Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 21 Σεπ 2025
Η μεγάλη μουσική γέφυρα Σμύρνη–Πειραιάς Όσμωση πάνω από το Αιγαίο – Μέρος Β΄
Κλίκ για μεγέθυνση





















Η πρώτη γνωριμία των Αθηναίων με μικρασιατικά συγκροτήματα αρχίζει το 1870.








Είναι γνωστό σ’ όλους το πώς περνούσαν οι πρόσφυγες και πώς προσπαθούσαν να δημιουργήσουν εκ νέου τη ζωή τους μέσα στις αντίξοες συνθήκες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Φωτεινό σημείο σ’ όλα αυτά υπήρξε η καλλιτεχνική τους έκφραση.

Σ’ αυτό το σημείο επισυνάπτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ηλία Βολιώτη Καπετανάκη «Ελλήνων Μούσα Λαϊκή»,(1) που γράφει τα εξής: «Μπορεί για πάντα να σβήνουν τα πολύχρωμα φώτα στα μεγάλα κέντρα, τα φαγοπότια και τα ατελείωτα γλέντια της Σμύρνης και των άλλων πόλεων. Μα τον ζόφο της τωρινής τους χαμοζωής ζητούν να σκορπούν οι πρόσφυγες με την άσβεστη φλόγα της ψυχής τους. Είναι αρκετή για να αλλάξει ρότα και το λαϊκό ψυχαγωγείο της κυρίας Ελλάδας. Θεριεύουν η αλληλεγγύη, η ανθρώπινη ζεστασιά, αντίδοτα στις απάνθρωπες συνθήκες και την εχθρότητα των παρασυρμένων ιθαγενών.

Μέχρι την καταστροφή τα ελλαδικά λαϊκά κέντρα πουλούν, συνήθως, ξεροσφύρι κρασί ή ούζο. Στο προχειρότερο προσφυγικό μαγαζάκι παρά τη φτώχεια προσφέρονται πρωτόφαντοι μερακλίδικοι μεζέδες, με θερμή ατμόσφαιρα και ένα πηγαίο, από το τίποτα, κέφι. Τα σπίτια και οι γειτονιές, καθώς οι μήνες περνούν, πλημμυρίζουν συντροφικότητα. Μια τεράστια παρέα, όπου μπορείς άφοβα να ανοίξεις την καρδιά σου, να μοιραστείς μικροχαρές και μεγάλους πόνους…».

Εκείνο που μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ο μεγάλος αριθμός των «παιγνιδιατόρων» (μουσικών και τραγουδιστών), όπως τους αποκαλεί ο Σμυρνιός μελετητής, λαογράφος και γιατρός Δημ. Αρχιγένης(2) με τη χαρακτηριστική σμυρναίικη διάλεκτο, που διαπιστώνουμε ότι υπήρχαν στη Μ. Ασία πριν από την καταστροφή. Όσοι απ’ αυτούς επιβιώνουν της καταστροφής μεταφυτεύουν το μουσικό τους τάλαντο στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό, θα κάνω ιδιαίτερη μνεία για τον συνθέτη Βαγγέλη Παπάζογλου, διότι αποτελεί για τη μουσική σκηνή της καθ’ ημάς Ανατολής μια περίπτωση μεγαλοφυούς συνθέτη και μουσικού, πολύ μπροστά, έναντι όλων των άλλων της εποχής του. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου κατατάσσεται στους σημαντικότερους συνθέτες του σμυρναίικου, ρεμπέτικου τραγουδιού λόγω της μεγάλης μουσικής ευφυΐας του, αλλά και των πολλών μουσικών γνώσεών του. Γνώστης και μύστης της μουσικής, τόσο του δημοτικού, λαϊκού-αστικού και έντεχνου (ευρωπαϊκού) τραγουδιού. Γνώριζε πολύ καλά τη μουσική θεωρία και αρμονία και έγραφε τα τραγούδια του στο πεντάγραμμο. Γνώριζε επίσης πολύ καλά και τον χειρισμό πολλών μουσικών οργάνων, όπως μαντολίνου, κιθάρας, βιολιού και πάντζου.

Ο Παπάζογλου πολύ γρήγορα εντάσσεται στα «Πολιτάκια» κοντά στον Σπ. Περιστέρη, όπου διδάσκεται την ευρωπαϊκή μουσική και τη θεωρία της. Ανατολίτικοι μουσικοί τρόποι, δημοτικά τραγούδια, ευρωπαϊκές επιδράσεις, δίνουν στη φαντασία του και στο μουσικό ταλέντο του τη δυνατότητα να πειραματιστεί σε διάφορα μουσικά μοντέλα, όπως «Πειραιώτικα», δημιουργώντας έναν ανεκτίμητο μουσικό θησαυρό (π.χ. Λαχανάδες). Για τις συνθέσεις του χρησιμοποιεί βασικά μουσικά όργανα, σπουδαίους οργανοπαίχτες και τραγουδιστές. Διατηρεί το κανονάκι ως πρώτο όργανο στα τραγούδια του, χρησιμοποιεί όμως και το μπουζούκι.

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου, από τους σημαντικότερους συνθέτες του σμυρναίικου, ρεμπέτικου λόγω της υψηλής μουσικής ευφυΐας του, αλλά και της βαθιάς γνώσης του στο δημοτικό, λαϊκού-αστικού και ευρωπαϊκό τραγούδι

Κάθε μουσική του σύνθεση είναι το κάτι άλλο. Συνθέσεις βγαλμένες μέσα από το μουσικό χωνευτήρι της Ανατολής, γεμάτες φαντασία, σπουδή και καινοτομία. Κατά την περίοδο 1933-1936 έχουμε 23-24 τραγούδια σε 36 εκτελέσεις, σε πλάκες γραμμοφώνου. Ο ίδιος έρχεται πολλές φορές σε σύγκρουση με τη λογοκρισία της εποχής του. Ως άνθρωπος ήταν απόλυτος μέχρι αυτοκαταστροφής. Μοναχικός, ρημαγμένος μα περήφανος, αλλά και μάγκας. Για τον Βαγγέλη Παπάζογλου, η γυναίκα του Αγγελική διηγείται στα απομνημονεύματά της: «Ο Βαγγέλης μου δεν είχε ανάγκη από όργανα για να γράφει μουσική. Έγραφε πάνω στις μανσέτες του, εκεί που περπάταγε, που σου μίλαγε. Έγραφε, έσβηνε, με τρία πράγματα που τραγούδησε έγινε αρχιμάστορας, δάσκαλος, αρχιρεμπέτης».

Από την αρχή, η μουσική πανδαισία της Ανατολής καθηλώνει και γοητεύει τους Έλληνες της παλιάς Ελλάδας και γρήγορα γίνεται προσπάθεια μίμησης, μαθητείας και αξιοποίησης του μουσικού αυτού πλούτου. Αναφέρω χαρακτηριστικά τα λόγια του μεγάλου ρεμπέτη Μάρκου Βαμβακάρη: «Τη μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες… ήταν μαθημένοι να δουλεύουν και να γλεντούν… Μπορεί να δούλευε όλη την εβδομάδα σαν σκύλος, μα το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει, να δείξει, να κάνει… να πάρει την οικογένειά του να κάτσει σ’ ένα κέντρο… Πρώτα οι δικοί μας μουσικοί επαίζανε σχεδόν μόνο τα δημοτικά. Ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν αρχινήσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά πράγματα. Μανέδες, αϊβαλιώτικα, τζιβαέρια, πολλά… Οι πρόσφυγες έλεγαν και άλλα τουρκικά. Ωραία μουσική».(3) Πρέπει να πούμε σε αυτό το σημείο ότι ο Μάρκος από μικρός βίωσε τη νησιώτικη και τη μικρασιάτικη μουσική και είναι αυτός που διατηρεί στα τραγούδια του πολλά χαρακτηριστικά της λαϊκής παραδοσιακής μουσικής.

Στα 1930 περίπου, όταν τα σαντουροβιολιά βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους, εμφανίζονται οι παλαιόθεν γνωστοί μπουζουκομπαγλαμάδες, οι οποίοι διεκδικούν τον ζωτικό χώρο της σμυρναίικης ορχήστρας στο λαϊκό πάλκο. Έχει αρχίσει μια μάχη που κλίνει υπέρ του μπουζουκιού.

Στα 1934, οι ιδρυτές της πρώτης «Ρεμπέτικης κομπανίας», Μ. Βαμβακάρης(4), Γ.Μπάτης(5), Αν. Δελιάς(6) και Στ. Παγιουμτζής(7) κάνουν την πρώτη επίσημη εμφάνισή τους ως συγκρότημα στην αίθουσα φωνοληψίας της Columbia, στον Περισσό. Παράλληλα εμφανίζονται στην Ανάσταση του Πειραιά, στου Σαραντόπουλου τη μάντρα με την ονομασία «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών, η πρώτη αυτή ρεμπέτικη κομπανία αντικαθιστά τη σμυρναίικου ύφους ορχήστρα που έχει το μαγαζί. Το τι γίνεται δεν περιγράφεται. Με λίγα λόγια, χαλάει ο κόσμος, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες και αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τα τεκταινόμενα. Θα καταλήξουμε όμως σ’ ένα συμπέρασμα, ότι συντελείται λοιπόν για ακόμη μία φορά μια επανάσταση στη λαϊκή ελληνική μουσική.

Αν δούμε τον τόπο καταγωγής(8) των μελών της πρώτης ρεμπέτικης κομπανίας, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλα τα ρυάκια του λαϊκού τραγουδιού ξανασμίγουν σ’ ένα ορμητικό ποτάμι που λέγεται μικρασιατική παράδοση.

Να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό ότι το ρεμπέτικο(9) τραγούδι έχει δύο μορφές ύφους: το Σμυρναίικο-Πολίτικο και το Πειραιώτικο.

Επίλογος

Στους μουσικούς της σμυρναίικης σχολής, παλαιότερους και νεότερους σε ηλικία, όπως Γιοβάν Τσαούς,(10) Δημ. Ατραΐδη, Γιάννη Παπαϊωάννου,(11) Απόστολο Χατζηχρήστο,(12) Γιώργο Ροβερτάκη κ.ά., οι οποίοι έφεραν στη μητέρα πατρίδα, την «Παλιά Ελλάδα», τη σμυρναίικη μουσική παράδοση, κουβαλώντας την και διαφυλάττοντας αυτήν ως «κόρην οφθαλμού» μαζί με τα τόσα άλλα ήθη και έθιμά τους, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρεμπέτικου, στη συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού και κατ’ επέκτασιν στη μουσική σκηνή της νεότερης Ελλάδος, όπως αναφέραμε και παραπάνω, πρέπει να αποτίσουμε φόρο τιμής για τη μεγάλη προσφορά τους.

Κλείνοντας, να ευχαριστήσω το περιοδικό HotDoc.History της εφημερίδας Documento και ιδιαιτέρως τη δρ. Βασιλική Λάζου, εκ των επιμελητών της έκδοσης, για την ευκαιρία που μου έδωσαν ώστε να προσθέσω κι εγώ ακόμη ένα μικρό λιθαράκι στο μεγάλο οικοδόμημα που λέγεται ελληνική μουσική.

Πηγές και βοηθήματα

-«Μνήμες – Η μουσική Σκηνή του Σμυρναίικου τραγουδιού 1907-1939», αυθεντικές ηχογραφήσεις από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη.
-Αρδανιώτη Δημ., «Η Μουσική της Ιωνίας και της Σμύρνης».
-Αρδανιώτη Δημ., «Η μουσική ζωή στη Σμύρνη από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1922».
-Αρδανιώτη Δημ., «Η συμβολή της μουσικής της καθ’ ημάς Ανατολής στην εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα», Μικρασιατική Σπίθα, 17 (2012), Περιοδική Έκδοση της Αδελφότητας Μικρασιατών Ν. Σερρών «Ο Άγιος Πολύκαπος», σ. 151-166.
-Αρχιγένη Δημήτρη, Λαογραφικά Β΄, «Τα σινάφια της Σμύρνης», Αθήνα 1979.
-Βολιώτη-Καπετανάκη Η., «Ελλήνων Μούσα Λαϊκή», Αθήνα 1997.
-Διάφορα άρθρα για το ελληνικό τραγούδι.
-Καλυβιώτη Αριστ., «Σμύρνη – Η μουσική ζωή 1900-1922», Αθήνα 2002.
-Καρακάση Λαίλιο, «Λαϊκά τραγούδια και χοροί της Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Δ΄, Αθήνα 1948.
-Κωνσταντινίδου Μ., «Κοινωνιολογική Ιστορία του Ρεμπέτικου».
-Παπάζογλου Αγγελική «Τα Χαΐρια μας εδώ», επιμέλεια Γ. Παπάζογλου, Αθήνα 1986.
-Πετρόπουλου Ηλία, «Ρεμπέτικα».
-Προκοπίου Σ., «Σεργιάνι στην παλιά Σμύρνη», Β΄ έκδοση, Αθήνα 1949.
-Σολωμίδης Χρήστος, «Το θέατρο στη Σμύρνη», Αθήνα 1954.
-Τυροβολά Βασ., «Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χορευτικοί Ρυθμοί», Αθήνα 1992.
-Χατζηδουλή Κ., «Ρεμπέτικη Ιστορία 1», (Περπινιάδης, Γενίτσαρης, Μάθεσης, Λελάκης), Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη.

* Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #21 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 3 Σεπτεμβρίου 2017.
Εδώ το Α΄ ΜΕΡΟΣ.

** O Δημήτριος Στ. Αρδανιώτης είναι διευθυντής Γυμνασίου, καθηγητής Μουσικής, καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής, πρωτοψάλτης, διευθυντής και δάσκαλος της Μεικτής Παραδοσιακής Χορωδίας Μικρασιατών Ν. Σερρών «Ο Άγιος Πολύκαρπος»

από: https://www.documentonews.gr

 
Copyright © 2011 - 2026 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου