«Είναι όμως στις προθέσεις μας, να αναδείξουμε την εξουσιαστική μεθόδευση που χρησιμοποιούν οι κρατιστές και οι βαστάζοι τους, τοποθετώντας τους τοξικοεξαρτημένους στο ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.
Η πρακτική αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εξουσίας ανεξάρτητα από το ποιοι την εφαρμόζουν, διότι η εξαθλίωση μιας κοινωνικής ομάδας –τοξικοεξαρτημένοι– είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από την επιβολή των όρων, που θέτει η κυριαρχία για την διατήρηση και την αναπαραγωγή της εξουσία της. Στη συνέχεια ως ευάλωτοι στοχοποιούνται από αυτή και όταν η εξουσία αποφασίσει, χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για την πραγματοποίηση των έμμεσων, άμεσων ή απώτερων σκοπών της […] εκτός από τους κρατιστές υπάρχουν και αυτοί που παίρνοντας μέρος στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις γνωρίζουν πως το στάδιο αναγωγής μιας κοινωνικής ομάδας –τοξικοεξαρτημένοι– σε αποδιοπομπαίο τράγο είναι μέρος της διαδικασίας εξόντωσης και ελέγχου. Χρειάζεται και η ανάλογη ιδεολογική πλατφόρμα, που θα συμπεριλαμβάνει και θα αιτιολογεί τη βαρβαρότητα ή αλλιώς το σύνολο των μεθόδων και των πρακτικών που θα χρησιμοποιήσουν για να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους».
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 112, Ιανουάριος 2012
Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί μια κοινωνιολογική καταγραφή της «μάστιγας» των ναρκωτικών, αλλά μια ανάλυση της στρατηγικής που ασκείται πάνω στα σώματα και τις συνειδήσεις. Για την αναρχική θεώρηση, το ζήτημα των ναρκωτικών δεν διαχωρίζεται από τον συνολικό πόλεμο που διεξάγει η Κυριαρχία ενάντια στην ανθρώπινη αυτονομία. Τα ναρκωτικά, είτε στην παράνομη είτε στη νόμιμη μορφή τους, αποτελούν καύσιμο μιας μηχανής που τρέφεται από την αποξένωση, τον θάνατο και την οικονομική εξαθλίωση. Το κράτος δεν πολεμά τα ναρκωτικά, τα διαχειρίζεται ως εργαλείο για να ρυθμίζει τις εντάσεις στο εσωτερικό του κοινωνικού ιστού και να εξουδετερώνει κάθε σπίθα πριν εκδηλωθεί.
Η εξουσία δεν περιορίζεται πλέον στην εξωτερική καταστολή, εισβάλλει στο εσωτερικό του ανθρώπου, μετατρέποντας την κοινωνική οργή σε ατομική αυτοκαταστροφή. Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» λειτουργεί ως ηθικό προσωπείο ενός συστήματος που, ενώ ποινικοποιεί τη χρήση στις γειτονιές των απόκληρων, την ίδια στιγμή ενσωματώνει τα κέρδη της στη συνολική οικονομική κυκλοφορία. Η απαγόρευση δεν καταργεί τη ροή, τη διαμορφώνει, διασφαλίζοντας ότι το χρήμα θα περάσει από συγκεκριμένα κανάλια και θα επιστρέψει «καθαρό».
Στόχος του κειμένου είναι να αναδείξει πώς το κράτος και τα δίκτυα εξουσίας χρησιμοποιούν τη νάρκωση ως μέσο προληπτικής καταστολής. Από τις υποδομές διακίνησης μέχρι τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα και τη διαχείριση του αστικού χώρου, κάθε πτυχή του φαινομένου δείχνει την προσπάθεια μετατροπής της κοινωνίας σε ένα πεδίο ελέγχου.
Η νάρκωση δεν είναι απλώς η λήψη μιας ουσίας, είναι κατάσταση απομάκρυνσης από την ίδια τη ζωή, αποκοπή από τη συλλογική δράση και εγκλωβισμός σε έναν κύκλο εξάρτησης. Το «φτιάξιμο» και το «στερητικό» λειτουργούν ως αλυσίδες που μετατοπίζουν το βλέμμα από αυτόν που επιβάλλει τη συνθήκη, προς τη φλέβα του ίδιου του χρήστη. Η απελευθέρωση από αυτή τη συνθήκη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ρήξη με τις δομές που τη γεννούν και τη συντηρούν. Μέσα από την ανάκτηση του σώματος και της συνείδησης μπορεί να διαμορφωθεί μια πραγματική άρνηση του υπάρχοντος.
Η ιστορία των ναρκωτικών είναι η ιστορία της ίδιας της παγκόσμιας κυριαρχίας και των αποικιακών της καταβολών. Από τους Πολέμους του Οπίου τον 19ο αιώνα, η αυτοκρατορική ισχύς αντιλήφθηκε ότι η χημική καθυπόταξη ενός πληθυσμού μπορεί να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά από την καθαρή στρατιωτική βία. Η μετάβαση από το φυσικό όπιο στην ηρωίνη και αργότερα στις συνθετικές ουσίες δεν υπήρξε μια γραμμική εξέλιξη της επιστήμης, αλλά μια αναβάθμιση των εργαλείων κοινωνικής πειθάρχησης και ελέγχου.
Σύμφωνα με μελέτες για τους Πολέμους του Οπίου, η επιβολή της χρήσης του οπίου στην Κίνα συνδέθηκε άμεσα με τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και την εξασφάλιση της οικονομικής ροής προς τις αποικιακές δυνάμεις. Το μοντέλο αυτό αποτέλεσε βάση για μεταγενέστερες πρακτικές, όπου η διακίνηση ουσιών συνδέθηκε με την άσκηση ισχύος και τη διαχείριση πληθυσμών.
Στη δεκαετία του ’70, η μαζική διάδοση της ηρωίνης σε υποβαθμισμένες περιοχές της Δύσης συνέπεσε με περιόδους έντονης κοινωνικής αμφισβήτησης, κοινωνικών συγκρούσεων και εξεγέρσεων. Η εμφάνιση της ουσίας σε αυτά τα περιβάλλοντα δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τις διαδικασίες αποδιάρθρωσης των κοινωνικών δεσμών και τη μετατόπιση της έντασης από το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο. Την ίδια εποχή που ο πόλεμος στο Βιετνάμ κατασκεύαζε τα ντοπαρισμένα ρομπότ που θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες της ζούγκλας και το άγριο αντάρτικο των Βιετκόνγκ, –αφήνοντας χιλιάδες μισότρελους και εθισμένους τοξικομανείς μετά τη λήξη του–, στο πεδίο του κοινωνικού πολέμου εκατοντάδες χιλιάδες νέοι έβγαιναν εκτός μάχης παρασυρμένοι από την επιτήδεια προπαγανδισμένη «Νιρβάνα» των ναρκωτικών ουσιών.
Όπως έχει αναλυθεί σε σχετικές έρευνες για τη διακίνηση ηρωίνης στον 20ό αιώνα, η διάδοσή της συνδέθηκε με δίκτυα που ξεπερνούσαν τα όρια της «παρανομίας» και διαπλέκονταν με μηχανισμούς εξουσίας, χρηματοδότησης και ελέγχου.
Η σύγχρονη ιστορική περίοδος σηματοδοτεί τη μετάβαση στις συνθετικές ουσίες, όπου η παραγωγή αποσυνδέεται από τη γεωργική βάση και μεταφέρεται στο εργαστήριο. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στη διακίνηση και ταυτόχρονα ενισχύει τη δυνατότητα ελέγχου της ίδιας της ουσίας και της ροής της.
Με τη μετάβαση αυτή, η εξάρτηση δεν περιορίζεται πλέον σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά που μπορούν να αναπαραχθούν σχεδόν παντού. Η νάρκωση προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε περιόδου, αλλά η λειτουργία της παραμένει σταθερή, αποδυναμώνει, κατακερματίζει και αποσυνδέει.
Η κυριαρχία του εμπορεύματος πάνω στην ανθρώπινη ζωή υλοποιείται στα μεγάλα διαμετακομιστικά κέντρα του πλανήτη. Αν προηγουμένως δείξαμε τη χημική κατασκευή της ουσίας, εδώ αποκαλύπτεται πώς το παγκόσμιο σύστημα logistics αποτελεί το νευρικό σύστημα της διακίνησης. Το σύγχρονο λιμάνι και η Συμφωνία Σένγκεν δεν είναι εργαλεία «ελευθερίας», αλλά μηχανισμοί επιλεκτικής διέλευσης: απόλυτη ελευθερία για το εμπόρευμα, απόλυτος έλεγχος για τους ανθρώπους.
Το σύγχρονο λιμάνι (Ρότερνταμ, Αμβέρσα, Πειραιάς) λειτουργεί ως μια ζώνη εξαίρεσης, όπου ο νόμος υποχωρεί μπροστά στη ροή. Η χρήση του standard εμπορευματοκιβωτίου (container) επέφερε τέτοια επιτάχυνση της κυκλοφορίας που ο ουσιαστικός έλεγχος καθίσταται δομικά αδύνατος. Με εκατοντάδες εκατομμύρια κινήσεις κοντέινερ ετησίως, το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί για να ελέγχει – έχει σχεδιαστεί για να μην σταματά.
Οι τελωνειακές αρχές βασίζονται στην «ανάλυση κινδύνου» (risk analysis). Τα φορτία κατηγοριοποιούνται σε «πράσινα» (ελεύθερη διέλευση), «πορτοκαλί» (έλεγχος εγγράφων) και «κόκκινα» (φυσικός έλεγχος). Οι μεγάλες ναυτιλιακές και οι εταιρείες που φέρουν καθεστώς Εγκεκριμένου Οικονομικού Φορέα (AEO) περνούν πρακτικά χωρίς έλεγχο, καθώς θεωρούνται «αξιόπιστες» από τον ίδιο τον μηχανισμό. Όπως αναφέρεται σε αναλύσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας, η ταχύτητα της ροής θεωρείται προτεραιότητα, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι μεγάλοι όγκοι παράνομου φορτίου μπορούν να περάσουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Ο πυρήνας της διακίνησης εντός της Ευρώπης βασίζεται και στη χειραγώγηση των εγγράφων. Μέσω της τεχνικής του transshipment, ένα κοντέινερ που φτάνει σε ένα λιμάνι δεν «εισάγεται» επίσημα, αλλά παραμένει στη διεθνή ζώνη. Εκεί, αλλάζουν τα στοιχεία αποστολής και προορισμού στα ψηφιακά συστήματα, και το φορτίο επαναπροσδιορίζεται ως ενδοκοινοτικό. Από τη στιγμή που θα φύγει από την «πρώτη πύλη εισόδου», δεν υπόκειται σε περαιτέρω ελέγχους.
Η Σένγκεν λειτουργεί ως αυτός ακριβώς ο διάδρομος. Δεν καταργεί τα σύνορα, τα επανακαθορίζει. Η ροή των εμπορευμάτων διευκολύνεται στο μέγιστο, ενώ η κίνηση των ανθρώπων υπόκειται σε αυστηρή επιτήρηση. Το ίδιο σύστημα που επιτρέπει σε ένα κοντέινερ να διασχίσει χώρες χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, ενεργοποιεί θερμικές κάμερες, drones και στρατιωτικά μέσα για να εντοπίσει έναν άνθρωπο που προσπαθεί να περάσει τα σύνορα.
Στο εσωτερικό αυτού του δικτύου, οι λεγόμενοι «ελεύθεροι λιμένες» (freeports) λειτουργούν ως αποθηκευτικοί χώροι σε καθεστώς νομικού κενού. Εκεί μπορούν να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα εμπορεύματα και κεφάλαια χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, μέχρι να επανεισαχθούν στην κυκλοφορία όταν αυτό εξυπηρετεί.
Δεν μπορεί να γίνει μνεία στο ζήτημα των λιμανιών χωρίς αναφορά στο εφοπλιστικό κεφάλαιο. Τα πλοία υπό σημαίες ευκαιρίας λειτουργούν ως κινητές ζώνες εκτός της λεγόμενης ουσιαστικής δικαιοδοσίας. Όταν εντοπίζονται ή, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, πρέπει να εντοπιστούν ποσότητες ναρκωτικών, η ευθύνη μετακυλίεται συνήθως σε χαμηλόβαθμα πληρώματα ή σε «άγνωστους» που παγίδευσαν το φορτίο. Η προστασία των ναυτιλιακών ροών είναι κρίσιμη, καθώς από αυτές περνά η συντριπτική πλειονότητα της παγκόσμιας κυκλοφορίας.
Συνολικά, οι υποδομές αυτές δεν λειτουργούν ως εμπόδιο, αλλά ως αγωγοί. Η διακίνηση δεν αποτελεί εξαίρεση του συστήματος, αλλά ενσωματωμένο κομμάτι του.
Αν τα λιμάνια και οι δρόμοι της Σένγκεν αποτελούν τις υλικές αρτηρίες της διακίνησης, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα είναι η δομή που απορροφά, μετασχηματίζει και επαναδιοχετεύει τη ροή του χρήματος. Η Κυριαρχία παρουσιάζει το «μαύρο χρήμα» ως απειλή για την οικονομία, όμως η ίδια η λειτουργία του συστήματος δείχνει ότι πρόκειται για ενσωματωμένο στοιχείο της.
Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ο Antonio Maria Costa, τότε επικεφαλής του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), δήλωσε: «Σε πολλές περιπτώσεις, τα χρήματα από τα ναρκωτικά ήταν το μοναδικό διαθέσιμο ρευστό επενδυτικό κεφάλαιο. Στο δεύτερο εξάμηνο του 2008, η ρευστότητα ήταν το κύριο πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος και, ως εκ τούτου, το διαθέσιμο κεφάλαιο του οργανωμένου εγκλήματος έγινε ένας σημαντικός παράγοντας επιβίωσης για πολλές τράπεζες που σήμερα θεωρούνται πυλώνες της οικονομίας.»
Η παραδοχή αυτή δείχνει ότι τα όρια ανάμεσα στο «νόμιμο» και το «παράνομο» δεν είναι διαχωρισμένα, αλλά λειτουργούν μέσα στο ίδιο δίκτυο κυκλοφορίας.
Η διαδρομή του χρήματος από την πιάτσα προς τα επίσημα οικονομικά δίκτυα δεν είναι τυχαία. Περιλαμβάνει στάδια μετατροπής και απόκρυψης της προέλευσης, μέσα από επιχειρήσεις-βιτρίνες, μεταφορές κεφαλαίων και διασυνοριακές συναλλαγές. Η «τοποθέτηση», η «επικάλυψη» και η «ενσωμάτωση» αποτελούν φάσεις μιας διαδικασίας που επιτρέπει στο χρήμα να αποσυνδέεται από την αρχική του μορφή και να επιστρέφει «καθαρό».
Η λεγόμενη «παράνομη» και η «νόμιμη» δραστηριότητα δεν λειτουργούν ως ξεχωριστά συστήματα, αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία. Το χρήμα που προκύπτει από τη διακίνηση ουσιών δεν παραμένει εκτός, αλλά εισέρχεται και επανεπενδύεται σε τομείς, όπως τα ακίνητα, ο τουρισμός και οι χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.
Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών περιλαμβάνει επανειλημμένα παραδείγματα τραπεζών, που έχουν εμπλακεί σε διαδικασίες ξεπλύματος. Οι περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά δείχνουν τη λειτουργία ενός μηχανισμού, όπου η ευθύνη περιορίζεται σε πρόστιμα και όχι σε ουσιαστικές κυρώσεις, επιτρέποντας στη ροή να συνεχίζεται.
Στη σύγχρονη μορφή της, αυτή η διαδικασία επεκτείνεται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία και τεχνολογίες αυξάνουν την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα της διακίνησης, χωρίς να αλλάζουν τη βασική λειτουργία, δηλαδή τη μετατροπή της προέλευσης σε αποδεκτή μορφή.
Από τη δόση που καταναλώνεται σε ένα στενό της Αθήνας ή της Νέας Υόρκης μέχρι τα ταμεία των τραπεζών, η διαδρομή του χρήματος είναι ήδη ενσωματωμένη σε ένα σύστημα μετασχηματισμού. Το χρήμα που ξεκινά από την πιάτσα, αφού περάσει από τα απαραίτητα στάδια, επιστρέφει ως «νόμιμη» οικονομική δραστηριότητα.
Το χρήμα αυτό δεν περιορίζεται στα ιδιωτικά δίκτυα, αλλά διαπερνά και τις κρατικές δομές. Σε περιόδους λεγόμενης κρίσης, η ανάγκη για ρευστότητα ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη σχέση, επιτρέποντας την απορρόφηση κεφαλαίων ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.
Στον ελλαδικό χώρο και τον ευρωπαϊκό νότο, η «ανάπτυξη» μέσω του τουρισμού και του real estate αποτελεί βασικό πεδίο ενσωμάτωσης αυτής της ροής. Το κράτος διευκολύνει την κυκλοφορία κεφαλαίων μέσα από θεσμικά εργαλεία, ενώ η υποβάθμιση περιοχών και η εκτόπιση κατοίκων συνδέονται με τη μεταβολή της αξίας του αστικού χώρου.
Η πιάτσα και η εξαθλίωση δεν λειτουργούν αποκομμένα από αυτή τη διαδικασία. Περιοχές απαξιώνονται, οι κάτοικοι απομακρύνονται και στη συνέχεια επανεντάσσονται στην αγορά με διαφορετικούς όρους. Το χρήμα που πέρασε από τη διακίνηση επανεμφανίζεται ως επένδυση. Ο τραπεζίτης δανείζει τον εργολάβο, ο εργολάβος χτίζει με χρήμα που πέρασε από τη διακίνηση και το κράτος εισπράττει μέσα από αυτή τη διαδικασία. Η ροή δεν σταματά, απλώς μετασχηματίζεται.
Αν η προηγούμενη ανάλυση έδειξε πώς διακινούνται τα ναρκωτικά και πώς το χρήμα της ενσωματώνεται, εδώ αποκαλύπτεται το κρίσιμο σημείο, ο έλεγχος. Όχι ως αποτυχία, αλλά ως συνειδητή λειτουργία. Το σύστημα δεν αποτυγχάνει να σταματήσει τη διακίνηση – δεν θέλει να τη σταματήσει, την ρυθμίζει.
Η εποχή της «άγνοιας», αν υπήρχε ποτέ, έχει παρέλθει προ πολλού. Δεν υπάρχουν τυφλά σημεία με την έννοια που παρουσιάζεται. Τραπεζικές συναλλαγές, τηλεφωνικές επικοινωνίες, μετακινήσεις, ψηφιακές πλατφόρμες – όλα αφήνουν ίχνος. Η ροή καταγράφεται, η εικόνα υπάρχει.
Το ζήτημα δεν είναι αν γνωρίζουν, αλλά πότε και πού επιλέγουν να επέμβουν.
Στην πράξη, ο έλεγχος δεν στοχεύει τη συνολική διακίνηση. Στοχεύει τα χαμηλά επίπεδα. Την πιάτσα, τον χρήστη, τον μικρό διακινητή. Εκεί που η παρέμβαση είναι εύκολη, ορατή και πολιτικά αξιοποιήσιμη.
Οι επιχειρήσεις «σκούπα, οι συλλήψεις σε δρόμους, οι κατασχέσεις μικρών ποσοτήτων δεν αποτελούν διάλυση του μηχανισμού. Αποτελούν διαχείριση της εικόνας του. Δημιουργούν την αίσθηση του ελέγχου, ενώ η βασική ροή συνεχίζει να κινείται.
Το ίδιο σύστημα που έχει τη δυνατότητα να χαρτογραφεί δίκτυα επικοινωνίας, να εντοπίζει οικονομικές κινήσεις και να παρακολουθεί μεταφορές σε πραγματικό χρόνο, δεν λειτουργεί ως φραγμός, αλλά ως ρυθμιστής. Η πληροφορία δεν χρησιμοποιείται για να σταματήσει τη διακίνηση. Χρησιμοποιείται για να την οργανώσει.
Ένα δίκτυο δεν διαλύεται όταν γίνεται επικίνδυνο. Διαλύεται όταν παύει να είναι χρήσιμο. Μέχρι τότε, παρακολουθείται, χαρτογραφείται, αφήνεται να λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Έτσι εξηγείται η επιλεκτικότητα. Κάποιοι συλλαμβάνονται, κάποιοι εξαφανίζονται, κάποιοι συνεχίζουν. Δεν πρόκειται για ασυνέπεια, πρόκειται για ιεράρχηση. Η επιτήρηση επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της ζωής. Κάρτες, εφαρμογές, τηλέφωνα, πλατφόρμες κάθε επικοινωνιακή δραστηριότητα μετατρέπεται σε δεδομένο. Ο χρήστης, ο διακινητής και ο «κανονικός» άνθρωπος εντάσσονται στο ίδιο σύστημα καταγραφής. Η διαφορά δεν είναι στον έλεγχο, βρίσκεται στη χρήση του ελέγχου.
Η διακίνηση δεν χρειάζεται να κρυφτεί για να υπάρξει. Υπάρχει μέσα σε ένα περιβάλλον που τη γνωρίζει, τη μετρά και τη διαχειρίζεται. Ο έλεγχος δεν είναι το αντίθετο της διακίνησης. Είναι η συνθήκη που της επιτρέπει να υπάρχει χωρίς να διαταράσσει τη συνολική λειτουργία.
Μέχρι τώρα είδαμε πώς διακινούνται οι ναρκωτικές ουσίες, πώς το χρήμα της ενσωματώνεται και πώς ο έλεγχος ρυθμίζει την διακίνηση. Το επόμενο επίπεδο δεν αφορά τη διακίνηση, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο χρήστης δεν εμφανίζεται από του πουθενά και ως εξαίρεση. Η εξάρτηση δεν είναι ένα ατομικό «λάθος» ούτε μια στιγμιαία εκτροπή. Διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες: πίεση, απομόνωση, ανασφάλεια, διάλυση δεσμών. Όταν η καθημερινότητα περιορίζεται στην επιβίωση, όταν η ένταση δεν εκτονώνεται και η συλλογικότητα διαλύεται, η ανάγκη για «διαφυγή» δεν είναι τυχαία, είναι αποτέλεσμα.
Η χρήση των ουσιών και η εξάρτηση δεν προκύπτουν σε ένα «υγιές» πεδίο, αλλά εισβάλλουν στην κυριολεξία σε ήδη υπάρχοντα «ρήγματα». Εκεί όπου δεν υπάρχει διέξοδος, δημιουργείται υποκατάστατο. Εκεί όπου δεν υπάρχει συλλογικότητα, δημιουργείται εξάρτηση. Εκεί όπου δεν υπάρχει σύγκρουση προς τα έξω, η βία στρέφεται προς τα μέσα. Η εξάρτηση λειτουργεί ως εκτόνωση και ταυτόχρονα ως παγίδα. Δεν αντιμετωπίζει την πίεση, η οργή δεν εξαφανίζεται, στρέφεται στο ίδιο το σώμα, το χρήστη. Η σύγκρουση δεν σταματά. Απλώς παύει να είναι κοινωνική και γίνεται ατομική. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η εξάρτηση δεν απομακρύνει απλώς το άτομο από το περιβάλλον του, το αποσυνδέει, σπάει δεσμούς, απομονώνει, διαλύει κάθε δυνατότητα συλλογικής αντίδρασης. Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να στραφεί προς τα έξω, στρέφεται προς τη δόση.
Η πιάτσα δεν δημιουργεί αυτή τη συνθήκη από το μηδέν. Τη συγκεντρώνει. Εκεί συναντιούνται η ανάγκη και η προσφορά. Εκεί σταθεροποιείται η εξάρτηση. Εκεί αποκτά ρυθμό, επανάληψη και διάρκεια. Δεν είναι απλώς σημείο διακίνησης, είναι μηχανισμός διατήρησης. Ταυτόχρονα, η εικόνα του χρήστη κατασκευάζεται με συγκεκριμένο τρόπο. Παρουσιάζεται είτε ως «άρρωστος», είτε ως «επικίνδυνος». Και στις δύο περιπτώσεις απομακρύνεται από το κοινωνικό πεδίο. Δεν αντιμετωπίζεται ως προϊόν συνθηκών, αλλά ως πρόβλημα προς διαχείριση.

Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται. Από το γιατί παράγεται η εξάρτηση, στο πώς θα ελεγχθεί ο εξαρτημένος, από τις συνθήκες, στο άτομο και μέσα από αυτή τη μετατόπιση, η ίδια η διαδικασία που παράγει την «ανάγκη» μένει στο απυρόβλητο.
Ο κύκλος κλείνει με ακρίβεια, οι ουσίες κυκλοφορούν, το χρήμα ενσωματώνεται, ο έλεγχος ρυθμίζει και ο χρήστης παράγεται ξανά. Δεν πρόκειται για αστοχία. Δεν πρόκειται για παράπλευρη απώλεια. Η εξάρτηση είναι μηχανισμός· χωρίς αυτόν ο κύκλος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει. Η εξάρτηση δεν παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα συνθηκών, αλλά ως ιδιότητα του ίδιου του ανθρώπου. Ο χρήστης δεν αντιμετωπίζεται ως προϊόν ενός περιβάλλοντος, αλλά ως φορέας μιας διαρκούς διαταραχής.
Εδώ θεμελιώνεται η ιατρικοποίηση.
Το κυρίαρχο αφήγημα είναι σαφές, η εξάρτηση αποτελεί «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο του εγκεφάλου». Με αυτή τη διατύπωση, το πρόβλημα μεταφέρεται οριστικά από την κοινωνία στο σώμα. Δεν αφορά πλέον τις συνθήκες που παράγουν την ανάγκη, αλλά τη βιολογία του ατόμου που τη φέρει.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Όταν κάτι ορίζεται ως χρόνια νόσος, δεν επιδιώκεται η ρήξη με τις αιτίες του, αλλά η διαχείρισή του στο χρόνο. Ο χρήστης δεν καλείται να αλλάξει το περιβάλλον του. Καλείται να αποδεχτεί μια μόνιμη κατάσταση και να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο παρακολούθησης. Έτσι, η εξάρτηση παύει να είναι «σύγκρουση» και γίνεται κατάσταση. Παύει να είναι αντίδραση και γίνεται διάγνωση.
Ο χρήστης μετατρέπεται σε «περιστατικό». Καταγράφεται, αξιολογείται, ταξινομείται. Η ζωή του περνά μέσα από φακέλους, πρωτόκολλα και διαδικασίες. Η εμπειρία του αντικαθίσταται από δεδομένα και δείκτες. Τα προγράμματα διαχείρισης δεν στοχεύουν στην αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Στοχεύουν στη σταθεροποίηση της κατάστασής του. Η ένταση δεν εξαφανίζεται, ρυθμίζεται, η εξάρτηση δεν σπάει, μετατρέπεται σε μορφή που μπορεί να παρακολουθείται.
Τα υποκατάστατα αποτελούν την πιο καθαρή έκφραση αυτής της λογικής. Η ουσία δεν φεύγει από το σώμα, αλλάζει μορφή, η εξάρτηση δεν καταργείται, εντάσσεται σε ελεγχόμενο πλαίσιο. Από την πιάτσα περνά στη δομή. Από το ανεξέλεγκτο, στο ρυθμισμένο. Η διαδικασία αυτή δεν λειτουργεί χωρίς επιτήρηση. Κάθε παρουσία, κάθε απουσία, κάθε απόκλιση καταγράφεται. Ο χρήστης εντάσσεται σε ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης, που δεν τελειώνει με την είσοδό του στη «θεραπεία».
Ο ρόλος του «ειδικού» γίνεται καθοριστικός. Η εμπειρία του ίδιου του ανθρώπου υποχωρεί μπροστά στην αξιολόγηση του επαγγελματία. Η σχέση δεν είναι ισότιμη. Είναι σχέση καθοδήγησης και συμμόρφωσης.
Έτσι, η εξάρτηση παύει να είναι μόνο σχέση με την ουσία. Γίνεται σχέση με τον μηχανισμό που τη διαχειρίζεται. Ο χρήστης δεν εξαρτάται μόνο από τη δόση, αλλά και από τη δομή, το πρόγραμμα, την έγκριση.
Η μετάβαση είναι συνεχής. Από τον δρόμο στη δομή. Από την ανεξέλεγκτη χρήση στη ρυθμισμένη εξάρτηση. Από την πιάτσα στο σύστημα.
Η ιατρικοποίηση δεν διακόπτει τον κύκλο, τον ολοκληρώνει, καθώς ο χρήστης δεν βγαίνει από τον μηχανισμό, μετακινείται μέσα σε αυτόν.
Η διακίνηση, το χρήμα, ο έλεγχος, η εξάρτηση και η διαχείρισή της δεν λειτουργούν πλέον ως ξεχωριστά επίπεδα. Στη σύγχρονη φάση, συγχωνεύονται μέσα σε ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον όπου η παρακολούθηση, η καταγραφή και η ρύθμιση γίνονται συνεχείς και αόρατες. Η τεχνολογία δεν εισάγεται ως «λύση», αλλά ως επέκταση του ελέγχου. Κάθε συναλλαγή, κάθε μεταφορά, κάθε επικοινωνία μετατρέπεται σε δεδομένο. Η ροή δεν χρειάζεται να κρυφτεί, καταγράφεται σε πραγματικό χρόνο.
Οι ψηφιακές πληρωμές, τα τραπεζικά συστήματα, οι πλατφόρμες και τα δίκτυα δημιουργούν ένα περιβάλλον, όπου η οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να υπάρξει εκτός παρακολούθησης. Το χρήμα παύει να είναι απλώς μέσο συναλλαγής και γίνεται εργαλείο χαρτογράφησης συμπεριφορών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «ξέπλυμα» δεν εξαφανίζεται. Μετασχηματίζεται. Οι ίδιες ροές που κάποτε περνούσαν μέσα από φυσικά κανάλια, πλέον κινούνται μέσα από ψηφιακά συστήματα, πολλαπλασιάζοντας την ταχύτητα και μειώνοντας το ορατό ίχνος. Το σύστημα δεν τις μπλοκάρει, τις ενσωματώνει.
Η άνοδος των ψηφιακών νομισμάτων και των αποκεντρωμένων τεχνολογιών παρουσιάστηκε ως ρήξη. Στην πράξη, λειτουργεί ως νέα φάση ενσωμάτωσης. Η ρευστότητα μετακινείται πιο γρήγορα, πιο αόρατα και πιο αποτελεσματικά. Η παρακολούθηση δεν μειώνεται. Εξελίσσεται.
Ταυτόχρονα, η επιτήρηση του ίδιου του ανθρώπου γίνεται πιο βαθιά. Το σώμα, η συμπεριφορά, οι συνήθειες, οι κινήσεις – όλα μετατρέπονται σε δεδομένα. Ο χρήστης δεν είναι απλώς καταγεγραμμένος, είναι χαρτογραφημένος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εξάρτηση αποκτά νέα μορφή. Τα συνθετικά ναρκωτικά αποτελούν το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Δεν εξαρτώνται από καλλιέργειες, εδάφη ή εποχές. Παράγονται σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα, με ακρίβεια και επαναληψιμότητα. Η παραγωγή τους αποσυνδέεται πλήρως από τη φύση και εντάσσεται ολοκληρωτικά σε συστήματα διαχείρισης. Η εξάρτηση γίνεται πιο γρήγορη, πιο έντονη και πιο προβλέψιμη. Ο κύκλος συμπιέζεται. Ο χρόνος μεταξύ χρήσης, ανάγκης και επανάληψης μειώνεται. Αυτό που κάποτε απαιτούσε χρόνο, πλέον επιταχύνεται.
Η διαχείριση ακολουθεί την ίδια λογική. Η παρακολούθηση γίνεται συνεχής, η παρέμβαση πιο άμεση και η ρύθμιση πιο ακριβής. Δεν πρόκειται για αυστηρότερο έλεγχο. Πρόκειται για πιο αποτελεσματικό έλεγχο. Παράλληλα, ο αστικός χώρος εντάσσεται και αυτός σε αυτή τη διαδικασία. Οι περιοχές που συγκεντρώνουν την εξάρτηση δεν αντιμετωπίζονται ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά ως πεδία προς αξιοποίηση. Η υποβάθμιση δεν είναι πάντα αποτυχία. Μπορεί να είναι στάδιο.
Οι πιάτσες λειτουργούν ως ζώνες συγκέντρωσης και απαξίωσης. Οι τιμές πέφτουν, οι κάτοικοι απομακρύνονται και ο χώρος προετοιμάζεται για επαναχρησιμοποίηση. Όταν η μετάβαση ολοκληρωθεί, η «εκκαθάριση» παρουσιάζεται ως αποκατάσταση. Στην πραγματικότητα, είναι αλλαγή χρήσης.
Έτσι, ο κύκλος κλείνει σε όλα τα επίπεδα. Η ουσία παράγεται σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα. Η διακίνηση ενσωματώνεται σε παγκόσμια δίκτυα. Το χρήμα απορροφάται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο χρήστης παράγεται, καταγράφεται και διαχειρίζεται. Ο χώρος αναδιαμορφώνεται. Τίποτα δεν λειτουργεί εκτός. Όλα εντάσσονται. Ο έλεγχος δεν είναι πια σημείο, μετατρέπεται σε περιβάλλον. Η εικόνα που παρουσιάζεται ως «πρόβλημα» δεν είναι αστοχία. Δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας ελέγχου. Δεν είναι μια κατάσταση που ξέφυγε, είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί.
Η ουσία δεν διακινείται τυχαία, όπως επίσης το χρήμα δεν κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα. Ο χρήστης δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Κάθε επίπεδο που εμφανίζεται ως ασύνδετο, εντάσσεται σε μια ενιαία διαδικασία. Η διακίνηση, η ενσωμάτωση του χρήματος, η επιτήρηση, η παραγωγή της εξάρτησης, η ιατρικοποίηση και η ψηφιακή διαχείριση δεν αποτελούν διαφορετικές πραγματικότητες. Είναι εκφράσεις του ίδιου συστήματος που αναπαράγεται μέσα από αυτές.
Ο χρήστης δεν βρίσκεται «εκτός», δεν αποτελεί εξαίρεση, ούτε «σφάλμα» του συστήματος. Η εξάρτηση είναι το αποτέλεσμα και ταυτόχρονα, είναι το σημείο πάνω στο οποίο κλείνει ο κύκλος. Η εξάρτηση δεν είναι απλώς προσωπική κατάσταση. Είναι τρόπος εκτόνωσης της έντασης σε ατομικό επίπεδο. Η οργή δεν εξαφανίζεται, απομονώνεται. Ο έλεγχος, όπως είδαμε, δεν λειτουργεί μόνο απαγορευτικά, δεν μπλοκάρει τη ροή, την ρυθμίζει, τη κατευθύνει, την ενσωματώνει. Από τα λιμάνια και τα δίκτυα μέχρι τα τραπεζικά συστήματα και τα δεδομένα, τίποτα δεν βρίσκεται εκτός χαρτογράφησης. Η ιατρικοποίηση ολοκληρώνει τη μετατόπιση. Αυτό που θα μπορούσε να ιδωθεί ως κοινωνική συνθήκη, ορίζεται ως ατομική διαταραχή. Το περιβάλλον εξαφανίζεται από την ανάλυση και στη θέση του εμφανίζεται η διάγνωση.
Η ψηφιακή φάση δεν αλλάζει τον μηχανισμό, τον καθιστά απόλυτο. Η καταγραφή γίνεται συνεχής, η παρακολούθηση αόρατη και η παρέμβαση άμεση. Ο έλεγχος δεν είναι πια σημείο. Είναι το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται τα πάντα.
Η διακίνηση συνεχίζεται, το χρήμα ενσωματώνεται, οι εξαρτημένοι αναπαράγονται, τα σώματα τους βρίσκονται υπό συνεχή διαχείριση.
Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται χωρίς να διαταράσσεται.
Δεν πρόκειται για αποτυχία του συστήματος, αλλά για απόδειξη της επιτυχημένης λειτουργίας του.
Λούπους
Παραπομπές
1. Antonio Maria Costa, συνέντευξη στον The Observer, 13 Δεκεμβρίου 2009
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.270, Μάιος 2026
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com/2026/05/24

