Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 07 Σεπ 2021
Ο Μίκης κι Εμείς
Κλίκ για μεγέθυνση

 




 Γιώργος X. Παπασωτηρίου






07.09.21
 
 

Πώς να καταλάβουν; Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έλεγε πως «ήθελα με χαρά να πεθάνω στη μάχη», έλεγαν «ο σαλός». Όταν ο Μίκης αφηγούνταν, έλεγαν «ο παραμυθάς». Μιλούν οι α-νόητοι για… «παραμυθάδες» την εποχή που η Εμπειρία είναι πλέον απόλυτα συναρτημένη με την αφήγησή της, όταν το «πολιτικό» δεν είναι παρά μία επινόηση, που η πολιτική δράση (το μόνο πραγματικό) «τρυπάει»(Μπαντιού). Τι απομένει όταν ο πομφόλυγας εξαερωθεί; «η συνάθροιση, ο δεσμός, η σχέση» (το συν-είναι). Αυτός ο δεσμός-ιστός είναι η ιδεολογική δοξασία. Δηλαδή όταν σκάσει ο μύθος, μέσα βρίσκουμε έναν άλλο μύθο (μπάμπουσκα), την ιδεολογία που συνέχει την κοινωνία(Alain Badiou, Η πολιτική και η λογική του συμβάντος, Πατάκης). 

Οι Μπαντιού και Ζίζεκ μιλούν για την «υπεραπόλαυση» της θυσίας(Λακάν). Μόνο έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης και οι σύντροφοί του πήγαιναν στη μάχη ευτυχισμένοι. Πίστευαν βαθιά σε μια δίκαιη κοινωνία, σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Πίστευαν ότι ενέγραφαν με το θάνατο το όνομά τους στην Αθανασία.

Ο Ρεζίς Ντεμπρέ έγραφε ότι μια κοινωνία χρειάζεται μια καταγωγή, ένα ιδεώδες, ένα τοτέμ, μια υπέρτατη αρχή, μια συνέχεια, μια αφήγηση(να πάλι η αφήγηση), μια γενεαλογία, περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές(ιδού πάλι η μυθοπλασία) και τέλος μια εσωτερική ιεραρχία (το ιερό, το άβατο). Με άλλα λόγια, η πίστη συμβάλει στη φαντασιακή κατασκευή του Εμείς, που μπορεί να είναι μια κοινότητα ή ένα έθνος. Όμως χρειάζονται αποστάσεις τόσο από τους φονταμενταλιστές όσο και από τους φανατικούς, δηλαδή τους ανορθολογικούς, αποστάσεις από τους Ροβεσπιέρους του ορθού λόγου όσο και από τους ιεροεξεταστές ή τους τζιχαντιστές των λογής πίστεων. 

Οι βιογράφοι

Μετά τους «α-νόητους» έρχονται οι βιογράφοι, οι «κλέφτες βίων». Αυτοί που θα αναρτήσουν τη φωτογραφία τους με τον μεγάλο νεκρό. Που θα αφηγηθούν στιγμές μαζί του (το έκανα αυθόρμητα κι εγώ). Θυμήθηκα τον Ντάνιελ Κέλμαν (Εγώ και ο Καμίνσκι, Καστανιώτης). Ο βιογράφος κλέβει από τη δόξα του βιογραφούμενου. Αλλά συγχρόνως, ο κλέφτης (όπως οι κλέφτες της Βιέννης του Φρόυντ) αφήνει κάτι από την ψυχή στον τόπο της κλοπής. Είναι ο «βιογράφος του» ζωγράφου. Του ανήκει. Η ουσία του μυθιστορήματος είναι η σχέση εξουσίας του Καμίνσκι με τους γύρω του. Ο τίτλος «Εγώ και ο Καμίνσκι» απηχεί ακριβώς τη διαπάλη του Εγώ του βιογράφου με το Άλλο, που είναι ένα τεράστιο Εγώ. Ο βιογράφος νομίζει ότι απαγάγει τον Καμίνσκι και μέσα από μία περιπετειώδη προσπάθεια επιχειρεί να τον πάει κοντά στο μεγάλο του έρωτα. Ο μεγάλος έρωτας όμως του Καμίνσκι δεν ήταν παρά ένας απλός έρωτας, που έγινε «μεγάλος» γιατί το "θύμα" του είχε διαφύγει, είχε απελευθερωθεί από τη γοητεία του διάσημου καλλιτέχνη. Ο έρωτας έγινε «μεγάλος» γιατί διέλυσε την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του μεγάλου καλλιτέχνη. «Τότε είχα νομίσει ότι θα πέθαινα», λέει ο Καμίνσκι. «Νομίζεις ότι ζεις. Και, ξαφνικά, χάνονται τα πάντα. Η τέχνη δεν σημαίνει τίποτα. Όλα είναι ψευδαίσθηση. Και το ξέρεις, και δεν μπορείς παρά να συνεχίσεις». Η τέχνη δεν σημαίνει, λοιπόν, τίποτα αφού από την απόχη της μπορούν και διαφεύγουν κάποιες θαυμαστές πεταλούδες. Η τέχνη δεν είναι παντοδύναμη, δεν είναι ανίκητη. Άρα, μπορεί άνετα να νικηθεί από το χάρο. Η αθανασία μέσω της τέχνης είναι, τελικά, μία ψευδαίσθηση. Μόνο που η προσωπική ιστορία κάποιου, η βιογραφία του, η ζωή του η ίδια είναι η βίωση αυτών των ψευδαισθήσεων και ενδεχομένως η διάψευσή τους. Απέναντι στο μεγάλο Εγώ του γηραιού καλλιτέχνη βρίσκεται το μικρό Εγώ του βιογράφου και της κόρης. Αυτών που ζουν στη σκιά του μεγάλου Εγώ. Η φαινομενικά δυναμική κόρη του ζωγράφου «ζήλευε την Τερέζ», τον μεγάλο του έρωτα, «Επειδή δεν είχε ζήσει άλλη ζωή εκτός από τη ζωή του (διάσημου καλλιτέχνη πατέρα της), επειδή κι εκείνη ήταν χωρίς παρελθόν. Όπως κι εγώ (σ.σ. ο βιογράφος)», γράφει ο Κέλμαν.

Τελικά, όλα είναι ψευδαίσθηση; Και αν είναι, τότε τι είναι η πραγματικότητα; «Η πραγματικότητα μεταβάλλεται με κάθε βλέμμα, κάθε δευτερόλεπτο. Η προοπτική είναι μια συλλογή από κανόνες, για να μπορέσουμε κάπως να συμμαζέψουμε αυτό το χάος. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο», γράφει ο Μπαντιού. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο «το φως πρέπει να περάσει μέσα από πάρα πολλούς φακούς πριν θεωρήσουμε μια εικόνα ρεαλιστική». Αλλά θα το πιστεύατε ποτέ; Ένας ζωγράφος που ζωγράφισε τη θάλασσα, δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή του! Λέτε γι’ αυτό να τη ζωγράφιζε όπως δεν την «έβλεπε» κανείς άλλος; Ίσως. Αλλά ο Μίκης ήταν πιο στοχευμένος, πιο πολιτικός. Δεν ήταν μόνο ένας "μυθοπλάστης", ήταν και πολιτικός. Και με την πολιτική του δράση διέλυε το μύθο του, αποκαλύπτοντας την ιδεολογία του, το βλέμμα του, το αντιφατικό ένδον του. Ο Μίκης μας έκανε να δούμε τον «άλλο» και εντέλει τον εαυτό μας με εργαλείο τις νότες, τη μουσική του, τη δική του οπτική, μέσα από την «όμορφη πόλη», τις «θαλασσινές σπηλιές», τον «καημό», τον «Επιτάφιο», τη «ρωμιοσύνη», το «άξιον εστί», το "χάθηκα". Ο Μίκης μας έδωσε τον τρόπο ν’ ανταμώνουμε, να ερωτευόμαστε, ν’ αγαπάμε αλλά και να χανόμαστε χαρούμενα, να γλεντάμε τις ήττες μας, να μοιραζόμαστε τις νίκες μας. Αυτό το τεράστιο Εγώ μας έμαθε τη χαρά να είμαστε Εμείς

πηγη: http://artinews.gr

 
© Copyright 2011 - 2021 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου