Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 11 Φεβ 2014

 

 

 

Κοντεύει χρόνος από τότε που έφυγε η μάνα μου. Όλον αυτό τον καιρό όπως ήταν φυσικό γύρισαν και γυρίζουν στο μυαλό μου αναμνήσεις και σκέψεις. Απομακρυσμένος από τις πρώτες συγκινήσεις γράφω τώρα αυτές τις γραμμές για να τιμήσω μαζί με αυτήν τη μνήμη όλων των Δερβεκιστιάνων μανάδων, αυτών που η ίδια αγάπησε όλα αυτά τα χρόνια που έζησε σαν νύφη και δασκάλα στο χωριό μας.

Μανάδων σαν την ξεχωριστή της φίλη τη Βαινοδημητρούλα , τη μάνα σύμβολο της Ανάληψης και τόσων άλλων που είτε ζουν είτε χάθηκαν, και τις οποίες τις αγάπησα και γώ ή τις έκλαψα όσες ήξερα , όσο αγάπησα και έκλεψα και τη δική μου μάνα. Οι μανάδες του χωριού μας απέχουν στη συνείδηση μου θέση αγίων , σαν τα εικονίσματα του Αϊ Γιάννη, τις ανεξίτηλες αυτές εικόνες των παιδικών μου χρόνων.

Η Μάνα μου γεννήθηκε έξω από το Αίγιο στον Άγιο Κωνσταντίνο και μεγάλωσε στην Ακράτα, τα δε καλοκαίρια όπως μου διηγιόταν έπινε γάλα στις διακοπές της στο Χελμό, το βουνό που περιέγραψε με ξεχωριστό τρόπο στην "Γκόλφω " ο οικογενειακός της συγγενής Σπύρος Περεσιάδης.

Στην κατοχή στο νοικοκυρόσπιτο του πατέρα της Βασίλη Τσέρου στην Ακράτα ,πέρασαν πλουσιοπάροχα και έστελναν και φαγητά στους συγγενείς τους στην Αθήνα. Ο πατέρας της αγρότης και η μάνα της η Ασήμω μετά από μια θητεία στο ραφτάδικο του Τούχλου στην Αθήνα , έραβε για δεκαετίες όλη την Ακράτα.

Θυμάμαι που μου έλεγε πως πριν την κατοχή με τις συμμαθήτριες της ράβονταν παραγγελία στην Αθήνα για τις απόκριες, εικόνες που κάποια χρόνια αργότερα ήρθαν σε τόση αντίθεση με τη φτώχια και την εγκατάλειψη που συνάντησε στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας όπου ξεκίνησε νεαρή δασκάλα να μαθαίνει τα παιδιά γράμματα.

Δεν φανταζόμουν Αντρέα μου ποτέ , πως τη σταφίδα που στο χωριό μου την είχαμε για πρωινό, θα τη δίδασκα στη Ρούμελη σαν εξωτικό φρούτο στα παιδιά . Μού ’λεγε πάντα τι ευτυχία ένιωθε όταν μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, σαν γύριζε πίσω στη Ρούμελη έβλεπε τη χαρά στα μάτια των μικρών μαθητών σαν τους μοίραζε το τσουβαλάκι με τη σουλτανίνα που κουβαλούσε μαζί της και έτσι για πρώτη φορά στη ζωή τους τα παιδάκια μάθαιναν και γεύονταν ταυτόχρονα το εθνικό προϊόν. Χρόνια μετά έμαθα πως αυτό στο σύγχρονο management το λένε "on the job training". Από τότε απομυθοποίησα πολλά κλισέ και θέσφατα της αγοράς.

- Ξύπνα δασκάλα τι κάνεις εδώ;

- Ποιος σε ξύπνησε ρε μάνα;

- Ο Καπελάκης ο ταχυδρόμος όταν με βρήκε κοιμισμένη στα χιόνια. Πήγαινα από Ναύπακτο για Αράχοβα Ναυπακτίας με τα πόδια, δεκαπέντε ώρες δρόμο και κουράστηκα και με πήρε ο ύπνος. Αν δεν με ξύπναγε , εσύ δεν θα υπήρχες τώρα.

Πλάκα έχει όταν ακούω σήμερα εκπαιδευτικούς που πενθούν γιατί δεν κατόρθωσαν να πάρουν απόσπαση 10 χιλιόμετρα πιο κοντά στο σπίτι τους!

Θα χρειαζόμουν πέντε φύλλα της φιλόξενης εφημερίδας του χωριού μας για να εξιστορήσω τις αναρίθμητες μαθητικές ιστορίες της . Χρόνια σκληρά και δύσκολα, αλλά και όμορφα και ανθρώπινα. Η σχέση δασκάλου - μαθητή, ήταν ιδιόμορφα ερωτική, και αυτός ο έρωτας είχε να κάνει με τη δίψα για μάθηση από τη μια, και τη ζέση για προσφορά από την άλλη. Υπήρχε όμως και ο σεβασμός, που σήμερα σχεδόν έσβησε.

Δεν θα ξεχάσω μέχρι να πεθάνω μια σκηνή στο νοσοκομείο Άγιος Ανδρέας στην Πάτρα. Πήγαμε με τη μάνα μου να επισκεφτούμε το μακαρίτη πια συγχωριανό μας και παλιό μαθητή της Νίκο Γλαβά τον γνωστό μας λαχειοπώλη. Έδινε την προσωπική του μάχη για τη ζωή και είχε πριν λίγα λεπτά μια έντονη κρίση ναυτίας. Η γυναίκα του μας υποδέχθηκε με αβροφροσύνη και μείς σταθήκαμε παράμερα να μην ενοχλήσουμε. Τότε ο Νίκος που ήταν ξαπλωμένος μέσα στη ζάλη του , μόλις αντιλήφθηκε τη μάνα μου, λέει στη γυναίκα του : "Βάλε μου το μαξιλάρι να σταθώ όρθιος , ήρθε η δασκάλα μου να με δει , είναι αγένεια να κοιμάμαι". Σκουπίζοντας για πολλοστή φορά τα δάκρυα μου όπως κάθε φορά που φέρνω στη μνήμη μου αυτή τη σκηνή, σκέφτηκα πόσοι από μας έχουμε σταθεί στη ζωή μας κατώτεροι των περιστάσεων από το μακαρίτη το Νίκο. Ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση για τη μάνα μου και απέραντο θαυμασμό και σεβασμό για τον συγχωριανό μας.

Τη διαδρομή της στο χωριό μας την γνωρίζετε όλοι σεις που για δεκαετίες υπήρξατε μαθητές της, φίλοι, συνάδελφοι και συγχωριανοί της .Περιττό να σας ξαναπώ αυτά που ξέρετε. Θέλω μόνο να επιβεβαιώσω το πόσο αγάπησε το χωριό μας. Μού ‘λεγε πως όταν διορίστηκε για πρώτη φορά στην Αιτωλοακαρνανία τίναζε τα παπούτσια της κάθε φορά που βρισκόταν στο Ρίο. Την κατάρα της μου άφησε αν τη θάψω μακριά από τη Δερβέκιστα. Κάποτε που ο μητροπολίτης Σάρδεων, πνευματικός πατέρας του Θείου μου του Δαμασκηνού ήπιε καφέ στο μπαλκόνι μας στη Σιμιγδάλη , της είπε : " Κυρία Τσολοδήμου , όταν σε ρωτάνε από που είσαι , δεν θα λες από την Ανάληψη αλλά από ένα χωριό της Ελβετίας» . Τι ήθελε και της το ‘λεγε ο συγχωρεμένος! Ένιωσε τόσο ξεχωριστά για την Ανάληψη , που το επαναλάμβανε δέκα φορές τη μέρα σε όποιον συναντούσε, τόσο περήφανη ήταν για το χωριό της, το χωριό μας!

Η μάνα μου ήταν και ελεήμων. Τώρα που πέθανε δεν έχει νόημα να το κρύβω. Ήταν βέβαια της σχολής μη γνώτω η δεξιά σου τι ποιεί η αριστερά σου. Και η αλήθεια είναι ότι εκεί που έδινε πραγματικά δεν την ήξερε κανείς. Τη θυμάμαι να πηγαίνει συγκεκριμένες μέρες το μήνα σε εγκαταλελειμμένες , φτωχές γριούλες στα προσφυγικά της Πάτρας , που την περίμεναν σαν μεσσία , να κάνει αυτό που έκανε κάθε φορά που τις επισκεπτόταν.

Στην κηδεία της μεταξύ άλλων με συγκίνησαν δύο πράγματα. Ανάμεσα στο πλήθος κόσμου στην Αγία Τριάδα της Πάτρας είδα κάποιες καθαρίστριες από τα σχολεία της Πάτρας που είχα να τις δω σαράντα - σαράντα πέντε χρόνια.

Και στο χωριό στη σύντομη επιμνημόσυνη δέηση πριν την ταφή στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής τους χωριανούς που περίμεναν να την χαιρετίσουν μέσα στη βροχή, σκηνικό από ταινία του Αγγελόπουλου.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν η μάνα μου έζησε μία η δέκα ζωές. Όταν βλέπω όχι μόνο στο δικό μας σπίτι , αλλά σε δεκάδες φιλικά και συγγενικά σπίτια ένα κάρο εργόχειρα της σκέφτομαι πως αποκλείεται να τα πρόλαβε όλα αυτά σε μια ζωή. Χώρια που μετά θυμάμαι τα αμέτρητα σκηνικά και κουστούμια που έραβε στις σχολικές γιορτές Χριστούγεννα και καλοκαίρι , 25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου στα σχολεία που ήμουν μαζί της !

Ναι ρε γαμώτο! Μου λείπουν τα φαγητά της και τα γλυκά της. Τις προάλλες που έκανα μια μικρή μετακόμιση γέμισα πέντε κούτες με τσελεμεντέδες και άλλες τόσες με BURDA ! Απορώ που κάποιοι άνθρωποι φοβούνται μην τους ξεχάσουν μετά θάνατο!

Κι άλλα θυμάμαι και τελειωμό δεν έχουν. Τη νιώθω σαν τώρα να μου βάζει σοκολάτες στο μαξιλάρι μου από τους αποκριάτικους χορούς που πήγαινε στην Πάτρα με τον πατέρα μου , τις χρυσές δεκαετίες του 60 και του 70. Όπως και να μου ψωνίζει όταν δεν μου έραβε αποκριάτικες στολές και να με πηγαίνει σε balle d' enfants στο κινηματοθέατρο Πάνθεον της Πάτρας.

Μα κι όταν μεγάλωσα μού έκανε αυτοκρατορικά δείπνα στο σπίτι μας στην οδό Σμύρνης στην Πάτρα κάθε φορά που καλούσα τους φίλους μου για γιορτή η για γλέντι. Η κουζίνα έπαιρνε φωτιά τρείς μέρες πριν!

Όταν γύρισα μετά από πολύμηνη παραμονή στη Λιβύη με έσφιξε τόσο πολύ στην αγκαλιά της λες και έλειπα δέκα χρόνια εξορία! Πιστεύω όμως πως ούτε γώ ούτε κανείς ποτέ θα καταλάβει τον πόνο της μάνας για το παιδί της.

Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της τη βασάνιζε η άνοια . Όμως τι παιχνίδια παίζει το μυαλό. Μου απήγγειλε πολλές φορές στα γαλλικά ένα ποίημα του Jean - Baptiste Rousseau που είχε μάθει νέα στην Ακαδημία.

 

Arbres depouilles de verdure

Malheureux cadavers des bois

Que devient aujourd hui cette riche parure

Dont je fu charme tant de fois ?

 

Δέντρα ξεγυμνωμένα από την πρασινάδα Δυστυχισμένα πτώματα του δάσους

Τι απέγινε τώρα ο πλούσιος στολισμός σας που με γοήτευσε τόσες φορές;

 

Ίσως αυτοσαρκαζόταν , ίσως έβλεπε το τέλος , τη θυμάμαι όμως και τώρα να μου το απαγγέλει μέσα στη ζάλη της .

Μην φοβάσαι μαμά , κανείς δεν σε ξεχνάει. Ούτε εγώ , ούτε οι χωριανοί ούτε οι ανά την Ελλάδα μαθητές σου. Ξεκουράσου τώρα . Πρόσφερες πολλά και δούλεψες πολύ .

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΘ. ΤΣΟΛΟΔΗΜΟΣ

 

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου