στο ρυθμό του αγαπημένου σου τραγουδιού ‘Νάσαν τα νιάτα δυό φορές’. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουμε εμείς με το ‘πώς βαστάς Χελμέ τα χιόνια’. Ξέρεις πατέρα από χθες το βράδυ τα έλατα στο χωριό είχαν γύρει και το θρόισμα των φύλλων τους ήταν περίεργο. Το κενό στη ρεματιά της γενέτειράς σου, του Άρμπουνα φαινόταν αλλόκοτο, ανεξήγητο και η σιγή ήταν περίεργη.

Φυλλομετρώντας και διαβάζοντας την ιστορία σου, που την έγραψες και μας την παρέδωσες ως παρακαταθήκη, νοιώθω την ανάγκη σήμερα να την αναστοχαστώ άλλη μια φορά. Σου εξομολογούμε ότι θα την παραδώσω αλώβητη και ακέραια στα εγγόνια σου με την εντολή και αυτά να την δώσουν στα παιδιά τους. Θα ικανοποιηθεί έτσι και να κοιμάσαι ήσυχος για αυτό, που πάντα ήταν η αγωνία σου, να κοινοποιείται η ιστορία στους νεώτερους και το διατύπωνες με τα λόγια του Ευριπίδη ‘Όλβιος εστί, όστις της ιστορίας εσχέ μάθηση’.

Τα δέκα μέτρα άγονης γης του Άρμπουνα δεν αρκούσαν να θρέψουν την φτωχή μα ενάρετη οικογένεια με τα οχτώ παιδιά και γρήγορα αναζητήθηκε και νέα πατρίδα πιο εύφορη για τη διαχείριση της φτώχιας. Δύσκολα τα χρόνια του μεσοπολέμου αλλά ακόμα πιο άτεγκτη η μοίρα. Ο Ανδρέας παιδί του δημοτικού μένει ορφανός από μάνα. Ο ίδιος σημειώνει ότι ένοιωσε ως μάνα την μεγαλύτερη αδελφή του την Αγγελική. Με έφεση για γράμματα στενοχωριόταν όταν έχανε έστω και μια ώρα μάθημα. Δεν τα έβαλε με τη μοίρα, αντιπάλεψε με τη μοίρα και προχώρησε. Τέλειωσε το σχολαρχείο στο χωριό του πρώτος και στη συνέχεια διέπρεψε και στο Γυμνάσιο. Αυτά τα χρόνια στη λειψή θαλπωρή της οικογένειας και τα ρυτιδιασμένα χέρια του πατέρα, αλλά και στη δική του κούραση, αφού από δέκα ετών δούλευε σε σκληρές δουλειές του ποδαριού για χαρτζιλίκι, αφυπνίστηκαν μέσα του ιδανικά για καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία, τα οποία σημάδεψαν τα επόμενα βήματά του. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε δεύτερος (μεταξύ 150 υποψηφίων) στις εξετάσεις του 1937 στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία από την οποία απεφοίτησε το 1939. Η φοιτητική διετία χαρακτηρίστηκε από την αντίθεσή του στο μεταξικό καθεστώς.

Ο ίδιος αναφέρεται με περίσσιο σεβασμό στους δασκάλους και τους καθηγητές του αλλά και σε όλους όσους συμπατριώτες του διευκόλυναν τα πρώτα δειλά του βήματα στην πρωτεύουσα. Διορίστηκε αμέσως ως δάσκαλος στο Γαρδίκι Παραμυθιάς του νομού Θεσπρωτίας και το γεγονός γιορτάστηκε ως μέγιστο από την οικογένεια και τον ίδιο. Παρέμεινε εκεί ένα έτος ουσιαστικά έως την στράτευσή του το σκληρό Οκτώβρη του ΄40.

Αρχίζει η τραγωδία του πολέμου και ο Ανδρέας ως έφεδρος υπολοχαγός το Μάρτη του ΄41 βρίσκεται στη πρώτη γραμμή του μετώπου ως διοικητής διμοιρίας. Με την κατάρρευση του μετώπου και την προδοσία Τσολάκογλου και ιδιαίτερα από τις πρώτες μέρες τις κατοχής το ανήσυχο πνεύμα του Ανδρέα είχε πάρει τις αποφάσεις του. Το κεφάλαιο της Εθνικής Αντίστασης είχε ανοίξει μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και στη συνέχεια του ΕΛΑΣ. Δύο φορές συνελήφθη από την Γκεστάπο, ύστερα από προδοσία και τις δύο φορές τρόφιμος των φυλακών του 12ου Συντάγματος Πατρών στην πτέρυγα των μελλοθανάτων. Στο σώμα του παρέμειναν εμφανή εσαεί οι βουρδουλιές και τα κτυπήματα του σιδερένιου συρματόσχοινου. Στις προσωπικές του σημειώσεις αναφέρει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ονόματα, λεπτομέρειες ανακρίσεων και ότι το πακέτο κάθε ανάκρισης ήταν 100 σιδεροβουρδουλιές.

Με την απελευθέρωση το άρρωστο Ελληνικό κράτος της Κυβέρνησης Παπανδρέου Σκόμπυ και των επικυρίαρχων Άγγλων στιγματίστηκε από τις διώξεις εναντίον των πατριωτών. Πέτρινα τα χρόνια. Ο Ανδρέας με το ανήσυχο πνεύμα και την ανάγκη για μάθηση εγγράφεται στη Νομική Σχολή Αθηνών. Οι διώξεις που ακολούθησαν δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Άρχισαν οι δυσμενείς μεταθέσεις, κάθε μήνα σχεδόν από χωριό σε χωριό στην Ήπειρο. Ζωή κυνηγημένη, την οποία ο Ανδρέας την είδε ως ευκαιρία να μεταλαμπαδεύσει σε περισσότερα παιδιά, όσο μπορούσε τα δικά του ιδανικά για ένα καλύτερο κόσμο. Ως επιστέγασμα ήλθε δυό φορές η εξορία στη Μακρόνησο. Νέες βουρδουλιές στη ψυχή και στο σώμα, στα κενά που είχαν αφήσει οι προηγούμενες των κατακτητών. Με το τέλος του εμφυλίου νέες δυσμενείς μεταθέσεις, στην αρχή πάλι στην Ήπειρο.

Σταθμός στη ζωή του Ανδρέα η μετάθεσή του το 1951 στο χωριό Σκλίβα στην Ηλεία. Η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο. Δημιουργεί οικογένεια με την Αλεξάνδρα Κουλούρη, δασκάλα και κτίζουν σιγά σιγά μια ευτυχισμένη οικογένεια. Είναι ο καιρός που δίνεται η ευκαιρία στον Ανδρέα να αφοσιωθεί κυριολεκτικά στο αγαπημένο του λειτούργημα της εκπαίδευσης. Πέραν του κύριου έργου του δημιουργεί θεσμό συσσιτίων και νυκτερινά σχολεία για αναλφάβητους. Η ευρύτερη προσφορά του αναγνωρίζεται και εκλέγεται πρόεδρος του Συλλόγου Δασκάλων Αμαλιάδος.

Νέος σταθμός η Πάτρα με πιο ευοίωνες προβλέψεις. Το εκπαιδευτικό έργο στην πόλη διαθέτει ευρύτερους ορίζοντες. Ως πρόεδρος του συλλόγου των δασκάλων Πάτρας οργανώνει συνέδρια και ημερίδες και η προσφορά του τυγχάνει ευρύτερης αναγνώρισης. Οι βουλές της μοίρας όμως διαφορετικές. Η οικογένεια ορφανεύει νωρίς από σύζυγο και μάνα. Αβάσταχτο το πλήγμα. Σαν να μην έφτανε αυτό οι διώξεις για πολιτικούς λόγους συνεχίζονται με αποκορύφωμα την απόλυση του πατέρα από την υπηρεσία από τους δικτάτορες. Απαιτείται νέο ξεκίνημα. Στο νέο ξεκίνημα αρωγός η νέα σύντροφος και μητέρα, η Χριστίνα. Η οικογένεια ξαναβρίσκει πορεία. Μαζί πορεύτηκαν ως το τέλος, με τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια όνειρα, τα ίδια ιδανικά. Στα χρόνια της δικτατορίας βασική αγωνία να βγουν τα παιδιά αλώβητα από τον κάβο. Στα ηρεμότερα χρόνια της μεταπολίτευσης οι σπουδές, τα μεταπτυχιακά, η πρόοδος, η αποκατάσταση.

Πατέρα παρά την δαιδαλώδη πορεία της ζωής σου, ο φανατισμός, η εμπάθεια δεν διατυπώθηκαν ποτέ ως αισθήματα, στο λόγο και τα κείμενά σου. Αντίθετα την όποια δικαίωση την παρέπεμπες πότε στη θεία δίκη και πότε στον ιστορικό του μέλλοντος. Η δικαίωση ήλθε. Αναγνωρίστηκαν οι αγώνες και η προσφορά σου. Η πατρίδα έστω και αργά σε τίμησε απαλύνοντας τις πληγές σου. Και εσύ δικαιωμένος συνέχισες τους αγώνες. Μέσα από τα σωματεία Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και τις Επιτροπές Διεθνούς Ύφεσης και Ειρήνης.

