Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Anthropology Newsletter 38/Νοέμβριος 1997. Η Audrey Smedley (1930-2020) ήταν κοινωνική ανθρωπολόγος και επίτιμη καθηγήτρια ανθρωπολογίας και αφροαμερικάνικων σπουδών στο Κοινοπολιτειακό Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.
Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας
Οι σύγχρονοι ερευνητές συμφωνούν πως η «φυλή» ήταν μια πρόσφατη εφεύρεση και πως ήταν ουσιαστικά μια λαϊκή ιδέα και όχι το προϊόν επιστημονικής έρευνας και ανακάλυψης. Αυτό δεν είναι κάτι το καινούργιο για τους ανθρωπολόγους. Από τη δεκαετία του 1940, όταν ο Ashley Montagu διαφωνούσε με τη χρήση του όρου «φυλή» στην επιστήμη, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ερευνητών σε πολλούς κλάδους έχει δηλώσει πως η πραγματική έννοια της φυλής στην αμερικανική κοινωνία έχει να κάνει με κοινωνικές πραγματικότητες, εντελώς διαφορετικές από τις φυσικές παραλλαγές του ανθρώπινου είδους. Πιστεύω πως η φυλή θεσμοθετήθηκε από τον 18ο αιώνα ως κοσμοθεωρία, ένα σύνολο πολιτισμικά δημιουργημένων νοοτροπιών και πεποιθήσεων σχετικά με τις διαφορές των ανθρώπινων ομάδων.
Οι Συνθήκες της Υποδούλωσης
Η φυλή και η ιδεολογία της σχετικά με τις ανθρώπινες όλη την διαφορές προέκυψαν από το πλαίσιο της αφρικανικής δουλείας, όμως πολλοί λαοί έχουν υποδουλωθεί στη διάρκεια της ιστορίας δίχως την επιβολή μιας φυλετικής ιδεολογίας. Όταν εξετάζουμε την αποικιοκρατική Αμερική του 17ου αιώνα πριν από τη θέσπιση νόμων που νομιμοποιούσαν τη δουλεία μόνο για τους Αφρικανούς και τους απογόνους τους (μετά το 1660), γίνονται σαφή αρκετά γεγονότα.
1) Οι πρώτοι άνθρωποι που οι Άγγλοι προσπάθησαν να υποδουλώσουν και να τοποθετήσουν σε φυτείες ήταν οι Ιρλανδοί με τους οποίους είχαν εχθρικές σχέσεις από τον 12ο αιώνα.
2) Ορισμένοι Άγγλοι είχαν προτείνει νόμους για την υποδούλωση των φτωχών στην Αγγλία και στις αποικίες, ώστε να τους αναγκάσουν να εργάζονται επ’ αόριστο.
3) Οι περισσότεροι σκλάβοι στις αγγλικές φυτείες στο Μπαρμπάντος και τη Τζαμάικα ήταν Ιρλανδοί και Ινδιάνοι.
4) Πολλοί ιστορικοί επισημαίνουν πως οι Αφρικανοί υπηρέτες και οι μισθωτοί λευκοί δούλοι-υπηρέτες αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο. Συχνά ενώνονταν μαζί, όπως στην περίπτωση της Εξέγερσης του Bacon (1676) για να αντιταχθούν στους αυστηρούς και καταπιεστικούς νόμους της αποικιακής διοίκησης.
Στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα η ζήτηση για εργατικό δυναμικό αυξήθηκε πάρα πολύ. Είχε καταστεί σαφές πως ούτε οι Ιρλανδοί ούτε οι Ινδιάνοι ήταν καλοί σκλάβοι. Περισσότερο από αυτό, η πραγματική απειλή για την κοινωνική τάξη ήταν οι φτωχοί απελευθερωμένοι λευκοί που απαιτούσαν εδάφη και προνόμια που οι αποικιακές κυβερνήσεις της ανώτερης τάξης αρνούνταν. Ορισμένοι αποικιακοί ηγέτες υποστήριξαν ότι η στροφή στην αφρικανική εργασία θα παρείχε ένα ανάχωμα απέναντι στις μάζες των φτωχών λευκών.
Μέχρι τον 18ο αιώνα η εικόνα των Αφρικανών ήταν γενικά θετική. Ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι· είχαν εργαστήρια, τέχνες και χειροτεχνίες, κυβερνήσεις και εμπόριο. Επιπλέον, οι Αφρικανοί είχαν ανοσία στις ασθένειες του Παλαιού Κόσμου. Ήταν καλύτεροι εργάτες και δεν είχαν που να διαφύγουν μόλις μεταφέρονταν στον Νέο Κόσμο. Οι ίδιοι οι άποικοι κατέληξαν να πιστεύουν πως δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς τους Αφρικανούς.
Όταν κάποιοι Άγγλοι συμμετείχαν άμεσα στο εμπόριο δούλων, έγινε σαφές πως πολλοί Άγγλοι είχαν ενδοιασμούς για το εμπόριο δούλων και την αναδημιουργία της δουλείας σε αγγλικό έδαφος. Ήταν μια εποχή κατά την οποία τα ιδανικά της ισότητας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνονταν κυρίαρχα χαρακτηριστικά της δυτικής πολιτικής φιλοσοφίας. Οι εμπλεκόμενοι στο εμπόριο εκλογίκευαν τις πράξεις τους με το επιχείρημα πως οι Αφρικανοί ήταν ειδωλολάτρες και πως ήταν το χριστιανικό καθήκον τους να σώσουν τις ψυχές τους. Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα, ο θεσμός είχε καθιερωθεί πλήρως για τους Αφρικανούς και τους απογόνους τους. Μεγάλοι αριθμοί σκλάβων κατέκλυσαν τις νότιες αποικίες και ακόμη και ορισμένες βόρειες. Ορισμένες φορές ξεπερνούσαν αριθμητικά τους λευκούς, και οι νόμοι που ρύθμιζαν τη δουλεία γίνονταν όλο και πιο σκληροί.
Μια Νέα Κοινωνική Ταυτότητα
Προς το τέλος του 18ου αιώνα, η εικόνα των Αφρικανών άρχισε να αλλάζει δραματικά. Ο κύριος καταλύτης αυτής της μεταμόρφωσης ήταν η άνοδος ενός ισχυρού κινήματος κατά της δουλείας που επεκτάθηκε και ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της Επαναστατικής Εποχής τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά συνέπεια, οι δυνάμεις που τάσσονταν υπέρ της δουλείας θεώρησαν απαραίτητο να αναπτύξουν νέα επιχειρήματα για την υπεράσπιση του θεσμού της. Εστιάζοντας στις φυσικές διαφορές, στράφηκαν στην έννοια της φυσικής κατωτερότητας των Αφρικανών και, συνεπώς, της θεϊκά ορισμένης καταλληλότητάς τους για δουλεία. Τέτοια επιχειρήματα έγιναν πιο συχνά και πιο έντονα από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, και οι χαρακτηρισμοί των Αφρικανών έγιναν πιο αρνητικοί.
Από το σημείο αυτό βλέπουμε τη δόμηση των ιδεολογικών συνιστωσών της «φυλής». Ο όρος «φυλή», ο οποίος ήταν ένας ταξινομητικός όρος όπως ο «τύπος» ή το «είδος», αλλά με διφορούμενο νόημα, χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα τον 18ο αιώνα και αποκρυσταλλώθηκε σε μια διακριτή αναφορά για Αφρικανούς, Ινδιάνους και Ευρωπαίους. Εστιάζοντας στις φυσικές διαφορές και τις διαφορές υπόστασης μεταξύ των κατακτημένων/υποδουλωμένων λαών και των Ευρωπαίων, αυτή η αναδυόμενη ιδεολογία συνέδεσε την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα φυσικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και δημιούργησε μια νέα μορφή κοινωνικής ταυτότητας. Οι υπέρ της δουλείας ηγέτες των αποίκων διαμόρφωσαν μια νέα ιδεολογία που συγχώνευσε όλους τους Ευρωπαίους μαζί, πλούσιους και φτωχούς, και διαμόρφωσε ένα κοινωνικό σύστημα με ιεραρχημένες σωματικά διακριτές ομάδες. Το μοντέλο για τη «φυλή» και τις «φυλές» ήταν η Μεγάλη Αλυσίδα της Ύπαρξης ή Κλίμακα της Φύσης (Scala Naturae), μια ημιεπιστημονική θεωρία περί φυσικής ιεραρχίας όλων των έμβιων όντων, που προέρχονταν από τα κλασικά ελληνικά συγγράμματα. Τα φυσικά χαρακτηριστικά των διαφόρων ομάδων γίνονταν δείκτες ή σύμβολα της θέσης τους σε αυτή την κλίμακα και έτσι δικαιολογούσαν τη θέση τους στο κοινωνικό σύστημα. Η φυλετική ιδεολογία ισχυρίζονταν πως η κοινωνική, πνευματική, ηθική και διανοητική ανισότητα των διαφόρων ομάδων ήταν, όπως και τα φυσικά χαρακτηριστικά τους, φυσική, έμφυτη, κληρονομική και αμετάβλητη.
Έτσι δημιουργήθηκε το μοναδικό δουλοκτητικό σύστημα στον κόσμο που έγινε αποκλειστικά «φυλετικό». Περιορίζοντας τη αέναη δουλεία στους Αφρικανούς και τους απογόνους τους, οι άποικοι ισχυρίζονταν πως οι μαύροι θα βρίσκονταν για πάντα στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας. Κρατώντας τους μαύρους, τους Ινδιάνους και τους λευκούς κοινωνικά και χωρικά χωριστά και επιβάλλοντας την ενδογαμία, φρόντιζαν να διατηρήσουν τις ορατές φυσικές διαφορές ως το κορυφαίο διακριτικό της άνισης κοινωνικής κατάστασης. Από την αρχή της δημιουργίας της, ο διαχωρισμός και η ανισότητα ήταν αυτό που ήταν η «φυλή». Τα χαρακτηριστικά της κατώτερης φυλετικής θέσης κατέληξαν να εφαρμόζονται τόσο στους ελεύθερους μαύρους όσο και στους σκλάβους. Με αυτόν τον τρόπο, η «φυλή» διαμορφώθηκε ως ένας αυτόνομος νέος μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης που ξεπερνούσε τη δουλοκτητική κατάσταση και παρέμεινε ως μορφή κοινωνικής ταυτότητας πολύ μετά το τέλος της δουλείας.
Οι Άνθρωποι ως Ιδιοκτησία
Η αμερικανική δουλεία ήταν μοναδική και με έναν άλλο τρόπο, δηλαδή με τον τρόπο με τον οποίο οι βορειοαμερικανοί δουλοκτήτες έλυσαν το πανάρχαιο δίλημμα όλων των δουλοκτητικών συστημάτων. Οι σκλάβοι είναι ταυτόχρονα πρόσωπα και πράγματα: ανθρώπινα όντα και ιδιοκτησία. Πώς αντιμετωπίζεις έναν άνθρωπο ως πρόσωπο και ως ιδιοκτησία; Και τι έρχεται πρώτο, τα ανθρώπινα δικαιώματα του σκλάβου ή τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του αφέντη; Οι αμερικανικοί νόμοι κατέστησαν σαφές πως η ιδιοκτησία ήταν πιο ιερή από τους ανθρώπους, και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των αφεντικών επισκίαζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα των σκλάβων. Όπως δήλωσε ο αρχιδικαστής Roger B. Taney στην περίφημη υπόθεση Dred Scott του 1857, «οι νέγροι θεωρούνταν μόνο ως ιδιοκτησία· ποτέ δεν έγιναν αντιληπτοί ή αναφέρθηκαν ως κάτι παραπάνω από ιδιοκτησία» και «(έτσι) δεν υπήρχε πρόθεση από τους συντάκτες του Συντάγματος να τους αποδοθούν τα δικαιώματα του πολίτη».
Για να μετατρέψεις τους ανθρώπους αποκλειστικά σε ιδιοκτησία, πρέπει να ελαχιστοποιήσεις τις ιδιότητες που τους καθιστούν ανθρώπους. Η λογοτεχνία των αρχών του 19ου αιώνα άρχισε να παρουσιάζει τον «νέγρο» ως άγριο με ακόμη πιο ακραίους όρους από εκείνους που είχαν χρησιμοποιηθεί για τους Ιρλανδούς δύο αιώνες νωρίτερα. Αυτή ήταν μια σημαντική αλλαγή στη σκέψη για το ποιοι ήταν οι Αφρικανοί. Ο ιστορικός George Fredrickson δηλώνει με σαφήνεια πως «πριν από το 1830 οι ανοιχτοί ισχυρισμοί περί μόνιμης κατωτερότητας των μαύρων ήταν εξαιρετικά σπάνιοι» (The Black Image in the White Mind, 1987). Μέχρι τα μέσα του αιώνα, η ιδεολογία της «κατωτερότητας των νέγρων» κυριαρχούσε τόσο στη λαϊκή όσο και στην επιστημονική σκέψη.
Αυτό που είναι εντυπωσιακό στην αμερικανική εμπειρία στη δημιουργία μιας τόσο ακραίας αντίληψης για τις ανθρώπινες διαφορές ήταν ο ρόλος που έπαιξαν οι επιστήμονες και οι μελετητές στη νομιμοποίηση των λαϊκών ιδεών. Οι ακαδημαϊκοί συγγραφείς άρχισαν να προσπαθούν να αποδείξουν επιστημονικά πως ο «νέγρος» ήταν ένα διαφορετικό και κατώτερο είδος ανθρώπου. Τα πρώτα δημοσιευμένα κείμενα που υποστήριζαν από επιστημονική άποψη πως οι «νέγροι» αποτελούσαν ξεχωριστό είδος από τους λευκούς ανθρώπους εμφανίστηκαν την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα. Υποστήριζαν πως οι νέγροι ήταν είτε προϊόν εκφυλισμού από την πρώτη δημιουργία, είτε απόγονοι μιας εντελώς ξεχωριστής δημιουργίας.
Οι Αμερικανοί διανοούμενοι οικειοποιήθηκαν και αυστηροποίησαν τις κατηγορίες των ανθρώπινων ομάδων που καθιέρωσαν οι Ευρωπαίοι μελετητές κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, αλλά αγνόησαν την προειδοποίηση του Blumenbach πως οι ανθρώπινες ομάδες αναμειγνύονται ανεπαίσθητα η μία με την άλλη, έτσι ώστε είναι αδύνατο να τεθούν ακριβή όρια γύρω τους.
Επιστημονική Εκλογίκευση
Όταν ο Δρ. Samuel Morton στη δεκαετία του 1830 εγκαινίασε τον τομέα της κρανιομετρίας (την πρώτη σχολή της αμερικανικής ανθρωπολογίας) οι υποστηρικτές της φυλετικής ιδεολογίας έλαβαν το πιο ισχυρό επιστημονικό στήριγμα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μετρώντας το εσωτερικό κρανίων που συλλέχθηκαν από πολλούς πληθυσμούς, προσέφερε «αποδείξεις» πως ο νέγρος είχε μικρότερο εγκέφαλο από τους λευκούς, με τους Ινδιάνους να βρίσκονται στο ενδιάμεσο. Ο Morton είναι επίσης διάσημος για τη συμμετοχή του σε μια μεγάλη επιστημονική διαμάχη σχετικά με τη δημιουργία.
Η ίδια η ύπαρξη μιας επιστημονικής αντιπαράθεσης για το αν οι μαύροι και οι λευκοί ήταν προϊόντα μιας και μόνο δημιουργίας ή πολλαπλών δημιουργιών, ειδικά σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τις βιβλικές εξηγήσεις, μοιάζει με ανωμαλία. Υποδηλώνει πως οι διαφορές μεταξύ των «φυλών» είχαν μεγεθυνθεί και υπερτονιστεί τόσο πολύ, ώστε η λαϊκή συνείδηση είχε ήδη αποδεχθεί ευρέως την ιδέα πως οι μαύροι αποτελούσαν ένα διαφορετικό και κατώτερο είδος ανθρώπου. Η απόφαση του δικαστή Taney αντανακλούσε αυτό, δηλώνοντας ότι «ο νέγρος είναι μια διαφορετική μορφή ύπαρξης». Έτσι, τα δικαιώματα των δουλοκτητών πάνω στην «ιδιοκτησία» τους υποστηρίχθηκαν νομικά με την επίκληση της πρόσφατα επινοημένης ταυτότητας των λαών από την Αφρική.
Οι επιστήμονες συνεργάστηκαν για την επιβεβαίωση των λαϊκών πεποιθήσεων και βιβλία εμφανίζονταν σε τακτική βάση παρέχοντας τις «αποδείξεις» που βόλευαν το λευκό κοινό. Το ότι ορισμένοι κοινωνικοί ηγέτες είχαν συνείδηση του ρόλου τους στην παροχή αξιοπιστίας στους επινοημένους μύθους είναι εμφανές σε δηλώσεις όπως αυτή που βρέθηκε στο περιοδικό Charleston Medical Journal μετά τον θάνατο του Δρ. Morton: «Μπορούμε μόνο να πούμε πως εμείς οι κάτοικοι του Νότου πρέπει να τον θεωρούμε ευεργέτη μας, επειδή βοήθησε πολύ ουσιαστικά στο να δοθεί στον νέγρο η πραγματική του θέση ως κατώτερης φυλής». Ο George Gliddon, συνεπιμελητής ενός διάσημου επιστημονικού βιβλίου Types of Mankind (1854), το οποίο υποστήριζε πως οι νέγροι ήταν πιο κοντά στους πιθήκους παρά στους ανθρώπους και κατέτασσε όλες τις άλλες ομάδες μεταξύ λευκών και νέγρων, έστειλε ένα αντίγραφο του βιβλίου σε έναν διάσημο πολιτικό του Νότου, λέγοντας πως ήταν βέβαιος ότι ο Νότος θα εκτιμούσε την ισχυρή στήριξη που πρέσφερε αυτό το βιβλίο στον «ιδιότυπο θεσμό» του (τη δουλεία). Όπως ένας άλλος διάσημος τόμος (The Bell Curve, 1995), ήταν ένα βιβλίο 800 σελίδων, του οποίου η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε αμέσως· κυκλοφόρησε σε άλλες εννέα εκδόσεις πριν από το τέλος του αιώνα. Τα όσα έλεγε για την κατωτερότητα των μαύρων έγιναν ευρέως γνωστά, ακόμη και από εκείνους που δεν μπορούσαν να το διαβάσουν.
Κατά τη διάρκεια συζητήσεων στη Γερουσία των ΗΠΑ σχετικά με το μέλλον του «νέγρου» μετά τη δουλεία, ο James Henry Hammond διακήρυξε το 1858: «Κάποιος πρέπει να είναι το περβάζι της κοινωνίας, να κάνει τα δουλικά καθήκοντα, να εκτελεί τις αγγαρείες της ζωής» (ΣτΜ: Mudsill theory). Οι νέγροι προορίζονταν να είναι τα περβάζια. Αυτή θα ήταν η θέση τους, μια θέση που δημιουργήθηκε συνειδητά γι’ αυτούς από μια κοινωνία της οποίας οι πολιτιστικές αξίες καθιστούσαν πλέον αδύνατη την αφομοίωσή τους. Για δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, η λευκή κοινωνία έκανε γιγαντιαία βήματα για να «κρατήσει τον νέγρο στη θέση του». Οι δημόσιες πολιτικές και τα ήθη και έθιμα εκατομμυρίων Αμερικανών εξέφραζαν αυτή τη φυλετική κοσμοθεωρία καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Φυλή: Μια Κοινωνική Επινόηση
Η φυλετική ιδεολογία στις ΗΠΑ ήταν έτσι ένας μηχανισμός που δικαιολογούσε αυτό που είχε ήδη καθιερωθεί ως άνιση κοινωνική ομάδα· αφορούσε από την αρχή της, και αφορά και σήμερα, το ποιος θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε προνόμια, δύναμη, θέση και πλούτο και ποιος όχι. Ως χρήσιμη πολιτική ιδεολογία για τους κατακτητές, εξαπλώθηκε σε αποικιοκρατικές καταστάσεις σε όλο τον κόσμο. Διαδόθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα από ορισμένους Ευρωπαίους εναντίον άλλων Ευρωπαίων και έφτασε στην πιο ακραία ανάπτυξή της στο Ναζιστικό Ολοκαύτωμα του 20ου αιώνα.
Όλοι οι ανθρωπολόγοι θα πρέπει να κατανοήσουν πως η «φυλή» δεν έχει καμία εγγενή σχέση με την ανθρώπινη βιολογική ποικιλομορφία και πως η ποικιλομορφία αυτή είναι φυσικό προϊόν κυρίως εξελικτικών δυνάμεων, ενώ η «φυλή» είναι μια κοινωνική επινόηση.
πηγη:https://geniusloci2017.wordpress.com
