Λίστα αντικειμένων
Βαμβακάρης: Τη μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες… ήταν μαθημένοι να δουλεύουν και να γλεντούν…

Η μουσική παράδοση των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής μεταφέρθηκε και διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο από τα τέλη του 19ου αιώνα και ειδικά μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, με τον ερχομό και την εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων.
Η γνωριμία, βέβαια, της μουσικής της Ιωνικής γης και ειδικότερα της Σμύρνης, με το κοινό της Ελλάδας ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ήδη από το 1870 περίπου, με την εμφάνιση των λεγόμενων «Καφέ Αμάν». (1)
Μετά το 1922, σε διάστημα λιγότερο από πενταετία, η μουσική της Σμύρνης γίνεται κτήμα όλων των Ελλήνων. Αυτό, βέβαια, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συμβολή των μουσικών (συνθετών, τραγουδιστών, οργανοπαιχτών) της Μ. Ασίας. Σε παλαιότερό μας άρθρο με τίτλο «Η συμβολή της μουσικής της καθ’ ημάς Ανατολής στην εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα», που δημοσιεύθηκε στη «Μικρασιατική Σπίθα» (2012), Περιοδική Έκδοση της Αδελφότητας Μικρασιατών Ν. Σερρών «Ο Άγιος Πολύκαρπος», αναπτύξαμε τις απόψεις μας επί του θέματος, με μια σειρά επιχειρημάτων και γεγονότων.
Βέβαια, το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα σε λίγες σελίδες ενός άρθρου ή μιας μελέτης.
Σκοπός του παρόντος άρθρου μας είναι η παρουσίαση του μουσικού σχήματος της «Εστουδιαντίνας», γνωστής ορχήστρας της μουσικής της καθ’ ημάς Ανατολής κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα, και η συμβολή της στα μουσικά δρώμενα, μιας και οι εστουδιαντίνες υπήρξαν μουσικά φυτώρια και σπουδαστήρια πολλών έξοχων μουσικών, οι οποίοι με την παρουσία τους λάμπρυναν τον μουσικό χώρο, τόσο πριν από την καταστροφή όσο και μετά, βάζοντας τον λίθο για τη δημιουργία του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα και οδήγησαν από τα «σαντουροβιολιά» στη μετάβαση μιας νέας μορφής ορχήστρας με «μπουζουκομπαγλαμάδες», τη γνωστή σε όλους «Τετράς η ξακουστή του Πειραιά».
Α. Εστουδιαντίνες (ορισμός, προέλευση, ρεπερτόριο, ηχογραφήσεις, συμβολή)
Από τις αρχές του 19ου αιώνα, εμφανίζονται διάφορες μουσικές ομάδες-σχήματα τόσο στη Σμύρνη όσο και στην Κωνσταντινούπολη. Ιστορικά, ως το πιο παλιό σμυρναίικο μουσικό σχήμα είναι αυτό του Μπινέτα ή Μπενέττα (2), ο οποίος ήταν περίφημος βιολιστής. Στο παρακάτω απόσπασμα που ακολουθεί τονίζεται η αξία του βιολιστή Μπινέτα:
«Σε μια γωνιά του καφενέ μου ’δειξαν κρεμασμένο
κι είν’ απ’ τον κόσμο σεβαστό και πολυτιμημένο,
ένα πολύ παλιό βιολί του βιολιστή Μπινέτα,
που κάποια ρίμα του παλιά τα λέει νέτα σκέτα:
«Σαν του Καρίπη το ψωμί
του Αριστείδη γόβα
και του Μπινέτα το βιολί
δεν έχει άλλη χώρα».
Οι Παναγιώτης Κουνάδης και Σπύρος Παπαϊωάννου σε άρθρο τους για τις ορχήστρες και τους τραγουδιστές της Σμύρνης γράφουν: «Από τις πληροφορίες που μέχρι τώρα έχουν συγκεντρωθεί φαίνεται ότι, όπως και στα κατοπινά χρόνια, λίγες ήταν οι κομπανίες που μείνανε με τους ίδιους μουσικούς για πολλά χρόνια. Συνήθως, αλλάζανε σύνθεση και πρόσωπα, ανάλογα με τις επιθυμίες αυτού που είχε το “κέντρο ψυχαγωγίας”, ανάλογα με τις ανάγκες των ηχογραφήσεων και τέλος ανάλογα με τις επιθυμίες αυτού που “έκλεινε” τους μουσικούς στα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια κ.λπ. Εντυπωσιακός πάντως είναι ο μεγάλος αριθμός των λαϊκών οργανοπαικτών και τραγουδιστών που εμφανίζονται στη δισκογραφία, όσο και στα διάφορα κείμενα, καθώς και στις ζωντανές αφηγήσεις που έχουμε μέχρι στιγμής. Αυτό φανερώνει την ύπαρξη μιας σημαντικής μουσικής ζωής στην περιοχή της Σμύρνης, αλλά και στα γύρω ελληνικά χωριά, που το καθένα τους διέθετε δικές του κομπανίες για τις εσωτερικές του λειτουργίες».(3)
Μουσικά σχήματα, ιδιαίτερα γνωστά και πολύ αγαπητά στη μουσική της καθ’ ημάς ανατολής αποτελούν οι περίφημες «εστουδιαντίνες». Πρόκειται για μικρές ορχήστρες-κομπανίες οι οποίες κυριαρχούν μέχρι την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής ως ιδιαίτερο είδος λαϊκής ορχήστρας. Οι ορχήστρες αυτές λειτούργησαν ως μουσικά σπουδαστήρια για οργανοπαίκτες και χορωδίες. Συχνά συνεργάζονταν με διάσημους τραγουδιστές της εποχής. Εικάζεται ότι το όνομά τους προήλθε εκ της λέξεως study-studio. Το αρχικό σχήμα της εστουδιαντίνας φαίνεται ότι αποτελούνταν από μαντολίνα (επιρροή προφανώς από την Ιταλία που μεταφέρεται στην ανατολή), κιθάρες ή κι άλλα όργανα δυτικής προελεύσεως. Κατά μια άλλη εκδοχή ότι προέρχεται εκ της γαλλικής estudiantine, οι οποίες εμφανίστηκαν στο Παρίσι γύρω στα 1880 και ήταν ένα μουσικό σχήμα αποτελούμενο από δύο μαντολίνα, μια μαντόλα και μια κιθάρα. Συνήθως ο αριθμός των μουσικών κυμαίνονταν από τρεις έως οκτώ και επιπλέον δυο-τρεις τραγουδιστές, οι οποίοι τις περισσότερες φορές έπαιζαν και οι ίδιοι κάποιο μουσικό όργανο.
Εκτός, όμως από του δυτικού τύπου εστουδιαντίνας που αναφέραμε παραπάνω, έχουμε τη λαϊκή εστουδιαντίνα που αποτελείται από σαντούρια και βιολιά, αλλά και τη λεγόμενη αλά τούρκα, που ήταν εμπλουτισμένη με κανονάκι, ούτι και πολίτικη λύρα. Ιστορικά να αναφέρουμε κάποιες εστουδιαντίνες που άφησαν εποχή, όπως: Τα «Πολιτάκια», που ιδρύθηκε το 1893 (μάλλον στην Κωνσταντινούπολη) από τον Βασίλη Σιδερή και θεωρείται η πρώτη γνωστή εστουδιαντίνα με μεγάλη καλλιτεχνική ακτινοβολία ακόμη και στο εξωτερικό. Κατά τον Λαίλιο Καρακάση ο Β. Σιδερής ήρθε στη Σμύρνη για πρώτη φορά το 1898 με ένα συγκρότημα. Αποτελείται από τους: Β. Σιδερή, Γ. Πασχάλη ή Τσαγκάρη, Γ. Σαβαρή, Π. Βαϊνδιρλή, Γ. Ελισαίο (Σμυρνιούς), Α. Βοΐλα, Χ. Μεριγκλή, Ι. Χαλάκο (Αθηναίους) και Αριστείδη Περιστέρη (Κωνσταντινουπολίτη). Την πληροφορία για τους συντελεστές της πρώτης αυτής σμυρναίικης εστουδιαντίνας αντλούμε από το παρακάτω απόσπασμα, του Σμυρνιού Σωκράτη Προκοπίου:
«Σμυρνιός κι ο Γεώργος Σαβαρής, ο πρώτος στσι καντάδες,
στα «Πολιτάκια» ο αρχηγός, τρανός στσι πατινάδες.
Τα «Πολιτάκια» τα Σμυρνιά του Γεώργου Σαβαρή,
τα προσκαλούν στα γλέντια τως άνθρωποι σοβαροί.
Με «κάπο» του το Σιδερή, που παίζει μανδολίνο,
το κάλεσαν το γκρουπ αυτό να παίξει στο Λονδίνο.
Ορίστε και τα ονόματα: Βασίλης Σιδερής,
Τσαγκάρης, Λάκος, Μεριγκλής, Βοΐλας, Σαβαρής,
μαζί τους κι ο Βαϊνδηρλής κι ο Γ. Ελισαίος,
(πολίτης ένας γέννημα κι ο άλλος Αθηναίος).
Ούλοι ντυμένοι κρητικοί και λεβεντιά γεμάτοι,
πήγαν εκεί και παίξανε σε λόρδικο παλάτι,
-στη στέψη τ’ Άγγλου βασιλιά-τση Σμύρνης τραγουδάκια».(4)
Η εστουδιαντίνα αυτή είχε κατά καιρούς διάφορες ονομασίες, όπως: «Εστουδιαντίνα του Αριστείδη»,στη συνέχεια του «Σιδερή», κατόπιν «Σμυρναίικη» και τέλος «Πολιτάκια». Η εν λόγω ορχήστρα παρουσιάζει επί το πλείστον διασκευές από ελαφρά ερωτικά τραγούδια, ιταλικές καντσονέτες, λαϊκά και δημοτικά τραγούδια. Η Στέλλα Επιφανίου-Πετράκη, στα λαογραφικά της Σμύρνης,(5) γράφει: «Ελαφρά τραγούδια, “πατινάδες” που λέγανε οι νέοι της εποχής κάτω από τα παράθυρα της καλής τους, με κιθάρες και μαντολίνα, γραμμένα ή διασκευασμένα μάλλον από ιταλικές καντσονέτες, τα περισσότερα από τα “Πολιτάκια”. Πολλά λαϊκά τραγούδια ήτανε δικά τους». Ηχογραφεί κατά την διετία 1906-1907 αρκετά τραγούδια.
Κατά τον Λαίλιο Καρακάση: «Οι κυρίως συστηματικοί καλλιεργηταί και διαδόται του λαϊκού τραγουδιού στη Σμύρνη ήταν τα “Πολιτάκια” λεγόμενα, όμιλος μουσικών, ένα είδος μαντολινάτας με επί τούτω τραγουδιστές».(6)
Επίσης, σύμφωνα με τον Χρήστο Σολομωνίδη: «Η φήμη της ήταν τόσο μεγάλη ώστε έφτασε ώς την Αγγλία, στα δε 1906,
όταν ο Γουλιέλμος της Γερμανίας επισκέφθη το Λονδίνο καλέστηκε η μαντολινάτα εκεί από τον λόρδο Λουβεσμπίρουγκ κι έπαιξαν στο διοργανωθέν γκάρντεν πάρτυ προς τιμήν του γερμανού αυτοκράτορα».(7)
Βέβαια, η περιοδεία δεν έγινε το 1906, αλλά το 1911, βάσει των ιστορικών στοιχείων, διότι η στέψη του βασιλιά Γεωργίου Ε΄ έγινε στην Αγγλία τον Ιούνιο του 1911. Την παρουσία της εστουδιαντίνας στην Αγγλία το 1911 επιβεβαιώνει και ο Ar.Clarke.(8) Σχεδόν όλοι οι Μικρασιάτες δημιουργοί που έδρασαν στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχαν πάρει μέρος στα «Πολιτάκια», όπως π.χ. ο Παναγιώτης Τούντας(9) και ο Βαγγέλης Παπάζογλου.(10)
Εκτός βέβαια της εστουδιαντίνας που προαναφέραμε δημιουργήθηκαν και άλλες που άφησαν το μουσικό τους στίγμα, το οποίο αποτυπώθηκε στη δισκογραφία της εποχής τους. Παρακάτω αναφέρουμε ενδεικτικά:
1. Σμύρνη(11)
-Εστουδιαντίνα του βιολιστή Κώτσου Βλάχου(12)
-Ελληνική Εστουδιαντίνα της Σμύρνης
-Ορχήστρα Σταμάτη και Χρήστου Μπόγια
-Ορχήστρα των Ογδοντάκηδων
-Εστουδιαντίνα Τσανάκα
-Εστουδιαντίνα Γ. Βιδάλη
-Του Γιοβανίκα(13) που αποτελείται από βιολί, σαντούρι ως βασικά όργανα και τραγουδιστές τους Λευτέρη Μενεμενλή, Γιάννη Τσανάκα, Χρίστο το Αραπάκι και την κιορ-Κατίνα.(14)
Οι Έλληνες γνωρίζονται με τη μουσική της καθ’ ημάς Ανατολής από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η όσμωση όμως επιταχύνεται μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922. Η ορχήστρα του Γιοβανίκα ή «Ρουμάνου» ή Γιάγκου Βλάχου
ή Γιάννη Αλεξίου (δεύτερος από δεξιά μπροστά) ο οποίος εθεωρείτο το καλύτερο βιολί της Ανατολής
Για την περίφημη αυτή κομπανία του κορυφαίου βιολιστή Γιοβανίκα ή Γιάννη Αλεξίου, ο Δημήτρης Αρχιγένης αναφέρει: «Την κομπανία του τηνέ καλούσαν στην Πόλη και σε πολλές πολιτείες του εσωτερικού στην Ανατολή. Κι ακόμας και στην Αλεξάντρα και στο Κάιρο. Είχε βγάλει πολλές φωτογραφικές πλάκες. Από ’φτες, μόνο μία έχει σωθεί, που τήνε φυλάει ο έγγονός του ο Αλέκος ο Αλεξίου γιος του γιου του, του Τζώρτζη. Αυτή είχε βγει στην Αλεξάντρα από τον εκδοτικό οίκο του Σ. Παπασταθόπουλου, για λογαριασμό τση Σμύρνης.
Από την άλλη μεριά έχει μια πατινάδα με τον τίτλο “Καλή Νύχτα”, που τήνε τραγουδάει ο Τσανάκας. Κι’ απτήν άλλη, “σωστός αμανές στα ελληνικά” από το Αραπάκι το Χρήστο. Και τσοι δυο τραγουδιστάδες τσοι ακομ’πανιαίρνει η κομπανία του Γιάνκου του Βλάχου».(15)
2. Κωνσταντινούπολη.
-Εστουδιαντίνα Δ. Χριστοδουλίδη, ελαφρά
-Εστουδιαντίνα του τραγουδιστή Πέτρου Ζουναράκη, λαϊκού τύπου.
-Ελληνική Εστουδιαντίνα της Πόλης
3. Αθήνα.
-Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα και Εστουδιαντίνα του Μ. Κόκκινου
Στο σημείο αυτό, ας δούμε τι απέγιναν οι περίφημες αυτές ορχήστρες μετά τη μικρασιατική καταστροφή.(16) Για το χρονικό διάστημα 1924-1925 λειτούργησε η «Πανελλήνιος Εστουδιαντίνα» του Γ. Σαβαρή. Επίσης, υπό τη διεύθυνση του Σπύρου Περιστέρη συνέχισαν και τα «Πολιτάκια», ενώ δεν φαίνεται να συμμετέχει ο Β. Σιδερής.(17) Σύμφωνα με τον ερευνητή του σμυρναίικου και ρεμπέτικου τραγουδιού Κουνάδη Π., τα «Πολιτάκια» το χρονικό διάστημα 1925-1935 πραγματοποιούν αρκετές περιοδείες, όπως αυτή στην Αμερική το 1935, όπου και ηχογραφούν μερικά τραγούδια. Η οριστική διάλυση της εστουντιαδίνας φέρεται ότι έγινε το 1935.(18) Οι εστουντιαδίνες εκλείπουν από την ελληνική μουσική σκηνή το 1935,(19) μιας και καμιά πληροφορία δεν μας δείχνει την παρουσία τους. Φυσικά, σε αυτό, ίσως, να συνετέλεσε και η εμφάνιση του νέου μουσικού σχήματος των μπουζουκομπαγλαμάδων.
Β. Τετράς η ξακουστή του Πειραιά
Τι έγινε με την έλευση των προσφύγων Ελλήνων της «Καθ’ ημάς Ανατολής» μετά την καταστροφή του 1922 στην Ελλάδα, αλλά και των μουσικών τους; Όσοι γλίτωσαν από εκείνη τη φοβερή λαίλαπα του θανάτου, πέρασαν από την ευημερία της Σμύρνης στο περιθώριο των προσφυγικών καταυλισμών, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες και η εξαθλίωση της φτώχειας μεγάλη. Στους νέους αυτούς λαϊκούς συνοικισμούς που δημιουργούνται με καθαρά αμιγή προσφυγικό πληθυσμό, όπως η Κοκκινιά, η Νέα Σμύρνη, η Νέα Χαλκηδόνα, η Νέα Φιλαδέλφεια, η Νέα Ιωνία κ.ά., αλλά και σε περιοχές της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, έχουμε έντονη την παρουσία των προσφύγων μουσικών. Μέσα, λοιπόν, από αυτό το περιθώριο οι Σμυρνιοί μουσικοί συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα.
Μια σειρά γεγονότων, που αποτυπώνονται παρακάτω, δείχνουν το μέγεθος και την προσφορά των μουσικών της Μ. Ασίας στο μουσικό γίγνεσθαι της Ελλάδας, όπως:
-Η δημιουργία πρόχειρων ή και μόνιμων μουσικών σχημάτων.
-Η παρουσίαση τραγουδιών που έλεγαν τόσο στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη όσο και στη ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας.
-Η σύνθεση νέων τραγουδιών που στηρίζονται, αφενός στη ζώσα μουσική παράδοση, αφετέρου στη δυστυχία της προσφυγιάς. Τραγούδια γεμάτα πόνο και νοσταλγία για το χθες και αγωνία για το αύριο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να οδηγούν τη μουσική πραγματικότητα της εποχής σε νέα δεδομένα, στρώνοντας έτσι λοιπόν τον δρόμο για τη δημιουργία του νέου μουσικού οικοδομήματος που είναι το «Λαϊκό Τραγούδι».
-Παίζουν όργανα, όπως σαντούρια, βιολιά, κανονάκια, ούτια, κιθάρες με ένα διαφορετικό τρόπο.
-Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας ξεφυτρώνουν ορχήστρες με σαντουροβιολιά.
Μουσικά ρεύματα, νοοτροπίες, ήθη, έθιμα και τρόποι συμπεριφοράς «πέφτουν» και πάλι, αυτή τη φορά με διαφορετικές συνθήκες, σκληρές, απάνθρωπες.
Ηχογραφούν παλαιά και νέα τραγούδια, ειδικά μετά το 1924, χρονιά κατά την οποία ένα άλλο σημαντικό γεγονός επέδρασε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του λαϊκού τραγουδιού, είναι η εγκατάσταση στην Ελλάδα αντιπροσωπειών και παραρτημάτων των ευρωπαϊκών εταιρειών δίσκων. Το παιχνίδι αλλάζει οριστικά υπέρ του σμυρναίικου-ρεμπέτικου, αφού επικεφαλής(20) αυτών των εταιρειών ήταν σπουδαίοι συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης, οι οποίοι αποφασίζουν και επιλέγουν ρεπερτόριο, τραγουδιστές, μουσικούς και ορχήστρες.
Για το χρονικό διάστημα 1925-1935 περίπου, το σμυρναίικο τραγούδι και το ύφος του καθιερώνεται και επιβάλλεται στην τότε δισκογραφία. Ο κόσμος ακούει μέσω των γραμμοφώνων τραγούδια παλιά που ξαναηχογραφήθηκαν, αλλά και νέα των Π. Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Σκαρβέλη, Σέμση,(21) Ογδοντάκη,(22) Περιστέρη,(23) Καρίπη, Ασίκη, Χρυσαφάκη, Μοντανάρη κ.α., από τις φωνές των Σωφρονίου,(24) Νταλγκά, Αραπάκη, Βιδάλη, Ρόζας Εσκεναζυ, Ρίτας Αμπατζή, Στ.Περπινιάδη,(25) Γ.Κάβουρα και πολλών άλλων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών.
Η «λιγύμολπος και καϊμακοπαχουλή» Ελένη
Έρχονται στην Αθήνα συνέχεια καλλιτέχνες από την Ανατολή, όπως: Η Βάσω και η Αναστασία από τη Σμύρνη, η Βιργινία η Αιγύπτια, η Γκιαλούς η Αρμένισσα. Οι χορεύτριες Ευθαλία και Ελένη οι Σμυρνιές, καθώς και οι τραγουδιστές Κοκκινάκης από τη Σμύρνη, ο Σουλιώτης ο Βούρκος, ο Δαβίδ ο Εβραίος, ο εφέντης Οβάνες κ.ά.
Ο «Ραμπαγάς» στις 10 Ιουλίου 1886 έγραφε: «Στο Περιβολάκι τραγουδούσε, στην αρχή του καλοκαιριού, η “λιγύμολπος και καϊμακοπαχουλή” Ελένη, από το Κίρκα Αγάτς της μακρινής Μαγνησίας, πλαισιωμένη από το “πρώτο βιολί της ανατολής”, τον περίφημο Γιοβανίκα της Σμύρνης».
Κυριακή, 16 Αυγούστου 1887.
«Διακρίνεται εις τον “Κήπον του Γερανίου” εκεί κάτω, όπου άδει ανατολικά άσματα περιπαθή και εύμολπα, η γνωστή αοιδός κιορ-Κατίνα, διακρίνεται ο βιολιστής κύριος Γιοβανίκος, διά την ευχέρειαν μεθ’ ης τόσον τεχνηέντως σύρει το τοξάριον, διαχέων όλην την ηδυπάθειαν και γοητείαν της γνησίας ανατολικής αρμονίας, ήτις τόσον βαθέως θίγει εις τα μυχιαίτατα ακόμα και θα θίγει γενεάς ημετέρων».
Ο σπουδαίος μαέστρος Σπύρος Περιστέρης (κάτω στη μέση) ως μέλος κωνσταντινουπολίτικης εστουνδιαντίνας. Πίσω του ο Γιώργος Βιδάλης
* Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #21 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 3 Σεπτεμβρίου 2017.
** O Δημήτριος Στ. Αρδανιώτης είναι διευθυντής Γυμνασίου, καθηγητής Μουσικής, καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής, πρωτοψάλτης, διευθυντής και δάσκαλος της Μεικτής Παραδοσιακής Χορωδίας Μικρασιατών Ν. Σερρών «Ο Άγιος Πολύκαρπος»
Εδώ το Β΄ ΜΕΡΟΣ.
Παραπομπές
(1) Καφέ-αμάν: Τα «καφέ-αμάν» ήταν καφενεία με πάλκο. Το όνομά τους «καφέ-αμάν» το πήραν από το γεγονός ότι τραγουδιόνταν εκεί πολλοί αμανέδες. Χαρακτηριστικά του «Καφέ-αμάν» ήταν το πάλκο, όπως αναφέραμε και στην αρχή, οι μουσικές κομπανίες, μία ή δύο τραγουδίστριες και πολλοί χοροί. Αρχικά στα «καφέ-αμάν» που λειτούργησαν την πρώτη περίοδο (1870-1922) πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή, στο ρεπερτόριό τους οι τραγουδίστριες δεν περιελάμβαναν τραγούδια του ευρύτερου ελλαδικού χώρου (π.χ. κλέφτικα).Στα «καφέ-αμάν» της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης έσμιγαν μουσικές από την ευρύτερη περιφέρεια των χωρών της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας. Ακούγονταν και χορεύονταν ζεϊμπέκικα, τσιφτετέλια, χόρες, καζάσκες, σέρβικα, χασαποσέρβικα κ.ά.
(2) Βολιώτης-Καπετανάκης Ηλίας, «Ελλήνων Μούσα Λαϊκή», Αθήνα 1997, σελ. 190 και Προκοπίου Σωκράτη, «Σεργιάνι στην παλιά Σμύρνη», Β΄ έκδοση, Αθήνα 1949.
(3) Κουνάδης Παναγιώτης – Παπαϊωάννου Σπύρος, «Η δισκογραφία του ρεμπέτικου στη Σμύρνη-Πόλη πριν το 1922». Μέρος δεύτερο, «Οι ορχήστρες, οι τραγουδιστές», περ. «Μουσική», τ. 39, Αθήνα, Φεβρουάριος 1981.
(4) Προκοπίου Σ., «Λαϊκά τραγούδια και χοροί της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Δ΄, Αθήνα 1948, υποσ. 18.
(5) Επιφανίου-Πετράκη Στέλλα, «Λαογραφικά της Σμύρνης», βιβλίο δεύτερο, Αθήνα 1966.
(6) Καρακάση Λαίλιο, «Λαϊκά τραγούδια και χοροί της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Δ΄, Αθήνα 1948.
(7) Σολωμίδης Χρήστος, «Το θέατρο στη Σμύρνη», Αθήνα 1954, υποσ. 18.
(8) Καλυβιώτης Αρ. «Σμύρνη – Η μουσική ζωή 1900-1922», Αθήνα 2002, σελ. 85.
(9) Ο Παναγιώτης Τούντας είναι ένας από τους κορυφαίους συνθέτες του σμυρναίικου τραγουδιού. Έπαιζε μαντολίνο. Γεννήθηκε το 1885 στη Σμύρνη, σε εύπορο οικογενειακό περιβάλλον. Αυτό του επέτρεψε να ταξιδέψει σε Ευρώπη και Αφρική μελετώντας τις κατά τόπους λαϊκές μουσικές. Πολλές από τις μετέπειτα συνθέσεις του ενσωματώνουν μελωδίες που συνέλεξε κατά την περίοδο αυτήν. Αφού ήρθε στην Αθήνα σαν πρόσφυγας το 1923, ο Τούντας εργάστηκε ως διευθυντής παραγωγής στην αγγλική δισκογραφική εταιρεία Columbia. Πέθανε στην Αθήνα το 1942. (Βλέπε «Μνήμες – Η μουσική Σκηνή του Σμυρναίικου τραγουδιού 1907-1939», αυθεντικές ηχογραφήσεις από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη. Ένθετο σελ. 33.)
(10) Ο Βαγγέλης Παπάζογλου ή Αγγούρης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1896. Στα 1922 ήρθε στον Πειραιά και εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά. Το 1927 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Αγγελική ή Αγγελίτσα Μαρωνίτου – κόρη του μεγάλου και διάσημου στη Σμύρνη δασκάλου της μουσικής Δημ. Μαρωνίτου ή Χιωτακιού. Το αριστουργηματικό έργο του Βαγγέλη Παπάζογλου, που αποτελείται από 40 περίπου τραγούδια, τον κατατάσσει στους σημαντικότερους συνθέτες του ρεμπέτικου. Πέθανε από φθίση στις 27.06.1943. (Βλέπε Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη Ιστορία»,Τόμος Α΄, σελ. 41.)
(11) Βλέπε: Καλυβιώτης Αρ., ό.π., σελ. 71.
(12) Ο Κ. Βλάχος εμφανίζεται στις ηχογραφήσεις της Κωνσταντινούπολης. Η Αγγέλα Παπάζογλου αναφέρει ότι ήταν Σμυρνιός.
(13) Ο Γιάννης Αλεξίου ή Γιάγκος Βλάχος ή Γιοβανίκας: Γεννήθηκε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το 1850. Θεωρείται από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες του βιολιού. Μετά την καταστροφή ήρθε στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1925. Στον Γιοβανίκα καταγράφεται ως δημιουργία το περίφημο σμυρναίικο μινόρε ή Μινόρε μανές ή Μινόρε της αυγής, του σπουδαιότερου τραγουδιού που χάραξε την πορεία του ρεμπέτικου τραγουδιού διατρέχοντάς τη για πολλά χρόνια. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γενάρχης του σμυρναίικου ρεμπέτικου. Συμμετείχε σε δεκάδες ηχογραφήσεις τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.
(14) Βλέπε: Βολιώτης Καπετανάκης Ηλίας, ό.π., σελ. 192.
(15) Αρχιγένης Δημήτρης, Λαογραφικά Β΄,«Τα σινάφια της Σμύρνης», Αθήνα 1979, υποσ. 15.
(16) Βλέπε: Καλυβιώτης Αρ., ό.π., σελ. 146.
(17) Βλέπε: Καλυβιώτης Αρ., ό.π., σελ. 146.
(18) Βλέπε: Καλυβιώτης Αρ., ό.π., σελ. 147.
(19) Βλέπε: Καλυβιώτης Αρ., ό.π., σελ. 147.
(20) Η σπουδαία πεντάδα των μαέστρων-διευθυντών των εταιρειών δίσκων, σχεδόν όλοι τους Μικρασιάτες (Παναγιώτης Τούντας, Δημήτριος Σέμσης, Κώστας Σκαρβέλης, Γιάννης Ογδοντάκης ή Δραγάτσης, Σπύρος Περιστέρης).
(21) Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός γεννήθηκε το 1882 στη Στρωμνίτσα, πόλη της πΓΔΜ. Ο παππούς και ο προπάππους του ήταν επίσης βιολιστές. Σε ηλικία 14 ετών, ένα τσίρκο τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έπαιξε για τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίντ Β΄ και το χαρέμι του. Χάρη στη μικρή του ηλικία, ο σουλτάνος επέτρεψε στις γυναίκες του χαρεμιού να παρακολουθήσουν τον μικρό βιολιστή χωρίς να φοράνε φερεντζέδες, γεγονός που ο Σέμσης διηγούταν συχνά. Από το 1896 ως το 1919 ταξίδευε στη Μ. Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αιθιοπία, όπου και έμαθε πολλά μυστικά της ανατολικής μουσικής, ενώ συγχρόνως διεύρυνε το ρεπερτόριό του. Συχνά επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο σουλτάνος ήταν θαυμαστής του. Το 1919 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου σύντομα έγινε διάσημος. Το 1926 μετακόμισε στην Αθήνα. Στις αρχές του 1927 ανέλαβε διευθυντής ηχογραφήσεων στη δισκογραφική εταιρεία Columbia. Αργότερα προσελήφθη στην ίδια θέση και από την His Master’s Voice (HMV). Από τις θέσεις αυτές εισήγαγε πολλούς καλλιτέχνες του σμυρναίικου στον κόσμο της ηχογράφησης.
Επίσης μετέγραψε σε παρτιτούρες τραγούδια συνθετών που δεν ήξεραν να γράφουν μουσική. Ο Σέμσης έπαιζε στα πιο δημοφιλή Καφέ Αμάν της εποχής, συνοδεύοντας διάσημους τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Παρότι έγραψε πολλά τραγούδια, πολλές από τις συνθέσεις του υπογράφονται από άλλους μουσικούς. Πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 1950 από καρκίνο. (Βλέπε «Μνήμες – Η μουσική Σκηνή του Σμυρναίικου τραγουδιού 1907-1939», αυθεντικές ηχογραφήσεις από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη. Ένθετο σελ. 26.)
(22) Ο Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης, ένας από τους σημαντικότερους βιολιστές του σμυρναίκου, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886. Από το 1904 άρχισε να παίζει σε μεγάλα μουσικά σχήματα στη Σμύρνη, όπου έγινε διάσημος. Όταν ήρθε στην Αθήνα το 1923, ο Ογδοντάκης έκανε καριέρα σολίστα και συνθέτη. Για αρκετά χρόνια ήταν διευθυντής παραγωγής στην αγγλική δισκογραφική εταιρεία Columbia. Πέθανε στην Αθήνα το 1958. (Βλέπε, «Μνήμες – Η μουσική Σκηνή του Σμυρναίικου τραγουδιού 1907-1939», αυθεντικές ηχογραφήσεις από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη. Ένθετο σελ. 32.)
(23) Περιστέρης Σπύρος: Μουσικός και συνθέτης με μικρασιατική καταγωγή. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 από Έλληνα πατέρα και Ιταλίδα μητέρα. Άρχισε από μικρός να μαθαίνει μαντολίνο και μετά την εγκατάσταση της οικογένειάς του στην Κωνσταντινούπολη (γύρω στο 1915) κατόρθωσε να τελειώσει την Ιταλική Σχολή και να μάθει ιταλικά και γερμανικά. Μετά τον θάνατο του Σιδερή (1918) επανήλθε στη Σμύρνη και ανέλαβε, σε ηλικία 18 ετών, την ευθύνη της Σμυρνέικης Εστουδιαντίνας του Σιδερή, που είχε γίνει διάσημη σ’ όλη την Ευρώπη και έμεινε γνωστή με το όνομα «Τα Πολιτάκια». Ο Σπύρος Περιστέρης ήταν ο άνθρωπος που σχεδόν με το ζόρι έβαλε τον Μάρκο Βαμβακάρη να ηχογραφήσει τη φωνή του όταν το 1933 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμπορική ηχογράφηση μπουζουκιού σε δίσκο 78 στροφών. Σε πάρα πολλές ηχογραφήσεις του Βαμβακάρη ο Περιστέρης συμμετέχει στην ορχήστρα όπου το τρίδυμο Μάρκος και Περιστέρης στα μπουζούκια και Κώστας Σκαρβέλης στην κιθάρα ήταν αχτύπητο. Ο Περιστέρης έπαιζε άριστα όλα τα έγχορδα όργανα με τάστα, πιάνο, ακορντεόν και κόντρα μπάσο. Παντρεύτηκε το 1921 και απέκτησε δύο γιους. Πέθανε τον Απρίλιο του 1966 στην Αθήνα. Πηγή Wikipedia
(24) Ο Βαγγέλης Σωφρονίου γεννήθηκε το 1890 στη Σμύρνη. Πρωτότοκος γιος επταμελούς οικογένειας. Το πρώτο του επάγγελμα ήταν βιβλιοδέτης, κατόπιν εργάστηκε ως ψάλτης. Το 1914 αρχίζει να τραγουδάει. Από το 1917 τραγουδούσε επαγγελματικά. Μέχρι το 1922 διακρίνεται ως τραγουδιστής στα νυχτερινά κέντρα της Σμύρνης. Στη διάρκεια της καταστροφής πιάνεται αιχμάλωτος και το 1923 φτάνει στην Ελλάδα και πιάνει δουλειά στα κέντρα της Αθήνας. Το 1926 άρχισε να κάνει ηχογραφήσεις για δίσκους. Στα χρόνια της δεκαετίας του ’30 πραγματοποιεί τις περισσότερες ηχογραφήσεις του. Πέθανε στην Αθήνα το 1963.
(25) Στελλάκης Περπινιάδης: Γεννήθηκε στην Τήνο το 1899. Σε βρεφική ηλικία ταξίδεψε με τους γονείς του στην Αλεξάνδρεια (1900). Το 1906 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έμαθε να ψάλλει από τους ψάλτες του Ι.Ν. Αγίου Ιωάννη των Χίων Γαλατά (Ν. Καμαράδο, Γεώργιο Βινάκη). Πολέμησε με τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη (1ο Σύνταγμα Πεζικού), όπου και τραυματίστηκε. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα. Με το τραγούδι άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά από το 1925. Το 1929 γνωρίστηκε με τον κορυφαίο συνθέτη Π. Τούντα, ο οποίος του έγραψε και τα πρώτα δύο τραγούδια που γραμμοφωνήθηκαν την ίδια χρονιά («Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Στον Ποδονίφτη μια έμορφη μικρούλα»). Έκτοτε ηχογράφησε εκατοντάδες τραγούδια συνθετών του σμυρναίικου, ρεμπέτικου και του λαϊκού, αλλά και πολλά δημοτικά και παραδοσιακά τραγούδια. Επίσης συμμετείχε σε πάρα πολλές ηχογραφήσεις, κάνοντας δεύτερη και τρίτη φωνή. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1977 σε ηλικία 78 χρόνων.
HotDoc.History
από: https://www.documentonews.gr
