Με αφορμή τους πρόσφατους χειρισμούς της κρατικής διαχείρισης, γίνεται συχνά λόγος για το φαινόμενο του ρουσφετιού και της διαφθοράς στον ελλαδικό χώρο. Ένα φαινόμενο, όμως, που διακρίνεται για την παρουσία του σε κάθε πολιτειακό σύστημα εξουσίας και διακυβέρνησης, έχει την αφετηρία του χιλιάδες χρόνια πριν και επεκτείνεται γεωγραφικά παντού. Πρόκειται για μια λειτουργία εξυπηρετήσεων και «αφανών» πελατειακών σχέσεων, συνυφασμένων με την εξουσία. Από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, στους «πάτρωνες» της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τα spoils systems (σύστημα λαφύρων) της σύγχρονης φιλελεύθερης αμερικάνικης εξουσίας, συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές συναντώνται σταθερά σε κάθε πολιτικό σύστημα. Εντοπίζονται συνεπώς από τις πανίσχυρες φατρίες της αρχαιότητας έως τα σύγχρονα δημοκρατικά δίκτυα εξουσίας.
Το ρουσφέτι, λοιπόν, είναι η ανταλλαγή πολιτικής υποστήριξης με ευνοϊκές μεταχειρίσεις, διορισμούς ή νομικές εξαιρέσεις. Το «ρουσφέτι» (από την οθωμανική λέξη rüşvet που σημαίνει δωροδοκία) ορίζεται στην πολιτική επιστήμη ως η συναλλαγή εύνοιας: ένας πολιτικός προσφέρει προνόμια ή διορισμούς σε έναν ψηφοφόρο, παρακάμπτοντας την αξιοκρατία, με αντάλλαγμα την εκλογική στήριξη. Στην Ελλάδα συνδέθηκε άρρηκτα με τον πελατειακό καπιταλισμό και τη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους. Αποτελεί έναν εδραιωμένο, μη απρόσωπο μηχανισμό εξουσίας του Κράτους, που δομείται βάσει ενός πυκνού πλέγματος εξουσιαστικών σχέσεων από τον μικρότερο οικισμό της επικράτειας μέχρι τις μητροπόλεις. Από τους τοπάρχες μέχρι του Μαξίμου.
Ο Ιωάννης Κωλέττης περιγράφεται ως ο πρώτος πρωθυπουργός του νεοελληνικού κράτους που εφάρμοσε εκτεταμένα και συστηματικά το μοντέλο του «ρουσφετιού» και των εξυπηρετήσεων. Στην οικία του, που βρισκόταν στην Πλάκα, συνωστίζονταν «φουστανελοφόροι από την εξώπορτα μέχρι τα σκαλιά». Του ζητούσαν μια θέση, μια σύνταξη, ένα παράσημο Αγώνα. Τους εξαπατούσε συνήθως με την εξής φράση: «Έχεις δίκιο, αγαπητέ. Εγώ γνωρίζω πολύ καλά τις πατρικές και τις προσωπικές σου υπηρεσίες και τα δικαιώματα της οικογένειάς σου. Μείνε ήσυχος. Θα λάβω υπ’ όψη το αίτημά σου και θα στο ικανοποιήσω!». Είναι δεδομένο, όμως, ότι οι «πελάτες-ψηφοφόροι» δεν εκπαιδεύτηκαν σε κάτι καινούργιο και καινοφανές αλλά συνέχισαν μια μετασχηματισμένη οθωμανική πρακτική.
Το ζήτημα της μετάβασης και του μετασχηματισμού της πολιτειακής εξουσίας του 19ου αι., από την «οθωμανική» στην «ελληνική», έχει απασχολήσει αρκετά ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες, αλλά, παρά τις καλές προθέσεις ορισμένων, οι περισσότεροι από αυτούς προσεγγίζουν με στοιχεία παραγνώρισης της οθωμανικής πραγματικότητας. Κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε ορισμένα βασικά στοιχεία της εποχής και πώς αυτά δομούν μια νέα συνθήκη. Οι κοτζαμπάσηδες, προεστοί και δημογέροντες, αποτελούσαν βασικό πυλώνα της οθωμανικής εξουσίας, διαφορετικού θρησκεύματος από τους οθωμανούς, και ήταν σε πολλές περιπτώσεις τα ίδια φυσικά πρόσωπα ή μέλη των οικογενειών τους που συνέχισαν την εξουσιαστική τους δράση και με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Συνεπώς η αποσύνδεση και η αποκοπή του «ανατολικού» παρελθόντος και η εδραίωση ενός «δυτικού» νεωτερικού κράτους, όπως προέκυψε μάλιστα μετά την Επανάσταση, αποτελούν στοιχεία παραγνώρισης της οθωμανικής πραγματικότητας και υποβάθμισης των σχέσεων εξουσίας, όπως αυτά δομούνται πριν και μετά το 1830. Με άλλα λόγια, ο μετασχηματισμός της πολιτειακής διοίκησης εντάσσεται στην υιοθέτηση ενός νέου θεσμικού πλαισίου, τη στιγμή «που σε τοπικό επίπεδο οι δομές της εξουσίας παραμένουν αναλλοίωτες, κυριαρχούμενες από τις πελατειακές ανταλλαγές και την προσπάθεια άλωσης του κρατικού μηχανισμού». (Ξανακοιτώντας την ιστορία του Κράτους στην Ελλάδα, Κ. Κωστής, εκδ. Πατάκη, 2024). Ο Κ. Κωστής αμφισβητεί τη δυνατότητα για επίκληση ενός εθνικού, δηλαδή νεωτερικού κράτους, μετά την Επανάσταση. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι όλα τα στοιχεία διακυβέρνησης της οθωνικής περιόδου συγκλίνουν στην άποψη της παρουσίας ενός προ-νεωτερικού κράτους που διαχειρίζεται της αντιθέσεις των ελίτ. Να σημειώσουμε ότι το «ανάθεμα» για τα κακά και στραβά του ελληνικού κράτους στα «400 χρόνια σκλαβιάς» εκτός όλων των άλλων προβληματικών προσεγγίσεων που έχει, αποκρύπτει και τις ευθύνες που υπάρχουν διάχυτες σε όσους συμμετέχουν με τον έναν ή άλλον τρόπο στη διαχείριση της εξουσίας. Άλλωστε οι πελατειακές σχέσεις χρειάζονται δυο πόλους για να λειτουργήσουν και μάλιστα αποτελούν ένα πλέγμα με πολλά επίπεδα.
Στη σύγχρονη εποχή, πέραν της κλασικής ρουσφετολογίας που αφορά διορισμούς, αναθέσεις, συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα αδιαφανώς, πίστωση χρημάτων μέσω παρατυπιών και πολλά άλλα, υπάρχουν οφέλη έμμεσα για πολλούς. Παραδείγματος χάρη, κάποιος που εργάζεται σε εταιρεία που λαμβάνει δημόσια έργα μέσω του συστήματος διαπλοκής (βλ. Siemens, Ελληνικός Χρυσός κ.ά.), έχει αποδειχθεί ότι το σύστημα αμοιβών αυτών των εταιρειών είναι υψηλότερο από το μέσο όρο, όχι λόγω υψηλότερης παραγωγικότητας και ικανοτήτων αλλά διότι η ευχέρεια κατανομής μπόνους από τη διοίκηση είναι σαφώς μεγαλύτερη αφού τα χρήματα ουσιαστικά είναι από το δημόσιο ταμείο. Οι εργαζόμενοι αυτών των εταιρειών, μικρών και μεγάλων, είναι και αυτοί δυνητικοί «πελάτες» του συστήματος. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που «ψηφοφόροι-πελάτες» ζητούν από βουλευτές την τοποθέτησή τους, όχι σε ΔΕΚΟ, Δημόσιο και Δήμους αλλά σε ιδιωτικές εταιρείες με αυτά τα χαρακτηριστικά. Αποτελεί και αυτό ένα οξύμωρο μόρφωμα του καπιταλισμού που ο «δημόσιος» προσλαμβάνει στον «ιδιωτικό»! Εμάς όμως που διαρκώς επιμένουμε ότι οι σχέσεις κράτους και καπιταλισμού είναι αλληλένδετες και ανατροφοδοτούμενες, τέτοιες καταστάσεις δεν μας ξαφνιάζουν.
Ένα ακραίο παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Αύγουστο στις ΗΠΑ του Τραμπ. Το αμερικάνικο δημόσιο δεσμεύτηκε ότι θα αγοράσει το 10% των μετοχών της προβληματικής ιδιωτικής εταιρείας κατασκευής μικροτσίπ Intel, μια πράξη που όπως ήταν αναμενόμενο επικρίθηκε από πολλούς ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές, οι οποίοι την χαρακτήρισαν ως είσοδο του σοσιαλισμού από την κεντρική πόρτα. Τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία όμως εξήρε ο Μπέρνι Σάντερς, λέγοντας ότι «οι φορολογούμενοι δεν πρέπει να δίνουν δισεκατομμύρια δολάρια σε κρατικές επιδοτήσεις για μεγάλες κερδοφόρες επιχειρήσεις, όπως η Intel, χωρίς κάποιο αντάλλαγμα». Έρχεται και αυτό να προστεθεί σε μια επιπλέον μορφή ρουσφετιού και διαπλοκής. Αντίστοιχα το ελληνικό κράτος εφαρμόζει την πολιτική των κρατικών-ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (Ταμείο Ανάκαμψης κ.λπ.) σε μεγάλες βιομηχανίες, όπου το αντάλλαγμα δεν είναι το 10% σε μετοχές, όπως του Τραμπ, αλλά η πρόσληψη «πελατών». Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τα δυο μέτρα και δυο σταθμά που εφαρμόζονται από τους εξουσιαστές. Όταν μια εταιρεία, π.χ. Λάρκο, δημόσια ή ημιδημόσια, όπου πλήθος εργαζομένων της έχουν προσληφθεί μέσω των βουλευτικών γραφείων, υποχρεώνεται για διαφόρους λόγους να κλείσει, η αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στη συγκεκριμένη «εργατική τάξη» είναι σαφώς διαφορετική. Μετατάξεις, επιδόματα, ειδικά προγράμματα απασχόλησης δημιουργούν σαφώς μια προνομιακή μεταχείριση έναντι των υπολοίπων, οι οποίοι απολύονται και πετιούνται σαν «στυμμένες λεμονόκουπες». Αυτή η διαφοροποίηση δεν πρέπει να οδηγεί σε ανταγωνιστικές λογικές μεταξύ των καταπιεσμένων αλλά αποτελεί μια παράμετρο του τρόπου που δομούνται οι σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας από την πολιτική και οικονομική εξουσία. Καταπιεσμένοι μεν, υποτελείς δε, μολυσμένοι από τον μικροκομματικό ιό της ατομικής βόλεψης. Μιας άλλης μορφής και διάστασης της νομενκλατούρας. Άλλωστε και στα καθεστώτα σοβιετικού τύπου, τα ρουσφέτια αποτελούσαν καθημερινή πρακτική, από την εξασφάλιση βασικών ειδών διατροφής μέχρι διορισμούς και προνόμια. Προσωπικές σχέσεις, διασυνδέσεις και ανταλλαγές πλαισιώνουν τον μηχανισμό άσκησης εξουσίας και σε αυτά τα καθεστώτα. Απλά εκεί δεν παζαρευόταν η ψήφος αλλά η υποταγή.
Στο αντίπαλο δέος, οι ΗΠΑ, από το 19ο αιώνα είχαν αναπτύξει το Spoils System (σύστημα λαφύρων), όπου ένα πολιτικό κόμμα, μετά τη νίκη του σε εκλογές, ανταμείβει τους υποστηρικτές του με κυβερνητικές θέσεις, διορισμούς και άλλες εξυπηρετήσεις. Ο συγκεκριμένος θεσμός παρ’ ότι έγινε ευρέως γνωστός από τον πρόεδρο Άντριου Τζάκσον ως μορφή πολιτικής ανταπόδοσης, αντικαθιστώντας τους δημοσίους υπαλλήλους με πιστούς οπαδούς, εισήχθη στην αμερικάνικη πολιτική σκηνή από τον Τζόρτζ Ουάσινγκτον, για να συνεχίσουν την ίδια πρακτική και οι επόμενοι. Ευνοιοκρατία, οικογενειοκρατία και νεποτισμός ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά για όλο σχεδόν τον 19ο αιώνα στις ΗΠΑ. Διάφοροι νόμοι από το 1883 και ύστερα επεδίωξαν να βάλουν μια σειρά στον τρόπο χρήσης της δημόσιας διοίκησης. Και γι’ αυτό τα δυο κύρια κόμματα στράφηκαν σε φανερές χρηματοδοτήσεις χορηγών-δωρητών αναπτύσσοντας μια άλλη μορφή εξυπηρέτησης. Πάντως το συγκεκριμένο σύστημα επέζησε σε πολλές κομητείες και δήμους των ΗΠΑ μέχρι και πριν από σαράντα χρόνια.
Όμως αυτές οι μορφές πατρωνίας, όπως και πολλές άλλες οι οποίες με την πάροδο των αιώνων ενισχύθηκαν και διαδόθηκαν, έχουν τις ρίζες τους στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. H πατρωνία στη ρωμαϊκή κοινωνία τοποθετείται στο πλαίσιο των σχέσεων συναλλαγής μεταξύ των συμβαλλομένων που κατείχαν διαφορετικές κοινωνικές θέσεις. Εντοπίζεται μεταξύ των πατρώνων και των πελατών, μεταξύ του αυτοκράτορα και των υπηκόων του, καθώς και μεταξύ ατόμων που κατέχουν διαφορετικής βαρύτητας θέσεις. Οι «πατέρες», οι «πατρίκιοι» και οι απόλυτοι εξουσιαστές της οικογένειας ήταν οι προπομποί της εμφάνισης του θεσμού της πατρωνίας στη ρωμαϊκή κοινωνία. Η σχέση πατρωνίας – πελατών, ασφαλώς εξυπηρετούσε και τα δύο «αντισυμβαλλόμενα» μέρη ώστε οι ισχυροί να εδραιώνουν βαθύτερα την ισχύ τους έναντι σε αυτούς που προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Τόσο οι μικροκαλλιεργητές-αγρότες όσο και οι μέτοικοι ζητούσαν την προστασία των ισχυρών οικογενειών της Ρώμης και καλούνταν «πελάτες» / «clients». Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ο όρος «πελατειακό κράτος» δεν είναι απλά ένας περιγραφικός όρος που γλαφυρά αποτυπώνει τις σχέσεις και το αλισβερίσι μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων. Είναι ένας όρος καθαρά πολιτικός με στιβαρή δομή και θέση στο κρατικό οικοδόμημα. Οι πάτρωνες είχαν το δικαίωμα να απελευθερώσουν έναν δούλο και να γίνει «πελάτης». Η σχέση μεταξύ πατρώνων και πελατών βασιζόταν στην αλληλοϋποστήριξη. Μετά τον 5ο αι. π.χ.χ. οι πλούσιες οικογένειες επιζητούσαν να αυξήσουν το κύρος και τη δύναμή τους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερα πλήθη πελατών, ενώ το όφελος των πελατών ήταν η παροχή τροφίμων, χρημάτων καθώς και ενός μικρού μέρους γης για καλλιέργεια. Ήταν μια σχέση λοιπόν ξεκάθαρης εξαγοράς, όπου, εάν αναλογιστούμε την επιδραστικότητα που είχε η ρωμαϊκή πολιτική εξουσία στις ζωές των ανθρώπων και ότι μέχρι σήμερα τα θεμέλια της πολιτικής ηγεμονίας τοποθετούνται εκεί, αντιλαμβανόμαστε πόσες γενιές ανθρώπων έχουν εμποτιστεί με αυτές τις συναλλακτικές σχέσεις, με αυτά τα «δούναι και λαβείν».
Ασφαλώς ως πάτρωνες εμφανίζονταν οι διοικητές / έπαρχοι των επαρχιών της Ρώμης, οι ευεργετούμενοι επαρχιώτες ήλπιζαν στην εξασφάλιση πολιτικών δικαιωμάτων και ευνοϊκής μεταχείρισης. Οι δε πάτρωνες δωροδοκούνταν από τους πελάτες τους σε μια σχέση που έχει χαρακτηριστεί από τους ιστορικούς ως ακατάλυτη. Συγκεκριμένα, ο τύπος της πατρωνίας που εμφανίζεται ως «σχέσεις των άνισων φίλων» προσέλαβε ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Οι επιφανέστεροι, λειτουργώντας ως πάτρωνες στους υποδεέστερους φίλους τους, συνέβαλαν καθοριστικά στη στρατολόγηση νέων μελών της ελίτ, της νέας γενιάς αξιωματούχων. Οι ευεργετηθέντες ανταπέδιδαν με τιμές και με κληροδοτήματα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους πάτρωνες τους, ενώ χιλιάδες σελίδες εξύμνησης αυτών έχουν γραφτεί από φιλοσόφους, στοχαστές, ποιητές που συμμετείχαν ως αρχικοί πελάτες στο σύστημα νομής.
Αντίστοιχα οφέλη αποκόμιζαν και οι ελλαδίτες πελάτες της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως ήταν η απόκτηση του τίτλου του Ρωμαίου πολίτη. Ο τίτλος δινόταν κυρίως από ρωμαίους στρατηγούς, είτε από μεσολάβηση του πάτρωνα στον αυτοκράτορα είτε από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Εκείνοι που έπαιρναν τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη έφεραν και το όνομα του γένους του πάτρωνος στο όνομα τους.
Όμως ο αυτοκράτορας ως απόλυτος πάτρωνας, δεν επιχείρησε να καταστεί ως άμεσος πάτρωνας σε όλους τους υπηκόους διότι θα υπονομευόταν ο προσωπικός χαρακτήρας της ευγνωμοσύνης των υπηκόων που ευεργετούνταν. Δηλαδή, ναι μεν ήταν ο πάτρωνας όλων των πελατών αλλά ήθελε αυτό να δομηθεί μέσα από την αλυσιδωτή ιεραρχική σχέση των μεσαζόντων. Έτσι, ο πελάτης ένιωθε ότι τον εξυπηρετεί κάποιος προσωπικά και άμεσα αλλά απέδιδε σεβασμό και υποταγή στον ανώτατο άρχοντα της πυραμίδας. Οπότε, η δομή εξουσίας δεν ήταν απρόσωπη και η ευνοϊκή μεταχείριση του καθενός ξεχωριστά διατηρούσε την αίσθηση της μοναδικότητας και της σημαντικότητας. Είχε κατασκευαστεί αυτό, που με όρους σύγχρονου marketing, αποκαλείται «πελατοκεντρικό σύστημα». Έτσι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες τροφοδοτούσαν ένα συναίσθημα ευγνωμοσύνης που αποτελούσε το ισχυρότερο όπλο για τη νομιμοποίηση της εξουσίας τους.

Όμως δεν νοείται ρουσφέτι και συναλλαγή χωρίς την παρουσία της διαφθοράς, της διαπλοκής και της δωροδοκίας. Όλα αυτά τέμνονται μεταξύ τους και υφαίνουν τον ιστό του πλέγματος πυκνών εξουσιαστικών σχέσεων. Η διαφθορά είναι συνώνυμο της εξουσίας, όπως και η αλαζονεία «ίδιον των κυβερνώντων», κατά τον Σπινόζα. Όταν μάλιστα ασκείται παρατεταμένα έχει την τάση να αυξάνεται. «Η αλαζονεία των ευγενών είναι διακοσμημένη με μεγαλοπρέπεια, πολυτέλεια, χλιδή, μια κάποια αρμονία ελαττωμάτων είναι ηλίθια με τρόπο λαμπρό και ανήθικη με τρόπο κομψό: ούτως ώστε αυτά τα ελαττώματα, που αν εξεταστούν το καθένα χωριστά είναι εμφανώς επαίσχυντα και απεχθή, να φαίνονται αξιότιμα και εξαίρετα στους αμαθείς και τους αφελείς» (Πολιτική Πραγματεία, Σπινόζα). Έτσι λοιπόν για τα ρουσφέτια «δεν φταίμε εμείς οι πολιτικοί», λένε ως αυθεντικοί αλαζόνες, αλλά μας το ζητούν οι ψηφοφόροι, που ταλαιπωρούνται από το βραδυκίνητο Κράτος και τους βοηθάμε στα δίκαια αιτήματά τους. Κάτι σαν ΚΕΠ… Ενώ, όταν κάποιος πολίτης έχει το «θράσος» να καταγγείλει με επιστολή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ, τότε αυτή η πρακτική βαφτίζεται από τη συμπαιγνία εξουσιαστών και δημοσιογράφων ως ένα είδος ρουσφετιού! Την ίδια στιγμή, με πρόταση του προέδρου της Βουλής μεθοδεύεται το «μαύρο» στη τηλεοπτική κάλυψη των εξεταστικών επιτροπών, πετώντας στον «κάλαθο των αχρήστων» όλη την προγενέστερη επιχειρηματολογία τους που πλαισίωνε την ανάγκη ίδρυσης του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, στο όνομα της διαφάνειας και της άμεσης δημοκρατίας, και όχι για την επέκταση των «πελατειακών σχέσεων».
Όπως είδαμε και παραπάνω, οι βασικοί πυλώνες διακυβέρνησης και εφαρμογής της κρατικής εξουσίας είναι κοινοί, είτε αναφερόμαστε στην «ανατολή» είτε στη «δύση». Είτε στον φιλελεύθερο καπιταλισμό είτε στον κρατικό «σοσιαλισμό». Γι’ αυτό και η διαπλοκή και η διαφθορά συναντάται και στη «μητέρα» του αστικού εθνικού κράτους με τους δημοκρατικούς θεσμούς, την Γαλλία, όπου ο πρώην πρόεδρος Σαρκοζί καταδικάστηκε επανειλημμένα για «σύσταση εγκληματικής οργάνωσης» και χρηματοδότηση από τον Καντάφι, ως μια μη αποδεκτή πελατειακή σχέση! Πρωτύτερα, ένας άλλος πρόεδρος, ο Ζ. Σιράκ, είχε καταδικαστεί επίσης για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, αφού έκανε εικονικές προσλήψεις δημοτικών υπαλλήλων όταν ήταν δήμαρχος Παρισιού.
Μέσα, λοιπόν, σε αυτό τον οχετό που πλέει η κάθε εξουσία εμφανίζονται στις δύσκολες περιστάσεις οι κάθε λογής φτιασιδωτές για να την καλλωπίσουν, ώστε να εξαπατήσουν ή να ανανεώσουν(;) το πελατειακό συμβόλαιο. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι προτάσεις της μορφής, για 200 βουλευτές αντί για 300, οι οποίες κατατίθενται από τον κύκλο του Πρωθυπουργού εφαρμόζοντας για ακόμη μια φορά παρελκυστική τακτική. Φυσικά, σε αυτή την περίπτωση τού την έπεσαν οι μεσάζοντες-πάτρωνες της ΝΔ, κτυπώντας τον αλαζόνα και αμετροεπή Α. Σκέρτσο, ενθυμούμενοι το «επιτελικό κράτος». Σε αυτό το πεδίο διαβλέπουμε ενδεχόμενη ενδοεξουσιαστική «κοντρίτσα», αφού και η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία πρόσφατα «απέσυρε» τον πολύ Μακάριο από το τερέν, συνεχίζει να μιλάει για μονοεδρικές και λίστα. Έτσι, θα έχουμε αυτούς που θα μιλούν για 300-500-1.000 βουλευτές στο όνομα της Δημοκρατίας και σε αυτούς που για λόγους δημογραφικούς, οικονομικούς και πολιτικού marketing θα ερίζουν για 200 έδρες.
Σε κάθε περίπτωση, το Κράτος θα διατηρήσει την ισχύ του και με σταθερές τις πελατειακές και διαπλεκόμενες σχέσεις, γιατί δεν είναι ο ποσοτικός αριθμός των βουλευτών ή των υπουργών που καθορίζει το μοντέλο της διακυβέρνησης. Αντίθετα, είναι το πώς αυτοί που δεν έχουν την εξουσία θα συνεχίζουν να την αρνούνται και να μάχονται για να την καταργήσουν. Δεν θέλουμε ούτε να εξουσιάζουμε αλλά ούτε και να εξουσιαζόμαστε. Όσο πιο διάχυτη είναι αυτή η πεποίθηση, τόσο η εξουσία δεν θα μπορεί να δομεί τις σχέσεις του πάτρωνα και της πατρωνίας που αναλύσαμε παραπάνω. Και όλες οι προσπάθειες για εξαπάτηση θα πέφτουν στο κενό. Είμαστε βέβαιοι, πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ξεκάθαρα ότι οι λόγοι ύπαρξης της εξουσίας δεν είναι για την ορθότερη οργάνωση και την εύρυθμη λειτουργία της πολυπληθούς κοινωνίας των «άγριων» ανθρώπων που πρέπει να εκπολιτιστούν. Μέγα ψέμα εξαπάτησης. Όμως το κάθε ψέμα έχει κοντά ποδάρια… Αιώνων μεν αλλά χρονικά υποδεέστερα από τις εξισωτικές κοινωνίες των ανθρώπων που δομούνταν στην εμπιστοσύνη και στην αλληλεγγύη για χιλιάδες χρόνια πριν.
Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.270, Μάιος 2026
πηγη:https://anarchypress.wordpress.com

