Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Europe-Asia Studies 67. Ο Miroslav Mareš είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μάζαρυκ, ο Martin Laryš είναι αναπληρωτής διευθυντής ερευνών Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Πράγας.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Δημοσιεύθηκε την






Η ρωσική ακροδεξιά για την ώρα έχει μικρή επιρροή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Ωστόσο, η δυναμική της δεν είναι αμελητέα και αποτελεί κίνδυνο, τουλάχιστον με όρους ασφάλειας ως αποτέλεσμα της προσφυγής της στη χρήση βίας. Είναι επομένως ενδιαφέρον να μελετηθούν οι διακρατικοί δεσμοί της σύγχρονης ρωσικής ακροδεξιάς, καθώς συμβάλλουν στη διαμόρφωση του συνολικού ιδεολογικού και στρατηγικού της χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ρωσικοί παράγοντες έχουν συμμετάσχει στη δημιουργία του υπερεθνικού χαρακτήρα της ακροδεξιάς σε όλο το κόσμο. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να περιγράψει και να αναλύσει τις κύριες μορφές που έχουν οι διακρατικές επαφές της ρωσικής ακροδεξιάς και να τις αξιολογήσει από άποψη συνέχειας και βασικού γεωπολιτικού προσανατολισμού. Αρχικά θα προσδιορίσουμε εν συντομία τις ιδεολογικές πηγές της ρωσικής ακροδεξιάς τόσο από άποψη μορφής όσο και ιδεολογικού προσανατολισμού, και στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις σημαντικές διακρατικές επαφές της, και θα αξιολογήσουμε αν και πώς οι επαφές αυτές εξαρτώνται από το ιδεολογικό προφίλ και τις οργανωτικές μορφές των ακροδεξιών οντοτήτων.

Ιδεολογικές ρίζες της ρωσικής ακροδεξιάς

Στο μεταίχμιο των δεκαετιών του 1980 και 1990, η πτώση του ανατολικού μπλοκ και η διάλυση της ΕΣΣΔ οδήγησαν, σύμφωνα με τον Jan Holzer σε:

«μια επαναδιατύπωση και επαναξιολόγηση των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ρωσίας, μια διαδικασία κατά την οποία ο εθνικισμός έγινε ένα από τα συστατικά στοιχεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στην εσωτερική πολιτική, ο εθνικισμός έγινε επιχείρημα που εξηγεί τα σύγχρονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Ο εθνικισμός εντοπίζει τον εχθρό που είναι πηγή κάθε δυστυχίας, ταπείνωσης και εξωτερικού κακού».

Αυτή η κατάσταση δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στην οποία μπορούσε να ακμάσει η ακροδεξιά. Ο Andreas Umland διακρίνει τρεις ρίζες του ρωσικού εθνικισμού: την προ-σοβιετική, την οποία χρονολογεί στον 19ο αιώνα, όταν οι «σλαβόφιλοι» της Μόσχας προσάρμοσαν τη γερμανική νατιβιστική ιδέα στις ρωσικές συνθήκες· τη σοβιετική, κατά τη διάρκεια της ακμής του σοβιετικού αυτοκρατορικού εθνικισμού τη δεκαετία του 1930· και τη μετα-σοβιετική, όταν τα ρωσικά εθνικιστικά κινήματα συχνά εισήγαγαν ιδέες από τη Δύση. Σύμφωνα με διάφορους συγγραφείς, ο μετασοβιετικός εθνικισμός μπορεί να διακριθεί σε δύο τύπους: τον εθνοεθνικισμό και τον πολιτισμικό εθνικισμό.

Από τη μία πλευρά, ο εθνοεθνικισμός δίνει έμφαση στην εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και στοχεύει στη δημιουργία μιας μονοεθνικής ή ρωσοποιημένης Ρωσίας, της οποίας οι βασικοί εχθροί είναι εσωτερικοί. Είναι αντίθετος προς την ιδέα της οικοδόμησης αυτοκρατορίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1990 διαμορφώθηκαν αντιιμπεριαλιστικές συμπεριφορές στο πλαίσιο του ρωσικού εθνικισμού και ενισχύθηκαν από την άνοδο του νεοναζιστικού skinhead κινήματος, το οποίο δεν έδωσε σχεδόν καθόλου προσοχή στο ιμπεριαλιστικό ζήτημα. Αυτός ο τύπος εθνικισμού είναι κυρίαρχος σήμερα και συχνά έχει ρατσιστικό υποκείμενο. Και μπορεί να είναι νεωτεριστικός σε κάποιο βαθμό. Όσοι υποστηρίζουν ένα «εθνικά καθαρό ρωσικό κράτος» στοχεύουν στη διατήρηση της ρωσικής εθνότητας απορρίπτοντας την αυτοκρατορία και μερικές φορές ακόμη και τμήματα της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ιδίως τον Βόρειο Καύκασο).

Από την άλλη πλευρά, ο πολιτισμικός εθνικισμός δίνει έμφαση στον επεκτατισμό, τον ιμπεριαλισμό και τη δημιουργία μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Ο εχθρός του βρίσκεται στο εξωτερικό, στη Δύση, και ενσαρκώνεται ιδίως από τις ΗΠΑ. Ο Vladimir Pribylovsky διαιρεί τον ρωσικό μετασοβιετικό εθνικισμό με παρόμοιο τρόπο, στους υποστηρικτές της Μεγάλης Ρωσίας και στους εθνοεθνικιστές. Η ισχυρή παράδοση του αυτοκρατορικού ρωσικού εθνικισμού εξακολουθεί να ασκεί επιρροή στους εθνικιστές της χώρας, αλλά παρ’ όλα αυτά βρίσκεται σε παρακμή. Αντιλαμβάνεται τη Ρωσία όχι ως έθνος-κράτος, αλλά ως μια μεγάλη ιδέα και αποστολή. Η ιδέα μπορεί να έχει διάφορες μορφές – κομμουνιστική, ορθόδοξη-μοναρχική και ευρασιανική – όλα όμως αυτά τα ρεύματα είναι αντι-νεωτεριστικά. Στη πραγματικότητα αυτός είναι ο σκοπός και η ουσία της ιδέας αυτής: να ανακατασκευάσει την παράδοση και την αποστολή που χάθηκαν κατά τη διάρκεια των χρόνων που αντιστάθηκαν στη Δύση και τον εκσυγχρονισμό. Οι λεγόμενοι «κόκκινοι πατριώτες» ή «ερυθρό-φαιοί πατριώτες», οι οποίοι τη δεκαετία του 1990 προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την ΕΣΣΔ με ένα πιο ρωσικό πνεύμα, ανήκουν επίσης σε αυτή την ομάδα. Καθώς ο πληθυσμός προσαρμοζόταν σταδιακά στη μετασοβιετική πραγματικότητα, το ίδιο συνέβη και με τις ιδέες αυτές. Ως επί το πλείστο πρόκειται για οργανώσεις που, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, άρχισαν να αναμειγνύουν τις εθνικιστικές ιδέες με την κομμουνιστική εξιδανίκευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, η οποία εκλαμβάνεται από πολλούς ως η μετενσάρκωση της τσαρικής ρωσικής αυτοκρατορίας. Οι «κομμουνιστές πατριώτες» αναφέρονται ειδικότερα στις παραδόσεις του σταλινικού αυτοκρατορικού εθνικού μπολσεβικισμού και του «σοβιετικού πατριωτισμού» των δεκαετιών του 1970 και 1980. Εξυμνούν την ιδέα ενός ισχυρού και «ένδοξου» κράτους. Ένα άλλο ρεύμα στο πλαίσιο αυτού του τύπου εθνικισμού είναι μια κάπως τροποποιημένη εκδοχή του Ευρασιανισμού.

Ο Mikhail Sokolov χωρίζει το ρωσικό ριζοσπαστικό εθνικιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1990 (το οποίο γι’ αυτόν είναι ισοδύναμο της ακροδεξιάς) σε διάφορα τμήματα που διαφέρουν ως προς τα πρότυπα συλλογικής δράσης και το πολιτικό ύφος: το εθνικοπατριωτικό κίνημα Ρωσική Εθνική Ενότητα (Russkoe Natsionalnoe Edmstvo-RNE), η νέα δεξιά (εθνικομπολσεβίκοι και άλλοι) και οι skinheads. Από το 2000 περίπου η κατάσταση έχει αλλάξει: σύμφωνα με τον Sokolov ο εθνικισμός έχει υποχωρήσει στο παρασκήνιο και οι οργανώσεις δίνουν έμφαση σε άλλες πτυχές του δεξιού εξτρεμισμού: τον λευκό ρατσισμό, τον ορθόδοξο θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τον γεωπολιτικό ιμπεριαλισμό (Aleksandr Dugin) και το «εθνικό κράτος» («gosudarst-vennichestvo», ένας μη βίαιος τύπος ιδεολογίας στον οποίο το έθνος χρησιμεύει ως μέσο ενίσχυσης και εδραίωσης του κράτους).

Ταξινόμηση της ρωσικής ακροδεξιάς

Ο Aleksandr Verkhovsky προτείνει τη διαίρεση της ρωσικής ακροδεξιάς σε δύο κύριους τύπους: αυτόνομους νεοναζί και πολιτικούς υπερεθνικιστές. Αυτοί οι δύο τύποι διαφέρουν από οργανωτική άποψη: ενώ οι αυτόνομοι νεοναζί δεν έχουν δομή, οι πολιτικοί υπερεθνικιστές δημιουργούν τουλάχιστον ένα βασικό οργανωτικό πλαίσιο. Αν και οι νεοναζί (όπως ο Dmitry Demushkin και ο Dmitry Bobrov) που επιδιώκουν την υποστήριξη της πολιτικά αδέσμευτης νεολαίας θα μπορούσαν επίσης να συμπεριληφθούν στους πολιτικούς εθνικιστές, προς το παρόν αυτή η ταξινόμηση φαίνεται εξαιρετικά σαφής και κατάλληλη για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

Το Φιλελεύθερο-Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας (Liberal ‘no-demokraticheskaya partiva Rossy- LDPR) υπήρξε ο πιο επιτυχημένος ακροδεξιός φορέας με εκλογικούς όρους. Ωστόσο, ο Verkhovsky δεν το συμπεριλαμβάνει στην τυπολογία του. Σήμερα το LDPR δεν έχει ουσιαστικό ιδεολογικό υπόβαθρο και το πρόγραμμά του είναι κυρίως λαϊκιστικό με κάποια ξενοφοβικά στοιχεία. Άλλα ακροδεξιά κόμματα δεν έχουν ακόμη αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αν και αρκετοί από το στρατόπεδο των πολιτικών εθνικιστών έχουν θέσει στον εαυτό τους αυτόν τον στόχο.

Μετά από τους μετασχηματισμούς που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια, ο Verkhovsky εντοπίζει τρεις κύριες ομάδες μεταξύ της πολιτικά οργανωμένης ρωσικής ακροδεξιάς: το κίνημα «Ρώσοι» (Dvizhenie «Russkie») και τις συγγενικές οργανώσεις του· τις ριζοσπαστικές εθνικιστικές οργανώσεις της δεκαετίας του 1990 που αναζήτησαν την ανανέωση προσελκύοντας την εξτρεμιστική νεολαία (η Ρωσική Λαϊκή Ένωση (Russky obshchenarodnyi soyuz), η Ρωσική Πανεθνική Ένωση (Russky obshchenatsional’nyi soyuz) και άλλες)· και τις εθνικοδημοκρατικές οργανώσεις (το Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα (Natsional’no-demokraticheskayapartiva) και το κόμμα Νέα Δύναμη (Partiva Novaya sila)). Αυτή η τελευταία ομάδα είναι πιο μετριοπαθής από τις δύο προηγούμενες και τα μέλη της βρίσκονται ενίοτε στο κατώφλι μεταξύ της ακροδεξιάς και των δημοκρατικά προσανατολισμένων φιλελεύθερων-συντηρητικών κομμάτων.

Πρώτον, το κίνημα «Ρώσοι» που επιδιώκει την εγγραφή του ως Κόμμα των Εθνικιστών (Partiva natsionalistov) είναι ένας συνασπισμός που αποτελείται από το Κίνημα Κατά της Παράνομης Μετανάστευσης (Dvizhenie protiv nelegal’noi imigratsy-DPNI) (με τους Belov, Basmanov και άλλους ως ηγέτες), τη Σλαβονική Δύναμη (Slavyanskaya sila-SS), την Εθνικοσοσιαλιστική Πρωτοβουλία (Natsionarno-sotsialisticheskaya initsiativa-NSI), τη Μνήμη (Pamyat) και άλλους. Τα μέλη του συνασπισμού υπολογίζονται σε μερικές εκατοντάδες. Το κίνημα αυτό είναι μάλλον ασυνεπές ιδεολογικά· η ρητορική και οι ιδέες του κυμαίνονται από νομικές διακηρύξεις κατά της μετανάστευσης μέχρι τον απροκάλυπτο νεοναζισμό που πρεσβεύουν η SS του Demushkin και το NSI του Bobrov. Το κίνημα είναι σε μεγάλο βαθμό ο διάδοχος του DPNI, το οποίο συνεχίζει να προσελκύει ιδιαίτερη προσοχή και να στρατολογεί νέους ακτιβιστές. Το 2008, το DPNI απομακρύνθηκε από την ακροδεξιά θέση και προσπάθησε να προβάλει την εικόνα ενός αξιοσέβαστου εθνικιστικού κινήματος ευρωπαϊκού τύπου κατά το πρότυπο του γαλλικού Εθνικού Μετώπου (Front National) ή της Συμμαχίας για το Μέλλον της Αυστρίας (Byndnis Zukunft Osterreich) του Haider. Ένας από τους ηγέτες του DPNI, ο Aleksandr Belov, έχει δηλώσει επίσημα ότι χωρίς εξευρωπαϊσμό ο εθνικισμός δεν έχει νόημα στη Ρωσία. Ο Belov ενσαρκώνει εκείνο το τμήμα της ρωσικής ακροδεξιάς που επιθυμεί μια συμμαχία με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ προκειμένου να υπερασπιστεί τον «κόσμο των λευκών» και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το κίνημα «Ρώσοι» εκπροσωπείται από τους Belov και Demushkin. Με εξαίρεση τα μέλη του DPNI (συμπεριλαμβανομένου του επίσημου ηγέτη του Vladimir Ermolaev), οι υπόλοιποι ηγέτες παρουσιάζονται περισσότερο ως επικεφαλής των δικών τους ξεχωριστών οργανώσεων παρά ως μέλη της ηγεσίας του συνασπισμού.

Δεύτερον, η κατηγορία των ριζοσπαστικών εθνικιστικών οργανώσεων της δεκαετίας του 1990 και του 2000 περιλαμβάνει αρκετές οργανώσεις με μάλλον διαφορετική ιδεολογική βάση. Η Ρωσική Πανεθνική Ένωση (Russky obshchenatsional’nyi soyuz-RONS), που απαγορεύτηκε από δικαστήριο το 2011, είναι έντονα προσανατολισμένη προς την ορθόδοξη θρησκεία, αλλά η επιρροή της είναι σήμερα σε ύφεση. Το Συμβούλιο του Λαού (Narodnyi sobor), που ιδρύθηκε το 2005 και με ηγέτες τους Vladimir Khomyakov και Oleg Kassin (ο τελευταίος ήταν παλαιότερα ένας από τους ηγέτες της Ρωσικής Εθνικής Ενότητας), υποστηρίζει άμεσα τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η οργάνωση αυτή δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει μεγάλη υποστήριξη μέσα στο ακροδεξιό στρατόπεδο, γεγονός που, σύμφωνα με τον Verkhovsky, μπορεί να οφείλεται στους στενούς δεσμούς της με την Ορθόδοξη Εκκλησία και στις μάλλον φιλοκυβερνητικές θέσεις της. Η Ρωσική Λαϊκή Ένωση (Russky obschenarodnyi soyuz-ROS) του Sergey Baburin δείχνει τόσο φιλοσοβιετική νοσταλγία όσο και νεοναζιστικές συμπάθειες, επιδιώκοντας έτσι να φέρει μαζί τόσο παλιούς όσο και νέους ακροδεξιούς ακτιβιστές. Το ROS βρίσκεται σήμερα σε άνοδο, έχει αποκτήσει εκ νέου την ιδιότητά του ως πολιτικό κόμμα και έχει προσελκύσει πολλούς γνωστούς ακτιβιστές (όπως ο Roman Zventsov από την Αντίσταση (Soprotivlenie), ο Ivan Mironov και ο Nikolai Kuryanovich, πρώην βουλευτής του LDPR, ο οποίος για ένα διάστημα στη συνέχεια ήρθε πιο κοντά στον Demushkin). Λιγότερο σημαντικές «παλιές» εθνικιστικές οργανώσεις της δεκαετίας του 1990 περιλαμβάνουν το Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο (Natsional’no-patriotichesky front), την Κυρίαρχη Ένωση της Ρωσίας (Derzhavnyi soyuz Rossy), την Ένωση Αξιωματικών του Stanislav Terekhov (Soyuz ofitserov), τη Στρατιωτική Αυτοκρατορική Ένωση του Leonid Ivashov (Voenno-derzhavnyi soyuz), το κόμμα Volya (της Svetlana Peunova), η Ρωσική Ένωση Κοζάκων (Soyuz kazakov Rossy, του Pavel Zadorozhnyi), η Σλαβική Ένωση Δημοσιογράφων (Slavyansky soyuz zhurnalistov, του Boris Mironov) και η Ένωση του Ρωσικού Λαού (Soyuz russkogo naroda-SRN, του Valery Erchak).

Τρίτον, οι εθνικοδημοκρατικές οργανώσεις επιδιώκουν να οργανώσουν τα κινήματά τους με διαφορετική αρχή από τις άλλες δύο ομάδες που περιγράφηκαν παραπάνω. Σήμερα υπάρχουν αρκετά τέτοια κόμματα στη Ρωσία, και τα σημαντικότερα είναι το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (Natsional-demokraticheskaya partiya-NDP) και το κόμμα Νέα Δύναμη (Novaya Sila). Και τα δύο κρατούν αποστάσεις από τους νεοναζί και το κίνημα «Ρώσοι», αν και το NDP συνεργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα με το DPNI. Οι Εθνικοδημοκράτες, και σε κάποιο βαθμό το κίνημα «Ρώσοι», αποκηρύσσουν την αυτοκρατορική διάσταση του ρωσικού εθνικισμού και αποφεύγουν να συναναστρέφονται με όσους συμπαθούν τα διάφορα ιδεολογικά υποκινούμενα ρεύματα του ρωσικού εθνικισμού (όπως οι σταλινικοί, οι ορθόδοξοι μοναρχικοί και οι ναζί). Σύμφωνα με αυτούς, το μόνο κριτήριο στην πολιτική αφορά τα συμφέροντα της ρωσικής εθνικής πλειοψηφίας. Δημιουργείται μια αντίθεση έτσι μεταξύ των ιδεών μιας ιδανικής Ρωσίας ως ρωσικού εθνοκράτους και της Ρωσίας ως μεσσιανικής και μοναδικής αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, ο αυτοκρατορικός εθνικισμός δεν αποτελεί πλέον κυρίαρχο ρεύμα εντός του ρωσικού εθνικισμού, όπως φαίνεται για παράδειγμα από τη θέση του Συμβουλίου του Λαού. Διατηρεί, ωστόσο, τη θέση του μεταξύ των ιδεολόγων, αν και οι Εθνικοδημοκράτες είναι τουλάχιστον ανταγωνιστικοί στο πεδίο της ιδεολογίας. Μια άλλη εθνικοδημοκρατική οργάνωση είναι το Ρωσικό Κοινωνικό Κίνημα του Konstantin Krylov (Russkoe obshchestvennoe dvizhenie-ROD). Ο Krylov δεν ήθελε να ενώσει τις δυνάμεις του με το κίνημα «Ρώσοι», καθώς δεν ήθελε όλες οι ακροδεξιές οργανώσεις να συσπειρωθούν γύρω από το DPNI (το οποίο έχει χαρακτηριστεί εξτρεμιστικό) και τη Σλαβική Δύναμη (διάδοχος της απαγορευμένης Σλαβονικής Ένωσης). Η σύγκρουση προκλήθηκε από έναν από τους ηγέτες του DPNI, τον Vladimir Tor (Vladlen Kralin), ο οποίος εγκατέλειψε το κίνημα και εντάχθηκε στο ROD. Το ROD διατηρεί επαφές με την Ένωση Ρώσων Πολιτών του Anton Susov (Russky grazhdansky soyuz) και την Ένωση Άμυνας της Μόσχας του Danyl Konstantinov (Liga oborony Moskvy ). Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν νέοι εθνικιστές διανοούμενοι μεταξύ της νέας γενιάς δημοσιογράφων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1970 και χρησιμοποιούν τα ιστολόγια και τα ψηφιακά μέσα ενημέρωσης ως κύριο μέσο διάδοσης των πολιτικών τους απόψεων. Ορισμένοι από αυτούς συνδέονται με τον υπόγειο πολιτισμό και τους εθνικιστικούς καλλιτεχνικούς κύκλους (για παράδειγμα με τον καλλιτέχνη Aleksei Belyaev-Guintovt). Οι βασικοί φορείς αυτού του νέου κύματος κατηγορούν τις προηγούμενες γενιές ότι δεν ήταν ικανές να αναθεωρήσουν ουσιαστικά τις ρωσικές εθνικιστικές θεωρίες, ότι ζούσαν σε έναν κλειστό κόσμο και απομονωμένοι από τον κύριο δυτικό διάλογο πάνω στο θέμα του έθνους. Αν και ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Egor Kholmogorov, υπερασπίζονται μια εκδοχή του ρωσικού εθνικισμού εμπνευσμένη τόσο από τον σταλινισμό όσο και από τον μοναρχισμό, άλλοι, όπως ο Mikhail Remizov, ζητούν τη δημιουργία ενός ρωσικού νεοσυντηρητισμού που εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τον ευρωπαϊκό συντηρητισμό και τον αμερικανικό νεοσυντηρητισμό. Οι Konstantin Krylov, Aleksei Shiropaev και Aleksandr Khramov μιλούν ακόμη και για έναν δημοκρατικό εθνικισμό με φιλελεύθερο προσανατολισμό. Οι εθνικοδημοκράτες απευθύνονται κυρίως προς τη μεσαία τάξη, αν και η ριζοσπαστική νεολαία εισρέει επίσης στις τάξεις τους. Επιδιώκουν να παρουσιαστούν ως μέρος του εθνικολαϊκιστικού στρατοπέδου και έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν δημοφιλείς στους ξενόφοβους στη Ρωσία από ό,τι το μάλλον περιθωριακό κίνημα «Ρώσοι».

Σύμφωνα με τον Verkhovsky, οι αυτόνομοι νεοναζί αποτελούν μια από τις βάσεις της ρωσικής ακροδεξιάς. Αποτελούνται από μικρές νεοναζιστικές ομάδες (που κατά κύριο λόγο αποτελούνται από πέντε έως δέκα μέλη) οι οποίες επικεντρώνονται στη βία του δρόμου. Συχνά οι ομάδες αυτές δεν έχουν καν όνομα. Το ιδεολογικό τους υπόβαθρο είναι συχνά ασαφές και συνίσταται σε βιολογικό ρατσισμό και συναισθηματικά υποκινούμενο μίσος κατά των «ξένων στοιχείων», ιδίως των εθνοτικών ομάδων από τον Βόρειο Καύκασο. (Αν και ο αντισημιτισμός αποτελεί ιδεολογική αναγκαιότητα για τις νεοναζιστικές ομάδες, σπάνια χρησιμεύει ως κίνητρο για σωματικές επιθέσεις). Η αντιπάθεια προς άλλες εθνοτικές ομάδες, που θεωρούνται «ξένες» ή μη λευκές, συνδέεται συνήθως με τις πολιτισμικές διαφορές τους. Τα οικονομικά επιχειρήματα και η σύνδεση του Βόρειου Καυκάσου με την τρομοκρατία είναι δευτερεύοντα. Οι νεοναζί αξιολογούν ως επί το πλείστό θετικά τον ιστορικό φασισμό και τον ναζισμό ως πηγή των απόψεών τους, αλλά σε μεγάλο βαθμό πιστεύουν πως αυτές οι πολιτικές ιδεολογίες είναι πλέον κάπως παρωχημένες λόγω του χρόνου που έχει περάσει από την περίοδο ακμής τους. Παρόλο που η νεοναζιστική υποκουλτούρα έχει επισκιάσει και αντικαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τους λεγόμενους εθνικοπατριώτες της δεκαετίας του 1990, δεν έχει δημιουργήσει μια ποιοτικά νέα και πολιτικά σημαντική ιδεολογία. Οι περισσότεροι νέοι νεοναζί είναι ρατσιστές χούλιγκαν, δεν στρατολογούνται απαραίτητα από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και βρίσκονται μόνο εν μέρει υπό την επιρροή ακροδεξιών πολιτικών οργανώσεων ή υποπολιτισμικών ρευμάτων. Χάρη στην ανάπτυξη του διαδικτύου και την αυξανόμενη διεθνή επαφή, οι τρέχουσες δυτικές ακροδεξιές τάσεις, όπως ο αντι-ισλαμισμός, η αντι-παγκοσμιοποίηση, οι αναρχικές τάσεις, συνεχίζουν να εξαπλώνονται στη ρωσική νεοναζιστική σκηνή, αν και οι πραγματικοί δεσμοί μεταξύ των Ρώσων νεοναζί και των δυτικών ομολόγων τους δεν ήταν και δεν είναι πολύ σημαντικοί για την ανάπτυξη της σκηνής. Σύμφωνα με τον Aleksandr Verkhovsky, υπάρχει πλέον μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ορθόδοξη θρησκεία, το οποίο προηγουμένως ήταν σχεδόν ανύπαρκτος μέσα στο νεοναζιστικό περιβάλλον. (Ο νεοπαγανισμός και η απάθεια απέναντι στη θρησκεία γενικά επικρατούν, αν και σε εξαιρετικές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί συμπάθειες προς τον ισλαμισμό). Αυτή η αυτόνομη νεοναζιστική σκηνή αντιτίθεται σθεναρά στην κυβερνητική πολιτική. Ομάδες χούλιγκαν ποδοσφαιριστών με ρατσιστικές απόψεις κινούνται συνήθως σε διαφορετικούς κύκλους από τους αυτόνομους νεοναζί, αν και μερικές φορές οι δύο αυτές σκηνές διασταυρώνονται τόσο σε προσωπικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο.

Ο κύκλος γύρω από τον Aleksandr Dugin, ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου «νέου Ευρασιανισμού», μπορεί επίσης να θεωρηθεί τμήμα της ρωσικής ακροδεξιάς και έχει θεωρηθεί από ορισμένους μελετητές ως μέρος του σύγχρονου ευρωπαϊκού φασισμού. Ο Dugin εργάστηκε ως σύμβουλος του προέδρου Putin και δεν χαρακτηρίζεται – φυσικά – ως ακροδεξιός στοχαστής από τους Ρώσους αξιωματούχους. Στη δεκαετία του 1990 συνδέθηκε με το Εθνικό Μπολσεβικιστικό Κόμμα (Natsional Bolshevistskaya partiya) (το οποίο στο παρόν άρθρο δεν θεωρείται ακροδεξιό) και αργότερα επικεντρώθηκε στην οικοδόμηση νέων δομών της παραδοσιακής ρωσικής ευρασιανικής ιδεολογίας. Προωθεί τον αντιδυτικό συντηρητισμό, τις εθνικές ιδέες και τη δημιουργία μιας ευρασιανικής ένωσης υπό ρωσική ηγεσία.

Έχοντας στο νου την ιδεολογική ταξινόμηση που παρατέθηκε παραπάνω, μπορεί κανείς να ταξινομήσει τη ρωσική ακροδεξιά και ανάλογα με τις μορφές με τις οποίες λειτουργούν οι ομάδες. Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ κοινοβουλευτικών πολιτικών κομμάτων (μέχρι στιγμής μόνο το LDPR έχει πετύχει αυτή τη θέση), άλλων ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων και ομάδων συμφερόντων που επιδιώκουν να δραστηριοποιηθούν στη δημόσια σφαίρα και να προσελκύσουν υποστηρικτές, ακροδεξιών διανοουμένων και χαλαρά οργανωμένων νεοναζί (μικρές ομάδες που ουσιαστικά δεν είναι οργανωμένες). Θα περιγράψουμε τις διακρατικές επαφές της ρωσικής ακροδεξιάς με βάση αυτές τις κατηγορίες.

Επαφές της ρωσικής ακροδεξιάς στο εξωτερικό

Το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ο πρόεδρος του LDPR Vladimir Zhirinovsky προσπάθησε να ενταχθεί στο κεντρικό ρεύμα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και με αυτό το σκεπτικό δημιούργησε τις επαφές του στο εξωτερικό. Το 1993 συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γερμανικής Λαϊκής Ένωσης (Deutsche Volksunion), Gerhard Frey. Το 1994 μια αντιπροσωπεία του LDPR συναντήθηκε τόσο με εκπροσώπους του Πολωνικού Μετώπου Εθνικής Αυτοάμυνας (Front Narodowej Samoobrony), το οποίο ήταν μια μικρή μη κοινοβουλευτική οντότητα, όσο και με μια αντιπροσωπεία του Τσεχικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία-Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας (Sdruieni pro Republiku-Republikdnskd strana Ceskoslovenska), το οποίο, εκείνη την εποχή στη Τσεχία διέθετε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ανακοινώθηκε επίσης μια επίσκεψη του Zhirinovsky στην Πράγα, η οποία όμως τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Το 1996 ο Zhirinovsky συναντήθηκε με τον ηγέτη του γαλλικού Εθνικού Μετώπου Jean-Marie Le Pen και μαζί ανακοίνωσαν τη δημιουργία μιας νέας πανευρωπαϊκής ακροδεξιάς οργάνωσης. Ένα χρόνο αργότερα ο Le Pen ίδρυσε πράγματι την οργάνωση αυτή με την ονομασία Euronat σε ένα συνέδριο του Εθνικού Μετώπου στο Στρασβούργο, αλλά το LDPR δεν έπαιξε ενεργό ρόλο σε αυτό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, οι δραστηριότητες του Euronat σταδιακά σταμάτησαν. (ΣτΜ: στο Euronat συμμετείχε και το Ελληνικό Μέτωπο του Μάκη Βορίδη)

Πέρα από τις επαφές του στην Ευρώπη, το LDPR δημιούργησε επίσης δεσμούς με οργανώσεις αλλού, όχι όλες κομματικού-πολιτικού χαρακτήρα. Το 1993 το LDPR έστειλε μια παραστρατιωτική μονάδα για να βοηθήσει το καθεστώς του Saddam Hussein στον αγώνα του κατά των ΗΠΑ, ενώ εξέφρασε και με άλλους τρόπους την υποστήριξή της στο καθεστώς του. Αυτό συνδεόταν με γεωπολιτικούς στόχους του LDPR για το Νότο, που εκείνη την εποχή ήταν να έχει η Ρωσία πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό.

Από το 2003, η κύρια πλατφόρμα στην οποία το LDPR εκφράζει τις παγκόσμιες φιλοδοξίες του είναι τα παγκόσμια συνέδρια των «πατριωτικών κομμάτων» που πραγματοποιούνται τακτικά στη Μόσχα. Στο πρώτο συνέδριο το 2003, για παράδειγμα, συμμετείχαν αντιπροσωπείες των παρακάτω κομμάτων: του ιαπωνικού Issukai, του βουλγαρικού Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος (Balgarska Natsionalna Radikalna Partiva), των Τσέχων Ρεπουμπλικάνων του Miroslav Slàdek (Republikani Miroslava Sladka), του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, της φινλανδικής Εθνικής Πατριωτικής Συμμαχίας (Isanmaallinen Kansallis-Liitto), της γερμανικής Λαϊκής Ένωσης (Deutsche Volksunion) και του ινδικού Εθνικού Κινήματος N. G. Ranga Foundation.

Το τέταρτο και πιο πρόσφατο συνέδριο πραγματοποιήθηκε το 2010 με τη συμμετοχή 54 εκπροσώπων πολιτικών κομμάτων από 17 χώρες. Το συνέδριο έδωσε έμφαση στο ρόλο των «πατριωτικών κομμάτων» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής κρίσης, αλλά εκφράστηκαν και αντι-αμερικανικά αισθήματα. Ωστόσο, η επίδραση των πατριωτικών συνεδρίων δεν πρέπει να υπερεκτιμάται, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχουν προκύψει σταθερές δομές συνεργασίας από αυτά.

Άλλα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα και ομάδες συμφερόντων

Οι δεσμοί που έχουν δημιουργήσει οι ρωσικές ακροδεξιές οργανώσεις στο εξωτερικό είναι αδύναμοι και συνίστανται κυρίως σε συνομιλίες και μεμονωμένες επισκέψεις. Οι επαφές που αναφέρονται παρακάτω περιλαμβάνουν όχι μόνο τις οργανώσεις που έχουν ήδη αναφερθεί, αλλά και άτομα που έχουν επιρροή κυρίως σε ιδεολογικό επίπεδο και όχι στην πρακτική πολιτική, καθώς και ομάδες που δεν παίζουν σημαντικό ρόλο σήμερα ή είναι μόνιμα περιθωριακές στο ακροδεξιό στρατόπεδο. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 εμφανίστηκαν δεσμοί με τη Σερβία, οι οποίοι εν μέρει προέκυψαν από την παρουσία Ρώσων εθελοντών σε σερβικές στρατιωτικές μονάδες (όπως και σε εκείνων των Σέρβων της Βοσνίας) κατά τη διάρκεια των γιουγκοσλαβικών πολέμων.

Ενδιαφέρουσες εξελίξεις σημειώθηκαν στις σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου 2014 στην Ουκρανία, την επακόλουθη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία τον Μάρτιο και την έναρξη των μαχών στην Ανατολική Ουκρανία. Με εξαίρεση μερικά κόμματα από χώρες των οποίων οι σχέσεις με τη Ρωσία είναι τεταμένες, το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς έχει ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό της Ρωσίας στη σύγκρουση, υπερασπιζόμενο κάθε βήμα του προέδρου Vladimir Putin και της ρωσικής ηγεσίας. Το 2013, οι ηγέτες του ουγγρικού κόμματος Κίνημα για μια καλύτερη Ουγγαρία (Jobbik Magyarorszógért Mozgalom), Gabor Vona και Béla Kovacs, επισκέφθηκαν τη Μόσχα και συναντήθηκαν με τον Aleksandr Dugin. Οι ηγέτες του Jobbik δήλωσαν δημοσίως ότι θα ήταν καλύτερο για την Ουγγαρία να ενταχθεί στην Ευρασιατική Ένωση που ελέγχεται από τη Ρωσία, εάν παρουσιαστεί μια τέτοια ευκαιρία. Ο Dugin είναι γνωστό ότι καλλιεργεί επαφές με ακροδεξιά κόμματα, πολιτικούς και διανοούμενους στην Ευρώπη, πέρα από τους δεσμούς του με το Jobbik. Το 2013, αναφέρθηκε πως αλληλογραφούσε με τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο, τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, ο οποίος κατηγορείται σήμερα για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης.

Ένας άλλος σημαντικός φορέας ήταν ο συνασπισμός Rodina υπό την ηγεσία του Dmitry Rogozin, μιας πρώην σημαντικής προσωπικότητας της ρωσικής ακροδεξιάς, ο οποίος πρόσφατα έγινε περισσότερο ανώτερος δημόσιος υπάλληλος παρά πολιτικός. Τον Δεκέμβριο του 2011 διορίστηκε αναπληρωτής πρωθυπουργός με αρμοδιότητα την εποπτεία της αμυντικής βιομηχανίας, ενώ πριν από αυτό, μεταξύ 2008 και 2011, ήταν πρεσβευτής της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Το Rodina ήταν μια πολιτική δύναμη με επιρροή από το 2003, όταν απέκτησε εκπροσώπηση στην Κρατική Δούμα, συγκεντρώνοντας το 9% των ψήφων, έως το 2006, όταν, υπό την πίεση του Κρεμλίνου, συγχωνεύθηκε με το φιλοσυστημικό κόμμα «Δίκαιη Ρωσία» (Spravedlivaya Rossiya). Σύμφωνα με εικασίες, ο Putin έδωσε στον Rogozin τη θέση στις Βρυξέλλες ως αποζημίωση για τον περιορισμό του Rodina, μιας δύναμης που το Κρεμλίνο είχε αρχίσει να φοβάται. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον Rogozin από την ΕΕ για την εμπλοκή του στην προσάρτηση της Κριμαίας δεν τον εμπόδισαν να διατηρεί επαφές με την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, και μάλιστα οι επαφές αυτές συμπίπτουν με τις προσπάθειες του ρωσικού κατεστημένου να συνδεθεί με τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, ιδίως με το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο (FN). Τον Οκτώβριο του 2013, η ηγέτιδα του FN, Marine Le Pen συναντήθηκε τόσο με τον πρόεδρο της Κρατικής Δούμας Sergei Naryshkin όσο και με τον Dmitry Rogozin.

Ένα άλλο μέλος του συνασπισμού Rodina ήταν το κόμμα Λαϊκή Θέληση (Narodnaya volya), με επικεφαλής τον Sergei Baburin, αναπληρωτή πρόεδρο της Κρατικής Δούμας από το 2004 έως το 2007. Μετά τη συγχώνευση του Rodina με τη «Δίκαιη Ρωσία», ο Baburin ήταν ο ηγέτης του κόμματος Λαϊκή Ένωση (Narodnyi soyuz) μέχρι το 2008. Τον Δεκέμβριο του 2008 το κόμμα άλλαξε το καθεστώς του σε ένωση πολιτών και συνδέθηκε με το ROS, το οποίο έγινε πολιτικό κόμμα το 2011, με επικεφαλής και πάλι τον Baburin. Όπως και ο Rogozin, ο Baburin διατηρεί στενές και μακροχρόνιες επαφές με την ηγεσία του γαλλικού Εθνικού Μετώπου. Σε συνέντευξή του τον Μάιο του 2014, ο Baburin ισχυρίστηκε μάλιστα ότι το κόμμα της Βαυαρικής Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης επιθυμούσε να υπογράψει συμφωνία συνεργασίας με το ROS. Δήλωσε επίσης ότι η συνεργασία του με τη βουλγαρική ακροδεξιά (που σήμερα εκπροσωπείται από το κόμμα Ataka) χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, το ROS του Baburin είναι σήμερα ένα περιθωριακό πολιτικό κόμμα και ακόμη και εντός της ρωσικής ακροδεξιάς η επιρροή του απέχει πολύ από το να είναι κυρίαρχη.

Η εμφάνιση της νεοναζιστικής ομάδας «Ρωσική Εικόνα» (Russky obraz) το 2002 ήταν εμπνευσμένη από ξένες επιρροές, καθώς η ομάδα εμφανίστηκε μετά την επίσκεψη των ιδρυτών της Nikita Tikhonov και Ilya Goryachev – τότε φοιτητές στη Σχολή Ιστορίας του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας – στη Σερβία. Η οργάνωση έφτασε στο απόγειο των δραστηριοτήτων της μεταξύ 2008 και 2010 και δημιούργησε ένα δίκτυο επαφών στο εξωτερικό. Στη δημόσια σκηνή, οι εκπρόσωποί της υπερασπίζονταν «πατριωτικές» θέσεις, αλλά σε υποπολιτισμικό επίπεδο διοργάνωναν ακροδεξιές συναυλίες, παρουσιάσεις και ξενοφοβικές πορείες, και σφυρηλάτησαν δεσμούς με τις πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όπως η National Socialist Straight Edge (NS sXe). Η Ρωσική Εικόνα προσπάθησε να καθιερωθεί ως οργάνωση που παρείχε νομική και οικονομική βοήθεια σε νεοναζί που αντιμετώπιζαν διώξεις, και το σχέδιο Russky verdikt δημιουργήθηκε για να το διευκολύνει. Μέσω του τραγουδιστή τους, Sergei Erzunov, το συγκρότημα της White Power, Right Hook (Chuk sprava) (που ιδρύθηκε το 2005) συνδέθηκε επίσης με τη Ρωσική Εικόνα. Όταν ήταν ενεργοί, οι Right Hook έδωσαν συνεντεύξεις στο φανζίν NS Tribuna, του βουλγαρικού παραρτήματος του Blood and Honour και στο βραζιλιάνικο φανζίν Linha de Frente. Ο απόηχος των δολοφονιών του δικηγόρου Stanislav Markelov και της δημοσιογράφου Anastasiya Baburova τον Ιανουάριο του 2009 αποδείχθηκε καταστροφικός για τη Ρωσικής Εικόνας. Ο Nikita Tikhonov και η φίλη του Evgeniya Khasis κατηγορήθηκαν για τη διάπραξη της δολοφονίας

Την περίοδο 2009-2011 η Ρωσική Εικόνα δημιούργησε πολλές επαφές στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα είχαν συνομιλίες με τη Χρυσή Αυγή και την οργάνωση Rising Europe (η οποία ξεκίνησε ως διαδικτυακό ιστολόγιο για την προώθηση της ευρασιανικής μετα-ιδεολογίας στην Ελλάδα). Τον Νοέμβριο του 2011, εκπρόσωποι της Ρωσικής Εικόνας συναντήθηκαν στο Λονδίνο με τον πρόεδρο των Άγγλων Δημοκρατών Robin Tilbrook, ενώ τον Δεκέμβριο του 2011 είχαν συνομιλίες με τον Robert Fiore, ηγέτη της ιταλικής ακροδεξιάς οργάνωσης Forza Nuova, στη Μόσχα. Η Ρωσική Εικόνα φέρεται επίσης να είχε επαφές με την ηγεσία της Hammerskin Nation και με Ρουμάνους εξτρεμιστές της Νέας Δεξιάς (Noua Dreapta). Ένας άλλος ακροδεξιός φορέας με επαφές στο εξωτερικό είναι το PZRK Rus, το οποίο αποτελείται κυρίως από βετεράνους της Ρωσικής Εθνικής Ενότητας που προσπαθούν να προβάλλουν δημόσια μια μετριοπαθή εικόνα. (Οι ηγέτες αυτής της οργάνωσης περιλαμβάνουν τον πρώην υποστράτηγο της FSB Aleksandr Nikitin και τον βετεράνο του ακροδεξιού κινήματος στη Ρωσία Aleksei Vdovin). Το PZRK Rus διατηρεί στενές επαφές με το περιθωριακό Εθνικό Μέτωπο της Δανίας (Danmarks Nationale Front-DNF) με επικεφαλής τον Lars Agerbak Wittmann, ο οποίος επισκέπτεται τακτικά τη Μόσχα (Οκτώβριος-Νοέμβριος 2010, Δεκέμβριος 2010, Μάρτιος 2011, Μάρτιος 2012, Ιούνιος 2012). Μαζί με άλλες ομάδες (συμπεριλαμβανομένης της Pamyat του Borovikov) και την εντελώς περιθωριακή PVNSSR, τον Ιανουάριο του 2011 η PZRK Rus διοργάνωσε διαμαρτυρία κατά της σύλληψης του Wittmann· ο τελευταίος τελικά απελευθερώθηκε από τη φυλακή στη Δανία στις αρχές Φεβρουαρίου. Τον Μάρτιο του 2011, ο Wittmann εμφανίστηκε στη Μόσχα για να υποστηρίξει τον συνταγματάρχη Vladimir Kvachkov, ενώ τον Ιούνιο του 2012 μίλησε για λίγο σε μια συνάντηση του LDPR που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της λεγόμενης Ημέρας του Ρωσικού Λαού, όπου εμφανίστηκαν και άλλες προσωπικότητες της ρωσικής ακροδεξιάς, όπως οι Belov, Tor, Krylov, Dyakov και Simonovich-Nikshich. Στα τέλη Οκτωβρίου 2010 πραγματοποιήθηκε στην Αμβέρσα ένα συνέδριο που διοργανώθηκε από την Euro-Rus (Evro-Rus) με τη συμμετοχή ακροδεξιών οργανώσεων από τη Ρωσία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Μεταξύ των συμμετεχόντων ήταν και η PZRK Rus, εκπροσωπούμενη από τον Sergei Voitsinsky. Το 2012, οι Ολλανδοί και Βέλγοι εκπρόσωποι των ακροδεξιών οργανώσεων Euro-Rus και N-SA (Nieuw-Solidaristisch Alternatief), Kris Roman, Patrick de Bruin και Alfred Vierling συναντήθηκαν με την PZRK Rus και του Συμβούλιο του Λαού (στο οποίο συμμετέχουν επίσης πρώην ηγέτες της Ρωσικής Εθνικής Ενότητας). Ο Kris Roman, ρωσόφιλος και ακροδεξιός ακτιβιστής, υπήρξε ο ιδεολογικός πατέρας και ιδρυτής των βελγικών εγχειρημάτων Euro-Rus και N-SA και συνεργάστηκε με τους Ολλανδούς ακτιβιστές Alfred Vierling, Patrick de Bruin και Evgeny Belan (ο οποίος γεννήθηκε στη Σεβαστούπολη).

Ο Dimitry Demushkin (της Σλαβικής Δύναμης που ανήκει στο κίνημα «Ρώσοι») διατηρεί επίσης επαφές με το Εθνικό Μέτωπο της Δανίας και τον ηγέτη του, τον Wittmann. Το 2011 ο Wittmann και μέλη του DNF συμμετείχαν σε άσκηση σκοποβολής που διοργάνωσε ο Demushkin στο Ζαβίντοβο στην περιφέρεια του Τβερ. Ο Demushkin λέει, ωστόσο, πως η οργάνωσή του έχει γενικά κακό όνομα στη Βόρεια Ευρώπη λόγω της απόδρασης του Vyacheslav Datsik στη Νορβηγία. Οι Σκανδιναβοί Εθνικοσοσιαλιστές (Nordiska Nationalsocialister-NNS) είναι μια άλλη περιθωριακή σκανδιναβική νεοναζιστική οργάνωση που έχει επαφές στη Ρωσία. Το 2011, ο εκπρόσωπός της Rickard Ekman εμφανίστηκε στη Ρωσική Πορεία (Russky marsh) στην Αγία Πετρούπολη. Έχει αναφερθεί πως η NNS επικοινωνεί κυρίως με τις ακροδεξιές οργανώσεις NSI της Αγίας Πετρούπολης και την RID του Stanislav Vorobyev, οι οποίες ανήκουν στο κίνημα «Ρώσοι.

Το 2008 το DPNI και ο Αμερικανός ακροδεξιός ακτιβιστής Preston Wiginton πραγματοποίησαν μια προκαταρκτική συνάντηση στη Μόσχα με τη συμμετοχή του γερμανικού NPD (Jens Puehse) και της ελληνικής Χρυσής Αυγής (Γιώργος Δημητρούλιας), με σκοπό τη σύγκληση του Διεθνούς Φόρουμ Εθνικιστικών Οργανώσεων, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το αν το φόρουμ όντως πραγματοποιήθηκε.

Οι εθνικιστικοί σύλλογοι πολεμικών τεχνών έχουν επίσης δεσμούς με το εξωτερικό, όπως προκύπτει από τη δημιουργία τον Αύγουστο του 2012 του Ρωσο-Σλοβακικού Σώματος (Rusko-Slovenské zbory), το οποίο συμμετείχε στην «στρατιωτικο-πατριωτική» κατασκήνωση που διοργάνωσε η ιστοσελίδα Dobrovolec και η ένωση στρατιωτικο-πατριωτικών συλλόγων Styag. Ο επίσημος στόχος ήταν «η εκμάθηση των βασικών αρχών της στρατιωτικής πειθαρχίας και κανόνων, η εκπαίδευση στα όπλα και η ομαδική εργασία». Η παραστρατιωτική αυτή συνεργασία στηρίζεται σε μακροχρόνιους δεσμούς μεταξύ Ρώσων και Σλοβάκων εθνικιστών, οι οποίοι προηγουμένως επικεντρώνονταν στη διάδοση και διδασκαλία των ρωσικών πολεμικών τεχνών· το Σλοβακικό Κίνημα Ανανέωσης (Slovenské hnutie obrody) συμμετείχε επίσης στην προώθηση αυτών των δραστηριοτήτων.

Ακροδεξιοί διανοούμενοι

Οι θεωρητικοί της ρωσικής «Νέας Δεξιάς» διατηρούν τις επαφές τους στο εξωτερικό. Ο εκδότης του περιοδικού Atheneum Pavel Tulaev είναι ιδιαίτερα δραστήριος, έχοντας οργανώσει δύο συνέδρια στη Μόσχα το 2006 και το 2007 με τη συμμετοχή σημαντικών προσωπικοτήτων της παγκόσμιας ακροδεξιάς, του David Duke και του Guillaume Faye. Το συνέδριο του 2006 είχε τίτλο «Το Μέλλον του Λευκού Κόσμου*» και η Ρωσία εκπροσωπήθηκε σε αυτό από τους Sevastyanov και Ivanov-Sukharevsky, δύο βετεράνους της ρωσικής ακροδεξιάς χωρίς ουσιαστική επιρροή στη σημερινή σκηνή (ΣτΜ: από την Ελλάδα συμμετείχε ο Λευτέρης Μπάλλας της ARMA Hellas). Το 2007 το θέμα του συνεδρίου ήταν «Ευρώπη και Ρωσία: Νέες Προοπτικές» και συμμετείχαν ξανά τόσο ο Duke όσο και ο Faye (ΣτΜ: από την Ελλάδα συμμετείχε ο Στέφανος Γκέκας της ARMA Hellas).  Το συνέδριο είχε ως αποστολή τη δημιουργία ενός οργανισμού που θα αποτελούσε μια μελλοντική εναλλακτική λύση στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ο Anatoly Ivanov, συγγραφέας του βιβλίου Dawn and Twilight of the Aryan Gods, εκπροσώπησε τη Ρωσία στο συνέδριο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πηγές για άλλα συνέδρια παρόμοιου τύπου που πραγματοποιήθηκαν στη Ρωσία.

Ο Aleksandr Dugin είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά ξένων ακροδεξιών ιδεών στον ρωσικό λόγο, χάρη στους πρώιμους και ισχυρούς δεσμούς του με τη Γαλλία (Alain de Benoist), την Ιταλία (Claudio Mutti), το Βέλγιο (Jean Thiriart), τη Μεγάλη Βρετανία (Troy Southgate) και την Τουρκία (Dogu Perincek). Το 2003, το Διεθνές Ευρασιανικό Κίνημα (IEAM) ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Dugin για να λειτουργήσει ως ο παγκόσμιος βραχίονας του εγχώριου ευρασιανικού κινήματος. Σύμφωνα με τις δικές του πληροφορίες, το IEAM έχει παραρτήματα σε «22 χώρες, συμπεριλαμβανομένων όλων των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ, στην ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία), στην Αμερική (ΗΠΑ, Χιλή), στις ισλαμικές χώρες (Λίβανος, Συρία, Αίγυπτος, Τουρκία, Ιράν, Πακιστάν), στην Άπω Ανατολή (Ινδία, Ιαπωνία, Βιετνάμ) κ.ο.κ.». Το κίνημα αυτό έχει συμπαθούντες και μέλη σε διάφορες ακροδεξιές οργανώσεις στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού φάσματος της Νέας Δεξιάς και της τσεχικής διανοούμενης ακροδεξιάς που συγκεντρώνεται γύρω από την ιστοσελίδα Délský potápěč. Λόγω των στενών δεσμών του με το Κρεμλίνο, οι επαφές του IEAM χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της επίσημης ρωσικής πολιτικής, όπως στην περίπτωση του δημοψηφίσματος της Κριμαίας το 2014.

Χαλαρά οργανωμένοι νεοναζί

Δεδομένου πως αυτή η κατηγορία αποτελείται από μικρές, άτυπες ομάδες νεαρών νεοναζί που δεν παρουσιάζονται δημοσίως με κανέναν τρόπο, είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε και να προσδιορίσουμε ποιες επαφές έχουν – αν έχουν – στο εξωτερικό. Θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε πως λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που οργανώνονται τέτοιες επαφές δεν υπάρχουν ή περιορίζονται σε διεθνή διαδικτυακά φόρουμ όπως το Stormfront, το οποίο διαθέτει ξεχωριστό τμήμα Stormfront Russia. Επομένως, θα επικεντρωθούμε στις υπερεθνικές νεοναζιστικές οργανώσεις (Blood and Honour, Hammerskin Nation) και στο πιο δημόσιο κομμάτι της νεοναζιστικής σκηνής, τη λεγόμενη White Power Μουσική. Αξίζει να αναφερθεί εδώ η φυγή του Ρώσου νεοναζί και αθλητή μικτών πολεμικών τεχνών Vyacheslav Datsik από την Αγία Πετρούπολη στη Νορβηγία τον Σεπτέμβριο του 2010. Ο Datsik ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Νορβηγία και ήρθε σε επαφή με το νορβηγικό παράρτημα της Σλαβικής Δύναμης του  Demushkin (της οποίας ήταν προηγουμένως μέλος). Ωστόσο, η Σλαβική Δύναμη δεν ήθελε να μπλεχτεί και τον παρέδωσε στην αστυνομία της Νορβηγίας. Στη συνέχεια ο Datsik απελάθηκε πίσω στη Ρωσία, όπου καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης το 2012. Αυτό που κάνει την υπόθεση αυτή ενδιαφέρουσα είναι η ύπαρξη του παραρτήματος της Σλαβικής Δύναμης στη Νορβηγία, η οποία καταδεικνύει ένα φαινόμενο που δεν είναι ασυνήθιστο: νεοναζιστικοί πυρήνες που αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από Ρώσους μετανάστες ιδρύονται στο εξωτερικό. Ομοίως, η απαγορευμένη και διαλυμένη πλέον Εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωση (Natsional-sotsialisticheskoe obshchestvo-NSO), με επικεφαλής τον Dmitri Rumyantsev, πρώην βοηθό βουλευτή της Κρατικής Δούμας, φέρεται να είχε παραρτήματα στον Καναδά, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Λευκορωσία. Πριν από περίπου πέντε χρόνια εμφανίστηκε μια είδηση για μια ομάδα μερικών νεοναζί στο Ισραήλ (ΣτΜ: Patrol 36) που κατάγονταν από τη Ρωσία. Αν και η ομάδα ήταν ασήμαντη, προσέλκυσε σημαντική προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης.

Η σκηνή της White Power στη Ρωσία και οι επαφές της στο εξωτερικό

Η ρωσική σκηνή της Λευκής Δύναμης (WP) άρχισε να αναπτύσσεται γύρω στο 1994. (Μέχρι τότε υπήρχαν τα όχι πετυχημένα και όχι ολοκληρωμένα συγκροτήματα Totenkopf από την Αγία Πετρούπολη και Crack από τη Μόσχα). Το 1994 σχηματίστηκε το συγκρότημα Russkoe getto, το οποίο άλλαξε το όνομά του σε Kolovrat το 1997. Ένα άλλο συγκρότημα WP με έδρα τη Μόσχα, οι Shturm, εμφανίστηκε την άνοιξη του 1996 και το τρίτο, οι Radegasst, στις αρχές του 1997. Οι πρώτες συναυλίες WP στη Μόσχα οργανώθηκαν από τους Shturm το 1996. Το πιο σημαντικό περιφερειακό συγκρότημα του WP ήταν οι TNF (Terror National Front) από το Yaroslavl, που αργότερα εγκαταστάθηκε στη Μόσχα με το όνομα Ataka 28. Από τότε η σκηνή του WP εξαπλώθηκε σαν μανιτάρι στη Ρωσία: το 1998 και το 1999 εμφανίστηκαν νέες μπάντες:οι Ultra (Ιβάνοβο), Vandal και Ultimatum (αργότερα Banda Moskvy) από τη Μόσχα. Σήμερα υπάρχουν αρκετές δεκάδες μπάντες WP στη Ρωσία, οι οποίες κυμαίνονται γενικά από το παραδοσιακό στυλ RAC (Rock against Communism), ως hatecore, NS black metal και άλλων μορφών metal, και συμπεριλαμβανομένου του ambient, του industrial και του dark wave, του rap και ακόμη και της techno.

Το πιο γνωστό συγκρότημα WP είναι σίγουρα οι Kolovrat, οι οποίοι έκαναν το ρωσικό κίνημα WP διάσημο στη διεθνή σκηνή. Το όνομα του συγκροτήματος παραπέμπει σε ένα παλιό σλαβικό σύμβολο για τον τροχό, παρόμοιο σε σημασία με τη γερμανική σβάστικα. Αν εμφανίζονται καθόλου, άλλες μπάντες το κάνουν κυρίως στη Ρωσία και σε σπάνιες περιπτώσεις στη Λευκορωσία και την Ουκρανία. Τα μέλη των Kolovrat θυμούνται τις πρώτες τους επαφές στο εξωτερικό στα τέλη της δεκαετίας του 1990: στην Εσθονία (με Ρώσους skinheads στο Ταλίν), τη Φινλανδία (με τους συντάκτες του International Skinhead Bulletin) και τη Γερμανία (με το συγκρότημα Nahkampf). Διάφορα άλμπουμ που περιλαμβάνουν κομμάτια από ρωσικά και ξένα συγκροτήματα μαρτυρούν τους διεθνείς δεσμούς τους με σημαντικά ξένα συγκροτήματα: Nahkampf (Γερμανία, 2000), Guarda de Ferro (Πορτογαλία, 2007), Hassgegang (Γερμανία, 2009), Imperium (Τσεχική Δημοκρατία, 2010), October 15 (Πολωνία, 2010) και Attack (Τσεχική Δημοκρατία, 2010). Οι Kolovrat έχουν δώσει σχεδόν 300 συναυλίες και οι εμφανίσεις τους εκτός Ρωσίας περιλαμβάνουν την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, την Πολωνία, την Τσεχία (όπου προσκλήθηκαν από την Εθνική Αντίσταση (Ndrodni odpor)), την Ουγγαρία, τη Σλοβενία (προσκεκλημένοι από την οργάνωση Slovenski radikali), τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, όπου εμφανίστηκαν με τα ακόλουθα συγκροτήματα: Adler (Τσεχική Δημοκρατία), Death Warrant, Ancestors, Projekt Vandal (όλοι Σλοβακία), Agressiva 88, Odwet 88, Honor, October 15 (όλοι Πολωνία), Brigade M (Κάτω Χώρες), White Law, Brutal Attack (Ηνωμένο Βασίλειο), Bully Boys (ΗΠΑ), Bad Fate, Brigada 1238, Odessa, Blitzkrieg, Unit 2’’, Feher Torveny, Archivum (Ουγγαρία), Vendetta, Moshpit, Faustrecht (Γερμανία), Voice of Justice, Sahsonia, Hope for the Weak, Sachsenblut, Gesta Bellica, Ultima Frontiera, Corona Ferrea, ADL 122 (όλα Ιταλία). Οι πιο πρόσφατες συναυλίες περιλαμβάνουν το ISD Fest τον Νοέμβριο του 2012 στη Σλοβενία, που διοργανώθηκε από την Blood and Honour Slovenia: Οι Kolovrat εμφανίστηκαν εδώ μαζί με άλλα γνωστά συγκροτήματα Gesta Bellica (Ιταλία), Bully Boys (ΗΠΑ), Blackout (Ηνωμένο Βασίλειο) και Sturmtrupp (Γερμανία). Λιγότερο διάσημες μπάντες εμφανίζονται επίσης περιστασιακά στο εξωτερικό, όπως για παράδειγμα οι Yarovit από το Τιούμεν της Σιβηρίας, οι οποίοι έχουν εμφανιστεί τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία.

Ξένα συγκροτήματα White Power στη Ρωσία

Συγκροτήματα White Power από άλλες μετασοβιετικές χώρες (ιδίως από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία), αλλά και από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στη Ρωσία. Το 2008 εμφανίστηκε στη Ρωσία το θρυλικό αμερικανικό συγκρότημα της WP, Bully Boys, το οποίο ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα η επίσημη φωνή της διεθνούς οργάνωσης Hammerskin Nation. Τον Ιούλιο του 2009, το ιταλικό συγκρότημα Hate For Breakfast έπαιξε στη Μόσχα μαζί με τα NS sXe συγκροτήματα, Outlaw Heroes Standing (από τη Μόσχα) και Head Shot (από την Τούλα). Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, οι Outlaw Heroes Standing εμφανίστηκαν στη Μόσχα μαζί με το διάσημο ολλανδικό συγκρότημα Brigade M. Μετά από αυτό το ταξίδι ξεκίνησε μια συζήτηση στην Ολλανδία σχετικά με το μέλλον των επαφών με τη Ρωσία (καθώς ορισμένοι ακτιβιστές αμφισβήτησαν την ιδιότητα των Ρώσων ως Άριων). Τον Αύγουστο του 2011 διοργανώθηκε στην Αγία Πετρούπολη μια συναυλία των Kolovrat και του βουλγαρικού WP συγκροτήματος Pure Blood. Τον Σεπτέμβριο του 2011 η ρωσική ακροδεξιά εταιρεία ρούχων White Rex διοργάνωσε συναυλία στη Μόσχα, όπου εμφανίστηκαν τα παρακάτω NS sXe συγκροτήματα: You Must Murder, Death Penalty και Path of Resistance (από τη Γερμανία). Τον Νοέμβριο του 2011 στήθηκε μια άλλη συναυλία στην πόλη Orel από την τοπική οργάνωση χούλιγκαν Orel Butchers στην οποία εμφανίστηκαν οι τοπικοί Stone Faces και οι Φινλανδοί Black Magic Six. Τον Μάιο του 2012, το γερμανικό συγκρότημα Kategorie C εμφανίστηκε στη Μόσχα μαζί με τους CWT (Clockwork Times). Και τα δύο συγκροτήματα συνδέονται στενά με εθνικοσοσιαλιστές χούλιγκαν και τα μέλη των Kategorie C προέρχονται από την παλιά οργάνωση χούλιγκαν Standarte Bremen. Τον Αύγουστο του 2012, το γερμανικό WP συγκρότημα Moshpit εμφανίστηκε σε συναυλία στη Μόσχα μαζί με τα ρωσικά NS sXe συγκροτήματα Outlaw Heroes Standing και Brainwash. Τέλος, τον Νοέμβριο του 2012 οι Pitbull Farm (από τη Σουηδία) έπαιξαν στη Μόσχα.

Διακρατικές νεοναζιστικές οργανώσεις στη Ρωσία

Οι νεοναζί της Ρωσίας, όπως το συγκρότημα Kolovrat ή οι πρώην ακτιβιστές της Blood and Honour, παραπονιούνται για τον αντιρωσικό σοβινισμό που εμφανίζεται κατά καιρούς μεταξύ των δυτικών νεοναζί. Αυτό αφορά ιδίως ορισμένα παραρτήματα της Hammerskin Nation και ορισμένες άλλες οργανώσεις. Οι σχέσεις με τα κεντρικά γραφεία της Hammerskin Nation στο Ντάλας περιπλέχθηκαν από το γεγονός ότι το 1997 μια ομάδα παλαιότερων νεοναζί skinheads στη Μόσχα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα παράρτημα της Hammerskin Nation. Πιθανώς λόγω απλής άγνοιας δεν ακολούθησαν τη σωστή διαδικασία εισδοχής και αυτοαποκαλούνταν Moscow Hammerskins· η συντομογραφία που επέλεξαν (MHS) ήταν η ίδια με αυτή που χρησιμοποιούσαν οι Midland Hammerskins στις ΗΠΑ. Χρησιμοποιώντας αυτή την ονομασία, ήρθαν σε σύγκρουση με τους Hammerskins των ΗΠΑ, καθώς και με ορισμένους ακτιβιστές στην Αυστραλία και της Νέας Ζηλανδία, οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν έγκυρα μέλη της Hammerskin Nation και δημιούργησαν φιλικές σχέσεις μαζί τους. Καθώς δεν διέθεταν μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, οι Hammerskins της Μόσχας επικοινωνούσαν με άλλους αποκλειστικά μέσω ταχυδρομείου και λάμβαναν σήματα και άλλα αγαθά από τη Νέα Ζηλανδία. Το 1999 ήρθαν σε επαφή με τα κεντρικά γραφεία της Hammerskin Nation και την Hammerskin Press στις ΗΠΑ και έγινε σαφές ότι οι Hammerskins της Μόσχας ήταν στην πραγματικότητα ένα μη αναγνωρισμένο παρακλάδι, γεγονός που οδήγησε τα επίσημα παραρτήματα της Hammerskin Nation να διακόψουν τις επαφές με τη Μόσχα το χειμώνα του 2000. Οι Ρώσοι νεοναζί ισχυρίζονται ότι πολλοί νεοναζί από τις χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία) και τη Σκανδιναβία (ιδίως τη Φινλανδία) βλέπουν αρνητικά τους Ρώσους, ενώ παρόμοια συναισθήματα φέρονται να δείχνουν πολλοί στους γερμανικούς, αυστριακούς και ελβετικούς νεοναζιστικούς κύκλους.

Μετά από μια συνάντηση με τη Blood and Honour Berlin σε ένα WP φεστιβάλ στη Βουδαπέστη το 1995 ιδρύθηκε το ρωσικό παράρτημα της διεθνούς νεοναζιστικής οργάνωσης Blood and Honour. Το 2012, ένα δικαστήριο την κήρυξε εξτρεμιστική και την απαγόρευσε. Ωστόσο, ήταν πρακτικά ανενεργή από το 2010 και το γεγονός αυτό συνδέθηκε με τη μορφή του Sergei Golubev. Η Blood and Honour αμαύρωσε τη φήμη της στη διάρκεια της δίκης των Tikhonov και Khasis της Ρωσικής Εικόνας, όπως μάλιστα έκανε και η ίδια η Ρωσική Εικόνα: ο ηγέτης του ρωσικού παραρτήματος της Blood and Honour και βετεράνος μιας από τις πρώτες νεοναζιστικές ομάδες στη χώρα, των Ενωμένων Ταξιαρχιών-88 (Obiedinennye brigady-88-OB-88), Sergei «Oper» Golubev, φέρεται να αποκήρυξε τον κατηγορούμενο, όπως έκαναν και οι ηγέτες της Ρωσικής Εικόνας, συμπεριλαμβανομένου του Goryachev (ο οποίος σήμερα κρύβεται, είτε στα Βαλκάνια είτε στη Λευκορωσία). Τελικά, η ρωσική ιστοσελίδα της Blood and Honour έκλεισε και αναρτήθηκε ανακοίνωση ότι αυτό το παρακλάδι της οργάνωσης δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της ύπαρξής του η Blood and Honour ήταν ένας αρκετά σημαντικός παράγοντας στη ρωσική νεοναζιστική σκηνή με εκτεταμένες επαφές στο εξωτερικό. Η δέκατη επέτειος του παραρτήματος γιορτάστηκε με μια συναυλία με τη συμμετοχή του γερμανικού WP  συγκροτήματος Oidoxie· οι TNF (με τραγουδιστή τον Golubev) πήγε στη συνέχεια στη Σερβία για να γιορτάσει την επέτειο του τοπικού παραρτήματος της Blood and Honour. Προγραμματίστηκαν ταξίδια ρωσικών συγκροτημάτων στην Πολωνία και ορισμένα μέλη της Blood and Honour ταξίδεψαν στη Σουηδία, τη Σερβία και τη Βουλγαρία για να συμμετάσχουν σε συγκεντρώσεις. Τον Μάιο του 2012 η Blood and Honour στη Ρωσία απαγορεύτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η Blood and Honour δεν παρείχε σχεδόν καμία πληροφορία για τις δραστηριότητές της και τα συγκροτήματα που συνδέονταν με αυτή, οι Ataka 28 και οι TNF, έδωσαν μόνο δύο συνεντεύξεις, μία σε ένα ρωσικό και μία σε ένα λιθουανικό νεοναζιστικό φανζίν.

Η Εθνική Αντίσταση (Natsional’noe soprotivlenie) ξεκίνησε τις δραστηριότητές της στη Ρωσία το 2008. Έγινε μέλος ενός χαλαρού δικτύου ομάδων Εθνικής Αντίστασης που άρχισε να εδραιώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990 στη Γερμανία. Στη Ρωσία, αποτελείται κατά πάσα πιθανότητα από λίγα μόνο άτομα. Το δίκτυο των χαλαρών πυρήνων των «ελεύθερων εθνικιστών» αντλεί στοιχεία από τις νεοναζιστικές παραδόσεις και η ρωσική Εθνική Αντίσταση χρησιμοποιεί το σύμβολο μιας ρωσικής μεραρχίας των SS. Στην ιστοσελίδα της η οργάνωση παρέχει πληροφορίες για διάφορες ακροδεξιές εκδηλώσεις στην Ευρώπη, καθώς και συνεντεύξεις με εκπροσώπους ξένων οργανώσεων και WP συγκροτημάτων. Το 2010, μέλη της τσεχικής Εθνικής Αντίστασης επισκέφθηκαν τους ομολόγους τους στη Μόσχα.

Στο μεταίχμιο των δεκαετιών του 2000 και του 2010 άρχισαν να εμφανίζονται πυρήνες Αυτόνομων Εθνικιστών στη Ρωσία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που βρίσκεται στα όρια μεταξύ υποκουλτούρας, στρατηγικού σχεδίου και πολιτικής οργάνωσης. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές έχουν τις ρίζες τους στη Γερμανία, γύρω στο 2002 και το 2003, και από εκεί επεκτάθηκαν σε άλλες χώρες. Υιοθετούν την εικόνα του «μαύρου μπλοκ» και τον συμβολισμό των ακροαριστερών Autonomen, δίνοντας έμφαση στον ακτιβισμό του δρόμου και την αντικαπιταλιστική ρητορική. Όσον αφορά τις διεθνείς επαφές, στις 10 Μαρτίου 2012 οι Αυτόνομοι Εθνικιστές της οργάνωσης Volnitsa από το Νοβοσιμπίρσκ ταξίδεψαν σε μια συνάντηση στο Λβιβ της Ουκρανίας, που διοργανώθηκε από την Ukraynsky Avtonomny Opir. Μεταξύ των άλλων συμμετείχαν Πολωνοί Αυτόνομοι Εθνικιστές καθώς και εθνικιστές από τη Λιθουανία και τη Λευκορωσία. Στη συνάντηση μίλησε επίσης ένας εκπρόσωπος του ιταλικού νεοφασιστικού κινήματος Casapound, το οποίο δίνει έμφαση σε κοινωνικά ζητήματα.

Η εξάπλωση των νεοναζιστικών οργανώσεων της Ρωσίας στο εξωτερικό είναι ένα νέο φαινόμενο. Το 2008, η οργάνωση Wotan Jugend ιδρύθηκε στο πλαίσιο της υποκουλτούρας του εθνικοσοσιαλιστικού black metal (NSBM) και σταδιακά ενσωμάτωσε αρκετές δεκάδες ακτιβιστές από τη Ρωσία και την Ανατολική Ουκρανία. Το 2013, ένας από αυτούς, ο Ουκρανός Pavlo Lapshyn, δολοφόνησε έναν ηλικιωμένο μουσουλμάνο και διέπραξε βομβιστικές επιθέσεις σε τζαμιά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2013, η Wotan Jugend δημιούργησε επίσης παράρτημα στην Τσεχία. Το οργάνωσε ένας Ρώσος πολίτης, αλλά τα υπόλοιπα μέλη του ήταν Τσέχοι. Συμμετείχαν σε συγκεντρώσεις στη χώρα και εκπαιδεύτηκαν για πράξεις βίας. Το 2014, η αστυνομία διέλυσε την οργάνωση.

Στην αρχή της κρίσης στην Ουκρανία, τον Δεκέμβριο του 2013 και τον Ιανουάριο του 2014, πολλές ρωσικές νεοναζιστικές οργανώσεις υποστήριξαν τον Δεξιό Τομέα (Pravyi sektor) και άλλους Ουκρανούς νεοναζί. Οι Ρώσοι τους έβλεπαν ως παράδειγμα που θα ακολουθούσαν στον δικό τους αγώνα ενάντια στο καθεστώς στην πατρίδα τους. Μεταξύ αυτών που υποστήριξαν ανοιχτά τους εθνικιστές στο Μαϊντάν ήταν η Εθνική Αντίσταση. Ο Δεξιός Τομέας ευχαρίστησε μάλιστα τους Ρώσους σε ένα φυλλάδιο. Παρόλο που οι νεοναζί της Ρωσίας σταδιακά έπαψαν να υποστηρίζουν ανοιχτά τα γεγονότα στην Ουκρανία, συνεχίζουν να ασκούν κριτική στο καθεστώς Putin. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που αρκετές ακροδεξιές οργανώσεις στη Δυτική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των νεοναζί, έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους προς το καθεστώς του Putin στην ουκρανική κρίση.

Ανάλυση: η ξένη ακροδεξιά και το πολιτικό καθεστώς της Ρωσικής Ομοσπονδίας

Κατά την αξιολόγηση των δεσμών μεταξύ της ρωσικής ακροδεξιάς και φορέων στο εξωτερικό δεν πρέπει να παραλείψουμε την ανατροφοδότηση που παρέχουν οι φορείς αυτοί, τις αντιλήψεις τους για την κατάσταση στη Ρωσία και κυρίως τις συχνά θετικές αξιολογήσεις τους για το καθεστώς Putin. Θεωρούν ότι το ημιαυταρχικό και διεφθαρμένο ρωσικό καθεστώς είναι κάπως απέναντι από την αμερικανική ή τη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία και πιστεύουν ότι ο Putin εφαρμόζει τις πολιτικές του «για το καλό του έθνους» (ή, τουλάχιστον, ότι το κάνει πολύ περισσότερο από ό,τι οι δυτικοευρωπαίοι δημοκρατικοί ηγέτες). Έχει κερδίσει τη συμπάθειά τους κυρίως με αυτό που αντιλαμβάνονται ως εκστρατεία κατά των ολιγαρχών, και εκτιμούν ιδιαίτερα τα μέτρα που λαμβάνονται κατά ολιγαρχών εβραϊκής καταγωγής, όπως οι Khodorkovsky, Gusinsky και Berezovsky. Η εκτίμηση της ακροδεξιάς δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο αριθμός των ολιγαρχών και ο πλούτος τους έχουν μόνο αυξηθεί από τότε που ο Putin ήρθε στην εξουσία, και αυτό περιλαμβάνει και εκείνους εβραϊκής καταγωγής, όπως ο Viktor Vekselberg. Παρ’ όλα αυτά, ο Putin δεν έχει εκφράσει ποτέ δημόσια οποιαδήποτε συμπάθεια για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά και δεν συμμερίζεται το ιδεολογικό τους υπόβαθρο. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: πολλές ευρωπαϊκές ακροδεξιές οργανώσεις υποστηρίζουν ανοιχτά τον Putin σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αλλά σχεδόν όλες οι ακροδεξιές οργανώσεις στη Ρωσία αντιτίθενται στον Putin (εκτός από την impertsy και την εθνικιστική gosudarstvenniki), ενώ ο ίδιος ο Putin, από άποψη ιδεολογίας, δεν έχει σχεδόν τίποτα κοινό με την ακροδεξιά.

Στα μέσα ενημέρωσης έχουν εμφανιστεί ακόμη και εικασίες ότι το ουγγρικό ακροδεξιό κοινοβουλευτικό κόμμα Jobbik χρηματοδοτείται απευθείας από τη Ρωσία. Έχει υποστηριχθεί ότι το Jobbik είχε αρχικά αντιρωσική στάση, αλλά αργότερα εγκατέλειψε αυτή τη ρητορική, εστιάζοντας σε άλλα ζητήματα. Πηγές στη Βουδαπέστη αναφέρουν ότι τα ρωσικά χρήματα εισέρρευσαν στο κόμμα μέσω προσώπων-κλειδιά, ιδίως του Béla Kovacs, συμβούλου εξωτερικής πολιτικής του Jobbik. Αυτό το «ρωσικό δίκτυο» φέρεται να δημιουργήθηκε το 2008, όταν ο ηγέτης του κόμματος  Gabor Vona συμμετείχε σε συνέδριο στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια του οποίου ενδέχεται να είχε διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους του Κρεμλίνου. Από τότε υποτίθεται ότι υπάρχει μια έντονη φιλορωσική και αντιδυτική τάση στην πολιτική του Jobbik, που εκτιμά ιδιαίτερα την «κυρίαρχη δημοκρατία» του Putin και απορρίπτει τις φιλελεύθερες αξίες που ενσαρκώνει η ΕΕ. Ο Kovács φέρεται να έχει δεσμούς με τη Ρωσία που χρονολογούνται από την κομμουνιστική εποχή, όταν ασχολήθηκε με το διεθνές εμπόριο. Το 2003 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή της Ρωσικής Κρατικής Ακαδημίας στη Μόσχα και οι δεσμοί του με τη ρωσική επιχειρηματική σφαίρα φέρεται να αυξάνονται έκτοτε. Έχει υποστηριχθεί ότι αν το Jobbik χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό, αυτό θα γινόταν κρυφά μέσω ιδιωτών επιχειρηματιών, και ο Kovács είναι ακριβώς το κατάλληλο πρόσωπο για αυτό σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης.

Άλλα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη εκφράζουν συχνά τη συμπάθειά τους για τον Putin και το σημερινό ρωσικό πολιτικό σύστημα. Ο Volen Siderov, πρόεδρος του βουλγαρικού ακροδεξιού κοινοβουλευτικού κόμματος Επίθεση (Ataka), χάρισε στον Putin ένα έμβλημα του κόμματος και ένα αντίτυπο του βιβλίου του Fundamentals of Bulgarianism με την ευκαιρία των 60ών γενεθλίων του τελευταίου (7 Οκτωβρίου 2012). Συνεχάρη τον Putin και τόνισε ότι η Ρωσία έχει πλέον την ηγεσία που είχε ανάγκη. Το τσεχικό Εργατικό Κόμμα Κοινωνικής Δικαιοσύνης (Dělnická strana sociální spravedlnosti) προβάλλει επίσης προπαγάνδα υπέρ του Κρεμλίνου στον ιστότοπό του. Η πρόεδρος του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, Marine Le Pen, δήλωσε το 2011 ότι είναι απαραίτητη η δημιουργία μιας ρωσο-γαλλικής συμμαχίας «σε έναν πολυπολικό κόσμο στον οποίο οι προσπάθειες των ΗΠΑ να διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση τους με κάθε τίμημα μπορεί να οδηγήσουν σε πόλεμο. Το Παρίσι και η Μόσχα πρέπει να έρθουν πιο κοντά και από κοινού να στηρίξουν τη γεωπολιτική ισορροπία». Η στενή συνεργασία με τη Ρωσία πρέπει να είναι από τους βασικούς πυλώνες της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής σύμφωνα με τη Le Pen: «επιθυμούμε να εγκαταλείψουμε το ΝΑΤΟ και να δημιουργήσουμε μια σταθερή στρατηγική εταιρική σχέση με τη Μόσχα. Πιστεύουμε ότι αν το κάνουμε αυτό, η Γερμανία θα ακολουθήσει και θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε έναν άξονα Παρίσι-Βερολίνο-Μόσχα, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα για τη γεωπολιτική αναγέννηση της Ευρώπης». Η Le Pen υποστηρίζει επίσης ότι είναι κάπως γοητευμένη από τον Vladimir Putin. Ο σύμβουλός της Philippe Péninque πέρασε αρκετές ημέρες στη Ρωσία και πιθανότατα χρησιμοποίησε τις επαφές που είχε δημιουργήσει ο σύμβουλος της Le Pen για τη Ρωσία, Emmanuel Leroy. Τόσο ο Péninque όσο και ο Leroy ανήκουν στο «ευρωατλαντικό και φυλετιστικό» κίνημα, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα συμβατό με το καθεστώς Putin και εστιάζει περισσότερο στον ιστορικό Λεπενισμό παρά στον φυλετικό νεογκωλισμό που κυριαρχεί σήμερα στο κόμμα. Η Le Pen φέρεται να έχει καλλιεργήσει επαφές με τον βουλευτή της Ενωμένης Ρωσίας (Edinaya Rossiya) Sergei Markov και υποστηρικτές του Aleksandr Dugin. Ο ακροδεξιός θεωρητικός David Duke επαινεί επίσης τον Putin και τον υπερασπίζεται από μια κάπως αντισημιτική θέση· υποστηρίζει πως ο Putin έχει απαλλάξει τη Ρωσία από τη δηλητηριώδη επιρροή που ασκούν οι εβραίοι ολιγάρχες, γι’ αυτό και όλος ο δυτικός κόσμος, που ελέγχεται από το εβραϊκό κεφάλαιο και τα εβραϊκά μέσα ενημέρωσης, τον αντιμάχεται. Ο Duke υποστηρίζει επίσης πως τελικά η Ρωσία είναι πολύ πιο δημοκρατική από τις ΗΠΑ.

Το 2014, κατά τη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης, αρκετά άτομα που συνδέονται με την ευρωπαϊκή ακροδεξιά συμμετείχαν ως παρατηρητές στο δημοψήφισμα στην Κριμαία. Είχαν προσκληθεί από το Ευρασιατικό Παρατηρητήριο για τη Δημοκρατία και τις Εκλογές (EODE), με επικεφαλής τους Βέλγους Luc Michel και Jean-Pierre Vandersmissen, μέλη του Εθνικού-Ευρωπαϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος (Parti Communautaire National-Européen). Άλλοι παρατηρητές του EODE προέρχονταν από το Φλαμανδικό Συμφέρον (Vlaams Belang), το Αυστριακό Ελεύθερο Κόμμα (Freiheitliche Partei Österreichs), το βουλγαρικό Ataka, το σερβικό Κίνημα Dveri (Pokret Dveri) και τη Συμμαχία των Ευρωπαϊκών Εθνικιστικών Κινημάτων. Ωστόσο, έκαναν την εμφάνιση τους και μέλη διαφόρων αριστερών σχηματισμών. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά θεωρούνταν τότε σύμμαχος του Putin.

Συμπέρασμα

Οι επαφές της ρωσικής ακροδεξιάς είναι πολυάριθμες και ποικίλες, αλλά και τυχαίες και ασυνεχείς. Όσον αφορά την οργανωμένη κομματική πολιτική, η ρωσική ακροδεξιά διατηρεί τακτικές επαφές μόνο με ορισμένες περιθωριακές νεοναζιστικές οργανώσεις (NNS, DNF). Οι επαφές με τους ρωσόφιλους της Δυτικής Ευρώπης είναι πιο σημαντικές, αλλά τα άτομα αυτά επικεντρώνονται κυρίως στην ανάπτυξη των θεωριών τους και σε εμφανίσεις σε συνέδρια (Kris Roman, Guillaume Faye). Μόνο ορισμένοι εντός της ακροδεξιάς προσπαθούν συνήθως να «εξευρωπαϊστούν» (DPNI), καθώς δίνουν έμφαση στην πανευρωπαϊκή συνεργασία. Στη σκηνή της WP ήταν κυρίως το συγκρότημα Kolovrat που δημιούργησε εντατικές και σταθερές επαφές στο εξωτερικό. Η δημιουργία παραρτημάτων διεθνών νεοναζιστικών οργανώσεων (Hammerskins, Blood and Honour) κατέληξε σε φιάσκο όπως περιγράφηκε παραπάνω.

Με δεδομένη της ήδη αναφερθείσας ασυνέχειας, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ο ακριβής γεωπολιτικός προσανατολισμός αυτών των επαφών. Το ενδιαφέρον για τη Σερβία ήταν η αιτία μιας σχετικά σταθερής «εστίασης στα Βαλκάνια» εντός της ρωσικής ακροδεξιάς. Οι συνεργασίες σε άλλες περιοχές τείνουν να προκύπτουν από τυχαίες προσωπικές επαφές ή από το γεγονός ότι οι οργανώσεις έχουν έδρα εκεί και έχουν επίσης ιδρύσει παραρτήματα στη Ρωσία. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί σχετικά σταθεροί δεσμοί με νεοναζιστικές δομές της Κεντρικής Ευρώπης (στη Γερμανία και την Τσεχία) χάρη στις δραστηριότητες των Kolovrat, της Εθνικής Αντίστασης και των Αυτόνομων Εθνικιστών. Ο ενεργός ρόλος των ρωσικών οργανώσεων στη δημιουργία νέων μορφών διακρατικών δομών, όπως το Ρωσο-Σλοβακικό Σώμα, μπορεί να προμηνύει μια ισχυρότερη από πριν επέκταση της ρωσικής ακροδεξιάς στο διακρατικό πεδίο. Η περίπτωση της Wotan Jugend είναι ένδειξη αυτών των προσπαθειών.

Άμεσες επαφές μεταξύ της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και του Κρεμλίνου υπήρχαν ήδη πριν από την κρίση στην Ουκρανία και αφορούσαν τον κύκλο γύρω από τον Aleksandr Dugin, ο οποίος έχει δεσμούς με τους κύκλους του Putin. Υπό την επίδραση των επιεθτικών μέτρων του Putin κατά του «Μαϊντάν» και της νέας ουκρανικής ηγεσίας στις αρχές του 2014, οι δεσμοί αυτοί ενισχύθηκαν. Στο μέλλον μπορεί ακόμη και να ωθήσουν στο παρασκήνιο τους δεσμούς μεταξύ αντισυστημικών υποκουλτούρων και χαλαρά οργανωμένων ακτιβιστών.

* Για το συνέδριο «Το Μέλλον Του Λευκού Κόσμου» μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο άρθρο των Richard Arnold και Ekaterina Romanova εδώ

από: https://geniusloci2017.wordpress.com