Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 14 Φεβ 2021
Μέρες ίδιες, μέρες αλλιώτικες
Κλίκ για μεγέθυνση

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ, ΟΠΥ ΖΟΥΝΗ







14.02.2021, 11:00

 

 

Ησυχία… Απίστευτη ησυχία… Ποιος να το έλεγε ότι θα αναζητούσε λίγο θόρυβο. Οχι όποιον κι όποιον θόρυβο. Αλλά εκείνον τον δημιουργικό, που έχει κουβέντες και φωνές και γέλια και αντιπαράθεση καμιά φορά. Της έλειπαν τόσο οι φίλοι, οι διαδρομές για τη δουλειά, οι συναναστροφές που έφερναν.

Οι ήχοι της πόλης το βράδυ ήταν ελάχιστοι, συχνά περνούσε μια νύχτα και το μόνο που άκουγε ήταν η μηχανή ενός αυτοκινήτου που κυλούσε στον δρόμο μπροστά από το σπίτι.

«Τι να συμβαίνει άραγε;», αναρωτιόταν. «Τι να του συμβαίνει και βγήκε ο άνθρωπος αυτός μέσα στη μαύρη νύχτα;».

Είχε μάθει να κοιμάται αργά, χρόνια τώρα. Και ενώ κάποτε, ειδικά τα καλοκαίρια, απολάμβανε αυτή τη νυχτερινή ησυχία, τώρα αισθανόταν έναν αδιόρατο φόβο, μια αγωνία που δεν είχε πρόσωπο, ούτε οσμή. Ερρεε δίπλα της, ύπουλα, ρίχνοντας σκιές παντού. Ακόμη και στον ήλιο το μεσημέρι, που καμιά φορά μπορούσε να σε ξεγελάσει στην καρδιά του χειμώνα και να βγεις στο μπαλκόνι με το φανελάκι.

Αλλά τώρα ο ήχος των αυτοκινήτων τη νύχτα ήταν αιτία ανησυχίας. Η σκέψη της πήγαινε μόνο στο κακό. Για να βγει κάποιος μέσα στην πανδημία, με απαγόρευση κυκλοφορίας, νύχτα, δεν ήταν για καλό.

Κι αν από τη λεωφόρο, λίγα στενά πιο πάνω, ακουγόταν σειρήνα, έκανε μια προσευχή. Γι’ αυτόν που είχε την ανάγκη της άμεσης φροντίδας, γι’ αυτούς που θα είχαν την αγωνία του, αλλά και για εκείνη. «Πόσο καιρό ακόμα; Πόσοι άνθρωποι ακόμα;», έλεγε.

Δεν τολμούσε να μοιραστεί με τους δικούς της στο σπίτι αυτή τη σκέψη. Φοβόταν να την ξεστομίσει. Για να μην τρομάξουν και χάσουν την ελπίδα τους, για να μην τρομάξει κι εκείνη και απογοητευτεί. Μόνο με έναν-δυο φίλους καμιά φορά στο τηλέφωνο έλεγαν κάτι - κι αυτό προσεκτικά. Για εκείνη την ωραία και μεγάλη βόλτα στα στενά της παλιάς πόλης, τον μακρύ καφέ στο καφενεδάκι με τα μεταλλικά τρίποδα στρογγυλά τραπέζια και εκείνη τη βουτιά στη θάλασσα, την τελευταία πριν έρθει ο χειμώνας.

«Θα δείξει», «θα δούμε», «μπορεί». Με αυτές τις λέξεις έκλειναν οι συζητήσεις για τα νέα σχέδια - αλήθεια, ποιος μπορούσε να κάνει σχέδια και να ξέρει ότι θα γίνουν πραγματικότητα; Τα πολεμικά ανακοινωθέντα στα δελτία ειδήσεων και κάτι τεράστια επιτιμητικά δάχτυλα που τους έδειχναν διαρκώς, δεν άφηναν και περιθώρια.

Και όμως, ένα ξημέρωμα, έπειτα από μια τέτοια ίδια νύχτα, έπειτα από μια απαράλλακτη μέρα, που άκουσε ξανά ασθενοφόρο να περνάει από τον δρόμο ταράζοντας τη σιωπή και το σκοτάδι, ένα ωραίο φως την ξύπνησε, έπειτα από ένα ωραίο όνειρο.

Είχε βρεθεί σε ένα νησί, μια βραδιά ζεστή. Μα τι ωραία βόλτα ήταν αυτή στα στενά; Και πόσο όμορφα μύριζαν τα γιασεμιά… Οι άνθρωποι περπατούσαν αγκαλιασμένοι, γελούσαν, μιλούσαν και τα μάτια τους έλαμπαν.

Το δέρμα τους μύριζε θάλασσα και έτρεμε ζεστό στο φύσημα της αύρας.

Μαζί τους κι εκείνη, μέρος μιας ζωντανής ημέρας, αλλιώτικης μέρας, μιας αλλιώτικης νύχτας.

Φως την ξύπνησε, φως πρωινό, και δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια, γιατί το όνειρο θα τελείωνε και δεν ήθελε να το χάσει. Γιατί να σηκωθεί; Αφού την περίμενε ένα οχτάωρο μπροστά σε μια οθόνη, επικοινωνία μέσω της ίδιας οθόνης, μόνη βόλτα τα ψώνια και το φαρμακείο, άντε και τρεις γύροι μέχρι πέντε στενά πιο κάτω.

Μα όπως γύρισε από το άλλο πλευρό, κάπως της φάνηκε ότι το δέρμα της μύριζε λεμόνι και μαστίχα, σαν την κρέμα που φορούσε μετά τον ήλιο. Κι ότι έξω από το παράθυρο, που ξέχασε να κλείσει το παντζούρι τη νύχτα, είδε να πετούν λευκά πουλιά.

Το όνειρο την ακολουθούσε και στον ξύπνιο της. Και τότε έκανε μια άλλη προσευχή, αυτήν της Μαρίας Νεφέλης: «Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου!»*

Μήπως έρθουν κι άλλες τέτοιες μέρες αλλιώτικες.

*«Μαρία Νεφέλη», Οδυσσέας Ελύτης

[email protected]
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πηγη: https://www.efsyn.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου