Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 21 Φεβ 2022
Καναδάς, ΝΑΤΟ, Ρωσία και η κρίση για την Ουκρανία
Κλίκ για μεγέθυνση








 

 

Τις τελευταίες εβδομάδες η κυβέρνηση Τρυντώ έχει αναπτύξει ειδικές δυνάμεις στην Ουκρανία, αύξησε τον αριθμό των Καναδών στρατιωτικών εκπαιδευτών εκεί και άλλες μορφές στρατιωτικής υποστήριξης στην Ουκρανία. 600 Καναδοί στρατιώτες βρίσκονται στη Λετονία στα σύνορα της Ρωσίας, καθώς και μια ναυτική φρεγάτα στη Μαύρη Θάλασσα και έξι μαχητικά αεροσκάφη CF-18 στην Ανατολική Ευρώπη. Το TPP παρακολούθησε το διαδικτυακό σεμινάριο του Καναδικού Ινστιτούτου Εξωτερικής Πολιτικής, με τον δημοσιογράφο Άαρον Μάτε, τον καθηγητή Ιβάν Κατσανόβσκι και τον ιδρυτή του «Συνασπισμού ενάντια στο εμπόριο όπλων» Ρίτσαρντ Σάντερς, σχετικά με τις διαμαρτυρίες του 2014 που ανέτρεψαν τον πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, καθώς και την κυβερνητική υποστήριξη σε υπερεθνικιστικές ουκρανικές και καναδικές οργανώσεις.

Ακροδεξιοί εξτρεμιστές στον ουκρανικό στρατό ποζάρουν αφού έλαβαν καναδική εκπαίδευση.

Παρουσιάστρια στην εκδήλωση ήταν η συγγραφέας και ακριβίστρια Μπιάνκα Μουγκιένι, Διευθύντρια του Ινστιτούτου Εξωτερικής Πολιτικής του Καναδά. Η ίδια εξηγεί πως πρόκειται για «ένα μη κομματικό οργανισμό που παρακολουθεί τις διεθνείς δραστηριότητες των εταιρειών του Καναδά». Σύμφωνα με την ίδια «ενώ οι Καναδοί πιστεύουν γενικά ότι η χώρα τους είναι μια καλοπροαίρετη διεθνής δύναμη, τα γεγονότα συχνά δείχνουν το αντίθετο. Το CFPI επιδιώκει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ αυτής της δημόσιας αντίληψης και της πραγματικότητας του ρόλου του καναδικού κράτους, να ενημερώνει τους πολίτες για τις διπλωματικές, κατασκοπευτικές και στρατιωτικές πολιτικές της χώρας στο εξωτερικό, καθώς και να αντιταχθεί στον ρατσισμό που είναι ενσωματωμένος στην εξωτερική πολιτική του Καναδά».

Η ίδια εξηγεί πως «υπάρχουν πολλά για να ασκήσει κανείς κριτική στη ρωσική κυβέρνηση, αλλά πρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα που είναι ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ ξοδεύουν 1,1 τρισ. δολάρια για τους στρατούς τους, ενώ η Ρωσία ξοδεύει κάτι περισσότερο από 60 δισ. δολάρια. Εμείς στο CFPI ανησυχούμε πάρα πολύ για το ρόλο του Καναδά στην κρίση στην Ουκρανία. Ο Καναδάς είναι αναμφίβολα στο κέντρο της φωτιάς που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια επικίνδυνη σύγκρουση μεταξύ των δύο κυρίων πυρηνικών δυνάμεων και υπάρχουν τρεις βασικοί τομείς που παραβλέπονται για την κατανόηση αυτής της κρίσης που μετέχει ο Καναδάς. Πρώτον, η επέκταση του ΝΑΤΟ στο κατώφλι της Ρωσίας, παρά τις ρητές υποσχέσεις ότι δεν θα το κάνει αυτό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με το Καναδά να είναι από τους θερμότερους υποστηρικτές της επέκτασης του ΝΑΤΟ, ενώ τη στιγμή που μιλάμε υπάρχουν 600 Καναδοί στρατιώτες που ηγούνται των Νατοϊκών αποστολών στα ρωσικά σύνορα, στη Λετονία. Τα πλοία του Καναδικού Πολεμικού Ναυτικού βρίσκονται στη Μαύρη Θάλασσα, τα μαχητικά μας είναι στη Ρουμανία ως μέρων των Νατοϊκών αποστολών και όλα αυτά ανάμεσα σε χιλιάδες Βρετανούς και Βορειοαμερικανούς στρατιώτες σε όλη την ανατολική Ευρώπη. Ένας άλλος παράγοντας που οδηγεί σε αυτή τη σύγκρουση είναι οι διαιρέσεις εντός της ίδιας της Ουκρανίας, περιεφερειακές, γλωσσικές κα. που έχουν επιδεινωθεί και στις οποίες θα αναφερθεί ο Ιβάν, συμπεριλαμβανομένης της συνδρομής για την ανατροπή της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς το 2014, όπου ο ίδιος ο καναδικός Τύπος ότι αντικυβερνητικοί διαδηλωτές τοποθετήθηκαν στην καναδική κυβέρνηση στο Κίεβο επί μια βδομάδα κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Ένας ακόμη παράγοντας που ο Καναδάς έχει συμβάλει στην ένταση είναι μέσω της υποστήριξης του ακροδεξιού ουκρανικού εθνικισμού για τον οποίο θα μιλήσει ο Ρίτσαρντ. Ένας ακόμη παράγοντας συμβολής του Καναδά είναι η δαιμονοποίηση της Ρωσίας, καθώς μόλις χθες αναπαράχθηκε μια ‘είδηση’ ότι Πούτιν βρισκόταν πίσω από την (αντιπολεμική) διαμαρτυρία στην Οτάβα, γεγονός πολύ παράλογο, με το οποίο ο Ααρόν θα καταπιαστεί περισσότερο».

«Θέλουν να πιστέψουμε ότι ο Πούτιν αποφάσισε να κάνει εισβολή, ενώ η Ρωσία βρισκόταν ενώπιον της προοπτικής ολοκλήρωσης με την Ευρώπη μέσω του North Stream»

O Άαρον Μάτε, Καναδός δημοσιογράφος και ανταποκριτής του Grayzone, πρώην παραγωγός του Democracy Now και συνεργαζόμενος με το Nation και το Real Clear Politics, ανέφερε ότι «η συμβατική αφήγηση σχετικά με την ουκρανική κρίση είναι ότι υπάρχει κίνδυνος ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους προσπαθούν να το αποτρέψουν. Το πρόβλημα με αυτή την αφήγηση είναι ότι ξεκινά από το γεγονός ότι η ίδια η Ουκρανία δεν φαίνεται να αισθάνεται την απειλή μιας ρωσικής εισβολής. Ο πρόεδρος Ζελένσκι έχει πει επανειλημμένα ότι ο πανικός έκανε μεγάλη ζημιά στην οικονομία της Ουκρανίας τον προηγούμενο μήνα, ο αρχηγός του Γερμανικού Ναυτικού αναγκάστηκε να παραιτηθεί αφού είπε πως δεν πιστεύει πως η Ρωσία πρόκειται να εισβάλλει, προσθέτοντας μάλιστα πως αξίζει σεβασμό, κάτι που από ορισμένους κύκλους θεωρείται αίρεση». Προσθέτει πως «η Washington Post έγραφε στις 28 Ιανουαρίου πως η ουκρανική κρίση είναι μια μεγάλη δοκιμασία της προεδρίας Μπάιντεν, καθώς ο Πούτιν αμφισβητεί την κυριαρχία της Ουάσινγκτον στη διατλαντική ασφάλεια. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, καθορίζει την κρίση στην Ουκρανία και όλες τις σχέσεις της Ουάσινγκτον, όχι μόνο με τη Ρωσία αλλά με όλο τον κόσμο».

«Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Ρωσία συμφώνησε για την επανένωση της Γερμανίας, υπό τον όρο που δεσμεύτηκε ο Τζείμς Μπέικερ στον Γκορμπατσόφ, ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί ούτε μια ίντσα προς τα ανατολικά. Το γεγονός ότι ο Γκορμπατσόφ δεν εξασφάλισε αυτή τη δέσμευση γραπτά ήταν μεγάλο λάθος, αλλά όλοι συμφωνούν πως αυτή η δέσμευση ήταν που ουσιαστικά βοήθησε να τερματιστεί ο Ψυχρός Πόλεμος. Η κυβέρνηση Κλίντον, όταν ήρθε στην εξουσία παραβίασε αμέσως αυτή τη δέσμευση, καθώς βιαζόταν να επεκτείνει το ΝΑΤΟ στα ρωσικά σύνορα. Οι Νew York Times ανέφεραν τον Μάρτιο του 1998, ότι οι κατασκευαστές όπλων αναφέρουν ότι θα κερδίσουν ΄δισεκατομμύρια δολάρια από πωλήσεις όπλων, συστημάτων επικοινωνίας και άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό, αν η Γερουσία εγκρίνει την επέκταση του ΝΑΤΟ και κατ΄ επέκταση οι λομπίστες της βιομηχανίας όπλων έχουν κάνει τεράστιες επενδύσεις σε καμπάνιες για να προωθήσουν αυτό το σκοπό. Ένας από τους κύριους εκφραστές ήταν μια ομάδα που ονομαζόταν ‘Επιτροπή των ΗΠΑ για την Επέκταση του ΝΑΤΟ’, της οποίας επικεφαλής τυγχάνει να είναι ένας τύπος ονόματι Μπρους Τζάκσον, αντιπρόεδρος στην Lockheed Martin , που δίνει μια εικόνα ποια ήταν η εκλογική περιφέρεια που προώθησε την επέκταση του ΝΑΤΟ, προκαλώντας τη σημερινή κρίση», εξηγεί.

Ακόμα έλαβε χώρα «μια συστηματική κατάργηση των συμφωνιών ελέγχου όπλων που είχαν επιτευχθεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το 2002 ο Τζον Μπόλτον πέτυχε το όνειρό του να βγάλει τις ΗΠΑ από τη Συνθήκη ΑΒΜ και λίγο μετά από τη συνθήκη για τις συμβατικές ένοπλες δυνάμεις στην Ευρώπη. Όλες αυτές οι συνθήκες βοήθησαν για τον περιορισμό των πυρηνικών αποθεμάτων των δύο μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων και τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη, αλλά διαλύθηκαν συστηματικά από τις νεοσυντηρητικές κυβέρνησης της Ουάσινγκτον σε μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 20 χρόνια. Όταν ο Πούτιν ήρθε στην εξουσία ήθελε η Ρωσία να ενταχθεί στ ΝΑΤΟ, γιατί αν δεν είναι κάποιος μέρος μιας στρατιωτικής συμμαχίας εξ ορισμού απειλείται ως εχθρός της. Αλλά ο Πούτιν σύντομα κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον να εντάξουν τη Ρωσία στο ΝΑΤΟ, τόσο λόγω του παρατεταμένου ψυχροπολεμικού σωβινισμού, αλλά και διότι με την είσοδος της Ρωσία θα έπαυε κάθε λόγος ύπαρξης του ΝΑΤΟ, άρα δεν θα υπήρχε λόγος να ξοδεύονται τόσα χρήματα από την Ουάσινγκτν για να αγοραστούν αυτά τα πολύ ακριβά όπλα. Όταν λοιπόν φλέρταρε με την Ουάσιγκτον είχαμε δηλώσεις όπως του Τζορτζ Μπους ότι βλέπει στη καρδιά του Πούτιν καλοσύνη. Μετά ο Πούτιν έγινε το κακό παιδί, για να επανέλθουμε στο θέμα της κυριασχίας της Ουάσινγτον στη διατλαντική ασφάλεια».

Συγκεκριμένα, «στη Διάσκεψη του Μονάχου το 2007, γίνεται έκκληση για επέκταση του ΝΑΤΟ, που επικαλείται το γεγονός ότι ο συνθήκη για τις συμβατικές ένοπλες δυνάμεις στην Ευρώπη παραβιάζεται και θέλει να την διαπραγματευτεί. Ένα χρόνο μετά ο Μπιλ Μπερνς, σημερινός επικεφαλής της CIA και τότε πρέσβης της Ρωσίας,  γράφει ένα τηλεγράφημα που γνωρίζουμε από τα Wikileaks, που λέγεται ‘Όχι σημαίνει όχι’ και υπογραμμίζει ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ πρς την Ουκρανία ειναι κόκκινη γραμμή για τη Ρωσία, καθώς νιώθει πως θα μπορούσε να προκαλέσει έναν εμφύλιο πόλεμο στην Ουκρανία και η Ρωσία να αναγκαστεί να παρέμβει. Το 2008 το ΝΑΤΟ προσπάθησε να εντάξει την Ουκρανία και τη Γεωργία και όχι πολύ καιρό μετά είχαμε τον πόλεμο στον οποίο ο Ντικ Τσένι παίζει σημαντικό ρόλο, ενθαρύνοντας τη Γεωργία να επιτεθεί στη Νότια Οσετία, λέγοντας της πως θα έχει την υποστήριξη του Μπους. Παρότι υπήρχαν άτομα που έλεγαν στον Μπους να μην το κάνει, συντάχθηκε με τον Τσένι, οδηγώντας σε παρέμβαση της Ρωσίας. Η ταπείνωση της Γεωργίας προκάλεσε οργή στους νεοσυντηρητικούς της Ουάσινγκτον, που έβλεπε τη Ρωσία να αντιστέκεται και να αμφισβητεί τη κυριαρχία της στη διατλαντική ασφάλεια. Η κυβέρνηση Ομπάμα εξασφάλισε τη συμφωνία της Ρωσίας να μην ασκήσει βέτο σε ψήφισμα του Συμβουλείου Ασφαλείας του ΟΗΕ για το βομβαρδισμό της Λιβύης, όπου οι ΗΠΑ δεν παρενέβησαν απλώς για τη προστασία της επαρχίας της περιοχής της Βεγγάζης, αλλά ξεπέρασαν κατά πολύ αυτή την εντολή εκτελώντας μια επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος. Η συμβατική αφήγηση λέει πως το 2014 υπήρξε μια ειρηνική δημοκρατική επανάσταση στην Ουκρανία που έδιωξε έναν φιλορώσο ηγέτη, αλλά στην πραγματικότητα ο τότε επικεφαλής του αμερικανικού Ταμείου για τη Δημοκρατία (NED) Καρλ Γκέρσμαν, μπροστινή ομάδα της CIA, ανέφερε ότι φέρνοντας της Ουκρανία στη δυτική τροχιά θε επιτάχυναν τις προοπτικές αλλαγής καθεστώτος στην ίδια τη Ρωσία, μια φαντασίωση των νεοσυντηρητικών. Ο Γιανουκόβιτς συχνά αποκαλείται φιλορώσος, αλλά προσπαθούσε να παίξει και με τις δύο πλευρές, υπογράφοντας στην αρχή μια εμπορική συμφωνία με την ΕΕ, αλλά μόλις διάβασε τα ψιλά γράμματα για τη τήρηση αυστηρής λιτότητας, περικοπή συντάξεων και επιδοτήσεων ενέργειας συνειδητοποίησε ότι αυτό θέτει σε κίνδυνο το πολιτικό του μέλλον και η Ρωσία προσέφερε μια πιο γενναιόδωρη συμφωνία. Έτσι προέκυψαν διαμαρτυρίες που ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι εν μέρει υπήρχε κάποιο εύλογο στοιχείο κατά της διαφθοράς, υπήρξε επίσης ένα ακροδεξιό νεοφασιστικό στοιχείο υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ, που ήθελε αλλαγή καθεστώτος. Οι Τζον Μακέιν και Κρις Μέρφι πήγαν στη πλατεία Μαϊντάν και πόζαραν με τους διαδηλωτές, τους ενθάρρυναν, με αποκορύφωμα, την Βικτόρια Νούλαντ που πλέον έχει επιστρέψει στο πλευρό του Μπάιντεν με τη διάσημη τηλεφωνική διαρροή που παραδέχεται ότι ετοίμαζαν τη διαδοχή του επόμενου πρωθυπουργού της Ουκρανίας, που έγινε πράξη αφού ο Γιανουκόβιτς αναγκάστηκε να φύγει. Η Ρωσία απάντησε στη προοπτική μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης ενσωματώνοντας την Κριμαία, η οποία φιλοξενεί τη σημαντικότερη ρωσική ναυτική βάση και τη στήριξη των ρωσώφωνων στην ανατολική Ουκρανία. Θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι την εποχή που η Ρωσία είναι ενώπιον της προοπτικής ολοκλήρωσης με την υπόλοιπη Ευρώπη μέσω του αγωγού North Stream 2, ξαφνικά ο Πούτιν αποφάσισε να κάνει εισβολή, αλλά αυτό δεν βγάζει νόημα. Αντίθετα, η κυβέρνηση Πούτιν είναι από τις λίγες κυβερνήσεις που μπορούν να αποτρέψουν την βορειοαμερικανική κυριαρχία και η σημερινή κρίση είναι μια απόπειρα να τον βάλουν στη θέση του».

«Οι ουκρανικές κυβερνήσεις σέρνονται από τον φόβο απέναντι στην ακροδεξιά»

Ο Ιβάν Κατσανόβσκι από το Πανεπιστήμιο της Οτάβα εξηγεί ότι «αυτό που έγινε στο Μαϊντάν είναι εντελώς διαφορετικό από την αφήγηση που προωθήθηκε από τη Δύση και την ουκρανική κυβέρνηση, καθώς η σφαγή οδήγησε τη σχετικά φιλορωσική ουκρανική κυβέρνηση να φύγη και στη σύγκρουση Ουκρανίας-Ρωσίας που κλιμακώνεται και μπορεί να έχει επικίνδυνες συνέπειες, καθώς και στην ενσωμάτωση της Κριμαίας που ήταν πλειοψηφικά ρωσική και τον εμφύλιο στο Ντονμπάς. Ο υπεύθυνος για το μαζικό θάνατο δεν ήταν οι κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά η αντιπολίτευση που δρούσε στο Μαϊντάν και τα τάγματα εφόδου των ολιγαρχών, καθώς και οι ακροδεξιές οργανώσεις. Υπάρχουν στοιχεία για τη δράση ελεύθερων σκοπευτών από άλλες χώρες που ήταν με το μέρος της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα από τη Γεωργία, όπως μαρτυρά η μεγάλη πλειοψηφία των τραυματισμένων διαδηλωτών. Επίσης υπάρχουν εκατοντάδες μάρτυρες στη δίκης της σφαγής στο Μαϊντάν, από ελεύθερους σκοπευτές επτά από τους οποίους ήταν μέλη ακροδεξιάς οργάνωσης που παραδέχθηκαν ότι πυροβόλησαν και σκότωσαν αστυνομικούς, σε μια συνέντευξη στο BBC to 2015, καθώς και σε συνεντεύξεις σε ουκρανικά μέσα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ κανένας τους δεν έχει συλληφθεί. Ακόμα υπήρχαν μαρτυρίες 8 Γεωργιανών ελεύθερων σκοπευτών που μίλησαν σε αμερικανικό ντοκιμαντέρ, καθώς και σε μακεδονικά και ρωσικά μέσα, αναφέροντας πως έπαιρναν εντολές από την ίδια ακροδεξιά ομάδα. Ακόμα λένε ότι υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές από Βαλτικές χώρες που δέχονταν εντολές από το ακροδεξιό Εθνικό Κόμμα, το οποίο είχε αναλάβει την αυτοάμυνα του Μαϊντάν και έχει μιλήσει σε εκδήλωση των ΗΠΑ στο Τορόντο, χωρίς να δεχθεί ερωτήσεις σχετικά. Υπάρχουν ακόμα ιατροδικαστικές εξετάσεις που δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των διαδηλωτών πυροβολήθηκε από ψηλά ή τα πλάγια και όχι απευθείας από την τοποθεσία της αστυνομίας, αλλά από ταράτσες ξενοδοχείων. Αντίθετα, βίντεο που δείχνουν μέλη της Αστυνομίας να πυροβολούν δεν ταιριάζουν χρονικά και στην κατεύθυνση που πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν διαδηλωτές».

Εξηγεί πως «συμπεριέλαβαν στους νεκρούς ακόμα και αστυνομικούς ή ανθρώπους που πέθαναν από άλλα αίτια και δεν βρίσκονταν καν στο Μαϊνταν για να δημιουργήσουν τον αριθμό των 100 νεκρών, ώστε να παύσουν οι δυτικές κυβερνήσεις να αναγνωρίζουν τον Γιανουκόβιτς. Οι συμμορία του Μαϊντάν κατέφυγε στην καναδική πρεσβεία πριν τη σφαγή και καθ’ όλη τη διάρκειά της, όπως παραδέχονται τα μέλη της ομάδας αυτοάμυνας του Μαϊνταν, καθώς έλαβαν από τον αρχηγό τους πληροφορίες για τη σφαγή πριν συμβεί. Όλοι οι μάρτυρες και συγκεκριμένα οι ακτιβιστές του Μαϊντάν, συμπεριλαμβανομένων των ακροδεξιών της σφαγής των Συνδικάτων, που είχαν εμπλακεί στις σφαγές κατέλαβαν κορυφαίες θέσεις στη νέα κυβέρνηση, την εθνοφρουρά, την αστυνομία, ίδρυσαν δικά τους εθελοντικά αστυνομικά τάγματα και τώρα έχουν γίνει το ισχυρότερο ακροδεξιό κίνημα. Υπάρχουν μαρτυρίες για πολλές απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Γιανουκόβιτς».

Συμπληρώνει πως η «καναδική πολιτική έναντι της Ουκρανίας ήταν παρόμοια με την πολιτική άλλων δυτικών χωρών, ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών. Αναγνώρισαν τη νέα κυβέρνηση, παρότι υπήρχε μια συμφωνία ανάμεσα στον Γιανουκόβιτς και τους υπουργούς της Γαλλίας, της Γερμανία και της Πολωνίας για διεθνή έρευνα με τη συμμετοχή του Συμβουλίου της Ευρώπης, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Ο Καναδάς υποστηρίζει όλες τις πολιτικές της Ουκρανίας, από τη γλωσσική πολιτική μέχρι τη στρατιωτική. Υπήρχαν προβλέψεις ότι θα γινόταν πόλεμος στις 16 Φεβρουαρίου από ανώνυμους αξιωματούχους και τον ίδιο τον Τζο Μπάιντεν, αλλά δεν παρασχέθηκαν στοιχεία. Η δική μου έρευνα έχει καταλήξει πως υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για βίαιη σύγκρουση μεταξύ Ρωσία και Ουκρανίας, αλλά όχι αναγκαστικά με τη μορφή πολέμου. Θα μπορούσε η Ρωσία να αναγνωρίσει τις ανεξάρτητες δημοκρατίες του Ντονμπάς και να στείλει στρατό εκεί. Ή θα μπορούσε να υπάρξει μια περιορισμένη σύγκρουση στη Βαλτική ή τη Μαύρη Θάλασσα ή την Ανατολική Ουκρανία, πράγμα το οποίο θα ήταν πολύ επικίνδυνο και ενδεχομένως θα οδηγούσε σε ένα τρόπο ειρηνικής επίλυσης. Θα μπορούσε για παράδειγμα να υπάρξει μια συμφωνία για ένταξη στην ΕΕ, υπό τις προϋποθέσεις της τήρησης της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της προστασίας των μειονοτήτων και ούτω καθεξής, καθώς και την έρευνα για τη σφαγή στο Μαϊντάν και την Οδησσό και σε αντάλλαγμα η ουκρανική κυβέρνηση να αποκηρύξει την ένταξη στο ΝΑΤΟ, καθώς πρακτικά δεν θα ήταν αποδεκτό από άλλες δυτικές χώρες όπως η Γερμανία να πολεμήσουν με τη Ρωσία, που είναι μεγάλη πυρηνική δύναμη, σε περίπτωση σύγκρουσης με την Ουκρανία. Αυτό θα οδηγούσε σε διαφωνία εντός του ΝΑΤΟ. Ακόμα να υπάρξει υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του 2015, που προβλέπει αυτονομία για το Ντονμπάς και κατάπαυση πυρός, γεγονός που το καθιστά δύσκολο ο φόβος των ουκρανικών κυβερνήσεων απέναντι στην ακροδεξιά, για αυτό και είμαι αρκετά απαισιόδοξος για αυτό».

Το Ουκρανοκαναδικό Συνέδριο ξαναγράφει την ιστορία υπέρ των συνεργατών των Ναζί

Ο Ρίτσαρντ Σάντερς από το «Συνασπισμό ενάντια στο εμπόριο όπλων» ανέφερε ότι η «ουκρανοκαναδική διασπορά είναι πιθανώς το ισχυρότερο ακροδεξιό σώμα Ουκρανών εκτός Ουκρανίας. Το Ουκρανοκαναδικό Συνέδριο διαδραμάτισε το τελευταίο καιρό σημαντικό ρόλο στη προώθηση της κλιμάκωσης της σύγκρουσης με τη Ρωσία. Το συνέδριο αυτό ιδρύθηκε το 1940 και η καναδική κυβέρνηση έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυβέρνηση ίδρυση το συνέδριο για να ενώσει την αντικομμουνιστική δεξιά ώστε τα εξουδετερώσει τα ισχυρά αριστερά κινήματα από την Ουκρανία, τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά η επιρροή τους έχει μειωθεί σημαντικά, καθώς η κυβέρνηση έκανε τα πάντα για να φέρει 40.000 περίπου ακροδεξιούς μετανάστες που είχαν συνεργαστεί με τους Ναζί. Το Ουκρανοκαναδικό Συνέδριο είναι μια οργάνωση ομπρέλα που εκπροσωπεί διαφορετικούς οργανισμούς και αντιπροσωπεύει πάνω από 200.000 Καναδούς πολίτες. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι από εκκλησίες, αλλά υπάρχουν επίσης επιχειρήσεις, ομάδες νέων, γυναικών, πολιτισμικές, καλλιτεχνικές και άλλες. Θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει όλους τους Ουκρανούς στο Καναδά, αλλά αντιπροσωπεύει μόνο δεξιούς Ουκρανούς και έχει δηλώσει πως δεν θα δεχθεί κανέναν από τους αριστερούς οργανισμούς ως μέλος. Ανάμεσα στις οργανώσεις που το απαρτίζουν υπάρχουν ενώσεις δοσίλογων από τον 2ο παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ο Σύλλογος Βετεράνων της Γαλικίας, που ιδρύθηκε από ενόπλους εκπαιδευμένους, εξοπλισμένους και στρατολογημένους από τους Ναζί εθελοντές για το Waffen SS, που ορκίστηκαν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου υπέρ του Χίτλερ. Το Waffen SS της Γαλικίας υπαγόταν στις διαταγές του Χίμλερ, οπότε ήταν μέρος της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Τουλάχιστον 2.000 βετεράνοι από εκεί ήρθαν στον Καναδά και σχημάτισαν μια ένωση που εντάχθηκε στο Ουκρανοκαναδικό Συνέδριο. Η άλλη ένωση βετεράνων είναι ο Ουκρανικός Αντάρτικος Στρατός, που πολέμησε από την αρχή μέχρι το τέλος του πολέμου με τους Ναζί, αλλά κάπου ενδιάμεσα έπεσαν σε δυσμένεια γιατί ήθελαν ένα ανεξάρτητο φασιστικό ουκρανικό κράτος, ενώ υπήρχε ένα άλλο ρεύμα ανάμεσα στους Ουκρανούς φασίστες που ήθελε η Ουκρανία να γίνει μέρος του γερμανικού κράτους και αυτή η ομάδα προωθήθηκε από τα SS. Αλλά ο Ουκρανικός Αντάρτικος Στρατός ήταν υπό την ηγεσία του Στεφάν Παντέρα, ο οποίος εμφανίζεται σε μεγάλα πανό στους Ουκρανούς φασίστες. Έτσι υπήρξε μια διαίρεση μεταξύ των Ουκρανών εθνικιστών και χρειάστηκε να γίνει μια οργάνωση ομπρέλα που θα ενώσει την δεξιά της ουκρανικής διασποράς. Και οι δύο φατρίες ήταν φασιστικές, αντισημιτικές, υπέρ της βίας και της τρομοκρατίας».

Εξηγεί πως «το ένα παράρτημα δημιούργησε την Ουκρανική Κεντρική Επιτροπή που ήταν άλλη από το  Ουκρανοκαναδικό Συνέδριο και σχηματίστηκε στην Κρακοβία το 1940 από τη ναζιστική υπηρεσία πληροφορίων και ήταν υπεύθυνη για την συνεργασία των Ουκρανών εθνικιστών και των Ναζί. Τα γραφεία του Ουκρανοκαναδικού Συνεδρίου αρπάχθηκαν από μια εβραϊκή εφημερίδα, καθώς χιλιάδες Εβραίοι εκδιώχθηκαν και σκοτώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από Ουκρανούς που τους πήραν τις επιχειρήσεις και τα σπίτια. Ο επικεφαλής της Ουκρανικής Επιτροπής ήρθε στον Καναδά μετά τον πόλεμο για να ξεκινήσει μια εγκυκλοπαίδεια και να εδραιώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας για λογαριασμό του Πανεπιστημίου της Αλμπέρα στο Έντμοντον, ώστε να παρουσιάσει τος Ουκρανούς φασίστες ως μαχητές της ελευθερίας και τους κομμουνιστές ως κακούς. Φυσικά ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Ψυχρού Πολέμου, των επεμβάσεων σε Κορέα, Βιετνάμ, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική  κα. Από την άλλη πλευρά οι ηγέτες των αριστερών οργανώσεων από την Ουκρανία διώχθηκαν από στον Καναδά. Τα κοινοτικά κέντρα κατασχέθηκαν από την κυβέρνηση και πωλήθηκαν σε τιμές ευκαιρίας στη μαύρη αγορά από του φασίστες, ενώ βιβλιοθήκες αριστερών μεταναστών από την Ουκρανία κάηκαν κυριολεκτικά». Αντίθετα, «οι δεξιές ουκρανικές οργανώσεις χρηματοδοτήθηκαν και τότε, αλλά και το 2020-2021» κατέληξε.

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε καλέσετε την κυβέρνηση του Καναδά να σταματήσει τις επιχειρήσεις UNIFIER  και REASSURANCE και να αποσύρει όλες τις καναδικές ένοπλες δυνάμεις από την Ανατολική Ευρώπη.

πηγη: https://thepressproject.gr

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου