Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 30 Ιουλ 2025
ΔΙΑΚΟΠΕΣ: Όταν η ανάγκη για ξεκούραση γίνεται ένα μαζικό προϊόν κατανάλωσης
Κλίκ για μεγέθυνση














Ο Αύγουστος συνηθίζεται να είναι ο κύριος μήνας των διακοπών για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού διεθνώς. Μια συνήθεια που έρχεται από πολύ παλιά και έχει ενδιαφέρον, πως ο συγκεκριμένος μήνας πήρε το όνομα του από τον ομώνυμο αυτοκράτορα. Είναι εκείνος που τον μετέτρεψε σε μήνα ξεκούρασης, λόγω του κουραστικού μήνα Ιούλιου και των πολλών αγροτικών εργασιών του. Η συγκεκριμένη απόφαση τού πρόσφερε δημοφιλία, ενώ συνέπτυξε διάφορα πανηγύρια, τον συγκεκριμένο μήνα, όπως και τη μεγάλη γιορτή Feriae Augusti. Το Φεραγκόστο ορίστηκε αρχικά την 1η Αυγούστου, από τον αυτοκράτορα, ως ημέρα αργίας και εν συνεχεία με τη συμβολή της Καθολικής Εκκλησίας μετατέθηκε για τις 15 Αυγούστου, ώστε να συσχετιστεί με τη γνωστή θρησκευτική εορτή. Μερικούς αιώνες αργότερα, ένας άλλος «αυτοκράτορας», ο Μπενίτο Μουσολίνι αποφάσισε τα «τρένα των διακοπών» για εκείνες τις ημέρες του  15αύγουστου, όπου η «εργατική τάξη» πήγαινε με πολύ φθηνό εισιτήριο για μπάνια ή σε μουσεία! Είναι σαφές, ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη άσκηση εξουσίας από τους μετέπειτα δημοκράτες και δικτάτορες.

         Κάπως έτσι, λοιπόν, ο Αύγουστος, από έκτος μήνας του έτους και την ονομασία Sextilis, σε ένα ημερολόγιο δέκα μηνών,  έγινε ο όγδοος αφού προστέθηκαν δυο μήνες πριν τον Μάρτιο. Και ο Σεπτέμβριος από έβδομος (Septem) έγινε ένατος, ο Οκτώβριος από όγδοος δέκατος κ.ο.κ.. Αλλά επειδή η  ονοματοδοσία αποτελεί πολύ συχνά μια πρακτική εξουσιαστικής ενθύμησης, οι δυο βασικοί μήνες ξεκούρασης και ραστώνης πήραν τα ονόματα τους από τους αντίστοιχους καίσαρες.

         Η ανεμελιά και η ξεκούραση δεν είναι σε καμία περίπτωση μια πολιτική παροχή ή ένα δικαίωμα που εκχωρείται από την εξουσία. Είναι μια ανάγκη βιολογική, απαραίτητη για τη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων. Το γεγονός, ότι έχει ουσιαστικά επιβληθεί ένα μοντέλο τουρισμού που δρα κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι μια άλλη παράμετρος άσχετη με τις βιολογικές ανάγκες των ανθρώπων. Οικονομικοί παράγοντες και η έλευση του τεχνοβιομηχανικού μοντέλου επέβαλε μια τέτοια συνθήκη για διαφόρους λόγους. Οι ημέρες ξεκούρασης δεν σχετίζονταν –προ βιομηχανικής επανάστασης– με την αναγκαία μετακίνηση, αλλά συνήθως λάμβανε χώρα στην ευρύτερη περιοχή του τόπου διαμονής των ανθρώπων. Έτσι, οι καμπίσιοι κάτοικοι ανέβαιναν στα ορεινά, οι της πόλης στα κοντινά περίχωρα, ενώ όπου οι κοινότητες ήταν κτηνοτροφικές και υπήρχε η νομαδική κτηνοτροφία μετακινούνταν ολόκληρα χωριά το καλοκαίρι σε ορεινούς όγκους και το χειμώνα σε πεδινούς. Στον ελλαδικό χώρο, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, κάτοικοι χωριών μετέβαιναν για παραθερισμό και κατασκήνωση σε κοντινά οροπέδια ή κοιλάδες. Συνηθιζόταν, μάλιστα, οι εργαζόμενοι, επί τω πλείστον άνδρες, να μεταβαίνουν στις περιοχές κατασκήνωσης τα σαββατοκύριακα. Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος αναζητά, σε κάθε ευκαιρία, την πιο στενή του επαφή και σχέση με τη φύση. Και είναι αυτή η επιθυμία που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το σύγχρονο οικονομικό σύστημα και μοντέλο. Στο 19ο αι., οι «ανώτερες τάξεις» εισήγαγαν, το πρότυπο του παραθερισμού σε παραθαλάσσιες λουτροπόλεις και σε ηπειρωτικά κέντρα με ιαματικές πηγές. Με στόχο την «κούρα» και τη φροντίδα της υγείας, σε έναν νέο τύπο κοινωνικής διάκρισης, οι νέες και παλιές ελίτ, προβάλουν την πολυτέλεια και την επίδειξη. Την ίδια περίοδο αναπτύσσεται και η έννοια της περιήγησης σε μέρη της Ανατολής αλλά και της ελλάδας, αναζητώντας εμπειρίες από τον αρχαίο κόσμο. Αυτές οι περιηγήσεις μπορεί να διαρκούσαν και τρία χρόνια, ένα ταξίδι, στις ρίζες του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, ένα must για την ελίτ του διαφωτισμού της εποχής. Ένα ταξίδι για χάριν της περιεργείας και της μάθησης.

Αντίστοιχα, οι γνωστές μονοθεϊστικές θρησκείες, είχαν και έχουν, παραδόσεις προσκυνήματος στην Ανατολή, σε Ιεροσόλυμα, Μέκκα και αλλού. Οι πιο φτωχοί ταξίδευαν με τα πόδια και έκαναν διάφορες δουλειές μέχρι να φτάσουν στον ιερό προορισμό τους. Ο όρος Χατζής, αραβικά Χάτζι, απαντάται εθιμικά ως προσωνύμιο χριστιανών, αλλά και μουσουλμάνων, σημαίνοντας το προσκύνημα που έχει κάνει αυτός που το φέρει, στον ιερό τόπο της θρησκείας του. Στους χριστιανούς, το προσωνύμιο Χατζής, δίδεται εθιμοτυπικά σε όποιον πηγαίνει να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους και «βαπτιστεί» στον Ιορδάνη ποταμό. Κάπως έτσι, πολλά επώνυμα φέρουν το πρόθεμα Χατζ-, υποδηλώνοντας ότι κάποιος πρόγονος είχε πραγματοποιήσει το συγκεκριμένο ταξίδι (Χατζηνικολάου, Χατζηιωάννου κλπ). Ο θρησκευτικός τουρισμός, λοιπόν, ήταν προγενέστερος του παραθεριστικού και είναι και σήμερα εξίσου μαζικός, καταλαμβάνοντας σημαντικό κομμάτι από τη πίτα.

Αφού, λοιπόν, τόσο η θρησκεία όσο και ο διαφωτισμός προωθούν τις μετακινήσεις και τις περιηγήσεις, η νέα κοινοβουλευτική εξουσία, αστών και εμπόρων, δεν είχε τίποτα να χάσει από το να παράξει ακόμη ένα καταναλωτικό προϊόν και μάλιστα μαζικής κατανάλωσης, για όλα τα βαλάντια και όλα τα «στρώματα». Όλα ήταν έτοιμα για την ανάδυση ενός νέου μοντέλου, που ξέφευγε κατά πολύ από την ανθρώπινη βιολογική ανάγκη για ξεκούραση, και κατασκεύαζε ένα νέο κοινωνικό τύπο καταναλωτή. Εκείνου που δεν κάνει θεραπεία στον ήλιο αλλά «μαύρισμα», που δεν κολυμπά για εκγύμναση αλλά προτιμά να πληρώσει 50€ για ξαπλώστρα-ομπρέλα, να καταναλώσει αλκοόλ, σεξ και ντεσιμπέλ. Ένα νέο πρότυπο που δομήθηκε και συνεχίζει απρόσκοπτα ώστε να σιτίσει όλο αυτό το σύστημα και παρασύστημα, των πολιτικών, των εργολάβων, των τοπικών αρχόντων, των πελατών-ψηφοφόρων, των μπράβων, των εμπόρων, των ακτοπλόων και πολλών άλλων. Ένα σύστημα που πάντα ρίχνει ένα κοκκαλάκι για γλείψιμο είτε λέγεται «rooms to let» το ’80, είτε Airbnb το 2010. Κατασκευάζοντας μια κουλτούρα μικροαστού, fake επιδειξία που νιώθει ένα «τίποτα» εάν δεν μπορεί για οικονομικούς λόγους να πάει κάπου και να κάνει το κομμάτι του.

Αυτό που βιώνουν σήμερα τα Εξάρχεια, το Κουκάκι, το Παγκράτι με τον υπερτουρισμό λόγω των πολιτικών του ελληνικού κράτους και της ανάπτυξης του Airbnb, είναι αντίστοιχο με εκείνο που έζησαν οι κάτοικοι των νησιών, κυρίως, των Κυκλάδων τις περασμένες δεκαετίες. Μια επέλαση, οικοδομική και επιχειρηματική, με τα ακόλουθα της, κυκλοφοριακή συμφόρηση, οικολογικά εγκλήματα, αλλοίωση των τόπων και των τοπίων. Πως να περάσουν λεωφορεία από σοκάκια που έχουν φτιαχτεί για ανθρώπους και μουλάρια; Αλλά αυτή είναι η μια όψη της αλλοίωσης, η άλλη είναι η ατομική και προσωπική. Αυτή που βλέπει τον επισκέπτη στον τόπο του και στο χωριό του, χωρίς τα χαρακτηριστικά της χαράς και της περιποίησης του «ξένου», μιας αρχέγονης λειτουργίας και ανθρώπινης συνήθειας, αλλά ως χρηματική εισροή και έσοδο. Και αυτή η αλλοίωση είναι πολύ βαθιά, μέσα στις περιοχές του ελλαδικού χώρου που αναπτύχθηκαν απότομα και ξαφνικά τουριστικά, από τα πακέτα Ντελόρ και τα μεσογειακά προγράμματα, που ενίσχυσαν την πολιτική επιλογή για το «γκαρσόνι της Ευρώπης». Ας αναλογιστούμε την αρνητική επίδραση που έχει σε μικρές κοινότητες η τουριστική επέλαση της μαζικοποίησης, πέραν του χρηματικού ΑΕΠ, που και αυτό είναι ουσιαστικά εφήμερο και καθόλου ορθά κατανεμημένο. Η αναδιάταξη των ασχολιών και των εργασιών μεταβάλει τις κοινωνίες και ταυτόχρονα τις απομακρύνει από γνώσεις που κατείχαν μέσω της παρατήρησης και της ανατροφοδότησης. Οι στέρνες για συλλογή νερού στα ξερικά νησιά έγιναν δωμάτια και ταυτόχρονα κατασκευάστηκαν χιλιάδες πισίνες σε νησιά που περιτριγυρίζονται από θάλασσα. Αλαζονεία και ύβρις μαζί. Και αυτό αφορά τους εξουσιαστές και τους οικονομικά ισχυρούς. Το επισημαίνουμε αυτό, διότι συχνά στηλιτεύεται και στιγματίζονται οι συμπεριφορές των ανθρώπων που βρίσκονται σε αδύναμη θέση και αφήνονται στο απυρόβλητο αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις και διοικούν-εξουσιάζουν. Θεωρούμε ότι όλα τα όντα έχουν βαθμό ευθύνης των αποφάσεων τους, αλλά εννοείται ότι δεν θα βάλουμε στο ίδιο μέτρο τους αδύναμους και τους ισχυρούς.   

«Μαύρισμα» και θάλασσα

Το «μαύρισμα», λανσάρεται για πρώτη φορά ως τάση από την Coco Chanel, όταν εκείνη επέστρεψε από πολυήμερες διακοπές της στη Γαλλική Ριβιέρα στη δεκαετία του ’20, προβάλλοντας το μαυρισμένο δέρμα ως σύμβολο πλούτου και ομορφιάς. Η προώθηση της bronze επιδερμίδας συγχρονίζεται με το λανσάρισμα προϊόντων από εταιρείες καλλυντικών. Τα εγκαύματα και ο καρκίνος του δέρματος δεν έβρισκαν θέση και χώρο στα δημοσιεύματα. Αυτά κάνουν την εμφάνιση τους, πάντα, όταν οι εταιρίες έχουν βρει το εμπορικό προϊόν-αντίδοτο, με υψηλά spf.  Αντίστοιχα, το θαλάσσιο μπάνιο ήταν άγνωστο σε παλαιότερες εποχές. Στη θάλασσα έριχναν με το ζόρι μόνον τους αρρώστους από δερματικές παθήσεις, επιληψία κ.ά.. Δεν ήταν σπάνιο, το αντίθετο μάλιστα, νησιώτες να μην γνωρίζουν κολύμπι.

Όπως σημειώνει, η καθηγήτρια Γαλήνη Μουτάφη, συγγραφέας του βιβλίου «Έρευνες για τον τουρισμό στην Ελλάδα και την Κύπρο», μέχρι τη δεύτερη παγκόσμια ανθρωποσφαγή οι διακοπές ήταν προνόμιο των εύπορων και σημειώνει: «Μέχρι τότε διακοπές έκαναν μόνο μέλη της ελίτ, κυρίως άνδρες, διότι ο τουρισμός προϋπέθετε χρήματα, πολιτισμικό κεφάλαιο και γνώσεις. Σημαντικοί παράγοντες που ώθησαν τον παραθερισμό ήταν η ανάπτυξη των μέσων μαζικής μεταφοράς, η αύξηση της κινητικότητας των ανθρώπων, η αύξηση του εισοδήματος, η μείωση της εργάσιμης εβδομάδας, τα εργασιακά δικαιώματα (σύνταξη) κ.ά. Με φορείς πρώτα τη μεσαία τάξη και στη συνέχεια τα κατώτερα στρώματα, με τη συμμετοχή γυναικών, οι οποίες άρχισαν ”καθυστερημένα” να ταξιδεύουν, ο τουρισμός μετά τον πόλεμο αποκτά νέο περιεχόμενο».

Ενώ η Αλεξάνδρα Κορωναίου, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, επισημαίνει: «παρ’ όλο που οι σχετικοί νόμοι για τη μείωση του χρόνου εργασίας και τη θέσπιση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων είχαν ψηφιστεί από τις αρχές του 20ού αιώνα, πέρασε σχεδόν μισός αιώνας για να εφαρμοστούν πλήρως. Επιπλέον, η περίοδος μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια περίοδος αφθονίας. H λεγόμενη ευφορική 30ετία στην Ευρώπη –από το 1945 ως το 1975– συνδέθηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας, που αποτελεί προϋπόθεση για την εμφάνιση του ελεύθερου χρόνου. H ιδέα είναι ότι παράγουμε περισσότερο δουλεύοντας λιγότερο· άρα μπορούμε να κάνουμε και διακοπές! Από τις 4.000 ώρες εργασίας τον χρόνο που δούλευε ένας εργαζόμενος στα τέλη του 19ου αιώνα, περάσαμε σε λιγότερες από 2.000 στο τέλος 20ού». Οι πρώτες διατάξεις που θέσπιζαν άδεια μετ’ αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα ήταν το 1945, ενώ για το δημόσιο εισήχθη το 1951, με παρέμβαση της αμερικάνικης πρεσβείας μάλιστα! Στις ΗΠΑ είχαν θεσμοθετηθεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, όπως και στη Γαλλία αντίστοιχα.

Η πορεία προς αυτή τη κατεύθυνση έχει ενδιαφέρον, πέραν των διεκδικήσεων από τους εργαζόμενους, και από την πλευρά της ελίτ και το πως αυτή τη διαχειρίζεται. Όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος για τα αιτήματα των εμπόρων του Βόλου, το μακρινό 1892, προκειμένου να συγκατατεθούν στο αίτημα των «υπηρετών» τους για την αργία της Κυριακής: α) Ότι δεν θα πήγαιναν στο θέατρο το Σάββατο το βράδυ. β) Ότι την Κυριακή θα εκκλησιάζονταν και θα έμεναν ως το τέλος της λειτουργίας. γ) Ότι από τις 2 μ.μ. ως τις 5 μ.μ. της Κυριακής θα παρέμεναν στο σπίτι τους διαβάζοντας «ηθικά και ωφέλιμα βιβλία», για τα οποία θα λογοδοτούσαν τη Δευτέρα. δ) Ότι τους επιτρεπόταν η συμμετοχή στη «βόλτα» από τις 5 ως τις 7 ή 8 το βράδυ, αλλά μόνο εφ’ όσον υπόσχονταν ότι θα επέστρεφαν νωρίς στο σπίτι ώστε την επομένη να βρίσκονται έγκαιρα στη δουλειά! Ενδιαφέρονταν για τη γαλήνη της ψυχής τους και την πνευματική τους καλλιέργεια!

Την ίδια περίοδο στην άλλη πλευρά του  Ατλαντικού, οι φτωχές οικογένειες εργατών, και συγκεκριμένα οι μητέρες με τα παιδιά τους πήγαιναν σε κατασκηνώσεις, ώστε να απομακρυνθούν από τις ανθυγιεινές πόλεις, που ήταν καλό κανείς να τις εγκαταλείπει το καλοκαίρι. Ακόμη ένα συστημικό παράδοξο. Αναπτύσσεται ο βιομηχανικός πολιτισμός, γιγαντώνονται οι πόλεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ανθυγιεινές και μετά παράγεται ένα νέο καταναλωτικό προϊόν με «θάλασσα-ήλιο-φύση». Δεν είναι οι διακοπές που εμπορευματοποιούνται αλλά οι ίδιες οι ζωές των ανθρώπων. Η έννοια του «ελεύθερου χρόνου», τι όρος και αυτός-αλήθεια,  άγνωστη στις αρχαϊκές κοινωνίες, άρχισε να «ανατέλλει» στο τέλος του 18ου αιώνα, κι αυτό μετά φόβου Θεού.Μέχρι τότε, «ό,τι δεν είναι χειρωνακτική εργασία ή θρησκευτικό καθήκον καταδικάζεται ως οκνηρία ή – ακόμη χειρότερα – ως acedia, δηλαδή ως μεγάλο αμάρτημα», σημειώνει η κ. Αλεξάνδρα Κορωναίου, συγγραφέας του βιβλίου «Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου». Στις ΗΠΑ, η προτεσταντική ηθική της εργασίας στεκόταν εμπόδιο στα ταξίδια αναψυχής. Αυτά ήταν προνόμιο των ολίγων και πάντα με τη δικαιολογία προβλημάτων υγείας ή εκπαιδευτικών αναγκών.

Η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, όμως, σε συνδυασμό με τη βιομηχανική επανάσταση και την επικράτηση των ιδεών του Διαφωτισμού έδωσαν μια νέα ώθηση στα ταξίδια αναψυχής. Ο Τόμας Κουκ, παρατηρώντας ότι το σιδηροδρομικό δίκτυο αναπτύσσεται ραγδαία, αναλαμβάνει να πραγματοποιεί οργανωμένες εκδρομές για τους «νέους» κατοίκους των βρετανικών πόλεων. Το 1851 διοργανώνεται η πρώτη μεγάλη οργανωμένη εκδρομή για 150.000 Βρετανούς, στο Λονδίνο, στα πλαίσια βιομηχανικής έκθεσης και το 1855, αντίστοιχη στο εξωτερικό, με αφορμή τη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο θα ξεκινήσει «Ο Γύρος της Ευρώπης», και το Grand Tour των πληβείων ήταν γεγονός. Το μεγάλο ταξίδι, προνόμιο, για χρόνια της ελίτ, μπορούσε να πραγματοποιηθεί τώρα σε μικροκλίμακα και από τους βιομηχανικούς εργάτες. Μπορεί να μην είχε τη διάρκεια, μέχρι και τρία χρόνια, των «αριστοκρατών», αλλά οι μαζικές μετακινήσεις και η μαζικοποίηση του τουρισμού είχαν τεθεί σε σταθερές ράγες.

Από τις εξοχικές κατοικίες της μινωικής εποχής, τα εξοχικά-αγροτικά σπίτια (villa rustica) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που βρίσκονται σχετικά κοντά στο άστυ, φτάνουμε στις μακρινές μετακινήσεις και στη σταδιακή ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος, άκρως καπιταλιστικού, και σε αυτό που όλοι γνωρίζουμε σήμερα. Ενώ τα διαβόητα «μπάνια του λαού» που οι εξουσιαστές, τάχατες σέβονται, και δεν προκηρύσσουν εκλογές αυγουστιάτικα, υποκρύπτουν τη δική τους επιθυμία για παρατεταμένες διακοπές σε θαλαμηγούς, βίλες και εξοχικά, βιομηχάνων και επιχειρηματιών.  

Η ανθρώπινη βιολογική ανάγκη για χαλάρωση και ξεκούραση δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με τη μετακίνηση και τις διακοπές ως προϊόν. Εάν η αφετηρία της σκέψης μας είναι πoιό τουριστικό πακέτο να αγοράσω για να είμαι εντός και in, τότε δεν ακολουθούμε το σώμα μας και το νου μας αλλά το πως θα ικανοποιήσουμε μια κοινωνική κατασκευή. Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, την ξεκούραση, το παιχνίδι, την ανεμελιά, την περιδιάβαση, αλλά για αυτά δεν χρειάζεται για να εφαρμοστούν ούτε θεσμοθετήσεις από την πλευρά του  Κράτους, εν είδει παροχής δικαιώματος, ούτε καταναλώσεις τουριστικών προϊόντων. Απαιτείται μια βαθιά πεποίθηση, και ο άνθρωπος όπως και τα υπόλοιπα όντα, διαθέτει τη συνείδηση για να παράξει προϊόν και έργο, να χαρεί τους καρπούς της προσπάθειας του και να συμμετάσχει στη σχόλη. Αυτά όλα μαζί, όμως, προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας ελεύθερης και ανεξούσιας κοινωνίας, ισότιμων μεταξύ μας σχέσεων. Όπου η ξεκούραση και η χαλάρωση δεν θα ορίζεται σε 7-10 ημέρες το χρόνο, αλλά θα είναι ενταγμένη στην καθημερινή λειτουργία και δράση.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.261, Ιούλιος- Αύγουστος 2025

από: https://anarchypress.wordpress.com

 
Copyright © 2011 - 2025 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου