Α’ ΜΕΡΟΣ
Η εμφάνιση και ανάπτυξη ουτοπικών και αναρχικών κοινοτήτων στις Η.Π.Α από την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα και για σχεδόν ένα αιώνα μετά, συνδέεται άμεσα με την γρήγορη αστικοποίηση και τον πρώιμο καπιταλισμό στον αμερικανικό χώρο. Οι αναρχικές – ουτοπικές κοινότητες είναι σχεδόν άγνωστες στην ιστορία των ΗΠΑ και ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει πάνω σ’ αυτές, μιας και αποτελούν μια άλλη ιστορική πραγματικότητα βασισμένη στην κοινοτική διαβίωση, ενάντια στα υπάρχοντα συστήματα εξουσίας. Από το 1820 και μετά, οι Η.Π.Α. μετατρέπονται ραγδαία από αγροτικές κοινότητες σε βιομηχανικές πόλεις. Η εκβιομηχάνιση, η μισθωτή εργασία και η ανωνυμία της πόλης προκαλούν κρίση στις παραδοσιακές αξίες της ανεξαρτησίας και της κοινότητας. Σ’ αυτό το σημείο εμφανίζονται οι αναρχικές – ουτοπικές κοινότητες ως αντίδραση σε αυτή τη μετάβαση, οι οποίες λειτουργώντας ως μια εναλλακτική μορφή οργανωμένης κοινωνικής ζωής, αναζητούσαν την αποαστικοποίηση και την εγκατάσταση στην ύπαιθρο για μια πιο «καθαρή» ζωή, μακριά από την αγορά, την μισθωτή εργασία και τον ανταγωνισμό.
Η αντίφαση του «frontier» (δημιουργία σε νέα εδάφη)
Η ιδέα των αυτοδύναμων μικρών κοινοτήτων συνδέεται με την έννοια του «frontier». Ο όρος frontier αποτελεί μια σημαντική έννοια της αμερικανικής ιστορίας και ουσιαστικά σημαίνει, ότι στην συνεχή επέκτασης προς τη Δύση, οι άποικοι μπορούσαν να πάρουν γη, να χτίσουν νέους οικισμούς, να πειραματιστούν με νέες κοινωνικές δομές, με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Ο εποικισμός του αμερικανικού χώρου και η πνευματική αυτονομία του αποίκου γεννούν την πεποίθηση, ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Έτσι, οι ουτοπικές κοινότητες είναι προϊόντα τόσο της κρίσης του καπιταλισμού, όσο και της αμερικανικής πεποίθησης για ατομική και συλλογική πρωτοβουλία. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου οι αγροτικές και πολιτικές δομές ήταν ήδη εδραιωμένες και συχνά άκαμπτες, οι Η.Π.Α διέθεταν μεγάλες εκτάσεις γης που μπορούσαν να εποικιστούν. Αυτό επέτρεψε τη συνεχή επέκταση προς τη Δύση, δημιουργώντας οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, όπου οι άποικοι μπορούσαν να ξεκινήσουν από το μηδέν, να πειραματιστούν και να αυτοοργανωθούν με τρόπους που στην Ευρώπη θα ήταν δύσκολο.
Ενώ το frontier καλλιέργησε μια έντονη κουλτούρα ατομικής αυτονομίας, πρακτικότητας και επινοητικότητας, αλλά παράλληλα και μια κουλτούρα συλλογικής συνεργασίας μεταξύ των αποίκων σε περιβάλλοντα όπου η κρατική παρουσία ήταν ελάχιστη, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η αρνητική πραγματικότητα πάνω στην οποία εξελίχθηκε. Ο όρος frontier έχει διττό και αντιφατικό χαρακτήρα. Δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η πρόσβαση σε «ελεύθερη» γη έγινε δυνατή μόνο μέσω της συστηματικής εκτόπισης και σφαγής των ιθαγενών. Η ελεύθερη γη επομένως ήταν αποτέλεσμα εκτοπισμού. Οι ουτοπικές και αναρχικές κοινότητες, όσο ειλικρινής κι αν ήταν η πρόθεσή τους και χωρίς να ακυρώνεται η αξία τους, στηρίχθηκαν σε ένα υπόστρωμα που διαμορφώθηκε από την κρατική βία. Παρ’ όλα αυτά, επειδή ολόκληρος ο αμερικανικός χώρος είναι αποτέλεσμα κατακτήσεων και εποικισμού εις βάρος των κοινοτήτων των ιθαγενών, δεν μπορούμε να ακυρώσουμε όλους τους αγώνες ενάντια στην εξουσία, επειδή γίνονται από μεταγενέστερες γενιές εποίκων σε εδάφη που κάποτε έμεναν ιθαγενείς. Απλά εξηγούμε με ειλικρίνεια, ότι αυτή η νέα συνθήκη ανάπτυξης νέων εδαφών ευνόησε με την σειρά της και την ανάπτυξη μιας σειράς από ουτοπικά, αναρχικά και συνεργατικά εγχειρήματα.[1] Οι κοινότητες αυτές, από τις οουενιστικές [κοινότητες] της δεκαετίας του 1820[2] μέχρι τις αναρχικές κοινότητες, όπως η Modern Times ή αργότερα η Home Colony στα τέλη του 19ου αιώνα, αξιοποίησαν το frontier ως ένα πεδίο δημιουργίας κοινοτισμού. Η φθηνή και άφθονη γη, η έλλειψη άμεσου κρατικού ελέγχου και η δυνατότητα μιας ομάδας να απομονωθεί και να δημιουργήσει τον δικό της τρόπο ζωής, συνέβαλαν ώστε οι Η.Π.Α να γίνουν ένα σημαντικό πεδίο κοινωνικών πειραματισμών εκείνης της εποχής.
Η σημασία του frontier, πέρα από την αρνητική του διάσταση, που αφορά την επέκταση της επικράτειας των Η.Π.Α, είναι ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καλλιέργεια μιας κοινοτικής κουλτούρας η οποία αναπτύχθηκε με βάση την απόρριψη της κρατικής εξουσίας και τελικά την πίστη ότι υπάρχει δυνατότητα μιας ζωής έξω από εξουσιαστικά δεδομένα. Το frontier, τελικά, εξηγεί την πρώιμη ανάπτυξη των ουτοπικών – αναρχικών κοινοτήτων στις Η.Π.Α.
Παραδείγματα κοινοτήτων
Η πρώτη κοινότητα που έθεσε τις βάσεις για τις υπόλοιπες που θα ακολουθούσαν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα είναι η New Harmony (1825-1827, Indiana). Δεν χαρακτηρίζεται ως αναρχική αλλά ως ουτοπική-σοσιαλιστική.Η κοινότητα ιδρύθηκε από τον Ουαλό βιομήχανο και κοινωνικό μεταρρυθμιστή Robert Owen, σε συνεργασία με τον γεωλόγο και εκπαιδευτικό William Maclure και υπήρξε ένα από τα πιο φιλόδοξα ουτοπικά εγχειρήματα του 19ου αιώνα, με στόχο να αποτελέσει παράδειγμα μιας «ισότιμης κοινωνίας» όπου η γη, η εργασία και οι πόροι θα ήταν κοινόχρηστα και όπου η εκπαίδευση, η επιστήμη και οι τέχνες θα ήταν προσβάσιμα σε όλους. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό και την προσέλευση διανοουμένων, επιστημόνων και εργατών, η κοινότητα αντιμετώπισε γρήγορα σοβαρά προβλήματα. Τα προβλήματα εντοπίζονταν στην απειρία σε πρακτικές δεξιότητες για την συντήρηση της παραγωγής, στην οικονομική αστάθεια, στις δυσκολίες στην ισότιμη κατανομή της εργασίας και των κινήτρων, αλλά και στις έντονες εσωτερικές συγκρούσεις λόγω της ποικιλίας αντιλήψεων και χαρακτήρων. Επιπλέον, η κοινότητα παρέμεινε εξαρτημένη από την εξωτερική αγορά για υλικά και πόρους, γεγονός που δυσχέρανε την αυτάρκειά της και κατά συνέπεια και την οικονομία της. Έτσι, μέσα σε μόλις δύο χρόνια η κοινότητα διαλύθηκε, με τον Owen να αποχωρεί. Η New Harmony άφησε σημαντική παρακαταθήκη στη διάδοση των ιδεών περί κοινωνικής ισότητας, κοινοκτημοσύνης και παιδείας χωρίς διακρίσεις, επηρεάζοντας μεταγενέστερα κοινωνικά και ουτοπικά κινήματα και λειτουργώντας ως ιστορικό παράδειγμα, όπου αποκαλύφθηκαν τόσο οι δυνατότητες όσο και τα όρια των πρώιμων ελευθεριακών κοινοτικών οραμάτων.
Η Brook Farm (1841-1847, West Roxbury, Massachusetts) ήταν, επίσης, ένα από τα πιο διάσημα ουτοπικά κοινοτικά εγχειρήματα των Η.Π.Α και λειτούργησε μεταξύ 1841 και 1847. Η κοινότητα θεωρείται πως ήταν επηρεασμένη από τον τρανσενταλισμό[3]. Ιδρυτής της κοινότητας ήταν ένας πρώην ιερέας και μέλος του κινήματος των τρανσενταλιστών, ο George Ripley, με τη σύζυγό του Sophia Ripley. Στην κοινότητα η εργασία και η πνευματική ζωή συνυπήρχαν και μέλη της ήταν άνθρωποι από διαφορετικές κατευθύνσεις (εργάτες, αγρότες, διανοούμενοι), συμμετείχαν ισότιμα στην παραγωγή και μοιράζονταν κοινούς πόρους, ενώ είχαν κοινή εκπαίδευση. Στην πράξη, η Brook Farm συνδύαζε γεωργική εργασία με πνευματικές δραστηριότητες, δημόσια σχολεία, κοινές κατοικίες, χειρωνακτική και πνευματική εργασία με ίση αμοιβή για όλους. Η κοινότητα έφτασε να έχει 100-120 μέλη και προσέλκυσε ελεύθερους ανθρώπους με όραμα για μια ζωή έξω από τις καπιταλιστικές και αστικές δομές. Η Brook Farm, στην πορεία της, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα που είχαν να κάνουν με την μη παραγωγική και δύσκολη στην καλλιέργεια γη, με αποτέλεσμα να μεγαλώσουν τα έξοδα.
Τρία χρόνια μετά την ίδρυσή της, το 1844, η κοινότητα, μετά από πολλές πιέσεις, προσέγγισε τις ιδέες του Charles Fourier και αποφάσισε να αλλάξει χαρακτήρα. Έτσι, μεταμορφώθηκε σε «Phalanx», το σύστημα που είχε φτιάξει ο Fourier με ανακατανομή ρόλων και πιο οργανωμένη δομή. Σύμφωνα με το «Phalanx», η ιδιοκτησία δεν θα ήταν απόλυτα κοινή. Τα μέλη της κοινότητας θα έκαναν επενδύσεις στην κοινότητα και θα λάμβαναν «μερίσματα», ανάλογα με την εργασία, το κεφάλαιο και το ταλέντο. Ο Fourier είχε σχεδιάσει το σύστημα του για κοινότητα 1.600 ατόμων τα οποία θα ζούσαν και θα εργάζονταν συλλογικά. Το οριστικό πλήγμα για την Brook Farm ήρθε το 1846, όταν ένα μεγάλο κτίσμα που βρισκόταν μέσα στην κοινότητα (το κεντρικό μεγάλο κτήριο, Phalanstery, σύμφωνα με τα πρότυπα του σχεδιασμού του Fourier) καταστράφηκε από φωτιά. Η οικονομική ζημία ήταν τόσο μεγάλη που η κοινότητα δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Έτσι, μόλις έξι χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Brook Farm διαλύθηκε.
Συνεχίζεται…
[1] «Ενώ είναι σωστό να γιορτάζουμε τις στιγμές που οι ιστορικοί αναρχικοί αντιμετώπισαν τον καπιταλισμό και την αποικιοκρατία, δεν είναι ποτέ αργά να παραδεχτούμε τα λάθη των προκατόχων μας (και των συγχρόνων μας), είτε αυτά αφορούν την αποικιοκρατία, είτε αφορούν οτιδήποτε άλλο, και η αντιμετώπισή τους είναι ο μόνος τρόπος γιανα προχωρήσουμε πραγματικά μπροστά.» Αναρχικοί και Αποικιοκρατία, ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.263, Οκτώβριος 2025
[2] Κοινότητες στην Βρετανία και τις Η.Π.Α (1820- 1840) που βασίζονταν στις αρχές του Ρόμπερτ Όουεν (ουτοπικού σοσιαλιστή). Οι βασικές αρχές αυτών των κοινοτήτων ήταν οι κοινοκτημοσύνη, η ισότητα των μελών, η εκπαίδευση χωρίς τιμωρίες και η συλλογική εργασία. Η πιο γνωστή κοινότητα ήταν το New Harmony στην Indiana (1825–1827).
[3] Ο τρανσενταλισμός (Transcendentalism) ήταν ένα αμερικανικό φιλοσοφικό και λογοτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα (κυρίως 1830–1860), που αναπτύχθηκε στη Νέα Αγγλία και επηρέασε βαθιά πολλά ουτοπικά εγχειρήματα, όπως την Brook Farm. Είναι ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά ρεύματα των ΗΠΑ πριν τον Εμφύλιο. Σύμφωνα με το κίνημα ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει (transcend) τα όρια της καθημερινής εμπειρίας και της παραδοσιακής κοινωνίας μέσω της εσωτερικότητας, της άμεσης σχέσης με τη φύση, της ηθικής αυτονομίας, της πνευματικής καλλιέργειας και της προσωπικής ελευθερίας απέναντι σε εκκλησία και κράτος. Ήταν επηρεασμένος από τον αμερικανικό ρομαντισμό, τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό (κυρίως Καντ), τον ουτοπικό σοσιαλισμό, τον αντι-καπιταλισμό της εποχής, καθώς και τις ανατολικές φιλοσοφίες (Ινδουισμός, Βουδισμός).
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.265, Δεκέμβριος 2025
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com