Πατέρα ήσουν πάντα παράδειγμα τιμιότητας, ειλικρίνειας, ευθύτητας, εργατικότητας και πατριωτισμού.

Για τη γενέτειρά του ο Ανδρέας θα έλεγα ότι είχε μια ιδιότυπη σχέση. Οραματίστηκε το χωρίο του διαφορετικό και αφιέρωσε πολύ χρόνο για την ανέλιξή του. Ως πρόεδρος και μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου των Αρμπουναίων κινητοποίησε όσες δυνάμεις είχαν απομείνει στο τόπο, που ερημώθηκε από την αστυφιλία και τη μετανάστευση για να σώσει ότι σωζόταν. Διακρίθηκε ως ευπατρίδης και με πολύ κόπο πέτυχε πολλά. Την ιστορία και τον πολιτισμό της Επαρχίας Καλαβρύτων την υπηρέτησε επί σειρά ετών και μέσα από της γραμμές της Ομοσπονδίας Καλαβρυτινών Συλλόγων και το ΔΣ της Πανκαλαβρυτινής Ένωσης. Αρθρογραφώντας αδιάκοπα στις τοπικές εφημερίδες και με δοκίμια που εξέδωσε εκλαΐκευσε πολλά κεφάλαια της ιστορίας του τόπου του. Στα αρχεία του κράτους ξημεροβράδιαζε για μεγάλο χρονικά διάστημα ψηλαφώντας έγγραφα και ντοκουμέντα, τα οποία αφορούσαν σημαντικές πτυχές της ιστορίας του τόπου. Φανατικός εγκυκλοπαιδιστής αναζητούσε στην κάθε λέξη και στο κάθε τοπωνύμιο την ιστορική ερμηνεία του. Πατέρα αυτή την προσφορά σου την αναγνωρίζουν όλοι και να είσαι ήσυχος ότι η πολιτιστική κληρονομιά που αφήνεις στην επαρχία Καλαβρύτων και σε όλους εμάς είναι τεράστια. Η αγωνία σου για την υπόθεση του αοίδιμου Παπουλάκου επίσης θα δικαιωθεί.

Πατέρα στο πέρασμά σου άφησες ίχνη. Άφησες έντονα την αίσθηση του καθήκοντος και της κοινωνικής συμμετοχής, της προσφοράς στο συνάνθρωπο. Τα παιδιά και τα εγγόνια σου θα σε θυμόμαστε ως αυστηρό αλλά πάντα στοργικό πατέρα. Ευτυχήσαμε που είμαστε παιδιά σου. Οι συγγενείς και οι φίλοι θα σε θυμούνται για τον ίσκιο σου, την αγάπη σου, το ήθος σου, την αξιοπρέπεια σου, την εργατικότητά σου, τη φιλοτιμία σου, την σύνεση, την αρχοντιά σου, τη λεβεντιά σου, την αισιοδοξία σου και το υψηλό φρόνημα σου.

Πατέρα αυτές οι όμορφες θύμησες, είναι ίσως η πιο ανώδυνη πλευρά της απώλειάς σου. Η αναγνώριση των πεπραγμένων της γόνιμης προσφοράς σου είναι βάλσαμο. Είναι η παρηγοριά στην απουσία σου που κάνει την οικογένεια μας και την ομήγυρή μας φτωχότερη.

Πατέρα δεν έχουμε πια πολύ χρόνο. Ίσα που προλαβαίνουμε να τραγουδήσουμε ‘Πώς βαστάς Χελμέ τα χιόνια’ και ‘Σιγαλά βρέχει ο Ουρανός, σιγαλός ψιχαλισμός’. Θα συνεχίσουμε το ταξίδι στην αγαπημένη σου Πάτρα. Μας περιμένουν και κει φίλοι και συγγενείς. Αλήθεια πλησιάζει και η γιορτή του χωριού. Θα ξαναβρεθούμε θα φάμε και θα πιούμε και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί. Αυτό το ξέρω σου αρέσει. Τη μητέρα θα την έχουμε κοντά μας. Θα είσαι και συ εκεί. Γιατί πατέρα:

‘Όλα δικά μας, είναι πιο δικά μας με τη μνήμη μας...

τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας...

Χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε...

συνεχίζουμε τη ζωή τους, από τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες....

Καλό ταξίδι πατέρα, στις λεωφόρους των αναμνήσεων. Καλή ξεκούραση στη γη που αγάπησες. Μην ξεχάσεις τα χαιρετίσματα σε όλους.

 

Αθανάσιος Α. Νασιόπουλος

 

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου