Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 09 Φεβ 2022
Περικλής Βυζάντιος, ο ζωγράφος που λάτρεψε την “Ύδρα με τα αφάνταστα θέλγητρα”
Κλίκ για μεγέθυνση

 











Ο Περικλής Βυζάντιος (16 Ιανουαρίου 1893 – 9 Φεβρουαρίου 1972) γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Βυζάντιου, αξιωματικού [1] του πυροβολικού, και της Μερόπης Σαμαρνιωτάκη. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από παλιά οικογένεια, φαναριώτικης καταγωγής, και ήταν εγγονός του Χρήστου Βυζάντιου. [2]

Φοίτησε στην Σχολή Μακρή και έλαβε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής στο εργαστήριο του Ευαγγέλου Ιωαννίδη. Το 1910 πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει νομικά, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα της Βαυαρίας για να σπουδάσει ζωγραφική στο Παίσι, στην École des beaux-arts και στην Académie Julian.[3]

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1916 και άνοιξε δικό του εργαστήριο στην Αθήνα ενώ την ίδια χρονιά εξέθεσε για πρώτη φορά έργα του σε έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών.[4] Το 1917 συμμετείχε στην ίδρυση της Ομάδας «Τέχνη», η οποία προήλθε από τη σύγκρουση των νεωτεριστών καλλιτεχνών με τους συναδέλφους τους που παρέμεναν πιστοί στον συντηρητικό ακαδημαϊσμό.[5] Κατά την περίοδο 1921–1922 ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στη Μικρά Ασία ως πολεμικός ζωγράφος.[3] Το 1922 ήταν ο επίσημος σκιτσογράφος της Δίκης των Έξι και μερικά από τα σκίτσα αυτής της δίκης δημοσιεύθηκαν στον αθηναϊκό Τύπο. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών.

Το 1923 νυμφεύθηκε την Φρόσω Σκουμπουρδή και έναν χρόνο αργότερα γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, ο Κωνσταντίνος. Μαζί με τους Φωκίωνα Ρωκ, Μιλτιάδη Μαλακάση, Κώστα Ουράνη και Δημήτρη Μητρόπουλο ίδρυσε το 1928 την Καλλιτεχνική Λέσχη «Ατελιέ». Το 1934 ίδρυσε μαζί με την ζωγράφο Αλέκα Στύλου-Διαμαντοπούλου την πρώτη ελεύθερη σχολή ζωγραφικής, η οποία λειτούργησε με επιτυχία μέχρι την εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων το 1941. Το 1936, με δική του παρέμβαση η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ίδρυσε παράρτημα στην Ύδρα, του οποίου ανέλαβε τελικά την διεύθυνση (1939).[3] Το 1937, τιμήθηκε με δύο κρατικές διακρίσεις: «χαλκούν μετάλλιον» και «τιμητικό δίπλωμα». Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940, ο Περικλής Βυζάντιος φιλοτέχνησε την αφίσα του Πολεμικού Λαχείου, το οποίο προορίζονταν για την συγκέντρωση χρημάτων για τις οικογένειες των στρατιωτών. Το 1971, ξεκίνησε να γράφει την αυτοβιογραφία του, αλλά αρρώστησε και τελικά υπέκυψε στην ασθένειά του πριν προλάβει να την ολοκληρώσει. Εντούτοις, η αυτοβιογραφία του εκδόθηκε τελικά το 1995. Εκτός από τη ζωγραφική, ο Βυζάντιος ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία ( εργάστηκε ως σκηνογράφος στο Εθνικό Θέατρο κατά τη δεκαετία του 1930 ) και τη γελοιογραφία.

Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας, έργα του παρουσιάστηκαν σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα καθώς και σε χώρες του εξωτερικού ( όπως στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1934 και στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937 ).[3]

Μετά τον θάνατό του, η κόρη του, Μαριλένα  Λιακοπούλου, δώρισε έργα του καλλιτέχνη για να εκτεθούν μόνιμα στην Ύδρα, στο παλιό αρχοντικό Λαζάρου Κουντουριώτη. Ο γιος του καλλιτέχνη, Ντίκος Βυζάντιος (Αθήνα, 1924 – Μαγιόρκα Ισπανίας, 10 Αυγούστου 2007) ήταν επίσης διακεκριμένος ζωγράφος που έζησε σχεδόν μόνιμα στην Γαλλία. Αναδρομικές εκθέσεις με έργα του Περικλή Βυζάντιου διοργανώθηκαν στην Θεσσαλονίκη το 1984 και στην Αθήνα το 1994.

Ο Βυζάντιος ασχολήθηκε κυρίως με την τοπιογραφία και τις προσωπογραφίες Κατά τα πρώτα χρόνια της πορείας του ήταν εμφανής η επιρροή του από τη μαθητεία του στη Γαλλία. ανήκουν έργα επηρεασμένα από τη γαλλική καλλιτεχνική παράδοση, Χαρακτηρίζεται ως ιμπρεσιονιστής ζωγράφος και διακρίθηκε για τη θετική του επιρροή στα καλλιτεχνικά δρώμενα της Ελλάδας.[6]

Παραπομπές

  1. Βυζάντιος, Περικλής. «O πατέρας μου». Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  2. Βυζάντιος, Περικλής. «Ο παππούς μου». Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  3. «Βυζάντιος Περικλής (1893 Αθήνα – 1972 Αθήνα)». Εθνική Πινακοθήκη
  4. Βυζάντιος, Περικλής. «Iούλιος 1916». Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  5. Εθνική Πινακοθήκη /100 χρόνια, Τέσσερις αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, Από τις Συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη. Αθήνα: Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. 1999, σελ. 159.
  6. Γάκη – Παντελή, Ρ. (4/10/1998). «Ο ελληνικός ιμπρεσιονισμός του Περικλή Βυζάντιου». Το ΒΗΜΑ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Περικλής Βυζάντιος, Η ζωή ενός ζωγράφου: αυτοβιογραφικές σημειώσεις, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1995. ISBN 960-250-091-3. (Αποσπάσματα αυτού του βιβλίου παρουσιάζονται στον ιστοχώρο του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.)
  • Γιάννης Βουτσινάς, 56 έλληνες ζωγράφοι μιλούν για την τέχνη τους, Γκοβόστης, Αθήνα 2000, σσ. 99–103. ISBN 960-270-848-4.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

******************************************************

Με αφορμή τα αυριανά αποκαλυπτήρια της προτομής του ζωγράφου η Ρ. Γάκη – Παντελή γράφει για τον πολυσχιδή καλλιτέχνη που μας άφησε θαυμάσια δείγματα σχεδίου, αφίσας, χαρακτικής, σκηνογραφίας και ιδιαίτερα τοπιογραφίας με αγαπημένο θέμα την Υδρα

Ο ελληνικός ιμπρεσιονισμός του Περικλή Βυζάντιου

 
Ανάμεσα στους ζωγράφους της εποχής του και της γενιάς του ο Περικλής Βυζάντιος (1893-1972) κατέχει μια ξεχωριστή θέση, όχι μόνο για την πλατιά γνώση του γύρω από την τέχνη και το εύρος των πνευματικών ενδιαφερόντων του, αλλά και γιατί άσκησε θετική επιρροή στα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας μας.

Εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Μόναχο και τις εξπρεσιονιστικές τάσεις του «Γαλάζιου Καβαλάρη», με τον Kandinski και τον Marc, ερχόμενος σε αντίθεση με τον ακαδημαϊσμό και τον νεοκλασικισμό της Σχολής του Μονάχου, και εγκαθίσταται στο Παρίσι, που του παρέχει τη δυνατότητα να πλουτίσει περισσότερο τις έμφυτες κλίσεις του.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα το 1917, ο Βυζάντιος γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Τέχνη» (Ν. Λύτρα Κ. Μαλέα, Κ. Παρθένη, Γ. Ιακωβίδη, Λ. Κογεβίνα, Θ. Τριανταφυλλίδη), που θα παίξουν ρόλο στην επιβολή των νέων τάσεων στην τέχνη. Ανοίγει νέους δρόμους στην αισθητική κατανόηση του τόπου μας και ρίχνει μια αλλιώτικη ματιά στην Ελλάδα, με σφραγίδα τους δικούς του υποκειμενικούς ερεθισμούς. Στα πρώτα του έργα η γυναικεία φιγούρα κατέχει εξέχουσα θέση, ανυψώνεται με χάρη και κομψότητα. Με ασυνήθιστη οξύτητα ματιού και ατμόσφαιρα, αποδίδει τα εσωτερικά πλουσίων σπιτιών, την κοσμική ζωή της Αθήνας στα πλαίσια της αστικής ηθογραφίας.

Από το 1920 ως το 1928 διατηρούσε ατελιέ στην Πλάκα στους Αέρηδες, στην οδό Διογένους 4, όπου μαζί με τον Παύλο Καλλιγά και τον Φωκίωνα Ρωκ δημιούργησαν μια καλλιτεχνική συντροφιά με ό,τι εκλεκτό είχε τότε η Αθήνα στη διανόηση και στην τέχνη (Μητρόπουλος, Μαλακάσης, Ουράνης). Το «Atelier» λοιπόν αυτό εξελίσσεται αργότερα σε κρατική στέγη καλλιτεχνών. Στο ατελιέ στεγάζεται σήμερα η ταβέρνα «Ο Πλάτανος», ο χρόνος χάλασε το βυζαντινό παραθύρι από γύψο και χρωματιστά γυαλιά, φιλοτεχνημένο από τον Ρωκ, χρωματίστηκαν τα ανάγλυφα και οι καρικατούρες στους τοίχους του, όμως η πλατεία παρέμεινε ανέπαφη σε πείσμα άλλων εποχών. Αυτό το μικρό ατελιέ ήταν το μοναδικό καλλιτεχνικό στέκι της Αθήνας της εποχής. Με βραδινές συγκεντρώσεις κάθε Πέμπτη υπό το φως της λάμπας του πετρελαίου, ήταν πόλος έλξης για ό,τι υψηλό και ευγενές χαρακτήριζε την προπολεμική ζωή της Αθήνας στον τομέα της τέχνης και των γραμμάτων, με κλίμα αντίστοιχο των γαλλικών ατελιέ της Montmarte και της Grande Chaumniere.

Στην ανατολική πλευρά του πλατώματος Διογένους 4 θα γίνουν τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Π. Βυζάντιου. Το έργο φιλοτέχνησε το 1924 ο γλύπτης Γρηγόρης Ζευγώλης και προσέφερε ευγενώς στον Δήμο Αθηναίων η κυρία Μαριλένα Λιακοπούλου, κόρη του ζωγράφου Π. Βυζάντιου. Πρόκειται για ένα έξοχο νεανικό γλυπτό πορτρέτο, κόσμημα της πόλης και ορόσημο μιας ορισμένης εποχής.

Θα τιμηθεί λοιπόν η προσωπικότητα και το έργο του Π. Βυζάντιου, ο οποίος μετά τον πόλεμο, αφού μας δίνει θαυμάσια δείγματα σχεδίου, αφίσας, χαρακτικής και σκηνογραφίας, αφοσιώνεται στην τοπιογραφία και στην Υδρα, που ως τον θάνατό του παραμένει το αγαπημένο του θέμα. Η οικειότητά του με το νησί, το φως, η υγρασία, η θάλασσα, αποδίδεται με αισθητικές ευαισθησίες και ρηξικέλευθους χρωματικούς τόνους καθώς επικεντρωμένος στο ελληνικό φως το διαλύει, δημιουργώντας ένα ονειρικό σύνολο, μια ποιητική, λυρική μαγεία.

Με ευαίσθητο ατμοσφαιρικό κλίμα, η Υδρα του δεν είναι τραχιά σαν του Χατζηκυριάκου – Γκίκα, είναι ατμοσφαιρική σαν τον απέραντο σε σύννεφα και χρώμα ουρανό του Turner. Ο Π. Βυζάντιος έρχεται κοντά στον Lorraine, στον Cezanne και στους Nabis, κατακτά τον ιμπρεσιονισμό και τον ξεπερνά, με τη διάλυση των μορφών στο φως, και αποδίδει την οπτική πραγματικότητα με καθαρά ζωγραφικές αξίες. Τον φυσικό χώρο δεν τον μιμείται, τον χρησιμοποιεί ως πρόσχημα – ερέθισμα για ελεύθερη, προσωπική ερμηνεία. Η ζωγραφική του δίνει έμφαση στο ουσιαστικό κι έχει εσωτερική αλήθεια, αναζητώντας τη δική της ελληνικότητα.

Η κυρία Ρ. Γάκη – Παντελή είναι κοινωνιολόγος, ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Paris Χ.

 
© Copyright 2011 - 2022 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου