Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 19 Φεβ 2021
Λιγνάδης-Γεωργουσόπουλος: αναμνήσεις από τα παλιά...
Κλίκ για μεγέθυνση

 

 

February 17, 2021

 

«Δεν ανανέωσα τη σύμβασή του γιατί από τότε ακούγονταν διάφορα για την συμπεριφορά του. Δεν ήταν η αρμόζουσα απέναντι στους σπουδαστές, κάτι που όπως πληροφορήθηκα είχε συμβεί και στην σχολή του Δελλή (Ίασμος) στην οποία επίσης δίδασκε», έσπευσε να δηλώσει και να διευκρινίσει χτες στο «Νέα», προς αποφυγήν, προφανώς, παρεξηγήσεων, ο κριτικός θεάτρου της εφημερίδας Κώστας Γεωργουσόπουλος, διευθυντής της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου μεταξύ 2013 κι 2017, για τον Δημήτρη Λιγνάδη, καθηγητή τότε της σχολής, μετά το άρθρο του «Το εφτάψυχο αλαλούμ» που δημοσιεύτηκε στο φύλλο του Σαββάτου της εφημερίδας και που πολλές αντιδράσεις προκάλεσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η μνήμη μου και το εξαιρετικό αρχείο της ιστοσελίδας Dromena του Νίκου Λαγκαδινού με βοήθησαν να βρω κάποια προγενέστερα κείμενα -του 2008. Και πολύ, νομίζω, ενδιαφέροντα: το «προανάκρουσμα» του κ. Γεωργουσόπουλου στην κριτική του για την παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη «Βάτρα-X» στην Επίδαυρο, που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Η επιστροφή του Ζαζά», στα «Νέα», το Σάββατο 19 Ιουλίου 2008, και την κυρίως κριτική του που δημοσιεύτηκε, με τίτλο «Η Φτερού στην Επίδαυρο», την Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008. Αλλά και την επιστολή με την οποία του απάντησε ο σκηνοθέτης και που επίσης δημοσιεύτηκε στα «Νέα», στις 23 Ιουλίου 2008. Τα αναδημοσιεύω χωρίς διορθώσεις και επεμβάσεις, διατηρώντας, όπου ήταν δυνατόν, και τα πρωτότυπα τυπογραφικά στοιχεία

Είναι καλό να φωτίζεται απ’ όλες τις πλευρές μια υπόθεση που καίει αλλά και τα κίνητρα των δημοσιολογούντων. 

ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ «ΒΑΤΡΑ-Χ»




Η επιστροφή του Ζαζά
Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, 19/07/2008.

ΟΣΑ ΘΑ ΚΑΤΑΤΕΘΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ Ή ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΗΘΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΜΑ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ. Επ’ ευκαιρία ενός συμπτώματος που ανήκει στα λεγόμενα πολιτιστικά γεγονότα αλλά ερμηνεύει τα σύνδρομα της εν γένει πολιτικής και δημόσιας ηθικής μας πρακτικής, θα προσπαθήσω να κτυπήσω τη μεγάλη καμπάνα εν ονόματι ενός λαού, του οποίου απλώς είμαι ένα απειροελάχιστο μόριο, ενός λαού που έρμαιο πλέον συστηματικών και συνειδητών στρατηγικών γνωστής και με ταυτότητα πλέον συμμορίας, οδηγείται στην αγελοποίηση και στη λοβοτομή. Γιατί μόνο αγέλη μπορεί να χαρακτηριστούν οι δέκα χιλιάδες άνθρωποι που αδιαμαρτύρητα αλλά με χάχανα, παλαμάκια και γηπεδική συμμετοχή ανέχτηκαν μια χυδαία, ανήθικη και φασιστική πράξη στο Θέατρο της Επιδαύρου. Σπεύδω να τονίσω πως το θλιβερό βρίσκεται στην ασφαλή πιθανότητα η μεγάλη πλειοψηφία των θεατών της 12/7/2008 ημέρας Σαββάτου να ήταν παιδιά και εγγόνια θεατών που πριν από 50, 40, 30 και 20 χρόνια στην ίδια θέση, με τα ίδια μέσα είχαν προσέλθει και είχαν μεθύσει με τη διδασκαλία ενός Ροντήρη, ενός Μινωτή, ενός Μουζενίδη, ενός Κουν, ενός Βολανάκη, μιας Παξινού, ενός Κωτσόπουλου, ενός Νέζερ, ενός Φωκά, ενός Θρασύβουλου Σταύρου, ενός Γρυπάρη για να μείνω μονάχα στους νεκρούς. Πρώτο λοιπόν πολιτικό, και μόνο πολιτικό ερώτημα, μείζων απορία: πώς και με ποιον τρόπο, με ποια μέσα, ποιοι και με ποιον σκοπό κατόρθωσαν να αλλοτριώσουν έναν ολόκληρο λαό, να τον εξανδραποδίσουν πνευματικά, να τον ευτελίσουν, να τον τυφλώσουν, να τον κουφάνουν και να τον ευνουχίσουν (και όχι μόνο μεταφορικά); Τα «Επιδαύρια» ιδρύθηκαν ως δημόσιος πολιτιστικός θεσμός μόλις είχαμε βγει από την εμφύλια αιματοχυσία, χωρίς σχολεία, χωρίς βιβλία, χωρίς δημόσια και υπεύθυνη πνευματική ζωή. Και για χρόνια το αρχαίο κοίλον συγκέντρωνε χωρίς ταξικές διακρίσεις, χωρίς πιστοποιητικά φρονημάτων, χωρίς επίδειξη πτυχίων και τίτλων σπουδών χιλιάδες λαού. Για να παραστεί σε τι; Στη μίμηση σπουδαίας πράξεως. Να μεθύσει με τον μεγάλο ποιητικό λόγο, να ευφρανθεί από την τέλεια αίσθηση του ελληνικού ρυθμού. Γιατί εκεί, στον υπαίθριο ναό του πολιτισμού μαζί με τους χωροστατούντες Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη συλλειτουργούσαν ιερείς και διάκονοι, μελωδοί και ψάλτες, πρωτοχορευτές και μαστόροι του πινέλου, σύγχρονοι μεγάλοι Έλληνες: Γρυπάρης, Βάρναλης, Πρεβελάκης, Σταύρου, Σάρρος, Χειμωνάς, Αντίοχος Ευαγγελάτος, Βάρβογλης, Χρήστου, Ξενάκης, Λουκία, Ραλλού Μάνου, Νικολούδη, Φλερύ, Φωκάς, Κλώνης, Χαρατζίδης, Βασίλης Φωτόπουλος, Βασιλειάδης, Νικολάου, Γκίκας, Βακαλό (πάντα θα μείνω στους νεκρούς γιατί τη μνήμη τους προχθές κυρίως το θέαμα, το ακρόαμα και το κάμωμα που υποστήκαμε, βανδάλισε). Πώς μέσα σε είκοσι χρόνια αλλοιώθηκε το ήθος ενός λαού που κατέκλυζε τις κερκίδες σεβαστικό, κριτικό, αξιοπρεπές αλλά και άκρως ευαίσθητο; Δεν γίνονταν και κακές παραστάσεις στην Επίδαυρο; Πολλές. Αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Και στον πολιτισμό και στον ηθικό βίο και στον πολιτικό η ζωή, το εκκρεμές «έρπει» από το εσθλόν στο κακόν και αντίστροφα. Είναι νόμος των πραγμάτων. Αλλά πάντα υπήρχε σαφής, αναγνωρίσιμη η καλή πρόθεση. Όλοι προσπαθούσαν με τα μέσα τους, την παιδεία τους, την αγωγή τους, το γούστο τους να υπηρετήσουν τα μεγάλα κείμενα και να συγκινήσουν αλλά και να εκπαιδεύσουν αισθητικά το κοινό που ερχόταν διψασμένο και από την τρέχουσα εκπαίδευση αμύητο και απληροφόρητο. Γιατί για χρόνια η Επίδαυρος ήταν ένα μεγάλο, ελεύθερο σχολείο, συνέτεινε στην ανάπτυξη μιας δημοκρατίας των ιδεών. Από πού κι ώς πού ο σπουδαρχίδης, δυστυχώς φιλόλογος, γιος φιλολόγου και αδελφός φιλολόγου, σκηνοθέτης (κατά δήλωσή του) ονομάζει, στις συνεντεύξεις του και με θλιβερά στιχάκια ημερολογίου στην παράσταση, μουσείο, νεκροταφείο τις προσπάθειες αναβίωσης του δράματος (φτύνει και αυτή τη λέξη). Νεκροταφείο και μουσείο όταν αποδεδειγμένα οι παραστάσεις του αρχαίου δράματος από το 1901 είναι μόνο πειραματικές; Πού είναι το μουσείο; Τα μεγάλα κείμενα παίζονται από μετάφραση, μουσική, σκηνογραφία, ενδυματολογία, χορογραφία (στοιχεία παντελώς άγνωστα σε μας σήμερα, οι πληροφορίες ελάχιστες, συγκεχυμένες) όλα σύγχρονα, προτάσεις, υποθέσεις. Και βέβαια η υποκριτική και η «φωνή» των κειμένων σύγχρονη. Ποιο μουσείο, αστοιχείωτε; Ούτε καν προσωπεία, που ήταν στοιχεία εικαστικά του ευρωπαϊκού θεάτρου πλην εξαιρέσεων και μάλιστα για αισθητικούς λόγους δεν χρησιμοποίησε εκατό τόσα χρόνια η νεοελληνική σκηνική παράδοση. Νεκροταφείο λοιπόν η «Ορέστεια» του Ροντήρη, η «Ηλέκτρα» του που τίναξε στον αέρα τους ανύποπτους Άγγλους και Γερμανούς του 1939. Νεκροταφείο ο «Οιδίπους Τύραννος» του Μινωτή που ξεσήκωσε ιδεολογικές έριδες όταν από το 1952 καβάλησε τον βωμό και θεωρήθηκε από τους αρχαιολόγους ιερόσυλος; Νεκροταφείο οι «Όρνιθες» του Κουν, νεκροταφείο η «Ηλέκτρα», η «Μήδεια» του Βολανάκη; Νεκροταφείο η «Ηλέκτρα» του Ευαγγελάτου που όταν ανέβηκε κάποια φαντάσματα του Εθνικού κάνανε νύχτα βουντού στη Θυμέλη της Επιδαύρου; Και νεκροταφείο η εποποιία του Σολομού, ο οποίος παρέλαβε έναν συκοφαντημένο Αριστοφάνη, έναν ευτελισμένο από τους τραβεστί και τον αποκατέστησε «Ζωντανό» να χορεύει ζεϊμπέκικο; Αλλά, στον θεό σου, μειράκιο, νεκροταφείο οι παραστάσεις του Ντουφεξή, του Ρεμούνδου, του Βουτσινά, του Χουβαρδά, του Μαυρίκιου, του Μιχαηλίδη, του Μαρμαρινού, του Τερζόπουλου; Οι αναγνώστες μου γνωρίζουν πως πολλές από αυτές τις τελευταίες με βρήκαν αντίθετο και αυστηρά στάθηκα απέναντί τους. Αλλά δεν χαρακτήρισα ποτέ, γιατί είναι η αλήθεια, μουσείο, νεκροταφείο.

Μουσειακή η υποκριτική της Συνοδινού, του Μινωτή, του Τσακίρογλου, του Κούρκουλου, του Κιμούλη, της Παπαθανασίου, της Κονιόρδου, της Φωτοπούλου, του Βασ. Δαμαντόπουλου, του Λαζάνη, του Χατζησάββα, του Βογιατζή;

Ανασκολοπισμός για χαβαλέ

Ο οιηματίας σκηνοθέτης του ανεκδιήγητου σκουπιδοτενεκέ που κόπρισε πάνω στο έργο και στο όνομα του Αριστοφάνη ευτύχησε, και λόγω ειδικής εύνοιας, να πρωταγωνιστήσει στην Επίδαυρο δίπλα στον Μινωτή, με σκηνοθέτη τον Σολομό, τον Ευαγγελάτο. Στέριωσε την καριέρα του λοιπόν σε μουσειακές νεκρές παραστάσεις; Θέλησε να ευτελίσει και να απαξιώσει τον Αριστοφάνη στο πλέον επίδοξο, φιλολογικότερο και πλέον πολιτικό του δημιούργημα. Οι «Βάτραχοι» είναι ένα αγωνιώδες κείμενο ενός υπεύθυνου πολίτη που σε μιαν εποχή σαν τη δική μας, απ’ όπου λείπει ο πνευματικός δάσκαλος, ο παλμογράφος της εποχής, αναζητεί μήνυμα, συνταγή βίου, σωσίβιο, πυξίδα παιδείας. Και φτάνει αναζητώντας αυτός ο ποιητής, ο θεατρικός συγγραφέας, να γίνει- παράδοξο;- ο πρώτος ολοκληρωμένος θεατρικός κριτικός στην ιστορία του πολιτισμού. Οι μισοί στίχοι των «Βατράχων» είναι μια συστηματική φιλολογική, αισθητική, μορφολογική, πολιτική και κοινωνική κριτική της θεατρικής πράξης. Από την εποχή εκείνη (405 π.Χ.) η θεατρική κριτική μεθοδολογία δεν προχώρησε ούτε ρούπι. Έχει προβλέψει και τον λειτουργισμό, τον δομισμό, την αποδόμηση, τον φορμαλισμό, ακόμη και τον κριτικό εξπρεσιονισμό αυτό το θηρίο. Και βρέθηκε ένας αλαζόνας ημιμαθής (έτσι θα έπρεπε) να τον ανασκολοπίσει για να κάνει την πλάκα του, τον χαβαλέ του με δημόσιο χρήμα. Γιατί αυτή την «παράσταση», την πλήρωσε το κοινό και μια παράσταση με τόσο μπούγιο δεν κοστίζει σήμερα λιγότερο από 300.000 ευρώ. Και αφού το πλήρωσες το εξάμβλωμα, αφελή θεατή, πλήρωσες και από πάνω εισιτήριο, βενζίνη, φαΐ, διόδια, πιστεύοντας ότι θα δεις Αριστοφάνη και συνειδητά σου πλασάρανε ντέρμπι, σκυλάδικο και ένα ποτπουρί από Λαμπίρη, Αρναούτογλου, Στεφανίδου και Χίο. Και τους αποθέωσες. Γιατί βρήκε ο γύφτος τη γενιά του. Τη Δευτέρα θα αναλύσω γιατί ό,τι συστηματικά επιχειρήθηκε, μας επιστρέφει στην εποχή που ο Αριστοφάνης παιζόταν από τραβεστί, τις «αδελφές» Μάνου, τον Ροζάιρου και τον Ζαζά, από ΄κεί δηλαδή που τον γλίτωσε ο Σολομός, ο Κουν, ο Βολανάκης, ο Ευαγγελάτος, ο Τσιάνος, ο Ιορδανίδης, ο Xαραλάμπους, ο Γαβριηλίδης, δηλαδή ό,τι ο σπαστικός σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής ονομάζει νεκροταφείο.

 





Η
Φτερού στην Επίδαυρο

Γεωργουσόπουλος Κώστας, 21 Ιουλίου 2008.

Έγραφα για το θλιβερό σύμπτωμα της προβοκατόρικης και άκρως φασιστικής επίθεσης σε καθετί που ώς τώρα ονομάζουμε ελευθερία της έκφρασης, δημόσιο ήθος και όρια (έστω ελαστικά)

της πολιτικής κριτικής μέσω της τέχνης.
Στις «Ιδέες» του Σαββάτου ανίχνευα τους λόγους που κατέστησαν ευνούχο έναν ολόκληρο λαό (γιατί στην Επίδαυρο δεν ταξιδεύουν μόνο οι ακραιφνείς θεατρόφιλοι, οι ειδικοί και οι μανικοί του Θεάτρου, αλλά, όπως στην αρχαιότητα- απόδειξη το μέγεθος του οικοδομήματος- σύμπας ο λαός). Το κοινό που γέμισε την Επίδαυρο με την πεπλανημένη, ύπουλη υπόσχεση ότι θα απολαύσει Αριστοφάνη (καλής ή κακής παραστασιακής μοίρας, αδιάφορο) ήταν τόσο ώστε χωρούσε σε αριθμό θεατών εξήντα υπερπλήρη θέατρα τύπου «Πειραιώς 260», αναλογία ένα ταξί με τέσσερα πούλμαν. Και απορούσα ποιος, πότε και πώς αλλοτρίωσε το γούστο ενός κοινού που πριν από σαράντα χρόνια άκουγε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, έβλεπε Κουν και Μινωτή, απολάμβανε τις έξι λαϊκές ζωγραφιές με σκηνικά Μόραλη και χορογραφία Ραλλούς Μάνου, διάβαζε την τριλογία του Βασιλικού, αποθέωνε τον Γιάννη Χρήστου σε έργα όπως «Η κυρία με τη Στρυχνίνη», έβλεπε την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου.

Κι αν κάποια κέντρα γνωστά και μη εξαιρετέα γελοιοποίησαν, απαξίωσαν και ταπείνωσαν όλες τις αξίες του ευρωπαϊκού (αφήστε του νεοελληνικού) πολιτισμού, ποιος τάχα είναι ο σκοπός ενός Εθνικού Θεάτρου που ίδρυσε και υπηρετεί επί 55 χρόνια έναν θεσμό όπως τα Επιδαύρια; Γιατί είναι ηλίθιο και αφελές να νομίζουμε ότι οι παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας στην Επίδαυρο είναι φυγή προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Νέος ελληνικός, σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός είναι πλάι και παράλληλος με τα ευρωπαϊκά ρεύματα. Ποιητές σύγχρονοι, συνθέτες, ζωγράφοι, χορογράφοι, χειριστές του σύγχρονου προφορικού λόγου, ηθοποιοί και με ευρωπαϊκές σπουδές σκηνοθέτες, προσέγγιζαν και ερμήνευαν με μοντέρνα και σύγχρονα αισθητικά επιχειρήματα τον Νουν και το Ήθος των αρχαίων κειμένων στο μέτρο που μας ΑΦΟΡΑ. Και ο καταστατικός σκοπός, ο λόγος ύπαρξης ενός Εθνικού Θεάτρου είναι να διασώζει, να ερμηνεύει, να προστατεύει και να βελτιώνει με τα κατάλληλα σύγχρονα αισθητικά και πνευματικά κριτήρια τις πτυχές του νεοελληνικού πολιτισμού, ενώ θα προβάλει συνάμα και τα αισθητικά ρεύματα του θεάτρου στον κόσμο.

Οι νεοελληνικές εκδοχές ερμηνείας του αρχαίου δράματος, ιδιαίτερα στην Επίδαυρο (περίπου 400 παραστάσεις για τα 44 διασωθέντα δράματα), άλλοτε πέτυχαν, άλλοτε απέτυχαν και άλλοτε απέτυχαν παταγωδώς. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε κανείς μια συνειδητή και συστηματική απόπειρα να διασυρθούν, να εξευτελιστούν και να γελοιοποιηθούν. Και αυτό το σύμπτωμα φέτος έγινε σκοπός και πράξη όχι από κάποιον τυχάρπαστο, αγράμματο, ανίδεο ξυλοσχίστη. Έγινε από ταλαντούχο ηθοποιό, φιλόλογο, με θύραθεν παιδεία. Δεν του ξέφυγε, δεν του χάλασε στον δρόμο η συνταγή, δεν παρεξήγησε ή δεν υπερτίμησε τα μέσα του και τα εργαλεία του. Όχι, βάσει καθορισμένου σχεδίου, με ορατή και δεδηλωμένη στρατηγική πήρε το πλέον φιλολογικό και περισπούδαστο σατιρικό και πολιτικό κείμενο, αποθέωση της δημοκρατίας των ιδεών, τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη, όπου το ιδεολογικό αίτημα είναι ποιος ο σκοπός του θεάτρου, ποιος ο σκοπός της πολιτικής κριτικής, ποιος οφείλει να είναι ο ρόλος και η λειτουργία του πνευματικού ηγέτη μέσα σε μια συγκεχυμένη κυρίως εποχή και το μετέτρεψε σε μια δημόσια και φαντασμαγορική διαπόμπευση, μια χυδαία παρενδυτική μασκαράτα, έναν αισθητικό αχταρμά, όπου η ποίηση έγινε στιχάκια του κάρου. Το σκώμμα και η ιερή, λαϊκή βωμολοχία, καλιαρντά δημοσίων λουτρών, ο ΑΓΩΝ, η ύψιστη λειτουργία της ουσίας της Δημοκρατίας, η ισηγορία, ο διάλογος, η ζύμωση ιδεών μέσα από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και την επίκληση αξιών έγινε ποδοσφαιρικό ντέρμπι με συμπεριφορές χούλιγκαν, συνθήματα των τριόδων, το έξοχο χορικό των Μυστών (ένα από τα λυρικά κατορθώματα του Αριστοφάνη που υποχρέωσε τους αρχαίους σχολιαστές να τον συγκρίνουν με τη Σαπφώ!) συνοδεύτηκε με παρωδία υμνολογίας που ευτέλιζε το «Αι γενεαί πάσαι». Όταν, ανόητε, το επιχείρησε ο Κουν το 1959 με τον ορθόδοξο ιερέα, δεν έθιξε την ποίηση, αλλά το λαϊκό δρώμενο και τον λαϊκό παπά. Καταλαβαίνεις τη διαφορά;

Οι δάσκαλοι που διακόνησαν την αριστοφανική αναβίωση, ο Σολομός, ο Ευαγγελάτος, ο Μπάκας, ο Βολανάκης, άλλοτε εύστοχα, άλλοτε άστοχα, προσπάθησαν να βρουν αναλογίες (πράγμα που έκαναν και οι μεταφραστές), γιατί χωρίς αναλογίες, ιδιαίτερα ο Αριστοφάνης, δεν γίνεται σήμερα κατανοητός (αλήθεια πώς θα κατέβαιναν ύστερα από 2.000 χρόνια στο τότε κοινό εκφράσεις όπως «Άντε, ρε, Κοσκωτά», «Η φούσκα του Χρηματιστηρίου», «οι μίζες της Ζίμενς» «τα ομόλογα» κ.λπ.;). Η αναλογία σε όλα τα επίπεδα (λέξη, ήχος, όψη, κίνηση, μέλος) έχει όρια, ώστε να μην αλλοιωθεί ούτε ο στόχος της κριτικής του ποιητή ούτε το ήθος ούτε η διάνοια, αλλά ούτε και το αισθητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι τύποι, οι συμπεριφορές και τα κίνητρα φαίνονται και σατιρίζονται.

Οι μεγάλοι δάσκαλοι και οι ερμηνευτές τους κι όταν έφθαναν σε άστοχες υπερβολές, ακόμη και υπερβάσεις, σέβονταν, τουλάχιστον φαινόταν η αγωνία τους να σεβαστούν, τον πρόγονο του παγκόσμιου κωμικού θεάτρου. Και περισσότερο οι λαϊκοί δημιουργοί, ο Νέζερ, ο Ζερβός, ο Ηλιόπουλος, ο Καρακατσάνης, ο Βέγγος, ο Βουτσάς, η Καλουτά, ο Σωτήρης Μουστάκας και από τους νεώτερους οι εγκρατείς του λαϊκού κώδικα Μιχαλακόπουλος, Φιλιππίδης, Αρμένης, Λαζάνης, Μοσχίδης, Παρτσαλάκης, Χαλκιάς, Χαραλαμπόπουλος κ.ά. Όλοι αυτοί για τον πεφυσιωμένο διάνο της Επιδαύριας ξεφτίλας είναι νεκροθάφτες του Αριστοφάνη και νεκροί. Αγνοεί πιθανόν ότι ακόμη και ο Λίνος Καρζής, που στην εποχή του κατηγορήθηκε για μουσειακές παραστάσεις, όταν ανέβασε τη «Λυσιστράτη» επιστράτευσε, ναι, ναι, τη Γεωργία Βασιλειάδου και την Σαπφώ Νοταρά. Νεκροθάφτης και ο Χατζιδάκις που έκανε λαϊκό σουξέ τον «Μύθο» της «Λυσιστράτης» και νεκροθάφτης ο Μούτσιος, ο Σακκάς και η Μούσχουρη, που τον τραγούδησαν στην Επίδαυρο!!

Ποια ήταν η «ζωντάνια» που έφερε στην Επίδαυρο ο ορκοπάτης φιλόλογος; Έφερε τον θλιβερό συγγραφέα εαυτό του, ως θεατρικό λαμόγιο παραπλάνησε το κοινό και μάλιστα το ανίδεο, το παραπλανημένο ήδη από την Αννίτα Πάνια, το απαίδευτο, το έρμαιο στην τηλεοπτική σαλαμούρα ότι θα δει Αριστοφάνη και του πλασάρισε το δικό του ανέμπνευστο, σαχλό, της πλάκας σενάριο που μόνο στις σχολικές παραστάσεις των αριστοκρατικών κολεγίων στις χριστουγεννιάτικες γιορτές συναντάς, διανθισμένο με γκέι ιδιόλεκτα των παρόδων της Ομόνοιας και της Κουμουνδούρου. Έφερε στην Επίδαυρο τον χαρισματικό σόουμαν Μαρίνο, τον έπεισε πως η αρχαία ορχήστρα είναι πίστα και τον εξέθεσε ανεπανόρθωτα βάζοντάς τον να ανοιγοκλείνει το στόμα του, γιατί τα στιχάκια ήταν πλέι μπακ και το μηχάνημα τον πρόδωσε, αφήνοντάς τον να κάνει σαν χάχας το χρυσόψαρο στη γυάλα.

Προβοκατόρικη υπονόμευση του ήθους

 Αγαπητοί αναγνώστες, το έγραψα και το Σάββατο, ο χαβαλές της Επιδαύρου, εξόδοις σου, δεν έχει να κάνει ούτε με τη θεατρική ιστορία, την παράδοση της αριστοφανικής ερμηνείας, με την αισθητική και τα ρέστα. Είναι μια ηθελημένη προβοκατόρικη υπονόμευση του όποιου δημόσιου ήθους και της πολιτικής του πολιτισμού. Σε μια εποχή εξαχρείωσης του δημόσιου βίου, απαξίωσης της πολιτικής και διάλυσης του κοινωνικού ιστού, θα περίμενε κανείς το θέατρο μέσω του μεγαλοφυούς Αριστοφάνη να αποτελεί εστία Αντίστασης. Δυστυχώς έγινε κερκόπορτα για να αλωθεί ό,τι απέμεινε, από την καφρίλα, τον χουλιγκανισμό και την ξετσιπωσιά. Όσο για την κ. Γουλιώτη, αν νομίζει ότι διασώθηκε, ας ξαναδιαβάσει τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν».Πλέι μπακ και τα άγια τοις κυσί

Έφερε ο ορκοπάτης φιλόλογος στην Επίδαυρο την κυρία Ματσούκα για να εξευτελίσει τη θεατρολογική επιστήμη και τους Έλληνες θεατρολόγους, βάζοντάς την να ψελλίζει ηλιθιότητες θεωρητικές, τις οποίες βέβαια τις έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια, προφανώς γιατί ανήκουν στην ιστορία του αριστοφανικού νεκροταφείου. Θεατρολογικές καταθέσεις που μας προίκισαν ο Σολομός, ο Χουρμουζιάδης, ο Λιγνάδης, ο Σηφάκης, ο Κακριδής, για να μείνω στους Έλληνες.

Εξευτέλισε τη θεατρολόγο υπάλληλο του Εθνικού κ. Σαραγά, που επιμελήθηκε το πρόγραμμα με αποσπάσματα θεωρητικών Ελλήνων και ξένων, στα οποία μάλιστα στο περιθώριο κάποιος (;) είχε σημειώσει ως σπασίκλας (!) τους χαρακτηρισμούς «SΟS», «SΟSΑΡΑ», για να τις φτύσει λέξη προς λέξη, φράση προς φράση και παράγραφο προς παράγραφο στο τσαντίρι που έστησε στην αρχαία Θυμέλη. Χρησιμοποίησε το γνωστό πλέι μπακ από τους «Όρνιθες» των Κουν, Τσαρούχη, Χατζιδάκι, Ρώτα, Νικολούδη (των «νεκροθαπτών» του Αριστοφάνη!) με Χορό αποτελούμενο από κλώνους μεταμφιεσμένους της μετριότητάς μου, Χορό που κουνούσε τάχα το δάχτυλο για να ζητήσει τον λόγο («ποιος, ποιος, ποιος είναι αυτός που σας εκάλεσε»), από ποιον άραγε που παρέδωσε τα άγια τοις κυσί!! (Εκείνο που προσωπικά με θλίβει είναι πως Λιγνάδης, Μαρμαρινός, Καραζήσης και Ρήγας, Αποστόλου ταυτίστηκαν σε γούστο και εμπνεύσεις αναφερόμενοι στο πρόσωπό μου, προφανώς ως πρύτανη των νεκρών και των νεκροταφείων). 

 

ΛΙΓΝΑΔΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΕ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟ

Απάντηση για την παράσταση των «Βάτρα-Χ» του Εθνικού Θεάτρου

Από τον σκηνοθέτη Δημήτρη Λιγνάδη «ΤΑ ΝΕΑ» έλαβαν χτες την ακόλουθη επιστολή:

«Στις 18,19 και 21/7 ο έχων την στήλη της κριτικής κ. Γεωργουσόπουλος δημοσίευσε τρία, προαναγγελθέντα μάλιστα από αυτόν, σημειώματα με τα οποία άσκησε «κριτική» στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου “Βάτρα-Χ” την οποία σκηνοθετώ. Η κρίση του δεν περιορίστηκε μόνο στα επί σκηνής διαδραματισθέντα αλλά επιτιθέμενος στο κοινό που είχε κατακλύσει και τις δύο ημέρες την Επίδαυρο, έστρεψε τον ψόγο σε εκείνο και προχώρησε, τέλος, με χυδαίο ύφος σε αστήρικτες, ανυπόστατες, ψευδείς κρίσεις και υπαινιγμούς για την παράσταση και το πρόσωπό μου εν γένει. Γνωστοποιώ ευθύς εξαρχής ότι δεν σκοπεύω να επιχειρηματολογήσω εγγράφως υπέρ της αγαθών προθέσεων πειραματικής προσπάθειας ανεβάσματος του Αρχαίου Δράματος την οποία ξεκίνησα και απρόσκοπτα θα συνεχίσω κατά συνείδησιν. Γνωστοποιώ επίσης ότι λόγω αρχών, δεν θα κατέλθω (sic) στον τελματώδη έντυπο διάλογο τον οποίο προφανώς ο εν λόγω «πνευματικώς διαπλεκόμενος ανήρ» θα επιζητήσει, σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να παρατείνει την φραστική του οίηση, την παραφραστική του... ποίηση και την μεταφραστική του εκποίηση. Καθώς βλέπει και τα τρία να τα προσπερνάει η ίδια η εποχή μας. Γιαυτό άλλωστε και το παραλήρημά του. Θα είχα πολλά να απαντήσω στην σκόπιμη, εξόφθαλμα στρεβλωτική παρανάγνωση που έκανε ο -κατά δήλωσίν του πλέον- κριτικός, καθώς και στις αθέμιτα μεθοδευμένες, συνειδητά Γκαιμπελσικές κρίσεις που εξέμεσε κατά του «παρασυρόμενου», «αγελαίου» κοινού και της «εκμαυλιζούσης τα ήθη» προσωπικότητάς μου. Και θα ελάμβανε ποικιλοτρόπως τις ανάλογες αποστομωτικές απαντήσεις επί φιλολογικού, μεταφραστικού, θεατρολογικού και -κυρίως- ηθικού επιπέδου, αν δεν είχα και εγώ και μια μεγάλη μερίδα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου, απαξιώσει εδώ και πολλά χρόνια το πνευματικό ανάστημα, την κριτική ακεραιότητα και ηθική υπόσταση του συγκεκριμένου ατόμου. Μια απαξίωση που ο ίδιος, λόγω και έργω, προκάλεσε σε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, την οποία, όποτε του χρειάζεται, λοιδορεί ή κολακεύει. Θα αντιπαρέλθω, ομολογουμένως με δυσκολία, την αήθη αναφορά του περί «ειδικής εύνοιας» τον καιρό που ξεκινούσα την θεατρική μου πορεία. Γνωρίζει βεβαίως πως έτσι μέμφεται και πρόσωπα που δεν ζούνε πια, όπως ο πατέρας μου Τάσος Λιγνάδης και ο Μινωτής, για να του απαντήσουν. Του «απαντούν» ωστόσο οι ώς τώρα συνεργάτες μου, συνάδελφοί μου, φοιτητές και μαθητές μου, η μετέπειτα πορεία μου και η στάση μου γενικά στο χώρο του λειτουργήματός μας. Ο οποίος χώρος ήδη καγχάζει όταν ακούει τον περί ου ο λόγος, προκλητικά να μιλάει περί ειδικής μεταχείρισης και ευνοιοκρατίας. Θα αντιπαρέλθω επίσης την αναφορά του «έλληνος ανδρός» σε κύκλους που, «βάσει σχεδίου», απεργάζονται τον «ευνουχισμό» της εθνικής ανδρειοσύνης. Κύκλους των οποίων με αναγορεύει μέλος, μίασμα ανάλογο «με το aids και τα ναρκωτικά» για το οποίο προκρίνει την πρόληψη (!) ως κάλλιστον μέσον. Κύκλους που φυσικά δεν κατονομάζει, προφανώς διότι και ο ίδιος κάποτε με τον διαβήτη του χάραξε, και εντός αυτών ανδρώθηκε! Δεν δίστασε επίσης να επιχειρήσει, εις μάτην, τον όψιμο προσεταιρισμό του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου εναντίον μου, για τον οποίο ο εν λόγω «κριτικός» έγραφε κάποτε πως «αποπατεί δημοσία δαπάνη». Διαστρεβλώνοντας δε τα όσα είδε επί σκηνής και διάβασε επί εντύπων, προσπάθησε να δημιουργήσει πόλωση μεταξύ εμού και των ομοτέχνων μου, για τους οποίους έχω εκφράσει παντοιοτρόπως τον σεβασμό και εκτίμησή μου. Τόλμησε, τέλος, ζηλώσας την δόξα στρατιωτικών άλλης εποχής, να συστήσει πνευματικό στρατοδικείο προσάγοντας τις «αγελαίες μάζες» που «άθελά τους» (!) «εσύρθησαν να χειροκροτούν» στο κοίλον της Επιδαύρου, διεκδικώντας για τον εαυτό του, τάχα ως ταπεινός θεατής, αλλά κατ’ ουσίαν ως Μέγας Ιεροεξεταστής να θέσει εκείνος τον βαθμό γνησιότητας του μαζικού αυθορμητισμού καθώς και τα όρια στην... «εγκράτεια» των καλλιτεχνών που υπηρετούν, κατά το δικό του -πάντα μεταβλητό-δοκούν, το Αρχαίο Δράμα. Τέλος, θα προσπεράσω τις υπονομευτικές, υβριστικές αιτιάσεις περί της διδακτικής, σκηνοθετικής, φιλολογικής και ηθικής μου επάρκειας, γιατί είναι γνωστή η πάγια, αλλά πλέον άσφαιρη, τακτική του να βάλλει με χτυπήματα εκτός παιδιάς όποιον εκείνος νομίζει ότι θα του υφαρπάσει το κερδοφόρο πηρούνι με το οποίο επί εικοσαετία τουλάχιστον τεμάχιζε κατά βούλησιν και καταβρόχθιζε ως προνομιούχος συνδαιτυμών στα ποικίλα τραπέζια το προσοδοφόρο γεύμα μεταφράσεων, διασκευών, ανθολογημάτων κτλ. Αν και θα μπορούσα-υπακούοντας και στις προτροπές μιας μεγάλης πλέον μερίδας κόσμου- να απαντήσω διά μακρών εν παντί τόπω, τρόπω και χρόνω στα ψεύδη και συκοφαντίες που ο Κ.Γ. εξαπολύει στο πρόσωπό μου εδώ και μια τριετία, δεν θα το πράξω. Όχι μόνο από περιφρόνηση αλλά και από κατανόηση για τα ποικίλα βάρη που ο άνθρωπος σηκώνει. Θα συνεχίσω την δουλειά μου, ως οφείλω, εγκαταλείποντάς τον στον μοναχικό δρόμο του άνευ πλέον ποιμνίου και ποιμένος. Ελπίζω η ιστορία να τον κρίνει επιεικέστερα απ’ ό,τι τον κρίνει τώρα η εποχή του».  (ΤΑ ΝΕΑ, 24/07/2008).

Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 43
http://totetartokoudouni.blogspot.com/

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου