Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 22 Μάρ 2021
Keith Jarrett / Τέλος εποχής για έναν μεγάλο αυτοσχεδιαστή
Κλίκ για μεγέθυνση






 

Γεννήθηκε πριν από 75 χρόνια και η απώλεια τον σημάδεψε όταν, τον Σεπτέμβριο του 2020, έφυγε στα 85 του χρόνια ο σταθερός συνεργάτης του στο περίφημο «Standards Trio», ο μπασίστας και καλός του φίλος Gary Peacock.

 

Είχε προηγηθεί o ντράμερ του ιδιαίτερα επιδραστικού στη Γηραιά  Ήπειρο ευρωπαϊκού του κουαρτέτου, ο Jon Christensen, που ήρθε να συμπληρώσει τις οδυνηρές απώλειες των μελών του αμερικανικού του κουαρτέτου της δεκαετίας του 1970. Του σπουδαίου χειριστή των μπάσων χορδών Charlie Haden και του cool χειριστή των κρουστών Paul Motian, καθοριστικών μορφών στην εξέλιξη της σύγχρονης τζαζ του 20ού αιώνα.

Όλα μοιάζουν μακρινά

Την τελευταία φορά που έπαιξε ζωντανά μπροστά σε κοινό ήταν το 2017 στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης. Ο Jarrett ξεκίνησε τη συναυλία με έναν φορτισμένο μονόλογο για τη διακυβέρνηση Τραμπ, ενώ συχνά διέκοπτε τους αυτοσχεδιασμούς του για κάποιο πικρό πολιτικό σχόλιο. Στο τέλος της βραδιάς ευχαρίστησε με δάκρυα στα μάτια το κοινό για τη συγκινητική παρουσία του. Τώρα όμως όλα αυτά μοιάζουν μακρινά.

Χωρίς καμία άλλη εξήγηση όλα τα προγραμματισμένα σόλο κοντσέρτα του ματαιώθηκαν. Η δισκογραφική ECM έκανε μία γενικόλογη αναφορά σε «θέματα υγείας». Για δύο χρόνια δεν υπήρξε καμία άλλη ενημέρωση, έως ότου ο Jarrett έσπασε τη σιωπή του στα τέλη του 2020 μιλώντας στους New York Times για την αιτία: τα δύο εγκεφαλικά επεισόδια του 2018 που δεν θα του επέτρεπαν πια να παίξει μπροστά στο κοινό.

«Όταν ακούω πιάνο που παίζεται και με τα δύο χέρια, αυτό για μένα είναι πολύ εκνευριστικό, ακόμα και όταν ακούω Σούμπερτ ή κάτι άλλο απαλό. Επειδή ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να το κάνω στο μέλλον. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει το αριστερό μου χέρι είναι να κρατήσει ένα ποτήρι».

«Δεν ξέρω ποιο είναι το μέλλον μου»

«Είχα παραλύσει και η αριστερή μου πλευρά είναι ακόμα παράλυτη. Περπατώ με μπαστούνι, αλλά αυτό μου πήρε πολύ καιρό. Δεν βγαίνω από το σπίτι». Στην αρχή ο Jarrett δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο σοβαρό ήταν το πρώτο του εγκεφαλικό. Τον αιφνιδίασε.  Άρχισαν να εκδηλώνονται όλο και περισσότερα συμπτώματα, μέχρι τη στιγμή που έπρεπε να διακομιστεί στο νοσοκομείο.

Κι εγώ ομολογώ πως έκανα καιρό να το αποδεχτώ και να καταγράψω τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής ενός δημιουργού που έκανε τη δική μου ζωή πολύ πιο όμορφη.

Κατά την παραμονή του εκεί, από τον Ιούλιο του 2018 έως τον Μάιο του 2020, επισκεπτόταν πού και πού το δωμάτιο με το πιάνο παίζοντας μόνο με το δεξί χέρι. «Ήθελα να προσποιηθώ πως ήμουν ο Μπαχ, με ένα χέρι» λέει χαμογελώντας πικρά στον ρεπόρτερ των Νew York Times.  Όταν όμως προσπάθησε να παίξει κάποια αγαπημένα bebop θέματα, ο κορυφαίος τζαζ πιανίστας και αυτοσχεδιαστής συνειδητοποίησε με συντριβή ότι τα είχε ξεχάσει όλα!

«Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον μου. Δεν αισθάνομαι ενεργός πιανίστας. Ακούω να παίζουν πιάνο και νιώθω χάλια επειδή ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να το κάνω αυτό στο μέλλον. Μην πυροβολείτε τον πιανίστα. Έχω ήδη πυροβοληθεί!»

Το Κοντσέρτο της Κολωνίας

Το άλμπουμ "The Köln Concert" του 1975 έγινε ο δίσκος με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία της μουσικής για σόλο πιάνο. Παίζοντας ο Jarrett συμμετείχε σωματικά, σιγοτραγουδούσε και άφηνε ελεύθερα εκείνα τα χαρακτηριστικά επιφωνήματά του, τα οποία, όπως ο ίδιος έχει εξηγήσει, δεν είναι αντιδράσεις στη μουσική του, αλλά αυθόρμητες, προσωπικές εκφραστικές επεκτάσεις της.

Κρυωμένος και καταταλαιπωρημένος στη διάρκεια της πανευρωπαϊκής του περιοδείας, ο πιανίστας πείθεται από τη νεαρή διοργανώτρια, την τολμηρή 17χρονη Vera Brandes, να παίξει στην πρώτη μεταμεσονύχτια συναυλία τζαζ που επιτράπηκε ποτέ στην κεντρική σκηνή της  Όπερας της Κολωνίας. Βρίσκει εκεί να τον περιμένει ένα εντελώς ακατάλληλο Bösendorfer πιάνο, καλό μόνο για πρόβες.  Ήταν 24 Ιανουαρίου 1975 και ο Jarrett κοντά στα 30.

 

Αρνείται να εμφανιστεί μπροστά στο κοινό που τον προσμένει με ενθουσιασμό. Η μικρή Vera τον ικετεύει, τελικά τον μεταπείθει και το αποτέλεσμα είναι απρόσμενα μαγικό: o κορυφαίος αυτοσχεδιαστής παίζει εκνευρισμένος, με πάθος, μόνο στις μεσαίες νότες του πιάνου, διότι οι ψηλές ήταν γι’ αυτόν πολύ λεπτές και οι μπάσες πάλι ηχούσαν αδύναμες. Αυτός ο μεσαίος «ροκ» ήχος, οι επίμονες επαναλήψεις, οι κραυγές έντασης -και τελικά ικανοποίησης- οφείλονται στον λόγο αυτόν.

Πάνω στη σκηνή ο Jarrett ένιωσε να συμβαίνει κάτι μαγικό, κάτι ανήκουστο για ένα κοντσέρτο για σόλο πιάνο, χωρίς καν παρτιτούρες. Χτυπά το πόδι του ρυθμικά στο πάτωμα, σηκώνεται ελαφρά από το κάθισμα σαν να αιωρείται, σαν να τον έλκει μια ανεξήγητη ανώτερη δύναμη. Η έκσταση της δημιουργίας τον κυριεύει, αφήνει ελεύθερη τη φωνή του και, με υπόκωφες κραυγές, γίνεται ένα με τους ήχους που συνθέτει. Κλείνοντας τα μάτια, δείχνει να ταξιδεύει πέρα από τον χώρο.

Ο πιανίστας γίνεται περιζήτητος και το «The Köln Concert» παγκόσμια μυσταγωγία. Η δημιουργία όμως υπερβαίνει τον δημιουργό. Από τότε παραμένει το πρώτο σε πωλήσεις σόλο άλμπουμ στην ιστορία της τζαζ έχοντας πουλήσει πάνω από 3 εκατομμύρια αντίτυπα.

Κι εγώ, κάθε φορά που τον ακούω, ανακαλώ την ανατριχίλα που ένιωσα ακούγοντας για πρώτη φορά τις πρώτες νότες, από τις πρώτες κιόλας στροφές, εκείνο το μεσημέρι που έφερα τον δίσκο στο σπίτι.  Άκουγα άφωνος μέχρι που τελείωσε η πρώτη πλευρά.  Όταν τελείωσε η δεύτερη, ένιωθα πως μια σχέση ξεχωριστή άρχιζε στη μουσική μου ζωή.

Η απρόσμενη εμπορική επιτυχία του «Κοντσέρτου της Κολωνίας» έδωσε στον Jarrett απόλυτη ελευθερία στις επιλογές του και έναν ισχυρό σύμμαχο, τον Manfred Eicher, το «αφεντικό» της ECM, που τον βοήθησε στα φιλόδοξα σχέδιά του, συνεχίζοντας να παίζει και να ηχογραφεί δεκάδες σπουδαίους δίσκους εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια, πότε βουτώντας στην «παράδοση» της τζαζ με το Standards Trio του και πότε αναζητώντας τα δικά του σολιστικά ηχητικά τοπία.

Ο Trane των πλήκτρων

Οι αυτοσχεδιασμοί του Keith Jarrett αντλούν έμπνευση από τα gospels και τα blues. Ξεκίνησε την καριέρα του από τους «Jazz Messengers» του μεγάλου hard bop ντράμερ Art Blakey, συνεχίζοντας στο πλευρό του σπουδαίου σαξοφωνίστα Charles Lloyd και, στα τέλη των 60's - αρχές των 70's, στο ηλεκτρισμένο group του Miles Davis την εποχή που, μαζί του, ηχογράφησε το ιστορικό fusion-jazz άλμπουμ «Bitches Brew», που στις τάξεις του περιλάμβανε τα πλήκτρα του εικοσάχρονου Chick Corea, τις ηλεκτρικές χορδές της κιθάρας του Βρετανού John McLaughlin, τις μπάσες του επίσης Βρετανού Dave Holland, τον δυναμισμό του ντράμερ Jack DeJohnette ή τα κρουστά του εντυπωσιακού Βραζιλιάνου Airto Moreira.

«Νιώθω ότι είμαι ο John Coltrane του πιάνου» λέει παραλληλίζοντας τον εαυτό του με τον σαξοφωνίστα που μεταμόρφωσε το πνεύμα της τζαζ της δεκαετίας του 1960. «Όλοι όσοι έπαιξαν σαξόφωνο ύστερα από αυτόν του το χρωστούσαν. Αλλά δεν ήταν πάντα η δική τους μουσική.  Ήταν μια μίμηση, ένας φόρος τιμής στη σπουδαία προσωπικότητα του Trane».

Κάποιοι εκλαμβάνουν σαν ένα «καπρίτσιο» την πολλές φορές απότομη αντίδρασή του στην παραμικρή ενόχληση που μπορεί να δεχτεί από το ακροατήριο τη στιγμή που δημιουργεί, κυριολεκτικά σε μια απόσταση αναπνοής, μπροστά στα μάτια των ακροατών του, το ηχοτοπίο της κάθε μαγικής στιγμής, της κάθε του συναυλίας.

Πολλοί θεωρούν το «Κοντσέρτο της Κολωνίας» το απόγειο της σόλο πιανιστικής του τέχνης. Κάποιοι άλλοι ξεχωρίζουν τη δουλειά του με το «αμερικανικό» κουαρτέτο, με τον Charlie Haden στο μπάσο, τον Paul Motian στα τύμπανα και τον Dewey Redman στο σαξόφωνο -όλοι μακαρίτες πια-, ενώ άλλοι νοσταλγούν το περίφημο «ευρωπαϊκό» κουαρτέτο, με τον Νορβηγό Jan Garbarek και τους Σουηδούς Palle Danielsson και Jon Christensen στον ρυθμό.

Άλλοι πάλι θεωρούν το -δραστήριο για πάνω από τριάντα χρόνια- Standards Trio με τον Gary Peacock στο ακουστικό μπάσο και τον Jack DeJohnette στα τύμπανα, σαν την πιο σημαντική συνεισφορά του στην τέχνη του αυτοσχεδιασμού.

Σε ενεστώτα χρόνο

«Δεν έχω ιδέα τι θα παίξω πριν από ένα κοντσέρτο» έλεγε παλιότερα ο Jarrett. «Αν έχω μία μουσική ιδέα, λέω όχι σε αυτήν» (ακόμα και μετά το εγκεφαλικό, προτιμά τον ενεστώτα χρόνο όταν εξηγεί τη δημιουργική του διαδικασία).  Όσο για το μέλλον;

«Δεν μπορώ ούτε καν να μιλήσω γι' αυτό. Μπορώ να παίξω μόνο με το δεξί χέρι και δεν με πείθει πια. Βλέπω ακόμα και εφιάλτες, στους οποίους νιώθω πως βρίσκομαι στο χάλι που βρίσκομαι τώρα. Πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να παίξει στα όνειρά μου, αλλά είναι όπως και στην πραγματική μου ζωή». Κι εγώ -ο ωφελιμιστής- του εύχομαι από καρδιάς δύναμη, υγεία και άμεση επιστροφή στη χαρά της δημιουργίας. Για το καλό μας!

πηγη: https://www.avgi.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου